Το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε;

 

Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, είναι οι διαρκώς αυξανόμενες ενδείξεις για τη μετατόπιση του κέντρου της παγκόσμιας οικονομίας προς την Ασία, και μάλιστα με κινήσεις για την επίλυση ιστορικών και μακροχρόνιων – κάποτε και εμπόλεμων -κρίσεων, με στόχο την επίτευξη σταθερότητας, και άρα ανάπτυξης. Αν ο ρόλος της Κίνας, όπως και η στάση της, έχουν πολυδιαφημιστεί, οι υπόλοιπες εξελίξεις που έχουν πυροδοτηθεί, πολλές φορές είτε από την Κίνα είτε από την Ρωσία, βάζοντας σημαντικούς παίκτες στο γήπεδο, όπως κι οι μετατοπίσεις του πολιτικού αλλά και του ενεργειακού τοπίου, φαίνεται να οδηγούν ταχύτερα, από ότι προέβλεπαν ακόμη κι οι πιο φιλικά προσκείμενοι στο ευρασιατικό σενάριο αναλυτές, στην μετακίνηση του κέντρου βάρους του κόσμου από την Δύση στην Ανατολή.

 

 

Η έκπληξη της Ινδίας

 

Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας ήταν το πρώτο «όπλο» στο διπλωματικό πόλεμο ένταξης της Ινδίας στο χορό των κρατών που καταδικάζουν και επιβάλλουν κυρώσεις στη Ρωσία. Ο Φουμιο Κίσιντα* επισκέφτηκε την Ινδία προσπαθώντας να πείσει τον (ακροδεξιό) Ναρέντρα Μόντι να επιβάλλει κυρώσεις. Η αποστολή – εκ μέρους της Δύσης – ενός Ιάπωνα ηγέτη είχε ως στόχο και να υπενθυμίσει στο Μόντι ότι η στάση του μπορεί να απειλήσει την Τετράδα (Quad). Από ότι φαίνεται όμως, η Τετράδα καταρρέει***, λόγω Ινδίας.

 

Ακολούθησε η Βρετανία, ο παλιός καλός αποικιοκράτης, στις πιέσεις προς την Ινδία. Ο Μπόρις Τζόνσον είχε επαφές με το Μόντι, προσπαθώντας να τον πείσει να ασκήσει κυρώσεις στη Ρωσία, ή, έστω, να καταδικάσει την εισβολή.

 

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, η Ινδία αρνήθηκε να δεχθεί δεκαμελή διακομματική αντιπροσωπεία, υπό τον πρόεδρο της βρετανικής βουλής, σερ Λίνσυ Χόυλ, που είχε προγραμματιστεί από τον Ιανουάριο. Η συμφωνηθείσα τον Ιανουάριο αποστολή είχε, τότε, ως βασικό στόχο την πρόοδο των διμερών εμπορικών σχέσεων – που η Ινδία σήμερα βάζει σε δεύτερη μοίρα, ακυρώνοντας τις επαφές, αφού γνωρίζει πολύ καλά το ρόλο της Βρετανίας στην ουκρανική κρίση και, βεβαίως, αφού ανεξάρτητα έχει επιλέξει ως εταίρο της την Ρωσία – ήδη έχει ξεκινήσει τις ενέργειες για την αποδοχή του ρουβλιού στις μεταξύ τους συναλλαγές. Παράλληλα, με την ακύρωση του ταξιδιού, «ακύρωσε» τη δυνατότητα παρέμβασης των βρετανών στο δημόσιο λόγο.

 

Η Ρωσία και η Ινδία έχουν παραδοσιακά φιλικές σχέσεις, οι οποίες «δένονται» στρατιωτικά και ενεργειακά: η Ρωσία είναι ο βασικός προμηθευτής όπλων της Ινδίας, με άνω το 60% του οπλισμού της τελευταίας να έρχεται από τη Μόσχα. Παράλληλα, οι τιμές που εξασφάλισε για την αγορά ενέργειας η Ινδία είναι, όπως τη χαρακτήριζαν ινδικά έντυπα «μάννα εξ ουρανού». Ειδικά για τους εξοπλισμούς, η Ινδία ήδη έχει αγνοήσει τις «προτροπές» των ΗΠΑ, όταν αγόρασε S-400 (όπως και η Τουρκία), αγνοώντας τις απειλές για κυρώσεις. «Κερασάκι στην τούρτα» ήταν, τουλάχιστον για την ινδική κοινή γνώμη, ο ρατσισμός και τα βασανιστήρια που αντιμετώπισαν οι ινδοί φοιτητές στην Ουκρανία, όταν προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, τις πρώτες μέρες του πολέμου.

 

Οι κακές σχέσεις, στο εκεί μέτωπο, είναι μεταξύ Ινδίας και Κίνας και Ινδίας και Πακιστάν. H Ινδία με την Κίνα έχουν μπει ακόμη και σε πόλεμο, λόγω των συνοριακών διαφορών τους, που από τη δεκαετία του ’60 σημαδεύουν τις μεταξύ τους σχέσεις μέχρι σήμερα. Έχει ενδιαφέρον πως, ήδη κάτι φαίνεται να αλλάζει. Η Κίνα φαίνεται έτοιμη να κάνει διπλωματικά βήματα, όπως καταγράφηκε και στα ειδησεογραφικά της μέσα.

 

«Οι διπλωματικές σχέσεις Ινδίας και Κίνας θα βελτιωθούν σύντομα και θα μπουν σε περίοδο αποθεραπείας.. Οι διπλωματικές επαφές θα ξεκινήσουν σύντομα, με πρώτη επίσκεψη αυτή των κινέζων επισήμων στο Δελχί», έγραψε προ ημερών το Γκουαντσά, καλά πληροφορημένος συνήθως κινεζικός ειδησεογραφικός ιστότοπος.

 

Αποδείχθηκε πως είχε δίκηο – πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη έκπληξη του μήνα αυτού, ενός μήνα που αλλάζει τον κόσμο. Χθες, 25η Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι, μετέβη στο Νέο Δελχί και είχε τρίωρες συνομιλίες με τον ινδό ομόλογό του, Σουμπραχμανιάμ Τζαϊσανκάρ. Το ταξίδι, μάλιστα, κρατήθηκε κρυφό, με αίτημα της Κίνας. Στις λεπτομέρειες, ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών της Ινδίας έχει υπηρετήσει ως πρέσβυς στο Πεκίνο.

 

«Οι δύο πλευρές πρέπει να βάλουμε τις συνοριακές διαφορές στο πλαίσιο που δικαιούνται» είπε, «και να εργαστούμε για την σωστή ανάπτυξη των διμερών μας σχέσεων… Η Κίνα δεν επιδιώκει μιαν μονοπολική Ασία και σέβεται τον παραδοσιακό ρόλο της Ινδίας στην περιοχή. Ολόκληρος ο πλανήτης θα στραφεί προς τα εδώ αν Κίνα και Ινδία εργαστούν χέρι με χέρι».

 

 

Από πλευράς του, ο ινδός υπουργός, φάνηκε να συμφωνεί υπό τον όρο της στρατιωτικής αποκλιμάκωσης στα κοινά σύνορα, που έχει ξεκινήσει το 2020. «Οι εντάσεις με την Κίνα, που έχουν προέλθει από την ανάπτυξη στρατευμάτων [στα Ιμαλάια] από τον Απρίλιο του 2020» αναφέρθηκε ως ο μόνος λόγος που δεν μπορούν να ομαλοποιηθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Αν η Κίνα μες στις επόμενες μέρες αποσύρει στρατεύματα από την περιοχή, το σήμα, λοιπόν, θα είναι σαφές. Αν μάλιστα δοθεί πριν την επερχόμενη σύνοδο των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότιος Αφρική), που θα γίνει στην Κίναμ είναι πολύ πιθανό να ανοίξει το δρόμο και για την επανεκκίνησή τους.

 

Και πρέπει να θυμίσουμε εδώ ότι Κίνα και Ινδία εκπροσωπούν περίπου το 37% του πληθυσμού του πλανήτη. Είναι τεραστίων δυνατοτήτων αναπτυσσόμενες αγορές, και οικονομίες, με ενεργειακό πλεόνασμα σήμερα, χάρη στη Ρωσία – που δεν έχει πια κανέναν λόγο να μη στραφεί προς αυτές πλήρως-, φτηνό εργατικό δυναμικό και ανεπτυγμένες βιομηχανικές δομές.

 

Το Πακιστάν και ο δρόμος του Μεταξιού

 

Η πρώτη χώρα που υπέγραψε συμφωνίες με τη Ρωσία, και μάλιστα την ημέρα της εισβολής, ήταν το Πακιστάν, βασικός εταίρος της Κίνας στο Belt and Road σχέδιο, τον νέο δρόμο του Μεταξιού.

 

Αμέσως μετά την υπογραφή, ο πακιστανός πρωθυπουργός, Ιμράν Χαν, δήλωσε ότι οι συμφωνίες που συνήψε «είναι επιβεβλημένες από τα πακιστανικά συμφέροντα», καθώς «υπάρχει έλλειψη σε φυσικό αέριο και τα ίδια αποθέματα εξαντλούνται». Απαντώντας στους επικριτές του, είπε μάλιστα πως «Με την χάρη του Θεού (ινσαλαχ) ο χρόνος θα δείξει ότι πρόκειται για πολύ σημαντικές συμφωνίες», ανακοινώνοντας παράλληλα την μείωση των τιμών των καυσίμων και της βενζίνης στην χώρα, άμεσα. Την 6η Μαρτίου επανήλθε, όταν οι ΝΑΤΟικές χώρες απαίτησαν από το Ισλαμαμπάντ να επιβάλλει κυρώσεις στη Ρωσία. «Και τι νομίζετε ότι είμαστε; Σκλάβοι σας που θα κάνουν ότι τους πείτε;» ήταν η δήλωσή του.

 

Οι σχέσεις ΗΠΑ- Πακιστάν βρίσκονται σε κακό σημείο, ειδικά λόγω της συνεργασίας ΗΠΑ – Ινδίας, και από καιρού οι αναλυτές «βλέπουν» προσχώρηση του Πακιστάν στον Κινεζορωσικό άξονα. Και οι σχέσεις δεν φαίνεται να διαταράσσονται, αφού πριν μεταβεί στο Δελχί ο κινέζος υπουργός Εξωτερικών επισκέφτηκε το Ισλαμαμπάντ (και το Αφγανιστάν), άφησε, δε, να εννοηθεί ότι στο θέμα του Κασμίρ είναι με την πακιστανική πλευρά.

 

Σε κάθε περίπτωση, η Ινδία είναι ένας ισχυρός παίκτης στην περιοχή, πυρηνική δύναμη – όπως και η Κίνα, η Ρωσία και το Πακιστάν- και σημαντικός κόμβος στην ευρασιατική πραγματικότητα. Η ένταξη Πακιστάν και Ινδίας στον ίδιο άξονα, παρά τις εντάσεις και υπό όρους – που στην πραγματιστική και κυρίως οικονομική κινεζική εξωτερική πολιτική φαίνονται αποδεκτοί – και η ενίσχυση του δρόμου του Μεταξιού με παράλληλη ενίσχυση των BRICS, σταθεροποιεί την Ασία, ενισχύει περαιτέρω το διεθνή ρόλο της και μεταφέρει το κέντρο του κόσμου. Οι ισχυροί οικονομικοί δεσμοί και η κοινή ανάπτυξη είναι το δέλεαρ, και κανείς δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει μικρό.

 

Τα αναπάντητα τηλεφωνήματα του προέδρου των ΗΠΑ

 

Την 8η Μαρτίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζό Μπάιντεν, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τους ηγέτες δύο σημαντικών στην ενεργειακή παραγωγή του πλανήτη κρατών, της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκηπα διάδοχο Μωχάμεντ μπιν Σαλμάν, και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σεϊχη Μωχάμεντ μπιν Ζαγιέντ. Και οι δύο ηγεσίες αρνήθηκαν να απαντήσουν στα τηλεφωνήματά του, όπως αποκάλυψε η Wall Street Journal. Κάτι που, από μόνο του, αποτελεί είδηση. Και οι δύο ηγεσίες ήξεραν ότι ο σκοπός των τηλεφωνημάτων ήταν η (απ)αίτηση, από πλευράς ΗΠΑ, να ανοίξουν οι κάνουλες και να αυξηθεί η παραγωγή και εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι δύο χώρες έχουν λόγους να μην «συμπαθούν» την κυβέρνηση Μπάιντεν, που δεν τις στηρίζει όσο θα ήθελαν στον πόλεμο της Υεμένης και που έχει κάτσει με το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, και ειδικά ο σαουδάραβας πρίγκηπας έχει και προσωπικούς λόγους, καθώς κατηγορείται για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, το 2018.

 

Σημασία όμως, δεν έχει τόσο το παρασκήνιο, όσο το γεγονός ότι τα δύο αραβικά καθεστώτα θεωρούν ότι όχι μόνο μπορούν να αρνούνται να μιλήσουν με τις ΗΠΑ, αλλά μπορούν και να το δημοσιοποιούν – ενώ μιλούν, και συζητούν, με τη Ρωσία, που αν και δεν είναι μέλος του ΟΠΕΚ, έχει λόγο μέσω του ΟΠΕΚ+. Κι οι δύο χώρες δήλωσαν πως δεν θα παράξουν παραπάνω πετρέλαιο από ότι έχουν συμφωνήσει στον ΟΠΕΚ, πάντως, και δεν βλέπουν αρνητικά τη χρήση του ρουβλιού στις συναλλαγές τους με τη Ρωσία. Ειδικά οι Σαουδάραβες, μάλιστα, ανακοίνωσαν προ πενθημέρου, ότι θα επενδύσουν τα (σημαντικότατα) κέρδη τους από την αύξηση της τιμής του πετρελαίου στη δημιουργία υποδομών που θα επιτρέπουν και αύξηση της παραγωγής «από το 2027». Σε βάθος πενταετίας, και μόνον αν οι τωρινές πετρελαϊκές τους εγκαταστάσεις μένουν ακέραιες…

 

Ιράν και Βενεζουέλα

 

Οι (έμμεσες) συνομιλίες των ΗΠΑ με το Ιράν, στη Βιέννη, για την επιστροφή στην συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, βαίνουν καλώς, με κάποια μικρά σκαμπανεβάσματα και φαίνεται πως πολύ σύντομα θα έχουν αποτέλεσμα. Ένα αποτέλεσμα που, με την άρση των βάρβαρων και παράνομων κυρώσεων εις βάρος της Τεχεράνης, θα «ρίξει στην αγορά» εκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο και θα βοηθήσει να κρατηθεί κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι η τιμή του πετρελαίου.

 

Το μεγάλο πρόβλημα εδώ, όμως, είναι το Ισραήλ, που αντιδρά έντονα στη συμφωνία, όπως και στην «κίνηση καλής θέλησης» που φέρεται να κάνει σύντομα η κυβέρνηση Μπάιντεν, με την έξοδο των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν από τη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Αν η ανάγκη για πετρέλαιο επικρατήσει των σχέσεων ΗΠΑ – Ισραήλ, μένει να φανεί, ειδικά καθώς υπάρχουν ενδείξεις για κινητικότητα στο Παλαιστινιακό. Το Ιράν πάντως, υπό τον Ραϊσί, φαίνεται πως κρατά ισορροπημένη στάση, ανοικτό προς όλους, με μότο την δήλωση του σημερινού προέδρου πως «δεν είμαστε ούτε Δύση ούτε Ανατολή». Και, βεβαίως, το Ιράν ξέρει πολύ καλά ότι οι ΗΠΑ δεν είναι ποτέ φίλος και σύμμαχος, δεν έχουν σταθερό λόγο ούτε σταθερή πολιτική, κι όχι μόνο απέναντί του.

 

Σε αυτό το πλαίσιο – της πτώσης της τιμής του πετρελαίου – έγιναν και οι κινήσεις ξαφνικής ..φιλίας προς τη Βενεζουέλα, όπου οι ΗΠΑ απέστειλαν υψηλόβαθμους αξιωματούχους του Στέητ Ντηπάρτμεντ. Επειδή το πετρέλαιο της Βενεζουέλας έχει ανάγκη ειδικής επεξεργασίας, όπως και το ρωσικό, κι αυτή η επεξεργασία γίνεται στις ΗΠΑ, και βρίσκεται και πιο …κοντά, είναι μια πολύ καλή οικονομική λύση. Όμως η Βενεζουέλα δε φαίνεται να είναι έτοιμη να πέσει στην αγκαλιά των ΗΠΑ και να ξεχάσει τη στήριξη της Ρωσίας την εποχή των κυρώσεων (που, παράνομες και μονομερείς, συνεχίζονται). Και, επίσης, δε φαίνεται να βιάζεται να μοιράσει το πετρέλαιό της προνομιακά σε οποιονδήποτε – άλλωστε, είναι ιδρύτρια χώρα του ΟΠΕΚ. Μάλλον είναι πιο πιθανό να βοηθήσει με το πετρελαϊκό έλλειμα το Ιράν, παρά η Βενεζουέλα, όπως τουλάχιστον δείχνουν τώρα τα πράγματα. Οτι κι αν συμβεί όμως, η στροφή της πολιτικής των ΗΠΑ διαγράφεται ξεκάθαρη.

 

Η εμφάνιση του Άσαντ στο προσκήνιο

 

Μία ακόμη εξέλιξη, την περίοδο του πολέμου, ήταν η έξοδος, μετά από πολλά χρόνια, του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, σε χώρα μη σύμμαχό του κατά τη διάρκεια του εντεκαετούς πολέμου στη Συρία. Ο Μπασάρ αλ Άσαντ επισκέφθηκε το Αμπου Ντάμπι και συναντήθηκε με το σεϊχη Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ, την περασμένη εβδομάδα, σε μια σαφή κίνηση εξομάλυνσης των σχέσεων της Συρίας με εχθρικές (ως χθες;) στο καθεστώς Άσαντ αραβικές χώρες, επιλέγοντας μάλιστα μια χώρα που έχει στενές σχέσεις με το Ισραήλ, και παράλληλα οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ χειροτερεύουν.

 

Η επίσκεψη Άσαντ είναι μάλλον η πιο μεγάλη νίκη της ρωσικής διπλωματίας, σε καιρό πολέμου. Από το 2015 και την (καθοριστική) στρατιωτική επέμβαση της Μόσχας (και του Ιράν) στον εμφύλιο της Συρίας, ήταν βασικός στόχος να πεισθούν οι αραβικές χώρες του Κόλπου να αποδεχθούν ως ηγέτη της Συρίας και πάλι τον Άσαντ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φαίνεται πως έχουν αναλάβει, ενεργά πια, αυτό το ρόλο και έρχονται, ντε φάκτο, πολύ κοντύτερα στη Ρωσία, ενώ απομακρύονται από την αμερικάνικη σφαίρα επιρροής. Και, βεβαίως, έχει σημασία – μετά τα ..αναπάντητα τηλεφωνήματα – πως ο Λευκός Οίκος έμαθε για την επίσκεψη ενώ ήταν εν εξελίξει, από τα μέσα ενημέρωσης. Ο σεϊχης είχε μπει στον κόπο να ενημερώσει για αυτήν μόνον την Αίγυπτο και το Ισραήλ, που ..αμέλησε να ενημερώσει τον Μπάιντεν. Στις λεπτομέρειες: τα Εμιράτα ψήφισαν στον ΟΗΕ την καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, γιατί τους το ζήτησε το Ισραήλ, που μεσολάβησε για τις ΗΠΑ…

 

Εν κατακλείδι, η οπτική της Κίνας

 

Μερικές παράγραφοι από εντιτόριαλ της αγγλόφωνης επίσημης «φωνής» του Πεκίνου, δείχνουν πως η Κίνα ήταν έτοιμη για αυτές τις αλλαγές, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, που φαίνεται πως επικεντρώνονταν και επικεντρώνονται μόνον στον κόσμο που ξέρουν, έναν κόσμο πολύ μικρότερο του πραγματικού…

 

«…Αφού ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, κατηγόρησε την Κίνα πως στέκεται “στη λάθος πλευρά της ιστορίας” όσον αφορά τη Ρωσο-Ουκρανική σύγκρουση, ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Μπόρις Τζόνσον, και ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Σκοτ Μόρισον, ακολούθησαν, ασκώντας ανάλογη πίεση στην Κίνα. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ινδία, ο Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας ύψωσε τη φωνή του για το Ουκρανικό ζήτημα, προσπαθώντας να ασκήσει πίεση ώστε να πείσει το Νέο Δελχί να αλλάξει τη στάση του, καταδικάζοντας τη Ρωσία. Ακόμα και το Associated Press ανέφερε σε ανάρτησή του στο Twitter πως “εν μέσω παγκόσμιας σύμπλευσης όσον αφορά την καταδίκη του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Αφρική έχει παραμείνει ως επί το πλείστον σιωπηλή”.

 

Δεν επαφίεται στην Ουάσινγκτον να αποφασίσει ποιος στέκεται “στη λάθος πλευρά της ιστορίας”. Οι ΗΠΑ δε μπορούν να αποδώσουν με τη βία την ετικέτα που ανήκει στις ίδιες σε κάποιον άλλον. Όπως σχολίασε χρήστης του διαδικτύου κάτω από την ανάρτηση του AP στο Twitter, “δε θα πιούμε εμείς Παναντόλ για το δικό σας πονοκέφαλο”. Οι ΗΠΑ είναι αυτές που πυροδότησαν τη σύγκρουση και είναι το μεγαλύτερο από τα χέρια που κρύβονται πίσω από την κουρτίνα, που έχει οδηγήσει τη Ρωσο-Ουκρανική κρίση στη σημερινή κατάσταση. …

 

Οι ΗΠΑ επαναφέρουν μια νέα Ιερά Εξέταση, σαν τη διαβόητη στη μεσαιωνική Ευρώπη, και όσοι διαφωνούν με τις ΗΠΑ έχουν χαρακτηριστεί “αιρετικοί”. Οι ΗΠΑ επιθυμούν επίσης να δέσουν και να κάψουν τους “αιρετικούς” στους στύλους της διεθνούς κοινής γνώμης. Όμως, προς απογοήτευση των ΗΠΑ και των ακολούθων τους, παρότι υποστηρίζουν ένθερμα πως οι χώρες πρέπει να πάρουν θέση, δε μπορούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι συνεχίζουν να είναι η μειονότητα στη διεθνή κοινότητα. Οι ΗΠΑ θέλουν να τις ακολουθήσει ολόκληρος ο πλανήτης στην καταδίκη και επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αλλά περισσότερες από 100 χώρες δεν έχουν εμπλακεί…

 

Η στάση των μη Δυτικών μεγάλων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας, της Βραζιλίας, και της Νότιας Αφρικής, είναι παρόμοια με αυτή της Κίνας – ελπίζουν να διευκολυνθεί ο διάλογος για την επίτευξη της ειρήνης και να κατασταλλεί η σύγκρουση όσο το δυνατό νωρίτερα. Γιατί; Επειδή κάθε άνθρωπος με νηφάλια σκέψη μπορεί να δει πως οι ακραίες κυρώσεις δε θα βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης. Αντίθετα, θα ρίξουν μόνο λάδι στη φωτιά.».

 

Οι τρεις χώρες που αναφέρονται είναι θεμέλιες των BRICS.

 

*Το γεγονός ότι ο Κισίντα ξενάγησε τον απεσταλμένο των ΗΠΑ στο Τόκυο, Ραμ Εμάνουελ, στη Χιροσίμα, για να του δείξει τι σημαίνει «η ρωσική πυρηνική απειλή», στο έδαφος που οι ΗΠΑ σκόρπισαν το θάνατο – η μόνη χώρα στον πλανήτη που έχει χρησιμοποιήσει ατομικό όπλο – ας μείνει ασχολίαστο.

 

**Έχει ενδιαφέρον η άποψη του Αντρέι Μαρτυάνωφ, πρώην σοβιετικού αξιωματικού του ναυτικού και νυν πολίτη των ΗΠΑ, ειδικού σε θέματα Ρωσίας όπως και πολεμικού ναυτικού, που έχει αναφέρει πως «παρά την ύβριν» οι ΗΠΑ έχουν χάσει τους περισσότερους πολέμους, μετά τον Β΄Παγκόσμιο – και τον Β’ Παγκόσμιο, ας μας επιτραπεί, παρά την χολυγουντιανή ιστορία, δεν τον κέρδισαν οι ΗΠΑ αλλά οι σοβιετικοί, η ΕΣΣΔ των δεκάδων εκατομμυρίων νεκρών. Οι αναφορές του γίνονται σε Κορέα, Βιετνάμ, Αφγανιστάν, και την καταστροφή που επέφεραν σε Ιράκ, Συρία και Λιβύη.

 

***Ο Τετραμερής Διάλογος Ασφάλειας, γνωστότερος ως Τετράδα, Quad, ξεκίνησε με τη συμμετοχή Αυστραλίας, ΗΠΑ, Ιαπωνίας και Ινδίας, με στόχο «ένα ασιατικό ΝΑΤΟ», που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κινεζική ανάπτυξη, οικονομική και στρατιωτική. Ξεκίνησε το 2007, πέρασε για λίγο στα αζήτητα, και «ξαναζωντάνεψε» το 2017, γινόμενος αφορμή για αναλύσεις περί έναρξης του νέου Ψυχρού Πολέμου.

 

thepressproject.gr