ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΑ ΑΛΜΠΑΝΕΖΕ, Η ΝΕΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΗΕ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΖΑ.

 

 Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ: ΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ, TRUTH UNDER THE RUBBLE: MEDIA IN THE TIME OF GENOCIDE,

 Οι ευθύνες μιας δημοσιογραφίας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της γενοκτονίας των Παλαιστινίων

 

Lavinia Marchetti

Μια εκτεταμένη σύνοψη, με εκτεταμένα αποσπάσματα μεταφρασμένα από την έκθεση. Εχω προσθέσει και τις δικές μου σημειώσεις, τις οποίες μπορείτε να αγνοήσετε, και έχω χωρίσει την έκθεση σε 7 ενότητες που νομίζω ότι καλύπτουν τα θέματα που εξετάζονται. Λόγω του μεγάλου μήκους της, σας συνιστώ να τη διαβάσετε εδώ:  Lavinia Marchetti

«Η Hind Rajab, 6 ετών, βρέθηκε νεκρή στη Γάζα λίγες μέρες μετά τα τηλεφωνήματα με τα οποία ζητούσε βοήθεια».

Ο τίτλος που αφιέρωσε η BBC σε ένα παλαιστινιακό κοριτσάκι, δυστυχώς γνωστό, που σκοτώθηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις με περισσότερες από 300 σφαίρες. Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε  το αναφέρει στην τελευταία της έκθεση προς τα Ηνωμένα Έθνη, με τίτλο «Truth under the rubble: Media in the time of genocide», η οποία είναι αφιερωμένη στον ρόλο των μέσων ενημέρωσης στη γενοκτονία της Γάζας.

Στάθηκα αμέσως σε αυτές τις δύο λέξεις, «βρέθηκε νεκρή ». Μου φαίνεται η τέλεια σύνοψη ενός μαθήματος σύγχρονης δημοσιογραφίας που θα έπρεπε να μελετάμε στις σχολές με τίτλο: πώς να χρησιμοποιείτε την προπαγάνδα όταν γράφετε ένα άρθρο. Το κοριτσάκι, για τους λίγους που δεν θυμούνται ή δεν έχουν δει το βίντεο, ήταν έξι ετών και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια στο τηλέφωνο, και οι IDF τη γάζωσαν  με μια πυκνότητα πυρών που θα μπορούσε να εξολοθρεύσει ολόκληρο σύνταγμα. Κι όμως, μόλις η είδηση έφτασε στο γραφείο μιας από τις πιο έγκυρες συντακτικές ομάδες, ξαφνικά δεν είχε κανένας ευθύνη για το θάνατό της.

«Βρέθηκε νεκρή». Μήπως ήταν άραγε μια  μοιραία σύμπτωση; Μήπως επρόκειτο για ένα ατύχημα υπό συνθήκες που μένει να διευκρινιστούν; Είναι εντυπωσιακό πόση πολιτική δουλειά μπορεί να επιτελέσει ένα ρήμα, έτσι δεν είναι; Οι δημοσιογράφοι είναι μετρ σε αυτό. Η υπόθεση της Χιντ είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα που τεκμηριώνει η  Αλμπανέζε στις είκοσι εννέα σελίδες της έκθεσης A/81/249. Ένα έγγραφο που θεωρώ εξαιρετικής σημασίας (όχι ότι τα άλλα δεν ήταν) . Εδώ και πάνω από δύο χρόνια γινόμαστε μάρτυρες ατέρμονων συζητήσεων γύρω από τη σκοπιμότητα της χρήσης της λέξης «γενοκτονία», για τα περί αντισημιτισμού που καταλογίζεται σε όσους ασκούν κριτική στο Ισραήλ, ακόμη και για την αξιοπιστία των Παλαιστινίων δημοσιογράφων (που είναι πάντα ύποπτοι για συνεργασία με τη Χαμάς),αλλά και αμφιβολιών (τύπου «pallywood»   [ * ]) σχετικά με την ηθική νομιμότητα της προβολής  συγκεκριμένων φωτογραφιών και για την αυθεντικότητά τους. 

Στο μεταξύ, οι μηχανισμοί ενημέρωσης (λίγοι και στα χέρια ελάχιστων «μεγιστάνων», διάβαζε ολιγαρχών) πολλών δυτικών δημοκρατιών συνέβαλε στο να καθοριστεί ποια γεγονότα ήταν «αξιόπιστα» (άγνωστο βάσει ποιου κριτηρίου), ποιες μαρτυρίες έπρεπε να αντιμετωπίζονται με καχυποψία και ποιες κυβερνητικές δηλώσεις μπορούσαν να φτάσουν σε εκατομμύρια ανθρώπους επειδή ως«έγκυρες», καταλήγοντας να βλέπουμε μέχρι και έναν τύπο στην τηλεόραση ,σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης ,να ζητάει «ορισμό του παιδιού».

Η Αλμπανέζε αντιμετωπίζει άμεσα το ζήτημα της ευθύνης των μέσων ενημέρωσης.

Η εισηγήτρια δίνει ένα όνομα σ’ αυτό το φαινόμενο «μηντιακτονία»  και στα συμπεράσματά της διευκρινίζει τι εννοεί.Τον θεωρώ ένα σημαντικό όρο, επειδή επιτρέπει να αμφισβητηθεί και η ευθύνη εκείνων που αποφασίζουν ποια γεγονότα θα περιέλθουν στη γνώση του ευρύτερου κοινού.

«Τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση περιγράφουν ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο φαινόμενο το οποίο, από πολλές απόψεις, συνιστά «μηντιακτονία»: την καταστροφή της ουσιώδους λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης στο περιβάλλον της ενημέρωσης που σχετίζεται με τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Αυτό λειτουργεί μέσα από τρεις διαδικασίες που αλληλοενισχύονται: α) τη συστηματική δολοφονία των Παλαιστινίων δημοσιογράφων και των μέσων τεκμηρίωσής τους· β) τη διάδοση και κανονικοποίηση της υποκίνησης σε γενοκτονία και της άρνησής της από τις ισραηλινές αρχές και τομείς των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης· γ) την αναπαραγωγή,  από ισχυρά δυτικά μέσα ενημέρωσης και ψηφιακές πλατφόρμες, αφηγημάτων που συγκαλύπτουν, δικαιολογούν ή νομιμοποιούν ειδεχθή εγκλήματα, περιθωριοποιώντας παράλληλα τις παλαιστινιακές φωνές, τα αποδεικτικά στοιχεία και το διεθνές δίκαιο».

(Φραντσέσκα Αλμπανέζε, «Η αλήθεια κάτω από τα ερείπια: Τα ΜΜΕ στην εποχή της γενοκτονίας», A/81/249, 2026, § 90, σ. 28)

Ο Παλαιστίνιος δημοσιογράφος τεκμηριώνει μια δολοφονία, και στη συνέχεια μια συντακτική ομάδα στη Δύση αποφασίζει με ποιες λέξεις θα την αφηγηθεί και σε ποιες μαρτυρίες θα αποδώσει αξιοπιστία. Το γεγονός έχει ήδη διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα όταν φτάνει στο γραφείο εκείνου που ετοιμάζει τον τίτλο και μπορεί, κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, να χάσει, την πιο σημαντική πληροφορία. Σίγουρα δεν θα είναι η επιλογή μιας και μόνο λέξης που θα εξηγήσει μια γενοκτονία. Ωστόσο, αν η άσκηση της δημοσιογραφίας συνίσταται και στο να καθιστά τις ευθύνες αναγνωρίσημες, αναρωτιέμαι πόσο σοβαρή είναι η συμπεριφορά εκείνου που συμβάλλει στη σύγχυση που δημιουργείται.

Και η μέθοδος που ακολούθησε η Αλμπανέζε αξίζει μια διευκρίνιση. Η εισηγήτρια εργάστηκε πάνω σε πρωτογενείς και δημόσιες πηγές, συνεντεύξεις με επιζώντες και ειδικούς, και 89 γραπτές συνεισφορές, από τις οποίες οι  62 αφορούν τα μέσα ενημέρωσης στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία. Από τους δώδεκα ειδησεογραφικούς οργανισμούς στους οποίους ζητήθηκε σχόλιο, μόνο τρεις απάντησαν. Η έκθεση δηλώνει επίσης την αδυναμία της  Αλμπανέζε να μεταβεί αυτοπροσώπως στα κατεχόμενα εδάφη. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη έρευνα που βασίζεται σε υλικό διαφορετικής προέλευσης, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμο το να ανατρέχει κανείς στις πηγές που αναφέρονται στις υποσημειώσεις όταν συζητά ένα συγκεκριμένο δεδομένο. (ό.π., § 2, σ. 3.)

Η δημοσιογραφική συνενοχή σε μια γενοκτονία  θα πρέπει να εξεταστεί ως συγκεκριμένο ζήτημα. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που πρέπει να προσδιοριστούν; Οι αποφάσεις της σύνταξης του μμε και οι σχέσεις εξουσίας που τις συνοδεύουν. Για παράδειγμα, αν ο δημοσιογράφος αποδέχεται μια στρατιωτική δήλωση χωρίς να την ελέγξει, κάνει μια πολύ συγκεκριμένη επαγγελματική επιλογή, ειδικά αν η δήλωση χρησιμεύει για να δικαιολογήσει έναν βομβαρδισμό εναντίον αμάχων, υποστηρίζοντας, για παράδειγμα, ότι σε ένα βομβαρδισμένο σχολείο βρισκόταν η Χαμάς. Διότι το ζήτημα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ότι όταν διαπιστώνεται ότι μία είδηση είναι ψευδής, η διόρθωση παίρνει απειροελάχιστη προβολή σε σύγκριση με την αρχική είδηση, ή σχεδόν καμία. Το να μιλάμε για «λάθος» είναι πολύ, πάρα πολύ βολικό, μπορεί να γίνει ένας «τρόπος» ενημέρωσης.

Ας δούμε λοιπόν τι γράφει η Αλμπανέζε. Και κυρίως τι συνεπάγεται αυτό.

1. Ο Παλαιστίνιος δημοσιογράφος, στόχος προς εξόντωση

Σχεδόν τριακόσιοι δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις από τον Οκτώβριο του 2023, σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά στοιχεία της έκθεσης. Πάνω από τετρακόσιοι οι τραυματίες. Δεκάδες δολοφονίες τις οποίες οι αναφερόμενες πηγές συνδέουν άμεσα με τη δημοσιογραφική δραστηριότητα. Πάνω από εκατό εργαζόμενοι στα μμε κρατούνται, μερικοί από τους οποίους έχουν υποστεί βασανιστήρια, ενώ περίπου επτακόσιοι δέκα συγγενείς δημοσιογράφων έχουν σκοτωθεί. Ας θέσουμε ένα ερώτημα: τι θα συνέβαινε στην αντίληψή μας για έναν πόλεμο αν εξαφανίζονταν σταδιακά οι φωτογράφοι, οι ανταποκριτές και τα άτομα που διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες για να τον τεκμηριώσουν; Στη Γάζα, όλα αυτά έχουν συμβεί.

Η  Αλμπανέζε γράφει:

«Το Ισραήλ δικαιολόγησε τις επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων παρουσιάζοντάς τους ως μαχητές. Σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, οι δημοσιογράφοι χάνουν την προστασία που παρέχεται στους πολίτες μόνο μέσω της άμεσης συμμετοχής τους στις εχθροπραξίες, και το βάρος της απόδειξης βαρύνει τον επιτιθέμενο,ενώ η ιδιότητα του αμάχου θεωρείται δεδομένη. Η ένταξη σε οργάνωση, η εργασιακή σχέση ή οι εκφρασθείσες απόψεις δεν επαρκούν για την εκπλήρωση αυτής της προϋπόθεσης. Το Ισραήλ ανέτρεψε αυτή την αρχή, χαρακτηρίζοντας τους δημοσιογράφους ως «τρομοκράτες» ή «μέλη της Χαμάς», συχνά μετά το θάνατό τους και με βάση αποδεικτικά στοιχεία που κρατούνται μυστικά ή αμφισβητούνται, με σκοπό να προσδώσει νομιμότητα σε παράνομες δολοφονίες».

(Francesca Albanese, Truth under the rubble, A/81/249, 2026, § 15, σ. 7)

Θα ήθελα να σταθώ στη διαδικασία που περιγράφει η Αλμπανέζε. Μας λέει ότι ένας δημοσιογράφος καταγράφει έναν βομβαρδισμό και συλλέγει τις μαρτυρίες των επιζώντων, και στη συνέχεια, φυσικά, δημοσιεύει τις εικόνες. Αργότερα, για τον λόγο αυτό, μπορεί να κατηγορηθεί ότι ανήκει σε ένοπλη οργάνωση. Η κατηγορία μπορεί είτε να προηγηθεί της δολοφονίας του είτε να διατυπωθεί όταν πλέον του έχει αφαιρεθεί κάθε δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και στις δύο περιπτώσεις, το κοινό καλείται να κρίνει τον θάνατο του δημοσιογράφου με βάση την υποτιθέμενη πολιτική του ένταξη και όχι με βάση τα κριτήρια που ορίζει το διεθνές δίκαιο.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδευσης εξαρτάται επίσης από τη διάθεση των μέσων ενημέρωσης να τη διαδώσουν.Μια κυβέρνηση μπορεί να κατηγορήσει κάποιον για τρομοκρατία· στην πραγματικότητα, μπορεί να κατηγορήσει οποιονδήποτε για τρομοκρατία. Πρόκειται όμως για μια δήλωση που απαιτεί αποδείξεις. Εάν μια συντακτική ομάδα αναπαράγει τη φήμη, χωρίς επαρκή έλεγχο, συμβάλλει στη διάδοση της κατηγορίας και την κυκλοφορεί μέσα σε ένα ενημερωτικό περιβάλλον που της προσδίδει εγκυρότητα. Και ίσως τη συμπεριλάβει σε έναν τίτλο, όπου ο αναγνώστης θα τη συναντήσει χωρίς να γνωρίζει τα στοιχεία ούτε τις αποδείξεις.

Η Αλμπανέζε περιγράφει επίσης ένα στοιχείο που, ειλικρινά, θα ήθελα να δω να επεξηγείται σε όλες τις σχολές δημοσιογραφίας. Σύμφωνα με μια έρευνα που αναφέρεται στην έκθεση, τον Οκτώβριο του 2023 ο ισραηλινός στρατός φέρεται να ίδρυσε μια ειδική δομή με την ονομασία «legitimization cell», «κυψέλη νομιμοποίησης». Ήδη το όνομα από μόνο του αξίζει προσοχής.

«Οι στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων συνοδεύτηκαν επανειλημμένα από εκστρατείες συκοφαντικής δυσφήμισης που τους παρουσίαζαν ως νόμιμους στρατιωτικούς στόχους. Τον Οκτώβριο του 2023, σύμφωνα με πληροφορίες, ο ισραηλινός στρατός ίδρυσε μια ειδική μονάδα, την “κυψέλη νομιμοποίησης”, η οποία επανειλημμένα παρουσίασε τους δημοσιογράφους που δραστηριοποιούνται στη Γάζα ως μέλη της Χαμάς. Αυτά τα αφηγήματα εκφοβίζουν τους δημοσιογράφους και δημιουργούν ένα πρόσχημα πριν από τις επιθέσεις· στη συνέχεια, νομιμοποιούν αναδρομικά τις δολοφονίες, αποδίδοντας την ευθύνη στις παλαιστινιακές ένοπλες οργανώσεις μέσω μιας διαστρέβλωσης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η επαναλαμβανόμενη δικαιολόγηση αυτών των επιθέσεων αποτελεί απόδειξη της πρόθεσης στοχοποίησης προστατευόμενων εργαζόμενων στα μέσα ενημέρωσης».

(ό.π., § 26, σ. 10)

Επομένως, θα υπήρχε και  μια οργανωμένη στρατιωτική επιχείρηση με σκοπό να καταστήσει δημοσίως αποδεκτή τη δολοφονία του δημοσιογράφου. Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να αποκαλέσουμε τη συμπεριφορά μιας συντακτικής ομάδας που δέχεται αυτή την κατηγορία, την θέτει σε κυκλοφορία και προσδίδει στη λέξη «τρομοκράτης» ένα πιστοποιητικό αξιοπιστίας χωρίς να έχει πρόσβαση σε αποδείξεις; Η ύπαρξη και οι δραστηριότητες της μονάδας αναφέρονται από την Αλμπανέζε βάσει μιας έρευνας· για τις επιμέρους κατηγορίες απαιτείται  η επαλήθευση των διαθέσιμων εγγράφων. Το επαγγελματικό ζήτημα παραμένει άθικτο. Πόσες φορές το υλικό που παρήχθη για να δικαιολογήσει μια στρατιωτική επιχείρηση έφτασε στο δυτικό κοινό με την τακτοποιημένη μορφή μιας είδησης;

Η έκθεση ανασυνθέτει, μεταξύ άλλων, την υπόθεση του Άνας αλ-Σαρίφ, δημοσιογράφου του Al Jazeera που σκοτώθηκε τον Αύγουστο του 2025 μαζί με πέντε συναδέλφους του. Πριν πεθάνει, είχε δεχτεί απειλές και κατηγορίες για συμμετοχή στη Χαμάς. Είχε δηλώσει ότι το Ισραήλ ήθελε να τον «δολοφονήσει ηθικά». Και πράγματι, είχε δίκιο: η ηθική δολοφονία προετοιμάζει το έδαφος για τη φυσική εξόντωση, και όταν η τελευταία συμβαίνει, συμβάλλει στο να φανεί δικαιολογημένη, χωρίς να χρειάζονται πλέον αποδείξεις. Η Αλμπανέζε επιμένει και σε μια άλλη συνέπεια. Οι δολοφονημένοι δημοσιογράφοι αποτελούν επίσης τους μάρτυρες πιθανών διεθνών εγκλημάτων. Οι φωτογραφίες, τα βίντεο και οι ηχογραφήσεις μπορούν να αποκτηθούν από τις δικαστικές αρχές. Η εξόντωσή τους επηρεάζει τη διαθεσιμότητα των αποδεικτικών στοιχείων.

Το παράδειγμα του νοσοκομείου Νάσερ, που αναφέρεται στην παράγραφο 19, καθιστά το ζήτημα ακόμη πιο συγκεκριμένο. Τον Αύγουστο του 2025, μια ισραηλινή επίθεση έπληξε το μπαλκόνι του νοσοκομείου, όπου εργάζονταν συνήθως αρκετοί δημοσιογράφοι. Ο πρώτος βομβαρδισμός σκότωσε τον Χουσάμ αλ-Μασρί, εικονολήπτη του Reuters. Μια δεύτερη επίθεση σκότωσε άλλους τέσσερις δημοσιογράφους που έσπευσαν στο σημείο, καθώς και υγειονομικό προσωπικό και διασώστες. Ο συνολικός απολογισμός που αναφέρει η  Αλμπανέζε είναι είκοσι δύο νεκροί. Οι ισραηλινές δυνάμεις δήλωσαν ότι είχαν στοχοποιήσει μια «κάμερα της Χαμάς»· η κάμερα αποδείχθηκε ότι ανήκε στο Reuters. Αναρωτιέμαι τι βαθμό επαλήθευσης θα έπρεπε να απαιτεί  ένα ειδησεογραφικό μέσο πριν αναπαράγει μια τέτοιου είδους κατηγορία. Και πόση προσοχή θα έπρεπε να λαμβάνει η διάψευση σε σύγκριση με την αρχική δήλωση. (ό.π., § 19, σ. 8.)

Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι η οργάνωση HonestReporting διέδωσε ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον Παλαιστινίων δημοσιογράφων του  Reuters και του Associated Press, ισχυριζόμενη ότι είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Και οι δύο πρακτορεία απέρριψαν την κατηγορία. Μια τέτοιου είδους συκοφαντία, όταν απευθύνεται σε έναν επαγγελματία που είναι ήδη εκτεθειμένος  σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενδέχεται να έχει συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τη φήμη του. (ό.π., § 84, σ. 26.)

Στην παράγραφο 41 η εισηγήτρια καταλήγει σε ένα πολύ σοβαρό νομικό συμπέρασμα:

«Η δολοφονία δημοσιογράφων που έχουν αναγνωριστεί  ως τέτοιοι, οι επιθέσεις κατά των κατοικιών και των οικογενειών τους, καθώς και η καταστροφή των υποδομών των μέσων ενημέρωσης και των τηλεπικοινωνιών, οι οποίες τεκμαίρεται ότι έχουν πολιτικό χαρακτήρα, συνιστούν εγκλήματα πολέμου εκ προθέσεως δολοφονία και εσκεμμένες επιθέσεις κατά αμάχων και μη  στρατιωτικών αντικειμένων.

Η εσκεμμένη  στοχοποίηση των μελών της οικογένειας των δημοσιογράφων με σκοπό την παρεμπόδιση της δραστηριότητάς τους συνιστά, επιπλέον, μια απαγορευμένη μορφή συλλογικής τιμωρίας και εκφοβισμού προστατευόμενων προσώπων. Οι πράξεις αυτές αποτελούν μέρος της ευρείας και συστηματικής επίθεσης που στρέφεται κατά του άμαχου πληθυσμού της Γάζας. Σε αυτό το πλαίσιο, η δολοφονία των δημοσιογράφων και η δίωξή τους για τις πολιτικές απόψεις που τους αποδίδονται συνιστούν ανθρωποκτονία και δίωξη ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. […]

Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης γενοκτονίας, η συστηματική εξόντωση των μαρτύρων της ενημέρωσης και η καταστροφή των μέσων τεκμηρίωσης αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία γενοκτονικής πρόθεσης. Αποκαλύπτουν μια προσπάθεια που αποσκοπεί στην καταστροφή μιας προστατευόμενης ομάδας και, ταυτόχρονα, των συνθηκών υπό τις οποίες η καταστροφή αυτή μπορεί να γίνει ορατή, να καταγραφεί, να μείνει στη μνήμη και, τελικά, να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη».

(ό.π. § 41, σ. 13-14.)

 

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η σκέψη αξίζει να επεκταθεί και στη συμπεριφορά εκείνων που δέχονται τις μαρτυρίες και αποφασίζουν αν θα τις δημοσιοποιήσουν. Ένας Παλαιστίνιος δημοσιογράφος που σκοτώνεται αποτελεί μια απώλεια που αφορά ολόκληρη την κοινωνία, καθώς και το έργο που θα μπορούσε να είχε επιτελέσει. Εάν τα βίντεο που έχει ήδη δημιουργήσει λογοκρίνονται ή αποσύρονται από την κυκλοφορία, η απώλεια αυτή επιδεινώνεται από αποφάσεις που λαμβάνονται πολύ μακριά από τη Γάζα, συχνά από άτομα που εργάζονται σε άνετα γραφεία, με υψηλό μισθό και μια τέλεια λειτουργική σύνδεση στο Διαδίκτυο. Αυτό δεν μου φαίνεται αμελητέα λεπτομέρεια για όσους αρέσκονται να μιλούν για την ελευθερία του τύπου.

Υπάρχει επίσης μια άλλη δυσκολία, η οποία δημιουργήθηκε απευθείας από τις ισραηλινές αρχές: η ανεξάρτητη πρόσβαση των ξένων δημοσιογράφων στη Γάζα έχει ουσιαστικά αποκλειστεί από τον Οκτώβριο του 2023. Οι εξαιρέσεις που περιγράφει η Αλμπανέζε περιλαμβάνουν κυρίως οργανωμένες επισκέψεις και δημοσιογράφους ενσωματωμένους σε στρατιωτικές μονάδες, οι οποίοι υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο.

«Από τον Οκτώβριο του 2023, το Ισραήλ ουσιαστικά εμποδίζει στους ξένους δημοσιογράφους να εισέλθουν στη Γάζα, εκτός από εκείνους που είναι ενσωματωμένοι σε στρατιωτικές μονάδες υπό αυστηρό έλεγχο και τις οργανωμένες επισκέψεις. Σε ορισμένους δημοσιογράφους απαγορεύτηκε και η είσοδος στη Δυτική Όχθη. Υπό ορισμένες συνθήκες, οι δημοσιογράφοι υπέστησαν πιέσεις που ισοδυναμούν με μορφές εκβιασμού. Το Sky News ανέφερε ότι ενημερώθηκε πως το Ισραήλ θα μπορούσε να ακυρώσει μελλοντικές ανθρωπιστικές πτήσεις, εάν το δίκτυο δημοσίευε τις εικόνες που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια μιας ιορδανικής πτήσης για την παράδοση βοήθειας. Οι δημοσιογράφοι περιέγραψαν μια "φαουστική συμφωνία" : να καλύπτουν τα γεγονότα από μακριά ή να αποδεχτούν τον ισραηλινό έλεγχο

(ό.π., § 45, σ. 15)

Συνεπώς, γίνεται καλύτερα κατανοητή η αξία των παλαιστινιακών μαρτυριών, οι οποίες προέρχονται από ένα έδαφος όπου ο στρατός εμποδίζει την ανεξάρτητη επαλήθευση από τον ξένο τύπο. Μια συντακτική ομάδα μπορεί να δυσκολευτεί να ελέγξει μια επίσημη δήλωση. Αυτός είναι ένας λόγος για να επιδεικνύεται μεγαλύτερη προσοχή απέναντι στην επίσημη δήλωση, βεβαίως, αντί να μεταφέρεται αυτόματα η καχυποψία σε όσους ζουν κάτω από τις βόμβες και καταφέρνουν ακόμα να τις τεκμηριώνουν.

 

2. Όταν η υποκίνηση σε γενοκτονία γίνεται τηλεοπτική ψυχαγωγία

Στο τέταρτο κεφάλαιο, η Αλμπανέζε εξετάζει τη συμπεριφορά των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης και τη διάδοση δηλώσεων που υποκινούν ρητά στην καταστροφή του παλαιστινιακού πληθυσμού. Οι εκφράσεις που έχουν καταγραφεί προκαλούν σοκ, τις έχω ήδη αναλύσει σε πολλά άρθρα. Παλαιστίνιοι περιγράφονται ως «Αμαλήκ», «τέρατα», «ένα καρκινικό μόρφωμα», όντα που πρέπει «να ξεριζωθούν». Εκπομπές στις οποίες αρνούνται την ύπαρξη αθώων αμάχων στη Γάζα, ενώ οι παρουσιαστές και οι καλεσμένοι φτάνουν στο σημείο να επικαλούνται ανοιχτά την εξόντωση. Στο ισραηλινό κανάλι Channel 14, υπενθυμίζει η έκθεση, ο παρουσιαστής Σιμόν Ρίκλιν (Shimon Riklin) ζήτησε να σβηστεί η Γάζα από προσώπου γης. Άλλες παρεμβάσεις αναφέρθηκαν στο Ολοκαύτωμα, ακόμη και στους θαλάμους αερίων.

Η Αλμπανέζε γράφει:

«Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης κάνουν πολύ περισσότερα από το να μεταδίδουν ή να αναπαράγουν αυτές τις θέσεις· σε πολυάριθμες περιπτώσεις υποκινούν ρητά στη βία, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας, συμβάλλοντας στην κανονικοποίηση των μαζικών θηριωδιών. Ορισμένα μέσα ενημέρωσης έχουν προωθήσει τις μαζικές δολοφονίες και την εξόντωση του άμαχου πληθυσμού της Γάζας, επεκτείνοντας μερικές φορές αυτή τη ρητορική στους Παλαιστίνιους γενικότερα. Εξέχουσες προσωπικότητες του κόσμου των μέσων ενημέρωσης έχουν διαδώσει αυτά τα μηνύματα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ενώ οι τηλεοπτικές συζητήσεις μετατρέπονται σε θαλάμους αντήχησης στους οποίους οι συμμετέχοντες ενισχύουν αμοιβαία τη ρατσιστική και υποκινητική ρητορική τους. Εν τω μεταξύ, ο παλαιστινιακός πόνος έχει περιθωριοποιηθεί στη δημόσια συνείδηση ή έχει καταστεί πρακτικά αόρατος, παράγοντας αυτό που οι ερευνητές περιγράφουν ως μια μορφή "τύφλωσης", στην οποία έρχονται στο προσκήνιο μόνο η στρατιωτική αναγκαιότητα, η κατάσταση θυματοποίησης των Ισραηλινών και οι επίσημες εκδοχές του στρατού».

(ό.π., § 53, σ. 17.)

 

Στον έλεγχο της δημόσιας αναπαράστασης αντιστοιχεί μια λογοκρισία, τεκμηριωμένη και στο εσωτερικό του Ισραήλ. Η παράγραφος 43 της έκθεσης δείχνει 1.635 απαγορευμένα άρθρα και 6.265 που υποβλήθηκαν σε παρεμβάσεις λογοκρισίας το 2024· το 2025 προκύπτουν 753 απαγορευμένα άρθρα και 4.974 τροποποιημένα. Πρόκειται για δεδομένα που αφορούν άμεσα τη δυνατότητα του ισραηλινού τύπου να αφηγηθεί τις δικές του στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μια λογοκρισία τέτοιας έκτασης θα άξιζε μια πολύ ευρύτερη διεθνή συζήτηση, ιδίως μεταξύ εκείνων που επικαλούνται συνεχώς τις δημοκρατικές αξίες του ισραηλινού κράτους. (ό.π., § 43, σελ. 14.)

Η ιστορία του εικοστού αιώνα θα έπρεπε να μας έχει διδάξει αρκετά για τη σχέση μεταξύ προπαγάνδας και δίωξης, κι όμως συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε σαν η βία να ξεκινά κατόπιν στρατιωτικής διαταγής. Δεν είναι έτσι. Πριν από τη διαταγή υπάρχει ένα έργο προετοιμασίας των συνειδήσεων. Πρέπει να γίνει αποδεκτό αυτό που σε κανονικές συνθήκες θα προκαλούσε αποτροπιασμό. Η απανθρωποποίηση χρησιμεύει ακριβώς σε αυτό. Εάν ένας πληθυσμός αναπαρίσταται ως ένα σύνολο τρομοκρατών, εάν ακόμη και τα παιδιά στερούνται την ιδιότητα του αθώου, η αδιακρίτως θανάτωση μπορεί να παρουσιαστεί στο κοινό ως αναγκαιότητα, ως προφανής και «φυσική».

 

Η ιστορική έρευνα για τις γενοκτονίες έχει δείξει τη σημασία της κατασκευής του εχθρού ως ενός όντος ξένου προς την ηθική κοινότητα. Το προηγούμενο της Ρουάντα, το οποίο επικαλείται η Αλμπανέζε [Albanese] μέσω της νομολογίας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί στη δημόσια υποκίνηση της βίας.

Οι ιστορικές περιστάσεις είναι διαφορετικές και η διαπίστωση των ευθυνών πρέπει να συμμορφώνεται με τις νομικές απαιτήσεις που προβλέπονται για κάθε περίπτωση. Παραμένει, ωστόσο, συγκρίσιμος ο μηχανισμός μέσω του οποίου ένα μέσο ενημέρωσης συμβάλλει στο να καταστεί κοινωνικά αποδεκτή η εξόντωση μιας ομάδας.

Ένα ερώτημα που θα έπρεπε να θέσουμε στον εαυτό μας είναι: όταν μια τηλεοπτική εκπομπή φιλοξενεί επανειλημμένα εκκλήσεις για εξόντωση και το κοινό συνεχίζει να τις προσλαμβάνει ως θεμιτές απόψεις στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου, ποια είναι η ποινική ευθύνη εκείνου που επιτρέπει να συμβαίνουν όλα αυτά; Για παράδειγμα, του διευθυντή του δικτύου και των «δημοσιογράφων» που εργάζονται σε αυτό.

Η δημόσια και άμεση υποκίνηση στη γενοκτονία αποτελεί αυτόνομο έγκλημα σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1948, όταν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί το δίκαιο. Η  Αλμπανέζε ζητά από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να διερευνήσει επίσης τις δηλώσεις των προσωπικοτήτων των μέσων ενημέρωσης. Μου φαίνεται ένα αίτημα στοιχειώδους νομικής σοβαρότητας.

 

3. Ποιος έχει την άδεια να προφέρει τη λέξη «Παλαιστίνη»;

Οι σελίδες που είναι αφιερωμένες στο BBC και στους New York Times είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της έκθεσης. Και ειλικρινά, από τις πιο ταπεινωτικές για όσους συνεχίζουν να θεωρούν τη δυτική δημοσιογραφία τον σχεδόν φυσικό θεματοφύλακα της «αλήθειας» (ευτυχώς όλο και λιγότεροι άνθρωποι). Η Αλμπανέζε αναφέρει μελέτες για την εξάρτηση των δυτικών μέσων ενημέρωσης από τις ισραηλινές πηγές και ανακαλεί εσωτερικά συντακτικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών σχετικά με τις λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην κάλυψη της σύγκρουσης.

«Η πρόσβαση καθορίζει την επιρροή. Οι αναλύσεις περιεχομένου δείχνουν ότι τα δυτικά μέσα ενημέρωσης βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις ισραηλινές πηγές, ενώ οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι και οι ομάδες πίεσης απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση στους υπεύθυνους των συντακτικών αποφάσεων, ακόμη και στο British Broadcasting Corporation (BBC). Οι εσωτερικές συντακτικές οδηγίες δείχνουν πώς αυτή η επιρροή μεταφράζεται στην πράξη. Ο οδηγός στυλ του BBC, για παράδειγμα, παραλείπει τη Γάζα από τα κατεχόμενα εδάφη και αναφέρει ότι η ισραηλινή κυβέρνηση προτιμά να περιγράφει τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα ως "αμφισβητούμενα" εδάφη, χωρίς να επισημαίνει ότι ο ορισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο. Το BBC ισχυρίζεται επίσης, με παραπλανητικό τρόπο, ότι τα "προκεχωρημένα φυλάκια" (outposts) διαφέρουν πολύ από τους "οικισμούς", καθώς τα πρώτα στερούνται της έγκρισης της ισραηλινής κυβέρνησης και λειτουργούν ενάντια στη θέλησή της. Στην πραγματικότητα, διάφορες ισραηλινές κυβερνήσεις έχουν προστατεύσει και νομιμοποιήσει αναδρομικά παράνομα φυλάκια, επεκτείνοντας τον παράνομο εποικισμό. Αντίστοιχα, εσωτερικές οδηγίες των New York Times που διέρρευσαν συνιστούν προσοχή στη χρήση όρων όπως "γενοκτονία", "εθνοκάθαρση" και "κατεχόμενο έδαφος", υποδεικνύοντας στους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν τη λέξη "Παλαιστίνη" μόνο "σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις"».

(ό.π § 66, σ. 20.)

«Θα ήθελα να σταθώ σε αυτό το τελευταίο σημείο. Η λέξη "Παλαιστίνη" επιτρέπεται μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Με λίγα λόγια, το όνομα μιας ολόκληρης χώρας και ενός ολόκληρου λαού μπαίνει κάτω από δημοσιογραφικούς περιορισμούς. Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει αυτό σαν μια απλή διαφωνία για τις λέξεις. Όμως, πόσο αφελείς πρέπει να είμαστε για να πιστεύουμε ότι οι λέξεις είναι απλές ταμπέλες που βάζουμε στα γεγονότα αφού αυτά συμβούν; Στη δημοσιογραφία, οι λέξεις που επιλέγουμε αλλάζουν εντελώς τον τρόπο που καταλαβαίνουμε την πραγματικότητα.

Μια περιοχή υπό κατοχή έχει ένα πολύ συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αντίθετα, μια "αμφισβητούμενη" περιοχή δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι υπάρχει μια διαμάχη όπου και οι δύο πλευρές έχουν το ίδιο δίκιο. Δεν είναι όμως έτσι, και αυτή η διαφορά αλλάζει το πώς βλέπουμε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις της χώρας που κατέχει το έδαφος. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήταν ξεκάθαρο στην απόφασή του τον Ιούλιο του 2024: κατέληξε ότι η συνεχιζόμενη παρουσία του Ισραήλ στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη είναι παράνομη. Όταν όμως μιλάμε συνέχεια για "αμφισβητούμενα" εδάφη, φτάνουμε στο σημείο κάποιοι να αποκαλούν "εκδρομείς" τους παράνομους εποίκους και τους εισβολείς. Αυτή είναι μια πληροφορία που ο αναγνώστης πρέπει να την έχει στο μυαλό του όταν ακούει τις δηλώσεις των κυβερνήσεων. Αν την παραλείψουμε, παρουσιάζουμε μια εικόνα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική νομική κατάσταση.

Είναι δύσκολο να διαβάσεις τις δημοσιογραφικές οδηγίες που αναφέρει η Αλμπανέζε χωρίς να σκεφτείς αυτό που είχε μελετήσει ο Έντουαρντ Σαΐντ: τη σχέση ανάμεσα στη δυτική σκέψη και τον τρόπο που παρουσιάζονται οι λαοί υπό αποικιοκρατία. Το δικαίωμα να δίνεις όνομα σε έναν τόπο ανήκει συνήθως σε όποιον έχει τη δύναμη να μιλάει δημόσια γι' αυτόν. Ακόμα και στη σημερινή δημοσιογραφία, το προνόμιο να ορίζεις ποια λέξη είναι σωστή επηρεάζει το αν ένας λαός θα αναγνωριστεί ως αυτόνομη πολιτική φωνή. Και το πράγμα γίνεται σχεδόν παράλογο όταν ζητούν "προσοχή στις εκφράσεις" ειδικά για λέξεις που περιγράφουν αποδεδειγμένα γεγονότα και επίσημες κατηγορίες του διεθνούς δικαίου.

Αναρωτιέμαι τι είδους αντίληψη για το επάγγελμα έχουν αναπτύξει οι υπεύθυνοι τέτοιων οδηγιών. Η δημοσιογραφία θα έπρεπε να απαιτεί ακρίβεια από όποιον γράφει. Αλλά η ακρίβεια, όταν αφορά την ισραηλινή κατοχή και τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, εξαφανίζεται, όπως ακριβώς και τα παλαιστινιακά εδάφη.

Η ίδια η έκθεση τεκμηριώνει πόσο ακριβά μπορεί να κοστίσει, μέσα σε μια δυτική αίθουσα σύνταξης, το να πάρει κανείς στα σοβαρά μια πηγή που καταγγέλλει τις ισραηλινές παραβιάσεις. Η παράγραφος 74 αναφέρει τη δημοσιογράφο Αντουανέτ Λατούφ (Antoinette Lattouf), η οποία απολύθηκε από την Australian Broadcasting Corporation αφού κοινοποίησε μια έκθεση του Human Rights Watch για τον λιμό στη Γάζα. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αυστραλίας έκρινε παράνομη αυτή την απόλυση.

«Η ίδια εκδοτική λογική επεκτείνεται και στον τρόπο διαχείρισης των ίδιων των αποδεικτικών στοιχείων. Η τεκμηρίωση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι παλαιστινιακές οπτικές γωνίες, ακόμη και οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης έχουν περιθωριοποιηθεί, ενώ οι δημοσιογράφοι που απέκλιναν από την κυρίαρχη αφήγηση υπέστησαν πιέσεις, πειθαρχικά μέτρα, μεταθέσεις ή απολύσεις. Η Αντουανέτ Λατούφ απολύθηκε παράνομα από την Australian Broadcasting Corporation αφού κοινοποίησε μια έκθεση του Human Rights Watch για τον λιμό στη Γάζα. Το δημόσια χρηματοδοτούμενο δίκτυο δαπάνησε πάνω από 1,7 εκατομμύρια δολάρια των φορολογουμένων για να υπερασπιστεί την απόλυση, προτού το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αυστραλίας την κρίνει παράνομη και επισημάνει ότι η ανώτατη διοίκηση είχε ενεργήσει για να “ικανοποιήσει τους φιλοϊσραηλινούς λομπίστες”. Στο BBC Arabic, ορισμένοι δημοσιογράφοι υπέστησαν πειθαρχικά μέτρα χωρίς να έχει αποδειχθεί καμία παραβίαση των εκδοτικών οδηγιών»

(ό.π., § 74, σ. 23. Μερική μετάφραση, με σύνδεση μεταξύ προτάσεων της ίδιας παραγράφου.)

 

Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε όσους εργάζονται σε αυτές τις αίθουσες σύνταξης. Ένας δημοσιογράφος παρατηρεί τα μέτρα που λαμβάνονται εναντίον των συναδέλφων του και μαθαίνει, μερικές φορές χωρίς να του το διατάξει κανείς, ποια θέματα μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη θέση εργασίας του. Η λογοκρισία μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και μέσω της πρόβλεψης μιας κύρωσης. Πόσες έρευνες άραγε να μπήκαν στο αρχείο πριν καν προταθούν στον διευθυντή; Σε αυτό το ερώτημα η έκθεση προσφέρει έναν σοβαρό λόγο για να διεξαχθεί έρευνα, ενώ η απάντηση θα απαιτούσε περαιτέρω έγγραφα και μαρτυρίες. Στο μεταξύ, η υπόθεση Λατούφ (Lattouf) προσφέρει κάτι πολύ συγκεκριμένο: μια εταιρική απόφαση και μια δικαστική απόφαση.

 

 

4. Οι ισραηλινές κατηγορίες δημοσιεύονται, οι διαψεύσεις υποβαθμίζονται στο τέλος της σελίδας

Η Αλμπανέζε  εξετάζει επίσης τη διάδοση ισχυρισμών προερχόμενων από τις ισραηλινές αρχές οι οποίοι, κατά τη στιγμή της δημοσίευσης, στερούνταν επαρκούς επαλήθευσης. Μεταξύ των παραδειγμάτων εμφανίζονται οι ιστορίες για τα αποκεφαλισμένά  νεογνά της 7ης Οκτωβρίου, οι κατηγορίες σχετικά με τα κέντρα διοίκησης της Χαμάς κάτω από τα νοσοκομεία και εκείνες που αφορούν την UNRWA.

«Τα μέσα ενημέρωσης έχουν επανειλημμένα ενισχύσει ακόμη και ισραηλινούς ισχυρισμούς που ήταν ανεπιβεβαίωτοι ή ψευδείς. Ανησυχίες σχετικά με αυτό εκφράστηκαν από τους ίδιους τους δημοσιογράφους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του BBC και του CNN, με τους τελευταίους να προειδοποιούν ότι ένας τέτοιος τρόπος παρουσίασης των γεγονότων ισοδυναμούσε με σοβαρή παραβίαση των επαγγελματικών καθηκόντων της δημοσιογραφίας.

Ορισμένες από τις πιο επιζήμιες αφηγήσεις της σύγκρουσης —συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών ότι η Χαμάς αποκεφάλισε μωρά την 7η Οκτωβρίου, ότι λειτουργούσε κέντρα διοίκησης κάτω από νοσοκομεία, ότι διείσδυσε συστηματικά στην UNRWA και ότι οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι που σκοτώθηκαν από το Ισραήλ ήταν "τρομοκράτες"— διαδόθηκαν ευρέως χωρίς επαλήθευση. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κατηγορίες αυτές αποδείχθηκαν χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση και οι διορθώσεις έλαβαν πολύ μικρότερη ορατότητα.

Όλα αυτά έχουν συγκεκριμένες συνέπειες. Στην περίπτωση της UNRWA, η μεγέθυνση κατηγοριών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση συνέβαλε στην αναστολή της χρηματοδότησης από τις δωρήτριες κυβερνήσεις, εξασθενώντας σημαντικά την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας».

(ό.π., § 68, σ. 21.)

 

 

Η υπόθεση της UNRWA μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πόσο περιοριστικό είναι το να θεωρούμε τη δημοσιογραφία απλώς ως μια δραστηριότητα που αφηγείται τα γεγονότα απέξω. Βλέπουμε καθαρά τη διαδικασία βήμα προς βήμα:

• Μια κατηγορία διατυπώνεται από μια κυβέρνηση.

• Ορισμένα μέσα ενημέρωσης τη διαδίδουν, αποδίδοντάς της μια αξιοπιστία την οποία τα διαθέσιμα στοιχεία δεν έχουν ακόμη δικαιολογήσει.

• Η είδηση φτάνει στην κοινή γνώμη και γίνεται μέρος του υλικού πάνω στο οποίο οι πολιτικοί ιθύνοντες βασίζουν τις επιλογές τους.

• Σε εκείνο το σημείο έρχονται οι αναστολές των χρηματοδοτήσεων, με συνέπειες στην ανθρωπιστική βοήθεια που προορίζεται για ανθρώπους οι οποίοι εξαρτώνται από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις για να επιβιώσουν.

Η έκθεση εντοπίζει μια σύνδεση μεταξύ της διάδοσης αυτών των κατηγοριών και των αποφάσεων των κυβερνήσεων-δωρητών. Μια ψευδής είδηση, ή μια είδηση που διαδίδεται ως βέβαιη όταν οι επαληθεύσεις είναι ακόμη εντελώς ανεπαρκείς, όπως σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να συμβάλει στην πρόκληση εξαιρετικά σοβαρών υλικών συνεπειών.

Κι όμως, συχνά συνεχίζουμε να συζητάμε για τη δημοσιογραφία μέσα από μια μορφή εταιρικής επιείκειας. Το να κάνει λάθος μια σύνταξη είναι μέσα στο πρόγραμμα. Η πιθανότητα του λάθους ανήκει σε κάθε δραστηριότητα απόκτησης γνώσης. Το πρόβλημα έρχεται μετά. Μόλις ανακαλυφθεί το λάθος, τι γίνεται; Ειδικά όταν η αρχική πληροφορία έχει συμβάλει στη στήριξη αποφάσεων με βαρύτατες συνέπειες.

Σκέφτομαι το έργο των Έντουαρντ Σ. Χέρμαν (Edward S. Herman) και Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) σχετικά με την παραγωγή της συναίνεσης. Η μελέτη τους, Manufacturing Consent (Κατασκευάζοντας τη Συναίνεση), που δημοσιεύτηκε το 1988, περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένες οικονομικές και θεσμικές συνθήκες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιλογή των ειδήσεων, ευνοώντας προοπτικές συμβατές με τα κυρίαρχα συμφέροντα.

Η έκθεση της Αλμπανέζε προσφέρει υλικό για τη διερεύνηση αυτού του προβλήματος στην παλαιστινιακή περίπτωση. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μπορούν να συμβάλουν στη νομιμοποίηση μιας στρατιωτικής πολιτικής, ακόμη και μέσω της επαναλαμβανόμενης χρήσης επίσημων πηγών και του αποκλεισμού αντίθετων στοιχείων. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το περιεχόμενο των ειδήσεων που τελικά δημοσιεύονται και από την επιρροή που αποκτούν.

Η Αλμπανέζε αφιερώνει ένα ολόκληρο απόσπασμα στον τρόπο με τον οποίο οι εκφράσεις «ανθρώπινες ασπίδες» και «ασφαλείς ζώνες» μπορούν να συμβάλουν στη δημόσια δικαιολόγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αναφέρεται στην έννοια του humanitarian camouflage («ανθρωπιστικό καμουφλάζ»): τη χρήση όρων που προέρχονται από το ανθρωπιστικό δίκαιο προκειμένου να παρουσιαστούν εξαιρετικά σοβαρές ενέργειες ως μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των αμάχων. Η έκθεση υπενθυμίζει ότι οι New York Times τεκμηρίωσαν στη συνέχεια τη χρήση βομβών δύο χιλιάδων λιβρών από το Ισραήλ, ακόμη και σε ζώνες που είχαν χαρακτηριστεί ως ασφαλείς.

 (ό.π., § 69, σ. 21-22.)

 

«Παρόμοια μοτίβα αναδύονται στην απόδοση των θανάτων αμάχων στις τακτικές της Χαμάς αντί για τις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες. Οι συντακτικές οδηγίες του γερμανικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα ARD παρουσιάζουν τα θύματα μεταξύ των αμάχων κυρίως ως συνέπεια της υποτιθέμενης χρήσης "ανθρώπινων ασπίδων" από τη Χαμάς. Μεταξύ του Οκτωβρίου 2023 και του Αυγούστου 2025, οι New York Times αναφέρθηκαν στη χρήση "ανθρώπινων ασπίδων" από τη Χαμάς 176 φορές και το BBC 81 φορές. Οι επανειλημμένες αναφορές σε "νοσοκομεία που διοικούνται από τη Χαμάς", σε "νοσοκομειακές ασπίδες" και οι ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ότι η Χαμάς δραστηριοποιείται μέσα από νοσοκομεία και άλλες πολιτικές δομές, προσέδωσαν αξιοπιστία σε αφηγήματα που επιχειρούν να νομιμοποιήσουν τις επιθέσεις εναντίον προστατευόμενων υγειονομικών εγκαταστάσεων. Αυτός ο τρόπος παρουσίασης των γεγονότων είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς η κατηγορία ότι η Χαμάς χρησιμοποιούσε συστηματικά τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες αποτελεί μία από τις κύριες νομικές δικαιολογίες της γενοκτονικής εκστρατείας που διεξάγει η ισραηλινή κυβέρνηση στη Γάζα, ακόμη και ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης».

(ό.π § 70, σ. 22)

 

 

Μου κινεί ιδιαίτερα το ενδιαφέρον το πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει μια νομική έκφραση όταν χρησιμοποιείται προτού επαληθευτεί η βάση της. Ο όρος «ανθρώπινες ασπίδες» υποδηλώνει μια συμπεριφορά την οποία ρυθμίζει το διεθνές δίκαιο, και η ενδεχόμενη ύπαρξή της πρέπει να διαπιστώνεται για κάθε μεμονωμένο περιστατικό. Εδώ έγκειται το πρόβλημα. Εάν μια συντακτική ομάδα παρουσιάσει ως αποδεδειγμένο γεγονός μια στρατιωτική δήλωση που δεν έχει ακόμη διασταυρωθεί, ο αναγνώστης μπορεί τελικά να αποδώσει τα θύματα μεταξύ των αμάχων στη συμπεριφορά της κατηγορούμενης ένοπλης οργάνωσης, μειώνοντας την αντιλαμβανόμενη ευθύνη εκείνου που αποφάσισε τον βομβαρδισμό. Όσο καθησυχαστική κι αν φαίνεται η φόρμουλα της «εκκένωσης», η μετακίνηση ανθρώπων υπό την απειλή βίας προς τοποθεσίες που στη συνέχεια θα πληγούν, απαιτεί πολύ διαφορετικού είδους επαληθεύσεις.

Η παράγραφος 71 προσθέτει ένα στοιχείο που μου φαίνεται εντυπωσιακό. Η Αλμπανέζε  αναφέρει πάνω από εκατό τεκμηριωμένα περιστατικά στα οποία παρουσιαστές του BBC απέρριψαν τους ισχυρισμούς ότι το Ισραήλ διέπραττε γενοκτονία, την ίδια στιγμή που γενοκτονικές δηλώσεις Ισραηλινών αξιωματούχων παρέμεναν χωρίς αναφορά. Και αυτό το δεδομένο πρέπει να αναγνωσθεί μέσα από τη μελέτη που αναφέρεται στην έκθεση· η περιγραφόμενη ανισότητα στην προσοχή αξίζει ωστόσο να εξεταστεί σοβαρά. Διότι η δημοσιογραφία που απαιτεί αποδείξεις για έναν νομικό χαρακτηρισμό, θα έπρεπε να εφαρμόζει την ίδια αυστηρότητα και στις δηλώσεις που χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν τις δολοφονίες.

 (ό.π., § 71, σ. 22.)

  

5. «Βρέθηκε νεκρή». Πώς η ισραηλινή ευθύνη εξαφανίζεται από τους τίτλους.

 Θα ήθελα να επιστρέψω στο BBC. Η Αλμπανέζε παρουσιάζει ένα γεγονός που θα έπρεπε να προκαλέσει μια σοβαρή δημόσια συζήτηση σε όλες τις δυτικές αίθουσες σύνταξης. Μάλιστα, θα έπρεπε να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων. Σύμφωνα με μια ανάλυση περιεχομένου που παρουσιάστηκε στην ειδική εισηγήτρια, στο 83% των σχετικών τίτλων του BBC που εξετάστηκαν, η ισραηλινή ευθύνη για τους θανάτους παραλείπεται ή υποβαθμίζεται. Για τους New York Times, το αντίστοιχο ποσοστό που αναφέρεται είναι 65%. Η έκθεση αναφέρει αυτά τα ποσοστά βασιζόμενη σε μια μελέτη που αναφέρεται στις σημειώσεις.

Η Αλμπανέζε γράφει: «Όταν ορισμένα γεγονότα έγινε πλέον αδύνατον να αρνηθούν ή να "συγκαλυφθούν", η δημοσιογραφική κάλυψη συχνά παρέλειπε ή ελαχιστοποιούσε την ισραηλινή ευθύνη. Οι αναλύσεις περιεχομένου έδειξαν ότι το BBC το έκανε αυτό στο 83% των σχετικών τίτλων και οι New York Times στο 65%. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τη δολοφονία της Χιντ Ρατζάμπ από τις ισραηλινές δυνάμεις, την οποία το BBC συνεχίζει να παρουσιάζει με τον τίτλο: "Η Χιντ Ρατζάμπ, 6 ετών, βρέθηκε νεκρή στη Γάζα μέρες μετά τα τηλεφωνήματα με τα οποία ζητούσε βοήθεια"».

(ό.π., § 72, σ. 22.)

 

 

«Φαντάζομαι τη δουλειά ενός αρχισυντάκτη μπροστά σε δύο πιθανούς τίτλους. Στον πρώτο εμφανίζεται ο υπεύθυνος της δολοφονίας. Στον δεύτερο περιγράφεται μόνο η ανακάλυψη του πτώματος. Και οι δύο μιλούν για το ίδιο κορίτσι, κι όμως οι πληροφορίες που παραδίδονται στον αναγνώστη είναι βαθύτατα διαφορετικές. Θα ήθελα επίσης να απαλλάξω αυτή τη συζήτηση από την ιδέα ότι το πρόβλημα έγκειται αποκλειστικά στις ατομικές προθέσεις. Η δημοσιογραφική γλώσσα μαθαίνεται μέσα από κριτήρια επιλογής και ιεραρχικές σχέσεις. Μερικές φορές ένας δημοσιογράφος αναπαράγει μια επιλογή χωρίς να έχει εξετάσει τις συνέπειές της, κάποιες φορές μάλιστα ασυνείδητα, έχοντας εσωτερικεύσει τις "αξίες" της σύνταξης. Η έκθεση επιτρέπει έτσι να εξεταστεί η συνεννοχή ως αποτέλεσμα μιας επαγγελματικής διαδικασίας. Η κανονικοποίηση μιας συγκεκριμένης γλώσσας μπορεί να συμβάλει στο να γίνει συνήθεια η απουσία του υπεύθυνου υποκειμένου, μέχρι να την κάνει να φαίνεται ως μια μορφή αντικειμενικότητας. Το ζήτημα επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο εξιστορούνται οι δολοφονίες παιδιών.

«Στην άνιση απόδοση της ευθύνης αντιστοιχεί μια άνιση κατανομή της ενσυναίσθησης. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο ισραηλινός πόνος εξιστορείται λεπτομερώς και επενδύεται με συναισθηματικό και ηθικό νόημα· ο παλαιστινιακός πόνος παρουσιάζεται αποσπασματικός, αφηρημένος ή δευτερεύων. Έτσι, αν και τα παιδιά από την Παλαιστίνη αντιπροσώπευαν περίπου το 99,7% των θυμάτων μεταξύ των παιδιών, εμφανίζονταν σε λίγο περισσότερα από τα μισά ρεπορτάζ του CNN που αναφέρονταν ξεχωριστά σε παιδιά-θύματα της σύγκρουσης. Κατά τη διάρκεια δύο περιόδων δειγματοληψίας, οι New York Times ανέφεραν τη σεξουαλική βία κατά των Ισραηλινών 76 φορές, έναντι μόλις τεσσάρων αναφορών που αφορούσαν τους Παλαιστίνιους, παρά τις σημαντικές αποδείξεις για την ευρεία χρήση της εναντίον τους. Ακόμη και το ηθικό λεξιλόγιο κατανέμεται με άνισο τρόπο. Όροι όπως "βάρβαρος" επιφυλάσσονται σε συντριπτικό βαθμό για τη βία κατά των Ισραηλινών· στον γερμανικό τηλεοπτικό σταθμό ZDF, το 90,7% των χρήσεων αφορούσε Ισραηλινούς θύματα, ενώ ο όρος απουσίαζε εντελώς από την εξιστόρηση των επιθέσεων κατά των Παλαιστινίων».

(ό.π., § 73, σ. 23.)

 

Νομίζω ότι αυτή είναι μία από τις σοβαρότερες κατηγορίες που διατυπώνονται εναντίον της δυτικής δημοσιογραφίας. Η άνιση κατανομή της προσοχής συμβάλλει στο να καθοριστεί ποια άτομα θα αναγνωρίσει το κοινό ως άτομα και ποια θα γνωρίζει κυρίως ως αριθμούς. Ένα ισραηλινό θύμα μπορεί να έχει ένα όνομα και μια οικογενειακή ιστορία που περιγράφεται λεπτομερώς, αλλά για ένα παλαιστινιακό θύμα η κάλυψη μπορεί να περιορίζεται στον συνολικό αριθμό των νεκρών.

Η Τζούντιθ Μπάτλερ  έχει αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος του φιλοσοφικού της έργου στο ζήτημα των ζωών που αναγνωρίζονται ως άξιες θρήνου. Η σκέψη της μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πόσο η δημόσια αναγνώριση του θανάτου εξαρτάται από τις πολιτισμικές συνθήκες μέσω των οποίων γίνεται αντιληπτό ένα άτομο. Με αυτόν τον τρόπο, ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει για τον θάνατο εκατοντάδων παιδιών και να του μείνει μόνο ως ένα νούμερο . Ενώ, η εκτενής βιογραφία ενός μεμονωμένου παιδιού, όπως εξιστορείται μέσα από τη δική του εμπειρία, μπορεί να προκαλέσει μια άμεση συναισθηματική εμπλοκή. Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η δυνατότητα ταύτισης κατανέμεται άνισα μεταξύ των θυμάτων. Όλοι έχουμε διαβάσει τα ονόματα των 38 ισραηλινών παιδιών που σκοτώθηκαν στις 7 Οκτωβρίου, αλλά κανείς δεν γνωρίζει το όνομα (εκτός από την Χιντ Ρατζάμπ ) ούτε ενός παλαιστινιακού παιδιού που σκοτώθηκε.

Υπάρχει και μια βιβλιογραφική πηγή που η Αλμπανέζε παραθέτει απευθείας σε σημείωση στην παράγραφο που αφιερώνεται στην άνιση μεταχείριση των θυμάτων: Adam H. Johnson, How to Sell a Genocide: The Media’s Complicity in the Destruction of Gaza (Pluto Press, 2026). Ο τίτλος είναι αρκετά εύγλωττος, και η έκθεση τον παραθέτει για τη σύγκριση μεταξύ των αναφορών των New York Times στη σεξουαλική βία κατά Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Θα ήταν σκόπιμο να συζητηθεί και αυτή η έρευνα, επαληθεύοντας άμεσα τη μέθοδο και τα δείγματα της, προκειμένου να ανακατασκευαστεί η σχέση μεταξύ εκδοτικών επιλογών και απεικόνισης του πόνου. (ό.π., σημείωση 248, σ. 23.)

6. Ψηφιακή λογοκρισία και ατομική εξουσία διαγραφής των μαρτυριών

Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι της έκθεσης αφορά τις εταιρείες Meta, Google, X και TikTok. Στη Γάζα, όπου οι βομβαρδισμοί κατέστρεψαν μεγάλο μέρος των υποδομών επικοινωνίας και η πρόσβαση των ξένων δημοσιογράφων περιορίστηκε πολύ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέλαβαν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην κυκλοφορία των μαρτυριών. Η Αλμπανέζε τεκμηριώνει μια συμπεριφορά των πλατφορμών που θεωρεί ότι έκαναν διακρίσεις απέναντι στις μαρτυρίες των Παλαιστινίων.

«Αυτές οι θεσμικές σχέσεις αντανακλώνται στις λειτουργίες των πλατφορμών, οι οποίες έχουν συστηματικά λογοκρίνει περιεχόμενο σχετικά με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Παλαιστίνη, υλικό ιστορικού και πολιτικού χαρακτήρα, καθώς και κριτικές των ισραηλινών πράξεων, μέσω της διαγραφής αναρτήσεων και σχολίων, της αναστολής λογαριασμών, των περιορισμών στη διάδοση περιεχομένου και των πρακτικών «shadow banning», συχνά χωρίς καμία προειδοποίηση ή ουσιαστική δυνατότητα προσφυγής. Το X ανέστειλε εκατοντάδες λογαριασμούς ακτιβιστών, δημοσιογράφων και Παλαιστινίων που κατέγραφαν τη γενοκτονία, χωρίς να δώσει εξηγήσεις, ενώ εσωτερικά στοιχεία της Meta που διέρρευσαν δείχνουν ότι περίπου 38,8 εκατομμύρια αναρτήσεις στο Facebook και το Instagram έχουν αφαιρεθεί, απαγορευτεί ή υποστεί περιορισμούς στη διάδοσή τους από τα τέλη του 2023, ενώ οι αλληλεπιδράσεις με σημαντικούς παλαιστινιακούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς έχουν μειωθεί κατά 77%. Οι πλατφόρμες έχουν επίσης επιδείξει σχεδόν απόλυτη συμμόρφωση με τον μεγάλο αριθμό ισραηλινών αιτημάτων για αφαίρεση περιεχομένου. Το TikTok και η Meta ανακοίνωσαν ποσοστά ικανοποίησης 99,2% και 94% αντίστοιχα. Αν και τυπικά είναι εθελοντικές, οι αιτήσεις αυτές συνιστούν κρατική συμπεριφορά που αποσκοπεί στην καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης και, λαμβάνοντας υπόψη το σχεδόν απόλυτο επίπεδο συμμόρφωσης, λειτουργούν ως de facto εντολές διαγραφής λογαριασμών. Ακριβώς επειδή παρακάμπτουν οποιαδήποτε νομική διαδικασία, είναι ασυμβίβαστες με τις απαιτήσεις νομιμότητας, του νόμιμου σκοπού και της αναγκαιότητας που καθορίζονται στην παράγραφο 10».

(ό.π., § 81, σ. 25.)

Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσουμε και την οικονομική δομή αυτής της εξουσίας.

Μια ιδιωτική πλατφόρμα μπορεί να επηρεάσει την προβολή κάθε είδησης, από ένα άρθρο μέχρι μια φωτογραφία, ή μπορεί αυθαίρετα να καταστήσει δύσκολη την πρόσβαση στο έργο ενός δημοσιογράφου. Οι αποφάσεις εφαρμόζονται συχνά μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων, κριτηρίων διαχείρισης περιεχομένου και εταιρικών παρεμβάσεων, επί των οποίων οι χρήστες διαθέτουν περιορισμένα ή μηδενικά μέσα ελέγχου. Αν αυτό για εμάς που ασχολούμαστε με την ενημέρωση μπορεί να αποτελεί εμπόδιο, για όσους βρίσκονται στη Γάζα αυτές οι αποφάσεις μπορούν να επηρεάσουν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν στον κόσμο την κατάστασή τους. Κάποιος μπορεί να καταγράψει την καταστροφή του σπιτιού του και να θέλει να αφήσει το βίντεο ως μαρτυρία, αλλά η πιθανότητα να κυκλοφορήσει το βίντεο εξαρτάται τελικά από τις πολιτικές της εταιρείας. Αν στο Άουσβιτς υπήρχαν smartphone, το Facebook θα είχε διαγράψει τα περιεχόμενά τους… Ας το σκεφτούμε.

Η  Αλμπανέζε εισάγει, επιπλέον, την οικονομική σχέση μεταξύ των εταιρειών τεχνολογίας και της ισραηλινής κυβερνητικής προπαγάνδας. Σύμφωνα με το έγγραφο, οι πλατφόρμες είχαν έσοδα από ισραηλινά συμβόλαια διαφήμισης ύψους περίπου πενήντα εκατομμυρίων δολαρίων, μέρος των οποίων προοριζόταν για τη διάδοση μηνυμάτων που αρνούνταν την ύπαρξη λιμού στη Γάζα. Αυτό ας το σκεφτούμε για μια στιγμή. Αν μια επιχείρηση παίρνει χρήματα για να διανείμει μια κυβερνητική διαφήμιση που αρνείται μια τεκμηριωμένη ανθρωπιστική κρίση, η συμπεριφορά της πρέπει να αξιολογηθεί και σε σχέση με τις επιπτώσεις αυτής της επικοινωνίας. Η εταιρεία αποφασίζει να δεχτεί τη διαφήμιση, καθορίζει τους όρους διάδοσής της και, τέλος, αποκομίζει κέρδη από αυτή.

Γράφει η  Αλμπανέζε στην παράγραφο 88:

« Μετά την απόφαση για τα προσωρινά μέτρα του Διεθνούς Δικαστηρίου του Ιανουαρίου 2024, το αργότερο, καμία πλατφόρμα δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι αγνοούσε τον κίνδυνο και τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης στη Γάζα. Η Meta, ειδικότερα, είχε προειδοποιηθεί από το 2018, όταν η ανεξάρτητη διεθνής εξεταστική επιτροπή των γεγονότων στη Μιανμάρ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πλατφόρμα της ήταν «ένα χρήσιμο εργαλείο για όσους προσπαθούσαν να διαδώσουν μίσος», ένα συμπέρασμα που έγινε αποδεκτό και από την αξιολόγηση που ανέθεσε η ίδια η εταιρεία. Ακόμη και μετά που το σύστημα Integrated Food Security Phase Classification επιβεβαιωσε το λιμό και το Διεθνές Δικαστήριο διέταξε να επιτραπεί η απρόσκοπτη παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, οι πλατφόρμες δέχτηκαν πληρωμές για τη διάδοση μηνυμάτων που αρνούνταν την ύπαρξη λιμού, συμβάλλοντας έτσι στη ζημία που προκλήθηκε σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εν λόγω συμβολή στη ζημία επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι πλατφόρμες δέχτηκαν χρήματα για τη διάδοση του περιεχομένου. Όταν μια εταιρεία παρέχει εν γνώσει της πρακτική βοήθεια που έχει ουσιαστική επίδραση στη διάπραξη διεθνών εγκλημάτων, προκύπτουν ζητήματα συνενοχής που υπερβαίνουν τις Κατευθυντήριες Αρχές. Τουλάχιστον, η παρούσα έκθεση διαπιστώνει ανεπαρκή δέουσα επιμέλεια, επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων και άρνηση παροχής ένδικων μέσων».

(ό.π., § 88, σ. 27.)

Η νομική διάκριση είναι θεμελιώδους σημασίας. Η εταιρική ευθύνη  σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχει διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση ποινικά κολάσιμης συνεργίας στη τέλεση διεθνών εγκλημάτων. Εγώ θεωρώ ότι αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα. Μια επιχείρηση που ελέγχει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με μια γενοκτονία φέρει ιδιαίτερα υψηλή ευθύνη. Η γνώση του κινδύνου, οι προηγούμενες εμπειρίες διάδοσης μίσους μέσω της πλατφόρμας και οι επανειλημμένες αναφορές που έχουν γίνει καθιστούν όλο και λιγότερο εύλογο να αντιμετωπίζονται οι συνέπειες ως απρόβλεπτα περιστατικά. Το κέρδος που προκύπτει από εκστρατείες προπαγάνδας που αρνούνται τεκμηριωμένες φρικαλεότητες αξίζει, επομένως, μια εξέταση που να εμπίπτει στο ποινικό δίκαιο. Και θεωρώ εντυπωσιακό το γεγονός ότι παρόμοιες αποφάσεις μπορούν να συνεχίσουν να συζητούνται κυρίως μέσα από το λεξιλόγιο των πολιτικών εμπορίου. Έχουμε πάει πέρα από τις «επιχειρήσεις» . Σήμερα η διαφήμιση αφορά έναν πληθυσμό που υφίσταται γενοκτονία· δεν πρόκειται για την πώληση σνακ, αλλά για την άρνηση της μνήμης και της ίδιας της ύπαρξης ενός λαού που εξοντώνεται.

Ένα άλλο επεισόδιο που αναφέρεται στην έκθεση αφορά άμεσα την Αλμπανέζε. Μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης αυτής της Ειδικής Εισηγήτριας, «From economy of occupation to economy of genocide», «Από την οικονομία της κατοχής στην οικονομία της γενοκτονίας» (A/HRC/59/23), η Google φιλοξένησε περιεχόμενο χορηγούμενο από το Ισραήλ με ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες, με σκοπό να απαξιώσει τα συμπεράσματά της και να δυσφημίσει την ίδια την ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ.

(ό.π., § 86, σ. 26-27)

Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι μια ιδιωτική εταιρεία μπορεί να πληρώνεται για να διαδίδει μηνύματα κατά του έργου μιας εισηγήτριας των Ηνωμένων Εθνών, τη στιγμή που η ίδια εταιρεία παρέχει τα εργαλεία μέσω των οποίων το κοινό αναζητά πληροφορίες σχετικά με την έκθεση. Φυσικά, τα συμπεράσματα ενός εγγράφου του ΟΗΕ μπορούν να συζητηθούν και να αμφισβητηθούν, ακόμη και πολύ έντονα. Εδώ η Αλμπανέζε καταγγέλλει μια χρηματοδοτούμενη εκστρατεία που περιέχει ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες. Θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή στον ρόλο της εμπορικής υποδομής: η επί πληρωμή διανομή αυτών των μηνυμάτων αποτελεί επιχειρηματική απόφαση, για την οποία κάποιος θα πρέπει να λογοδοτήσει δημόσια.

7. Η συνενοχή των μέσων ενημέρωσης και η ευθύνη που προτιμάμε να αποφεύγουμε

Μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να μιλάμε για συνενοχή των μέσων ενημέρωσης στη γενοκτονία των Παλαιστινίων; Θα ήθελα να διαχωρίσω το πεδίο της ποινικής ευθύνης από αυτό της πολιτικής και επαγγελματικής ευθύνης. Η δημοσιογραφική ευθύνη απαιτεί την εξέταση των συγκεκριμένων αποφάσεων της σύνταξης ενός μμε και των προβλέψιμων συνεπειών από την υιοθέτησή τους. Οι ειδήσεις που δημοσιεύονται χωρίς να έχουν επαληθευτεί, οι ψευδείς ειδήσεις (fake news),  η επανάληψη παραπλανητικών αναπαραστάσεων και η επιλογή να αποδίδεται μεγαλύτερη αξιοπιστία σε συγκεκριμένες πηγές μπορούν να συμβάλουν στη δημόσια στήριξη πολιτικών που ευθύνονται για εξαιρετικά σοβαρές παραβιάσεις. Η έκθεση της  Αλμπανέζε παρέχει πολυάριθμα στοιχεία για τη διερεύνηση αυτού του ζητήματος. Η επαγγελματική και η ποινική ευθύνη μπορούν να αλληλοεπικαλύπτονται.

Πιστεύω όμως ότι θα ήταν σοβαρό λάθος να χρησιμοποιηθεί η ανάγκη για ποινική διερεύνηση ως επιχείρημα για την αναστολή οποιασδήποτε πολιτικής κρίσης. Οι δημόσιες ευθύνες μπορούν να αναλυθούν με βάση αυστηρά κριτήρια, ακόμη και χωρίς οριστική απόφαση ενός δικαστηρίου.

Γράφει η Αλμπανέζε:

«Στο σύνολό τους, αυτά τα φαινόμενα είναι εγγενή στη γενοκτονία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η γενοκτονία εξαρτάται από την καταστροφή των ανθρώπων, αλλά και από την καταστροφή των πολιτικών, ηθικών και αποδεικτικών συνθηκών που καθιστούν αυτή την καταστροφή ορατή, κατανοητή και αμφισβητήσιμη. Όταν οι μάρτυρες φιμώνονται, όταν η απανθρωποιητική γλώσσα γίνεται καθημερινότητα και όταν η ανεξάρτητη επαλήθευση αντικαθίσταται από τους ισχυρισμούς εκείνων που διαπράττουν τα εγκλήματα, η βία αποκτά μια επίφαση νομιμότητας και η ατιμωρησία γίνεται ευκολότερη να συνεχίσει να υπάρχει».

(ό.π § 91, σ. 28.)

Το κοινό δέχεται μια αναπαράσταση των γεγονότων που μπορεί να καταστήσει εύλογες αποφάσεις οι οποίες, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθούν . Το κοινό ωθείται να νομιμοποιήσει φρικτές πράξεις μέσω παραλείψεων και της χρήσης της αυθεντίας για χειραγώγηση. Αυτή τη λειτουργία, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να τη δούμε όταν μιλάμε για τη συνενοχή των μέσων ενημέρωσης στη γενοκτονία. Τα μεγάλος μμε της Δύσης έχουν μια προνομιακή θέση στον καθορισμό αυτών που θεωρούνται  αξιόπιστα. Πρόκειται για μια εξουσία που πηγάζει από την ιστορία του και την τεράστια διαθεσιμότητα επαγγελματικών πόρων. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια σχέση «εμπιστοσύνης» και αφοσίωσης στο κοινό και, ως εκ τούτου, η θέση αυτή συνεπάγεται αντίστοιχες ευθύνες.

Όταν ένα μέσο ενημέρωσης εκμεταλλεύεται το κύρος του για να αναπαράγει δηλώσεις που χρήζουν περαιτέρω διασταύρωσης, ουσιαστικά ενισχύει την αξιοπιστία τους στα μάτια της κοινής γνώμης. Αν μάλιστα εμμένει σε αυτή την πρακτική παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις και επισημάνσεις, τότε καθίσταται συνένοχο. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις αποσιωπήσεις. Προφανώς, η απουσία μιας είδησης μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως οι αντικειμενικές δυσκολίες και τα εμπόδια στη ροή της πληροφόρησης. Όταν όμως η αποσιώπηση αφορά συστηματικά στοιχεία-κλειδιά για τον καταλογισμό ευθυνών ή το νομικό καθεστώς μιας περιοχής, τότε η συγκεκριμένη γραμμή αποκτά σαφές πολιτικό πρόσημο.

Αλλωστε, η δημοσιογραφία γνωρίζει πολύ καλά το πρόβλημα της επιλογής. Καμία εφημερίδα δεν μπορεί να δημοσιεύσει τα πάντα. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η απόφαση για το τι αξίζει προσοχής αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ευθύνες της.

Θα με ενδιέφερε να μάθω πόσοι διευθυντές μεγάλων δυτικών μέσων ενημέρωσης θα ήταν πρόθυμοι να υποβάλουν την κάλυψή τους για τη Γάζα σε μια εις βάθος ανεξάρτητη έρευνα, ικανή να εξετάσει τις συντακτικές γραμμές και τη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στις διαψεύσεις. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να εφαρμοστούν στη δημοσιογραφία τα ίδια κριτήρια λογοδοσίας που η δημοσιογραφία απαιτεί, δικαίως, από όσους ασκούν πολιτική εξουσία

 

Η εισηγήτρια προτείνει πράγματι πολύ συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία πιστεύω ότι αξίζει να συζητηθούν και στην Ιταλία. Στην παράγραφο 96 καλεί τα κράτη να:

«Επανεξετάσουν τη δημόσια χρηματοδότηση και τις θεσμικές συνεργασίες με οργανισμούς μέσων ενημέρωσης και ψηφιακές πλατφόρμες που διαδίδουν επανειλημμένα το μίσος ή την υποκίνηση σε διακρίσεις, εχθρότητα, βία ή γενοκτονία, ή που συμβάλλουν ουσιαστικά στην απόκρυψη ειδεχθών εγκλημάτων, για παράδειγμα καταστέλλοντας προστατευόμενες μορφές έκφρασης

(ό.π § 96, στοιχ. β, σ. 29)

Και στην παράγραφο 97 ζητά από τις  οργανώσεις των μέσων ενημέρωσης και τις ψηφιακές πλατφόρμες να «πάψουν να ξεπλένουν την προπαγάνδα μέσω της δημοσιογραφικής μορφής». Η αγγλική διατύπωση, laundering propaganda through the journalistic form, είναι ιδιαίτερα εύστοχη, ακόμη και για την ωμότητά της. Ορισμένες κυβερνητικές δηλώσεις υποβάλλονται σε μια διαδικασία «ξεπλύματος» που τους επιτρέπει να παρουσιάζονται στο κοινό με το κύρος των διασταυρωμένων ειδήσεων.

 (ό.π., § 97, σ. 29.)

 

Θα ήθελα οι συστάσεις να συζητηθούν και από τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο. Οι διαδικασίες με τις οποίες αξιολογούν τις δηλώσεις των στρατιωτικών εκπροσώπων, οι τυχόν πιέσεις που ασκούνται στους δημοσιογράφους, καθώς και η προβολή που δίνεται στις διορθώσεις θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν . Για τις ιδιωτικές πλατφόρμες, αντίθετα, το ερώτημα είναι και οικονομικό. Ποιοι έλεγχοι γίνονται πριν υπογραφεί μια διαφημιστική σύμβαση όταν η εκστρατεία αφορά κατηγορίες για διεθνή εγκλήματα; Βάσει ποιας λογικής αποφασίζει μια εταιρεία να εισπράξει χρήματα για να διαδώσει μια συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων; Θα ήθελα οι συστάσεις αυτές να συζητηθούν και από τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς που χρηματοδοτούνται με δημόσια χρήματα. Θα έπρεπε να δημοσιοποιηθούν οι διαδικασίες με τις οποίες αξιολογούν τις δηλώσεις των στρατιωτικών εκπροσώπων, τις ενδεχόμενες πιέσεις προς τους δημοσιογράφους και την προβολή που δίνεται στις διορθώσεις. Όσον αφορά τις ιδιωτικές πλατφόρμες, αντίθετα, το ζήτημα είναι και οικονομικό. Ποιοι έλεγχοι προηγούνται της αποδοχής μιας διαφημιστικής σύμβασης όταν η καμπάνια αφορά κατηγορίες για διεθνή εγκλήματα; Με ποια κριτήρια μια επιχείρηση αποφασίζει να εισπράξει χρήματα για να διαδώσει μια συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων;

Η τελευταία φράση της έκθεσης είναι ιδιαίτερα σημαντική:

«Οι οργανώσεις δημοσιογράφων, η κοινωνία των πολιτών και το κοινό θα πρέπει να υπερασπίζονται όσους τεκμηριώνουν τις θηριωδίες που γίνονται, να απαιτούν τη απόδοση ευθυνών και να διατηρούν ζωντανή την προσοχή στους κρατούμενους και αγνοούμενους δημοσιογράφους· και θα πρέπει να θυμούνται πάντα ότι η δημοσιογραφία παύει να εκπληρώνει τη δημόσια λειτουργία της όταν αναπαράγει τις δηλώσεις της εξουσίας αντί να τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο» .

(ό.π § 99, σ. 29.)

Σε αυτό το σημείο, ειλικρινά, θεωρώ ανεπαρκή τη συνηθισμένη συζήτηση σχετικά με τη μεροληψία των μέσων ενημέρωσης. Η μεροληψία είναι ένα επαγγελματικό ζήτημα, αλλά το έγγραφο των Ηνωμένων Εθνών εξετάζει επίσης συνέπειες που επηρεάζουν άμεσα την προστασία των ανθρώπων. Μια ψευδής κατηγορία που διογκώνεται από τον τύπο μπορεί να συμβάλει στην αναστολή της ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια εκστρατεία απονομιμοποίησης μπορεί να κάνει πιο αποδεκτή τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου ή ακόμη και να τον κάνει στόχο

Πιστεύω ότι η συνενοχή των μέσων ενημέρωσης πρέπει να συζητηθεί ξεκινώντας από αυτές τις συνέπειες. Όπου προκύπτουν στοιχεία αδικήματος, εναπόκειται στα δικαστικά όργανα να το εξακριβώσουν. Όπου τεκμηριώνονται σοβαρές παραβιάσεις των δημοσιογραφικών καθηκόντων, εναπόκειται επίσης στο κοινό να ζητήσει εξηγήσεις και ανάληψη ευθυνών από τα διευθυντικά στελέχη των εμπλεκόμενων οργανισμών. Εύχομαι η έκθεση της Αλμπανέζε να διαβαστεί εξ ολοκλήρου στις σχολές δημοσιογραφίας, να συζητηθεί στα πανεπιστήμια και να αποτελέσει αντικείμενο μιας σοβαρής αντιπαράθεσης από την πλευρά των επαγγελματιών της ενημέρωσης. Θα ήθελα κυρίως να χρησιμοποιηθεί για να εξεταστούν συγκεκριμένα οι τίτλοι που δημοσιεύτηκαν και οι φωτογραφίες που απορρίφθηκαν. Αλλά και οι αποφάσεις που πήραν οι συντάξεις των μμε όταν ένας Παλαιστίνιος δημοσιογράφος προσπαθούσε να βγάλει μια μαρτυρία εκτός  Γάζας

 

  

[ * ] pallywoodiani = αυτοί που ανήκουν ή συμμετέχουν στο Pallywood» ή «υποστηρικτές/δημιουργοί του Pallywood».

Ο όρος προέρχεται από τη λέξη Pallywood, η οποία είναι ένα μειωτικό και πολιτικά φορτισμένο λογοπαίγνιο (σύνθεση των λέξεων Palestine [Παλαιστίνη] και Hollywood [Χόλιγουντ]).

 

Τι σημαίνει στο πλαίσιο του λόγου:

 

• Η έννοια του Pallywood: Χρησιμοποιείται κυρίως από υποστηρικτές του Ισραήλ για να κατηγορήσει τους Παλαιστίνιους ότι σκηνοθετούν ειδήσεις, τραυματισμούς, θανάτους ή καταστροφές (χρησιμοποιώντας «ηθοποιούς κρίσης») με σκοπό να κερδίσουν τη διεθνή συμπάθεια και να χειραγωγήσουν τα μέσα ενημέρωσης.

• Η κριτική του όρου: Διεθνείς οργανισμοί, ανεξάρτητοι ελεγκτές γεγονότων (fact-checkers) και ΜΚΟ (όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και το Correctiv) περιγράφουν τον όρο ως μια μορφή συνωμοσιολογίας και  ισραηλινής παραπληροφόρησης που στόχο έχει να απονομιμοποιήσει τις ανθρωπιστικές κρίσεις και τα θύματα στη Λωρίδα της Γάζας.

Συνεπώς, η λέξη χρησιμοποιείται ως μειωτικός χαρακτηρισμός για όσους κατηγορούνται ότι παράγουν ή αναπαράγουν υποτιθέμενο «σκηνοθετημένο» παλαιστινιακό υλικό

«ΤΟ WOKE ΠΕΘΑΝΕ, ΖΗΤΩ ΤΟ WOKE!»

 

Αυτές τις μέρες γίνεται η κηδεία του «woke». Όπως πάντα, οι οδηγίες προήλθαν από τις ΗΠΑ, όπου η προοδευτική προσωπικότητα Αλεξάνδρια Οκάσιο-Κορτέζ, εν όψει των επερχόμενων εκλογών, έκανε μια τακτική στροφή προκειμένου να ανακτήσει την λαϊκή ψήφο που έχασαν οι προοδευτικοί: «Αλλαγή πορείας, σύντροφοι, εστιάσαμε στο woke ενώ χάσαμε την επαφή με τον κόσμο της εργασίας.»

1) Ο ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΝΦΟΡΜΙΣΜΟΣ.

Μια πρώτη παρατήρηση. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το woke γεννήθηκε όπως πέθανε: χωρίς λόγο, χωρίς ορθολογική εξήγηση, απλώς στο κύμα του οπορτουνισμού και του κομφορμισμού επιρροών που φωλιάζουν πρωτίστως και κυρίως στα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Πράγματι, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της κουλτούρας του «woke» – ένας ασαφής όρος που καλύπτει μια πολιτισμική μεταμόρφωση που ξεκινά από τη δεκαετία του ’70 – είναι ότι δεν λειτούργησε ποτέ ως λογικός μηχανισμός. Λειτούργησε πάντα μόνο ως μηχανισμός στιγματισμού, που απειλούσε τους μη κομφορμιστές με «ηθικές κυρώσεις», και σε δεύτερο στάδιο ακόμη και με υλικές κυρώσεις. Το κύριο χαρακτηριστικό του «woke» είναι ότι ο επιχειρηματολογικός λόγος δεν έγινε ποτέ αποδεκτός, οι αντιρρήσεις δεν έγιναν ποτέ δεκτές σε ένα πιθανό επίπεδο ισότιμης αξιοπρέπειας, οι θέσεις επιβλήθηκαν πάντα από ψηλά (προωθούμενες από πολιτικά γραφεία μαχητικών μειονοτήτων) και επιβλήθηκαν με τον σιωπηρό εκβιασμό ότι όποιος δεν συμμορφωνόταν ήταν «μισάνθρωπος», «ομοφοβικός», «ρατσιστής», εν ολίγοις ένα αηδιαστικό ανθρώπινο ον με το οποίο απλά έπρεπε να διακόψει κανείς κάθε σχέση.

Αυτός ο «λυκάνθρωπος κομφορμισμός», αυτός ο μηχανισμός στιγματισμού και εκφοβισμού λειτούργησε πάντα άψογα μόνο στις ανώτερες κοινωνικές ομάδες, εκείνες που λειτουργούν ουσιαστικά μέσω της ενσωμάτωσης, δηλαδή μέσω της εσωτερικής συναίνεσης της ομάδας στην οποία ανήκουν: δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί, δικαστές κ.λπ. Έτσι, φτάσαμε σε μια κατάσταση όπου το μεγαλύτερο μέρος του «εσωτερικού» αυτών των ομάδων προσχώρησε αυτόματα και χωρίς σκέψη σε όλες τις επιταγές του «woke», οι οποίες έχουν γίνει ένα είδος σιωπηρού εσωτερικού κώδικα, ενώ οι κοινωνικές ομάδες που ήταν ξένες προς αυτές (δηλαδή, λίγο πολύ όλες εκείνες που κάποτε θα ονομάζονταν «εργατικές μάζες») έμειναν εκτός, δημιουργώντας εκείνο το πολιτισμικό και ταξικό χάσμα που τώρα η Οκάσιο-Κορτέζ και οι οπαδοί της προσπαθούν να γεφυρώσουν.

2) Ο «ΚΑΛΟΣ» ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΙΑΦΥΛΑΣΣΕΙ ΤΟΝ «ΚΑΚΟ» ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ.

Ακριβώς αυτός ο τρόπος λειτουργίας, έχει ευνοήσει, δυστυχώς, τη διατήρηση θυλάκων δογματισμού και άγνοιας, θυλάκων που είναι έτοιμοι να επανέλθουν στην επιφάνεια ανέπαφοι. Πράγματι, αν επιβάλλεις τις θέσεις σου σαν να ήταν δόγματα της Ιερής Εξέτασης, είναι απολύτως φυσικό όποιος  ξεφεύγουν από την επιβολή να νιώθει ενισχυμένος στο να καλλιεργεί τα δικά του δόγματα. Αν πραγματικά βρισκόμαστε μπροστά στη «δύση του woke», μία από τις πρώτες ανησυχητικές συνέπειες είναι ότι δεν θα επανέλθουν στην επιφάνεια μόνο τα χίλια δύο λογικά πράγματα που καταπιέστηκαν παράλογα τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και οι αυθεντικοί ομοφοβικοί, οι αυθεντικοί ρατσιστές, οι αυθεντικοί σεξιστές (είδαμε ψήγματα αυτής της δυναμικής τα είδαμε στο πρόσωπο του Τραμπ στην Αμερική . Σε αυτά τα οπισθοδρομικά αλλά μειοψηφικά υποκείμενα θα μπορούσαν σήμερα να προστεθούν όλοι εκείνοι – και είναι πολλοί – που για χρόνια έτρεφαν μια δικαιολογημένη αγανάκτηση απέναντι στις καταχρήσεις του «woke», σε μια επιστροφή του ιστορικού εκκρεμούς.

 

 

3) Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ.

Συχνά γύρω από το θέμα του «woke», του «πολιτικά ορθού» κ.λπ. από την αριστερά τίθεται το επιχείρημα ότι «δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα δεν μπορούν να αναπτυχθούν μαζί». Αυτό το επιχείρημα, αν και φαινομενικά λογικό, είναι στην πραγματικότητα ένα απόλυτο χάος.

 

Είναι απλά λάθος να εξισώνονται τα ζητήματα woke με τα «πολιτικά δικαιώματα». Πάρα πολλά πολιτικά δικαιώματα αναπτύχθηκαν μια χαρά παράλληλα με τα κοινωνικά δικαιώματα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Όμως, επρόκειτο για μια συγκεκριμένη κατηγορία πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή εκείνα που απαιτούσαν τυπική ΙΣΟΤΗΤΑ, νομική ΙΣΟΤΗΤΑ για όλους τους πολίτες. Τα εργασιακά δικαιώματα και το δικαίωμα ψήφου αναπτύχθηκαν αρμονικά το ένα δίπλα στο άλλο. Η ισότητα ενώπιον του νόμου, ανεξάρτητα από φυλή, φύλο, σεξουαλικό προσανατολισμό κ.λπ., είναι αποτέλεσμα της συνολικής κοινωνικής εξέλιξης των τελευταίων δύο αιώνων.

Αυτό που συστηματικά «κρύβεται κάτω από το χαλί» είναι ότι μεταξύ των δεκαετιών του ’70 και του ’80 του 20ού αιώνα –τα χρόνια κατά τα οποία αναδύονται τα ζητήματα που συγχωνεύτηκαν στο κίνημα “woke”– επιβάλλεται ένα υπόδειγμα υποκειμενικών δικαιωμάτων που δεν έχει πλέον καμία σχέση με το εξισωτικό υπόδειγμα που ίσχυε προηγουμένως. Αυτό που αναδύεται είναι ένα «διεκδικητικό» υπόδειγμα, στο οποίο θεωρείται ότι ακόμη και αν δεν υπάρχουν πλέον νομικές διακρίσεις, τώρα πρέπει να διεκδικηθούν ειδικά δικαιώματα για συγκεκριμένες ομάδες. Η βασική ιδέα είναι εκείνη ενός «αντισταθμιστικού δικαιώματος», βάσει του οποίου θεωρείται ότι μια συγκεκριμένη ομάδα βρίσκεται σε κατάσταση ιδιαίτερης ανάγκης, ταλαιπωρίας ή σιωπηρής κατάχρησης, και έτσι ενεργοποιούνται ειδικές προστασίες ως αντιστάθμισμα αυτών των «αναγκών».

Αλλά εδώ φυσικά όλα αλλάζουν.

Άλλο είναι να λέμε ότι ο Μάριο και η Μαρία πρέπει και οι δύο να έχουν δικαίωμα ψήφου. Αυτό είναι εύκολο να εξηγηθεί και είναι εύκολο να αποδειχθεί όταν παλαιότερα η Μαρία δεν είχε δικαίωμα ψήφου, ενώ ο Μάριο είχε. Αν όμως γίνει δεκτό ότι πρέπει να δίνονται αποζημιώσεις για ανάγκες, ταλαιπωρίες και κακομεταχειρίσεις που δεν είναι εμφανείς, αλλά υποθετικές, τότε ξεκινά ένας ατέρμονος αγώνας δρόμου από χιλιάδες μικρές ομάδες και λόμπι, προκειμένου να  παρουσιαστούν  ως «έχοντες ανάγκη αποζημίωσης».

 

 

Και αυτό ακριβώς έγινε. Έτσι γεννήθηκε μια ολόκληρη βιβλιογραφία για τις «μικροβιαιότητες», για υποτιθέμενες καταχρήσεις που υπονοούνται σε ορισμένες λέξεις, σε ορισμένες συμπεριφορές, σε ορισμένα έθιμα. Μερικές φορές αυτές οι «μικροβιαιότητες» υπήρχαν, πολλές φορές όμως ήταν καθαρά αποκύημα της φαντασίας, αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι η αλλαγή παραδείγματος: σε αυτό το σημείο ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για την απόκτηση ειδικών δικαιωμάτων (δικαιωμάτων που δεν προορίζονται στο κοινωνικό σύνολο, αλλά σε υποομάδες), και η βάση για την διεκδίκησή τους έχει υποκειμενοποιηθεί: όχι πλέον αυτό που εξωτερικά μπορούσαν να δουν όλοι, αλλά αυτό που εξ ορισμού ήταν κρυμμένο και που γινόταν αντιληπτό μόνο υποκειμενικά ως ιδιωτικός πόνος.

 

 

Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του να προστατεύεται κανείς από την άσκηση βίας από άλλους (για την ορθότητα του οποίου κανένας λογικός άνθρωπος δεν αμφιβάλλει) και να προστατεύεται κανείς απέναντι στο γεγονός ότι ένας συνηθισμένος τρόπος χρήσης των λέξεων να εκλαμβάνεται από ορισμένους ως βία μεταφορικά, ως επίθεση στην αξιοπρέπειά του. Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του να ζητάμε να υπάρχει ανοχή για το πώς νιώθουμε και στο να δηλώνουμε ότι, αν ο κόσμος δεν αναγνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιοριζόμαστε  (και δεν τον κάνει πραγματικότητα), αυτό είναι  βία.

 

Αυτή η υποκειμενοποίηση του δικαιώματος και των αξιώσεων προστασίας άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας, με αποτέλεσμα κάθε υποκειμενική πεποίθηση —είτε βασίζεται σε στέρεα θεμέλια είτε είναι καρπός μιας εύθραυστης πεποίθησης που έχει μετατραπεί σε εμμονή— να μπορεί και να πρέπει να τυγχάνει νομικής προστασίας. Έτσι, καταστρέψαμε την ιταλική γλώσσα με μια πλημμύρα αδέξιων και χωρίς νόημα εκφράσεων, προκειμένου να ακολουθήσουμε αξιώσεις που βασίζονται στο τίποτα (π.χ.: ο υπερεκτατικός  πληθυντικός ( αρσενικό) χρησιμοποιούνταν και γινόταν αντιληπτός πάντα ως ουδέτερο: η χρήση δημιουργεί το νόημα.[   Μ.Τ. Στα ελληνικά αποδίδεται συνήθως ως «γενικό αρσενικό» ή «συμπεριληπτικό αρσενικό», δηλαδή η χρήση του αρσενικού πληθυντικού για να περιγράψει μια μεικτή ομάδα ανθρώπων (π.χ. «οι φοιτητές» για άνδρες και γυναίκες). Στη συγκεκριμένη κατά λέξη μετάφραση χρησιμοποιήθηκε ο όρος «υπερεκτατικό πληθυντικό» για να αποδοθεί ακριβώς η ιταλική ορολογία]. Αυτό, μέχρι που κάποιος επινόησε ότι επρόκειτο για διάκριση. Ομοίως, δώσαμε χώρο σε αξιώσεις που προσβάλλουν τα δικαιώματα των άλλων, όπως η αξίωση ότι η αυτοπροσδιορισμός μου ως γυναίκας πρέπει να μετατραπεί σε δικαίωμα να αγωνίζομαι σε γυναικείες ομάδες, ή ότι οι ανδρικές μου φαντασιώσεις για τη μητρότητα μπορούν να νομιμοποιήσουν πειράματα στο σώμα ενός αγέννητου παιδιού, κ.λπ. κ.λπ.

4) Ο ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΣ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ

Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτή η μετάβαση από τα οικουμενικά πολιτικά δικαιώματα (όπως το δικαίωμα της ψήφου) σε υποτιθέμενα υποκειμενικά πολιτικά δικαιώματα (θεμελιωμένα στην αυτοαντίληψη) έχει προκαλέσει ένα μακροσκοπικό φαινόμενο οριζόντιου κατακερματισμού της κοινωνίας, που την μετατρέπει σε μόνιμο αγώνα μαχητικών ομάδων πίεσης για ειδικά δικαιώματα.

Η  τάση αυτή ανταποκρίθηκε θαυμάσια στις ταυτόχρονες επιθυμίες των κυρίαρχων τάξεων της νεοφιλελεύθερης περιόδου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η υποκειμενιστική μεταμόρφωση των πολιτικών δικαιωμάτων συνέβη ακριβώς παράλληλα με τη «νεοφιλελεύθερη επανάσταση». Αυτή η τάση κατάφερε να αντικαταστήσει στον δημόσιο λόγο του «προοδευτισμού»  αυτό που μέχρι τότε αποτελούσε διεκδίκηση δικαιωμάτων για όλους, με μια πληθώρα οριζόντιων ρήξεων. Οι  μακροπρόθεσμες ιστορικές συνέπειες ήταν ότι, οι πραγματικά δύσκολοι αγώνες, οι αγώνες της αριστεράς με την πραγματική εξουσία, μπήκαν σταδιακά στην άκρη, για λόγους ευκολίας και οπορτουνισμού και επιλέγηκαν, μια σωρεία  φολκλοριστικών αγώνων, ακατανόητων στους περισσότερους, που συχνά είχαν ως στόχο να φέρουν σε σύγκρουση διάφορα εσωτερικά λόμπι του ίδιου πολιτικού φάσματος. Και παρά τις διακηρύξεις για τη δυνατότητα ταυτόχρονης διεξαγωγής διαφορετικών αγώνων, η απλή αλήθεια είναι ότι η πολιτική είναι θέμα προτεραιοτήτων. Αν πιστεύεις ότι το πρόβλημά σου είναι τα αόρατα αλλά ανυπέρβλητα εμπόδια (προκαταλήψεις, στερεότυπα) που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην επαγγελματική τους εξέλιξη, τα οποία τις εμποδίζουν να φτάσουν στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας, θα σου λείψει ο χώρος για να ασχοληθείς με το "λασπωμένο πάτωμα" όσων αγωνίζονται πραγματικά για την επιβίωση.

 

5) ΤΟ «WOKE» ΠΕΘΑΝΕ, ΖΗΤΩ ΤΟ «WOKE»!

Καταλήγοντας, βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά στο τέλος αυτού του πολιτιστικού και κοινωνικού φαινομένου που ονομάζουμε «woke»;

Μα, φυσικά όχι!

Το ίδιο το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι μια μικρή αλλαγή σε συνθήματα που χρησιμοποιούνται για εκλογικούς λόγους μπορεί να σηματοδοτήσει το τέλος του, είναι η πιο σαφής ένδειξη ότι όποιος πιστεύει αυτό δεν έχει αντιληφθεί τη ριζοσπαστικότητα και το βάθος του φαινομένου.

Μέχρι χθες η επίσημη γραμμή ήταν: «Δεν υπάρχει κανένα woke», και σήμερα περνάμε χωρίς δισταγμό στο «Το έχουμε αφήσει πίσω μας, δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσουμε».

Μόνο που δύο ολόκληρες γενιές γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ένα πολιτισμικό κλίμα όπου τα συνθήματα του «woke», και η βαθύτερη δομή του, θεωρούνταν δεδομένα.

Το βαθύτερο υπόστρωμα του «woke» είναι κάτι πολύ σοβαρό, του οποίου αυτό που ονομάζουμε «woke» δεν αποτελεί παρά μια από τις εκφάνσεις του. Δεν είναι αστείο. Είναι κυριολεκτικά μια πολιτισμική επανάσταση, με καταστροφικά αποτελέσματα.

Αυτό το υπόστρωμα είναι εκείνο ενός ριζικού πολιτισμικού σχετικισμού, ο οποίος  έχει εκφυλιστεί σε ατομικό σχετικισμό (όπου κάθε μεμονωμένο άτομο έχει τη «δική του κουλτούρα»). Η ιδέα (μια ιδέα που αντιπροσωπεύεται καλά, για παράδειγμα, από έννοιες όπως το «gender fluid», ρευστότητα φύλλου) είναι ότι η η οργανική σφαίρα αποτελεί ένα μονομερώς εξαρτώμενο εξάρτημα των υποκειμενικών πεποιθήσεων, οι οποίες είναι κυρίαρχες.

Πολύ πιο βαθιά κι από οποιονδήποτε ιστορικό σχετικισμό, εδώ δόθηκε χώρος, σαν να ήταν το πιο αυτονόητο πράγμα, σε μια προοπτική όπου δεν υφίσταται καμία ουσιαστική φυσική βάση του ανθρώπου και όπου ακόμη και οι συλλογικές δομές (ιστορία, έθιμα, παράδοση) αντιμετωπίζονται ως αυθαίρετες προκαταλήψεις.

Δεν  είναι μια μόδα, είναι μια ανθρωπολογική μετατόπιση που θα χρειαστεί δεκαετίες για να διορθωθεί (αν ποτέ διορθωθεί).

  

*Σχόλιο στο Facebook , 24 Αυγούστου 2026

[---->] 

Η ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ ΣΤΟΝ ΟΗΕ. Η ΡΟΝΤΡΙΓΚΕΖ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ

 Το Καράκας υποστηρίζει ότι ο νέος άξονας με την Ουάσινγκτον αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της κρίσης και των κυρώσεων. Ωστόσο, στον ΟΗΕ η Ροντρίγκεζ παραμένει στη θέση της και ακούει τον Τραμπ να επιτίθεται στην Κούβα, ενώ η αντιπροσωπεία της Αβάνας αποχωρεί από την αίθουσα: μια εικόνα που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για υποχώρηση

                            Delcy Rodríguez poses with Trump in New York as Maduro languishes in jail  nearby | Delcy Rodríguez | The Guardian

Geraldina Colotti

Το Καράκας υποστηρίζει ότι ο νέος άξονας με την Ουάσινγκτον αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της κρίσης και των κυρώσεων. Ωστόσο, στον ΟΗΕ η Ροντρίγκες κάθησε ν’ ακούσει τον Τραμπ όταν αυτός επιτέθηκε στην Κούβα και η αντιπροσωπεία της Αβάνας αποχώρησε από την αίθουσα: μια εικόνα που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για υποχώρηση.

 

Η φωτογραφία της Ντέλσι Ροντρίγκεζ με τον Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη, που τραβήχτηκε στο περιθώριο της 81ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, μας αναγκάζει να παρατηρήσουμε μια σκηνή που ανοίγει το δρόμο σε βαθιές σκέψεις σχετικά με τις μεταμορφώσεις της σύγχρονης γεωπολιτικής. Μετά από οκτώ χρόνια διπλωματικής απομόνωσης, η επιστροφή της Βενεζουέλας στο «Γυάλινο Μέγαρο» εντάχθηκε σε ένα περίπλοκο πλαίσιο, στο οποίο η οπτική επικοινωνία και ο πολιτικός συμβολισμός λειτουργούν ως μια γλώσσα γεμάτη αντιθετικές έννοιες.

Η οπτική αντίθεση ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή της άφιξης. Από τη μία πλευρά, η συνέχεια με την ιστορική μνήμη της μπολιβαριανής διαδικασίας, που την υπενθυμίζει το λαμπερό κόκκινο κασκόλ που φορούσε η Ροντρίγκεζ – παρόμοιο με αυτό που είχε επιδείξει ο Ούγκο Τσάβες το 2006 από το ίδιο βήμα – και από το σακάκι που φέρει στην πλάτη τη διάσημη Μαφάλδα του Κίνο: ένα οπτικό βραχυκύκλωμα στο οποίο η κοφτερή ειρωνεία και η κριτική νοημοσύνη της Λατινικής Αμερικής επιδεικνύονται απροκάλυπτα, με την πλάτη στραμμένη προς όσους προσποιούνται ότι καθορίζουν τους κανόνες των σχέσεων ισχύος. Από την άλλη, η συνάντηση με τον ηγέτη της κύριας δύναμης της Δύσης εξέθεσε την κυβέρνηση σε μια βαθιά πολωμένη ερμηνεία.

Ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κίνηση αυτή αποτελεί άσκηση τακτικής εφευρετικότητας στο πνεύμα του κλασικού «o inventamos o erramos», ή θα γίνουμε δημιουργικοί ή θα σφάλουμε, με στόχο να σπάσει το εμπάργκο και να διασφαλιστεί η οικονομική μας επιβίωση, μεγάλο μέρος της διεθνούς ακροαριστεράς ερμηνεύει αυτή τη στροφή όχι ως ρεαλισμό, αλλά ως σαφή υποχώρηση και εγκατάλειψη των αντιιμπεριαλιστικών αρχών, η οποία καταλήγει να ευνοεί τη γραμμή του Τραμπ και τις επιθέσεις του εναντίον των λαών του πλανήτη, ξεκινώντας από τη συνενοχή στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη.

Μια δυσφορία που ενισχύεται οπτικά από δύο άλλες αντιθετικές εικόνες των τελευταίων ημερών: αφενός, εκείνη της κουβανικής αντιπροσωπείας που εγκαταλείπει την αίθουσα όταν ο Τραμπ ξεκινά τις επιθέσεις του εναντίον του νησιού, αφετέρου εκείνη που απεικονίζει την αναπληρώτρια πρόεδρο της Βενεζουέλας ενώ ακούει, με μια έκφραση που κυμαίνεται μεταξύ έκπληξης και ψυχρότητας, τον ίδιο τον Τραμπ να διεκδικεί δημοσίως την απαγωγή του Νικολά Μαδούρο και τη λεηλασία των πόρων της χώρας, υποστηρίζοντας ότι «όποιος κερδίζει, παίρνει λάφυρα». Και την ιδιωτική συνάντηση με τον Τραμπ που πραγματοποιήθηκε λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) του Μπρούκλιν, όπου ο πρόεδρος και η Σίλια Φλόρες εξακολουθούν να κρατούνται.

Το διπλωματικό παιχνίδι εξελίσσεται μέσα σε σχεδόν απόλυτη σιωπή σχετικά με το μέλλον του προεδρικού ζεύγους. Μένει να δούμε αν στην ακροαματική διαδικασία της 8ης Οκτωβρίου θα χορηγηθεί κατ’ οίκον περιορισμός στη Σίλια Φλόρες για λόγους υγείας. Η υπεράσπιση της πρώτης κυρίας της Βενεζουέλας, η οποία απήχθη από τις αμερικανικές δυνάμεις μαζί με τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου, το ζήτησε επικαλούμενη σοβαρούς λόγους υγείας της εβδομήνταχρονης βουλευτίνας, λόγω καρδιακών προβλημάτων που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησής της. Όπως και ο Μαδούρο, η Φλόρες κρατείται σε ειδική φυλακή της Νέας Υόρκης, το Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) του Μπρούκλιν: βρίσκεται σε απομόνωση και – όπως καταγγέλλουν οι δικηγόροι της – δεν λαμβάνει την απαραίτητη ιατρική φροντίδα για τα τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια της απαγωγής. Γι’ αυτό, για να της κάνουν πολλά ράμματα στο μέτωπο και να περιποιηθούν πρόχειρα το γόνατο του Μαδούρο, εκείνη τη νύχτα οι απαγωγείς αναγκάστηκαν να κάνουν μια στάση στο Πουέρτο Ρίκο, προχωρώντας στη συνέχεια προς τη φυλακή.

Από τότε, κάθε 3 του μήνα, μια μεγάλη ομάδα ακτιβιστών και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαδηλώνει μπροστά από τη φυλακή όπου κρατείται ο πρόεδρος, ενάντια στη «παρωδία δίκης» εναντίον ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους, και μεταβαίνει σε ένα λόφο μπροστά από το τμήμα όπου κρατείται η Σίλια, για να της εκφράσει την αλληλεγγύη της. Εκείνη την ημερομηνία, κάθε μήνα, πραγματοποιούνται διαδηλώσεις και σε άλλα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμη και η βενεζουελάνικη αντιπολίτευση που εδρεύει στο Μαϊάμι κάνει αισθητή την παρουσία της, προφανώς με αντίθετες προθέσεις, με την ευκαιρία των δικαστικών ραντεβού που αφορούν το προεδρικό ζεύγος. Η παρουσία της Ροντρίγκες στον ΟΗΕ αμφισβητήθηκε από μια μικρή ομάδα ριζοσπαστών αντιπολιτευόμενων, ενώ τα κόμματά τους διέδιδαν την είδηση για διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες της Μαρία Κορίνα ντε Ματσάδο να επιστρέψει στη Βενεζουέλα, εκμεταλλευόμενη την προσωρινή απουσία της αναπληρώτριας προέδρου.

 

 

Μέχρι στιγμής, οι ακροάσεις σχετικά με τη «παρωδία δίκης» του προεδρικού ζεύγους ήταν δύο: αυτή της 5ης Ιανουαρίου 2026, όταν ο Μαδούρο και η Φλόρες εμφανίστηκαν ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστή για να δηλώσουν ότι είναι αιχμάλωτοι πολέμου και αθώοι από τις κατηγορίες ότι ηγούνται ενός καρτέλ ναρκωτικών (το καρτέλ των Σόλι, το οποίο στη συνέχεια κηρύχθηκε ανύπαρκτο από την ίδια την αμερικανική δικαιοσύνη)· και εκείνη της 22ας Ιουλίου, μια διαδικαστική ακρόαση κατά την οποία ορίστηκε η ημερομηνία έναρξης της δίκης, που καθορίστηκε για την 1η Ιουνίου 2027.

Η υπεράσπιση, ωστόσο, ελπίζει ότι δεν θα φτάσουμε μέχρι εκεί και ότι, στις 17 Νοεμβρίου, ο δικαστής θα δεχτεί τα προφορικά επιχειρήματα και την υποβολή των αιτήσεων για την απόρριψη της υπόθεσης (motion to dismiss), οι οποίες βασίζονται κυρίως στην ασυλία που απολαμβάνει ένας εν ενεργεία πρόεδρος, καθώς και στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της «σύλληψης»: μια άνευ προηγουμένου σύλληψη που συνοδεύτηκε από ένοπλη επίθεση και θανάτους, κατά παράβαση κάθε διεθνούς κανόνα.

 

Εν τω μεταξύ, κυκλοφορούν φήμες σχετικά με την πιθανότητα απελευθέρωσης του Μαδούρο σε συνδυασμό με επακόλουθη εξορία του στο εξωτερικό κάτι που του είχε προτείνει απειλητικά ο Τραμπ στην τελευταία τηλεφωνική τους συνομιλία μεταξύ τους, λίγες ημέρες πριν από τη στρατιωτική επίθεση των αμερικανικών στρατευμάτων. Για να σπάσει το πέπλο της θεσμικής σιωπής σε αυτό το μέτωπο, εμφανίζεται και πάλι μια εικόνα, που δημοσίευσε ο βουλευτής Νικολάς Μαδούρο Γκερά, γιος του προέδρου, ο οποίος έδειξε το σύμβολο της εκστρατείας για την απελευθέρωση του προεδρικού ζεύγους, μαζί με ένα εύγλωττο μήνυμα: «Pronto volverán» (σύντομα θα επιστρέψουν).

Αυτό το σενάριο συνυφαίνεται με τις δικαστικές και νομοθετικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η Βενεζουέλα βγήκε από τον κατάλογο των χωρών που κατηγορούνται ότι δεν καταπολεμούν την ναρκοτρομοκρατία, μια κίνηση την οποία η υπεράσπιση σκοπεύει να αξιοποιήσει για να επικαλεστεί τη διπλωματική ασυλία, ενόψει επίσης των δικαστικών προθεσμιών και των αιτήσεων για την απόρριψη της υπόθεσης που αναμένονται στις 17 Νοεμβρίου.

Παράλληλα, συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις η υπόθεση του Άλεξ Σαάμπ, του πρώην υπουργού και επιχειρηματία κολομβο-βενεζουελάνικης καταγωγής, ο οποίος πριν από χρόνια συνελήφθη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν μέσω ανταλλαγής κρατουμένων και, τέλος, πρόσφατα ,εκδόθηκε στις ΗΠΑ. Μετά την ακροαματική διαδικασία της 15ης Σεπτεμβρίου, ο Σαάμπ φέρεται να συνεργάζεται με τις αμερικανικές δικαστικές αρχές, ομολογώντας την ενοχή του για «συνωμοσία με σκοπό το ξέπλυμα χρήματος»,φαίνεται ότι δέχτηκε να επιστρέψει 195 εκατομμύρια δολάρια και να συνεργαστεί με την Εισαγγελία.

Στην υπόθεση εμπλέκονται τέσσερις ταυτοποιημένοι συγκατηγορούμενοι: ο πρώην κυβερνήτης της Τατσίρα Χοσέ Γκρεγκόριο Βιέλμα Μόρα και οι Κολομβιανοί επιχειρηματίες Άλβαρο Πουλίντο Βάργκας, Εμμανουέλ Ενρίκε Ρούμπιο Γκονζάλες και Κάρλος Ρολάντο Λιζκάνο. Αναφέρονται επίσης δύο συγκατηγορούμενοι υπό την προϋπόθεση της εμπιστευτικότητας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, περί δίκης για διαφθορά στη Βενεζουέλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διώκουν τη χρήση του δικού τους τραπεζικού συστήματος για τη διακίνηση παράνομων κεφαλαίων. Το «επίσημο θύμα» είναι το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η διαφθορά έχει σημασία μόνο επειδή η δωροδοκία ξένων αξιωματούχων, η οποία τιμωρείται από τον FCPA (Foreign Corrupt Practices Act), βλάπτει τις αμερικανικές εταιρείες στο εξωτερικό.

Τα 195 εκατομμύρια δεν αποτελούν πρόστιμο: πρόκειται για ποινική κατάσχεση που αντιστοιχεί στο χρηματικό ποσό που διακινήθηκε μέσω της «συνωμοσίας» με τη χρήση του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος. Ο Σαάμπ κατηγορείται ότι επωφελήθηκε από την υπερτιμολόγηση στο εμπόριο και τη διανομή των πακέτων τροφίμων που παρέχονται από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας (τα Clap) και ότι παρακάμπτει τους μηχανισμούς των κυρώσεων που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με ορισμένους ιστότοπους της αντιπολίτευσης, όπως το armando.info, οι οποίοι είχαν αντιταχθεί στην εκστρατεία απελευθέρωσης του ως απαχθέντος διπλωμάτη, ο Σαάμπ φέρεται να ήταν εδώ και χρόνια συνεργάτης της αμερικανικής δικαιοσύνης. Μια θέση που πλέον αποδέχεται και η κυβέρνηση της Βενεζουέλας, η οποία τα προηγούμενα χρόνια την είχε απορρίψει σθεναρά.

Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν τα μέσα ενημέρωσης της αντιπολίτευσης, στα δικαστικά έγγραφα ο Σαάμπ δεν αναφέρεται ωστόσο ως «ονομαστικός διαχειριστής» του Μαδούρο, και προς το παρόν δεν είναι γνωστό αν και με ποιον τρόπο οι ομολογίες ενοχής του θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική υπόθεση των Μαδούρο και Φλόρες.

Το διπλωματικό πρόγραμμα της Ντέλσι στη Νέα Υόρκη εξελίχθηκε μέσα από ένα πυκνό δίκτυο επαφών: αρχικά η συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, με επίκεντρο την αναζήτηση της ειρήνης, τη μη παρέμβαση, τον πολυμερισμό και το διεθνές δίκαιο — θέματα που ανέπτυξε η Ροντρίγκες στην ομιλία της από το βήμα —, και στη συνέχεια οι συναντήσεις με την ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Στο πλαίσιο της οπτικής της των πολυμερών σχέσεων, η Βενεζουέλα συνεχίζει να υποστηρίζει τη διαφοροποίηση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών της, και τη διατήρηση όλων των υπογεγραμμένων και ενεργών μακροπρόθεσμων συμβάσεων με τη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και την Τουρκία. Ετσι, πριν μεταβεί στον ΟΗΕ, η Ροντρίγκες έστειλε στη Μόσχα, ιστορική σύμμαχο του Καράκας, μια ειδική αντιπροσωπεία. Και, πράγματι, καμία πρεσβεία δεν έχει κλείσει ή περιοριστεί και, ξεκινώντας από τη ρωσική ή την κουβανική, συνεχίζουν να διοργανώνονται εκδηλώσεις διεθνούς χαρακτήρα, ενώ συνεχίζεται η συγκέντρωση ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Κούβα.

Αυτό που, ωστόσο, δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα, είναι η στρατιωτικοποίηση της Καραϊβικής, η οποία, λόγω της παρουσίας του αμερικανικού στόλου στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, εμποδίζει την είσοδο και την έξοδο πετρελαιοφόρων πλοίων με προορισμό την Κούβα ή άλλες χώρες που είναι ανεπιθύμητες από τις Ηνωμένες Πολιτείες (οι οποίες, εν τω μεταξύ, συνεχίζουν να επιτίθενται ατιμώρητα σε ψαράδες στην Καραϊβική). Και, για αυτόν τον λόγο, μέχρι στιγμής, μόνο ένα ρωσικό πετρελαιοφόρο κατάφερε να φτάσει στο ταλαιπωρημένο νησί της Καραϊβικής, το οποίο καταγγέλλει μια σιωπηλή γενοκτονία που επιβάλλεται από τον φονικό αποκλεισμό.

Στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στη Βενεζουέλα, και όχι μόνο, βρίσκονται και οι πετρελαϊκές συμφωνίες που υπογράφηκαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συμφωνίες έχουν δεχτεί έντονη κριτική, τόσο από την άκρα αριστερά όσο και από την άκρα δεξιά. Αξίζει να ανακεφαλαιώσουμε τους βασικούς όρους τους. Πρόκειται για μια πολύπλοκη συμφωνία που παραχωρεί σε βορειοαμερικανικές εταιρείες την εκμετάλλευση δεκαεπτά πετρελαϊκών κοιτασμάτων, χωρισμένων σε οκτώ τμήματα, για είκοσι πέντε ετών, στο πλαίσιο του Συντάγματος (και όχι για εκατό χρόνια, όπως έχει ειπωθεί).

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασαν τη συμφωνία ως τη μεγαλύτερη στην παγκόσμια ιστορία, ενώ η αναπληρώτρια πρόεδρος, Ντέλσι Ροδρίγκες, την χαρακτήρισε ως σημείο καμπής για την οικονομική αναγέννηση της χώρας. Διευκρίνισε δε,ότι, βάσει του Οργανικού Νόμου για τους Υδρογονάνθρακες (LOH), τα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας παραμένουν αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία του έθνους, καθώς τα δικαιώματα παραχώρησης για την εκμετάλλευση τους διακρίνονται σαφώς από την πραγματική ιδιοκτησία του υπεδάφους. Η συμφωνία για τα δεκαεπτά πετρελαϊκά κοιτάσματα προβλέπει εκτιμώμενο κέρδος δεκαεννέα δολαρίων ανά εξαγόμενο βαρέλι— υπολογιζόμενο με βάση την διεθνή τιμή των εξήντα πέντε δολαρίων — το οποίο προκύπτει από ένα φορολογικό καθεστώς που καθορίζει τον φόρο εισοδήματος (ISLR) στο τριάντα δύο τοις εκατό και τα δικαιώματα εκμετάλλευσης (royalties) σε ελάχιστο ποσοστό δεκαέξι τοις εκατό.

Το ποσοστό αυτό των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ποικίλλει ανάλογα με τη γεωλογική πολυπλοκότητα του κοιτάσματος: μειώνεται (έως το 16%) στα πιο δύσκολα κοιτάσματα και αυξάνεται (έως το 20 ή 25%) στα πιο απλά, ενώ μπορεί να ξεπεράσει τα 209 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά, όπως προβλέπεται, σε περίπτωση που η τιμή του αργού πετρελαίου ανέβει στην παγκόσμια αγορά.

Από ιστορική και κανονιστική άποψη, αυτό το καθεστώς βρίσκεται σε μια μέση θέση: είναι λιγότερο ευνοϊκό για το κράτος σε σύγκριση με τον νόμο της δεκαετίας του 2000 που θεσπίστηκε από το τσαβισμό (ο οποίος επέβαλε δικαιώματα εκμετάλλευσης έως και 30%), αλλά είναι σαφώς πιο προστατευτικό σε σχέση με την εκποίηση της λεγόμενης «πετρελαϊκής απελευθέρωσης» της δεκαετίας του ’90, όταν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης έπεφταν στο 1%.

Αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζει τη Βενεζουέλα με τα διεθνή πρότυπα για την ανάπτυξη βαρέων και μη συμβατικών πετρελαίων (όπως αυτά της Faja del Orinoco ή το σχιστολιθικό πετρέλαιο), προσφέροντας τις απαραίτητες προστασίες και κίνητρα για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους των αρχικών φάσεων της εξερεύνησης και της εξόρυξης (upstream).

«Τι νόημα έχει να διαθέτουμε τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο αν δεν έχουμε τα μέσα να τα εξάγουμε, δεδομένης της αξιοθρήνητης κατάστασης των πηγαδιών λόγω των κυρώσεων;», αναρωτιέται η μπολιβαριανή κυβέρνηση. Και υπογραμμίζει ότι, σε πολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο, η συμφωνία αποδεικνύει την ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί μια πολύπλοκη διαπραγμάτευση παρά την ασύμμετρη πίεση που ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συμφωνία ανταποκρίνεται σε μια λογική ρεαλπολιτίκ: η Ουάσιγκτον έχει επείγουσα ανάγκη από πετρέλαιο μακροπρόθεσμα λόγω της ενεργειακής κρίσης και της κατάρρευσης των εσωτερικών αποθεμάτων που προκλήθηκε από την αστάθεια στο Στενό του Ορμούζ και στον Περσικό Κόλπο, ενώ το Καράκας αξιοποιεί την οικονομική του αντοχή. Σε αυτό το ρεαλιστικό σενάριο, και οι δύο πλευρές επωφελούνται από μια εμπορική σχέση που εντάσσεται στο παγκόσμιο πλαίσιο των ενεργειακών επενδύσεων, αν και επιβάλλει στη Βενεζουέλα την πρόκληση να διαχειριστεί τους κινδύνους μιας νέας και ισχυρής έκθεσης στην αμερικανική αγορά.

Το γεγονός ότι η συμφωνία δεν συνιστά αυτομάτως μια μετάβαση προς τον νεοφιλελευθερισμό ή την ελεύθερη αγορά του Φρίντριχ φον Χάγιεκ ή του Μίλτον Φρίντμαν, επιβεβαιώνεται ακριβώς από τις κριτικές που προέρχονται από την ακροδεξιά, η οποία αντίθετα θα επιθυμούσε αυτή την υπερφιλελεύθερη στροφή: δεν είναι έτσι – λένε οι σχολιαστές της αντιπολίτευσης – διότι η οικονομική και πολιτική δομή που καθοδηγείται από το μπλοκ εξουσίας που κληρονόμησε ο τσαβισμός και βασίζεται στην ενότητα  λαού,στρατού, συνεχίζει να διατηρεί την κρατική ιδιοκτησία των στρατηγικών πόρων και να απορρίπτει κάθε ιδιωτικοποίηση και ελεύθερο ανταγωνισμό: υπό την απειλή της απογοήτευσης της βάσης που, παρά τις έντονες ανησυχίες της, συνεχίζει να έχει στο επίκεντρο της την ενότητα, σχεδόν μια θρησκεία για τους τσαβιστές. Και, πρόσφατα, η εργατική τάξη του πετρελαϊκού τομέα διαδήλωσε με μαζική και αποφασιστική παρουσία την πλήρη υποστήριξή της στη Ντέλσι, η οποία συναντήθηκε με τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους για να παρουσιάσει ακριβώς τις πετρελαϊκές συμφωνίες. Και, αυτές τις μέρες, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα προς υποστήριξη της Ντέλσι Ροδρίγκες στον ΟΗΕ.

Αν και απρόθυμα, η κυβέρνηση των Τσαβιστών προσπαθεί να κινηθεί με βάση έναν οικονομικό πραγματισμό που υπαγορεύεται από την πολιτική επιβίωση και την ανάγκη να εξασφαλιστεί η νομισματική σταθερότητα και οι ροές πετρελαίου, υπό τον εκβιασμό του «America First» που επιβάλλουν οι απαγωγείς.

Μια συμφωνία που, ωστόσο, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τη ριζοσπαστική αριστερά και διανοούμενους όπως ο Λουίς Μπρίτο Γκαρσία, οι οποίοι καταγγέλλουν αυτή τη συμφωνία ως μια τεράστια συνθηκολόγηση που θέτει σε κίνδυνο την εθνική κυριαρχία και προδίδει τις αντιιμπεριαλιστικές αρχές της επανάστασης, ξεπουλώντας τα ιστορικά επιτεύγματα με αντάλλαγμα μια διεθνή νομιμοποίηση και μια οικονομική εκεχειρία που υπαγορεύεται από τη ρεαλπολιτίκ.

«Amanecerá y veremos», λέει μια βενεζουελάνικη παροιμία: θα ξημερώσει, και θα δούμε.

 [---->]

 

Ο ΙΛΑΝ ΠΑΠΠΕ ΑΝΑΛΥΕΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2023

 

 

Από τον Ιλάν Παππέ – 23 Σεπτεμβρίου 2026

Τρία χρόνια μετά την «Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσά » και την έναρξη της Γενοκτονίας της Γάζας, μπορούμε να αξιοποιήσουμε το πέρασμα του χρόνου για να δούμε με μεγαλύτερη σαφήνεια ορισμένες κρίσιμες πτυχές και ζητήματα που σχετίζονται με εκείνη την μοιραία ημερομηνία, τα οποία παρέμεναν ασαφή ή αόρατα αν τα εξετάζαμε αμέσως μετά τον πόλεμο και τη Γενοκτονία.

Είναι σημαντικό να αναλογιστούμε αυτά τα ζητήματα και αυτές τις πτυχές, καθώς συνδέονται επίσης με το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από εκείνους που έδειξαν υποστήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα, πιστεύουν ότι αυτό το φρικτό κεφάλαιο έχει πλέον μείνει πίσω μας. Η Γενοκτονία συνεχίζεται, αν και σταδιακά, στη Λωρίδα της Γάζας και έχει πλέον επεκταθεί στη Δυτική Όχθη, όπου η εντατικοποίηση της βίας από τον στρατό και τους εποίκους αποσκοπεί στο να μετατρέψει τη Δυτική Όχθη σε μια άλλη Λωρίδα της Γάζας.

Με την πάροδο του χρόνου κατανοούμε καλύτερα τα κίνητρα της μικρής ομάδας ηγετών της Χαμάς που σχεδίασε την επιχείρηση. Είναι ζωτικής σημασίας να αναλύσουμε αυτά τα κίνητρα με επαγγελματισμό, προκειμένου να αντικρούσουμε την παραπλανητική και κατασκευασμένη αφήγηση που διαδίδει το Ισραήλ, σύμφωνα με την οποία η επιχείρηση σχεδιάστηκε στην Τεχεράνη ως μέρος ενός σχεδίου για την καταστροφή του Εβραϊκού Κράτους.

Αυτή η αφήγηση έχει ήδη αμφισβητηθεί με επιτυχία, καθώς αγνοεί σκόπιμα το ιστορικό πλαίσιο της μακράς ιστορίας σιωνιστικής καταπίεσης και του πιο πρόσφατου και απάνθρωπου αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας. Ωστόσο, κρύβει επίσης μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, η οποία διαμορφώθηκε τα χρόνια αμέσως πριν από την «Επιχείρηση Κύμα της Αλ-Ακσά», και η οποία επίσης υποτιμάται από Παλαιστίνιους και φιλοπαλαιστίνιους σχολιαστές.

Αυτή η πιο εστιασμένη ματιά σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο ρίχνει φως στα διλήμματα που αντιμετωπίζουν η Χαμάς και το Παλαιστινιακό Απελευθερωτικό Κίνημα γενικότερα στον υπαρξιακό αγώνα τους ενάντια στο σιωνιστικό σχέδιο εξόντωσης.

Η ανασύνθεση αυτού του άμεσου πλαισίου μου θυμίζει πώς η ιστοριογραφία της Νακμπά του 1948 επωφελήθηκε από την αποχαρακτηριοποίηση των ισραηλινών αρχείων. Η συγχώνευση του ισραηλινού αρχειακού υλικού με την προφορική και γραπτή παλαιστινιακή ιστορία παρείχε μια πληρέστερη εικόνα αυτής της καταστροφής. Τώρα έχουμε καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων που οδήγησαν στον Οκτώβριο του 2023, χάρη στο εμπεριστατωμένο έργο ορισμένων ισραηλινών δημοσιογράφων που έχουν πρόσβαση σε υλικό το οποίο οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούμε να συμβουλευτούμε προς το παρόν.

Η έρευνά τους ρίχνει φως στις δύσκολες επιλογές που βρέθηκε να αντιμετωπίζει ο ηγέτης της Χαμάς, Γιαχιά Σινουάρ, και, στην πραγματικότητα, που αντιμετωπίζει κάθε εξέχουσα προσωπικότητα του Παλαιστινιακού Κινήματος Αντίστασης, ενόψει των δεκαεπτά ετών αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας και της καταπίεσης στη Δυτική Όχθη.

Αυτό συμβάλλει στην ανατροπή της διαδεδομένης εικόνας του Σινουάρ στη Δύση ως φανατικού και μεσσιανικού ηγέτη, ο οποίος επιδιώκει την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού χαλιφάτου πάνω στα ερείπια του Ισραήλ. Αυτή η απεικόνιση πηγάζει από μια ρατσιστική και οριενταλιστική προσέγγιση έναντι της Παλαιστίνης γενικά και των Παλαιστινίων που εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους στα ισλαμικά πολιτικά κινήματα.

Ο Σινουάρ αντιμετώπισε το Ισραήλ με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που υιοθέτησαν Άραβες ηγέτες όπως ο Ανουάρ Σαντάτ το 1971 και Παλαιστίνιοι ηγέτες όπως ο Γιάσερ Αραφάτ το 2000. Ο Σαντάτ προειδοποίησε τους Ισραηλινούς ηγέτες ότι, αν δεν επέστρεφαν το Σινά στην Αίγυπτο με διπλωματική οδό, η Αίγυπτος θα εισέρχονταν σε πόλεμο, ενώ ο Αραφάτ προειδοποίησε τον Εχούντ Μπαράκ και τον Μπιλ Κλίντον ότι, αν δεν επέστρεφε από τη σύνοδο κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ το 2000 με την υπόσχεση να μειωθεί η καταπίεση του παλαιστινιακού λαού, μια άλλη εξέγερση θα ήταν αναπόφευκτη.

Στην περίπτωση του Σινουάρ, γνωρίζουμε πλέον ότι διαπραγματεύτηκε με το Ισραήλ, δηλαδή, έμμεσα, με τον Νετανιάχου, σχετικά με τα βασικά αιτήματα του πληθυσμού της Γάζας: το τέλος της πολιορκίας, την αύξηση των επισιτιστικών βοηθημάτων και των πρώτων υλών που εισρέουν στην πολιορκημένη περιοχή και την απελευθέρωση των Παλαιστινίων πολιτικών κρατουμένων.

Ο Σινουάρ προειδοποίησε τους Ισραηλινούς ότι η απόρριψη αυτών των αιτημάτων θα οδηγούσε σε μια επιχείρηση κλίμακας συγκρίσιμης με την «Κύμα της Αλ-Ακσά». Ο ισραηλινός στρατός πρότεινε στον Νετανιάχου να ανταποκριθεί σε αυτά τα αιτήματα με μια επίθεση μεγάλης κλίμακας στη Λωρίδα της Γάζας, την ίδια επίθεση που είχε διεξάγει ως απάντηση στην «Επιχείρηση Κύμα της Αλ-Ακσά».

Είναι σαφές ότι ο Νετανιάχου δίστασε να δώσει το πράσινο φως για μια τέτοια επιχείρηση, αλλά είναι εξίσου σαφές ότι οι διοικητές της Χαμάς, συμπεριλαμβανομένου του Σινουάρ, γνώριζαν ότι μια επίθεση στη Γάζα ήταν επικείμενη. Υπό αυτή την έννοια, ο Σινουάρ φαίνεται να ήταν ένας ηγέτης που ενδιαφερόταν για περιορισμένα αποτελέσματα, αναβάλλοντας μια ευρύτερη και μακροπρόθεσμη προοπτική για ένα πολύ πιο μακρινό μέλλον. Όπως και ο Σαντάτ, τελικά κατέφυγε στη στρατιωτική επιλογή όταν κατέστη σαφές ότι το Ισραήλ είχε απορρίψει εντελώς την πολιτική επιλογή. Επιπλέον, και αυτό είναι το πιο σημαντικό στοιχείο από όσα αναδύονται, ο στρατός θα είχε ούτως ή άλλως πείσει τον Νετανιάχου να εξαπολύσει εκείνη την καταστροφική επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας· η «Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσά» ήταν μια προσπάθεια να προληφθεί αυτή η επίθεση.

Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι πότε και γιατί η «Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσά» εξελίχθηκε σε ορισμένα σημεία σε σφαγή αμάχων, τόσο στους εβραϊκούς οικισμούς όσο και κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ «Νόβα». Πρόκειται για μια απόδραση από το γκέτο ενός λαού που είχε υποστεί χιλιάδες νεκρούς, δεκάδες χιλιάδες τραυματίες μεταξύ γυναικών και παιδιών, και εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που είχαν χάσει τα σπίτια τους κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης του 2014 και που το 2023 εξακολουθούσαν να βρίσκονται εκτοπισμένοι· ένας τραυματισμένος πληθυσμός, που υποβλήθηκε σε πολιτική πείνα κατά τη διάρκεια των δεκαεπτά ετών του ισραηλινού αποκλεισμού και υπέστη συχνές αεροπορικές, χερσαίες και ναυτικές βομβαρδιστικές επιθέσεις.

Γνωρίζουμε ότι ο Σινουάρ, από την πρώτη στιγμή, απέδειξε ότι, όσον αφορά τον ίδιο, η απαγωγή ηλικιωμένων και παιδιών δεν αποτελούσε μέρος της επιχείρησης, προτείνοντας αμέσως την απελευθέρωσή τους, χωρίς όμως να λάβει καμία απάντηση από το Ισραήλ.

Η καταστροφή της Γάζας, ως μέρος μιας γενοκτονικής πολιτικής, δεν ήταν μια παράλογη αντίδραση του Ισραήλ στη δολοφονία τόσων στρατιωτών και αμάχων στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ήταν η υλοποίηση των στρατιωτικών προετοιμασιών εν όψει του 2023, οι οποίες ξεκίνησαν το 2004, όταν ο στρατός κατασκεύασε μια εικονική πόλη στην έρημο για να εξασκηθεί στην καταστροφή αστικών περιοχών εν όψει μιας πιθανής επίθεσης στη Λωρίδα της Γάζας. Αυτή η στρατηγική τέθηκε σε εφαρμογή με τους αδιάκριτους βομβαρδισμούς του προαστίου Νταχίγια στη Βηρυτό το 2006.

Όπως και το 1948, έτσι και το 2023 το Ισραήλ αναζητούσε ένα πρόσχημα για να προωθήσει το αδύνατο όραμά του για μια απο-αραβικοποιημένη Παλαιστίνη. «Είναι ένα θαύμα», αναφώνησε ο Μπεν-Γκουριόν καθώς παρακολουθούσε τη «φυγή» εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων από την Παλαιστίνη, παρότι ο ίδιος ήταν ο αρχιτέκτονας αυτής της εθνοκάθαρσης. «Είναι ένα θαύμα», φώναξε η Ορίτ Στροκ, υπουργός της κυβέρνησης Νετανιάχου, αναφερόμενη στην ιστορική ευκαιρία να διαπραχθεί γενοκτονία εναντίον των κατοίκων της Γάζας. «Όποιος έχει πνιγεί δεν φοβάται να βραχεί» είναι ένα διάσημο αραβικό παροιμία που συνοψίζει το παλαιστινιακό δίλημμα, το οποίο γίνεται σαφώς κατανοητό υπό το φως των γεγονότων του 2026. Κάθε ένοπλη απόπειρα της Χαμάς να θέσει τέλος στην πολιορκία και στην Κατοχή χρησιμοποιήθηκε από το Ισραήλ ως πρόσχημα για να εντείνει τις πολιτικές εξόντωσής της. Η εναλλακτική λύση της υποταγής στην πραγματικότητα της πολιορκίας, την οποία επιχείρησε η Παλαιστινιακή Αρχή στη Ραμάλα, οδήγησε σε μια προοδευτική εθνοκάθαρση και σε μια σειρά πογκρόμ, που διαπράχθηκαν από τους εποίκους με τη συνενοχή του ισραηλινού στρατού.

Αναρωτιέμαι πόσοι άνθρωποι εκτός Παλαιστίνης μπορούν να κατανοήσουν πλήρως αυτό το δίλημμα, το οποίο ώθησε νεαρούς εφήβους στα προσφυγικά στρατόπεδα της Δυτικής Όχθης να συγκρουστούν με τον ισραηλινό στρατό, παρόλο που γνώριζαν ότι δεν μπορούν να νικήσουν, προτιμώντας αυτή την κατάσταση από το να υφίστανται συνεχώς κακομεταχείριση, τραυματισμούς και δολοφονίες από έναν στρατό κατοχής.

Είναι το απάνθρωπο δίλημμα που επιβάλλει στους Παλαιστινίους το σιωνιστικό σχέδιο εξόντωσης, και δεν είναι παρά μια ακόμη εκδήλωση της ταλαιπωρίας τους από την άφιξη των σιωνιστών εποίκων στην Παλαιστίνη στα τέλη του 19ου αιώνα.

Το πώς να απελευθερωθούν οι Παλαιστίνιοι, και έμμεσα οι Ισραηλινοί, από αυτή την αδύνατη πραγματικότητα δεν είναι ένα ερώτημα δύσκολο να απαντηθεί. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της δημιουργίας μιας δημοκρατικής μεταϊσραηλινής Παλαιστίνης. Ένα τέτοιο κράτος δεν θα έλυνε όλα τα προβλήματα των ανθρώπων που ζουν ανάμεσα στον ποταμό και τη θάλασσα και όσων επιστρέψουν εκεί, αλλά θα μπορούσε να εξαλείψει τη συνεχή υπαρξιακή απειλή που βιώνουν καθημερινά όλοι οι Παλαιστίνιοι που ζουν εκεί.

Σε μια τέτοια πραγματικότητα, η Παλαιστίνη δεν θα ήταν διαμελισμένη σε ξεχωριστά εδάφη όπως η Γάζα και η Δυτική Όχθη, αλλά θα αποτελούσε μια ενιαία, οργανική πατρίδα. Αν η Γάζα παραμείνει «Λωρίδα», δεν θα υπάρξει ούτε ειρήνη ούτε συμφιλίωση.

[----->]