Ο ΜΠΡΕΧΤ ΩΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΥ


Η Ν.Βαλαβάνη γράφει στην ηλεκτρονική ΕφΣυν για το χθεσινό θέμα των Πανελλήνιων Εξετάσεων 2023 για τα ΕΠΑΛ στο μάθημα των Νέων Ελληνικών

 

                                                 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj4rPuUcAOK06lWGIz5_yQHggoOG4nWomJDffAoJX4mwc-o-XZjvx_y1zct9OlnWXkWJs2wVU2qhKj-jiwDE8A1_UjxBHs7LoIRu9fkGNbsMTUplaQqe376keHpwbXD8v1FYzHq4U3jynFrycLRm0bPFxd8HchugX84E5-iA6N_-JpHVX11vcyYI8Nu/s325/Untitled324234.jpg

 

Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 μετέφρασα μια δική μου επιλογή 250 από τα λίγο περισσότερα από 1000 μέχρι τότε γνωστά ποιήματα του Μπρεχτ. (Σήμερα γνωρίζουμε ένα υπερδιπλάσιο ποιητικό corpus, το μεγαλύτερο μέρος από το οποίο έχει περιληφθεί στη μεγάλη γερμανική έκδοση των «Απάντων» του.) Η μετάφραση μου πρωτοκυκλοφόρησε το 1988 από τη “Σύγχρονη Εποχή” με τον τίτλο Μπέρτολτ Μπρεχτ - Ποιήματα. Μέχρι το 1992 είχαν υπάρξει άλλες τρεις – αν δεν κάνω λάθος - εκδόσεις των «Ποιημάτων» από τη Σ.Ε., χωρίς ωστόσο να φέρνουν πάνω τους τη σχετική ένδειξη.

Σήμερα υπάρχουν ακόμα λίγα αντίτυπα από την ουσιαστικά 4η έκδοση του 1992, από την οποία αντλήθηκε και το ποίημα του Μπρεχτ «Καταφύγια για τη νύχτα» (πρωτότυπος τίτλος «Die Nachtlager», αγγλική μετάφραση «A Bed for the Night»): Ως το λογοτεχνικό κείμενο του θέματος – σε ενότητα με το μη λογοτεχνικό κείμενο με τίτλο «Τα οφέλη του εθελοντισμού» - για την εναρκτήρια εξέταση στο μάθημα των Νέων Ελληνικών στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2023 των Επαγγελματικών Λυκείων, ημερήσιων και εσπερινών.

Αμφιβάλλω αν θα επέλεγαν αυτό το ποίημα και το θέμα για τους μαθητές των ΓΕΛ: Η σύνθεση του εξεταζόμενου μαθητικού σώματος των ΕΠΑΛ σημαίνει ότι οι ηλικίες «παίζουν» από την εφηβεία μέχρι και κοντά στη σύνταξη, ενώ μεγάλος αριθμός από τους μαθητές είναι εργαζόμενοι και εργαζόμενες, πολλοί ανάμεσα τους με δική τους οικογένεια.

Μέχρι στιγμής έχω υπόψη μου μια και μοναδική διαμαρτυρία (από μεριάς της ιστοσελίδας «Ατέχνως») για υποβάθμιση του ρόλου και της δουλειάς του μεταφραστή και απαξίωση του εκδοτικού οίκου, επειδή δεν ενημερώθηκαν οι εξεταζόμενοι για τα ονόματα της μεταφράστριας και των εκδόσεων. Καμιά ωστόσο ένσταση δεν φαίνεται να διατυπώθηκε μέχρι στιγμής για την ουσία: Το ίδιο το πλαίσιο, άρα και την επιζητούμενη από τους εξεταζόμενους αντίδραση, στην οποία τοποθετείται από τους εξεταστές το συγκεκριμένο ποίημα του Μπρεχτ.

Tο ποίημα:

ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ακούω πως στη Νέα Υόρκη 

Στη γωνιά της 26ης Οδού και του Μπροντγουαίη 

Στέκει ένας άντρας κάθε βράδυ τους μήνες του χειμώνα 

Και στους άστεγους που μαζεύονται βρίσκει ένα καταφύγιο για τη νύχτα 

Κάνοντας εκκλήσεις στους διαβάτες.

Ο κόσμος έτσι δε θ’ αλλάξει.

Δε θα καλυτερέψουνε ανάμεσα στους ανθρώπους οι σχέσεις 

Δε συντομεύει έτσι η εποχή της εκμετάλλευσης. 

Μα ωστόσο λίγοι άνθρωποι βρίσκουνε καταφύγιο για τη νύχτα 

Για μια νύχτα τους φυλάγεις απ’ τον άνεμο

Το χιόνι που προορίζονταν γι’ αυτούς πέφτει στο δρόμο.

Σαν διαβάσεις τούτο ‘δω, μην κλείσεις το βιβλίο, άνθρωπε.

Λίγοι άνθρωποι βρίσκουνε καταφύγιο για τη νύχτα 

Για μια νύχτα τους φυλάγεις απ’ τον άνεμο 

Το χιόνι που προορίζονταν γι’ αυτούς πέφτει στο δρόμο. 

Μα ο κόσμος έτσι δε θ’ αλλάξει 

Δε θα καλυτερέψουνε ανάμεσα στους ανθρώπους οι σχέσεις 

Δε συντομεύει έτσι η εποχή της εκμετάλλευσης.

Ο Μπρεχτ το έγραψε το 1931, τον δεύτερο ήδη χρόνο της Μεγάλης Κρίσης, που ξεκίνησε το 1929 με το Κραχ στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και μεταδόθηκε γρήγορα σε όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, στη Γερμανία επιταχύνοντας την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και «ετοιμάζοντας» μέσα σε λιγότερο από δυο χρόνια την παράδοση της εξουσίας από τον νικητήριο Συνασπισμό των μεγαλοαστικών και κεντρώων κομμάτων υπό τον Φον Πάπεν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας υπό τον Χίτλερ. Ωστόσο το ποίημα γράφτηκε σε συσχέτιση – αλλά χωρίς τελικά να συμπεριληφθεί - με το διδακτικό θεατρικό έργο (Lehrstueck) του Μπρεχτ «Η Αγία Ιωάννα των Σφαγείων», όπου το κυρίαρχο δίλημμα, σύμφωνα με τα λόγια της Ιωάννας στα Σφαγεία του Σικάγο, είναι: Tι είναι προτιμότερο, «να πεθαίνεις καλός» ή «να πεθαίνεις παραδίδοντας έναν κόσμο καλό»;

Ο Μπρεχτ τοποθετεί το ποίημα ολοφάνερα στη Αμερική της Κρίσης, η πηγή του ωστόσο είναι πολύ παλιότερη, το μυθιστόρημα του Τεοντόρ Ντράιζερ Αδερφή Κάρι (πρώτη έκδοση στις ΗΠΑ το 1900, στη Γερμανία το 1928). Στο 45ο κεφάλαιο του και υπό τον υπέρτιτλο Curious shifts for the Poor, ο Ντράιζερ περιγράφει τη διαμεσολάβηση ανθρώπων που περίμεναν στο δρόμο για να πείσουν τους περαστικούς να φιλοξενήσουν κάποιο άστεγο για μια χειμωνιάτικη νύχτα σε μια Νέα Υόρκη στο μεταίχμιο του 19ου με τον 20ο αιώνα – μια συμπεριφορά της οποίας ο συγγραφέας της Αδερφής Κάρι πλέκει το εγκώμιο. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε μόλις δυο χρόνια πριν το θάνατο του Μπρεχτ, σε συλλογή με τίτλο Ποιήματα και τραγούδια του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Επιλογή Πέτερ Ζούρκαμπ, εκδ. Suhrkamp, Βερολίνο & Φρανκφούρτη, 1956.

Για όποιον έχει μάτια και διαβάζει και μυαλό που στοιχειωδώς κρίνει, το ποίημα δεν αποτελεί συνέχιση, στις συνθήκες της Μεγάλης Κρίσης, του εγκώμιου στη φιλανθρωπία που πλέκει ο Ντράιζερ. Ούτε έχει να κάνει με τον «εθελοντισμό», όπως μάλιστα αυτός οριοθετείται στο πρώτο, το μη λογοτεχνικό εισαγωγικό κείμενο στις Πανελλήνιες Εξετάσεις των Νέων Ελληνικών. Σ’  αυτό γίνεται επίκληση των συμπερασμάτων της έρευνας δυο ψυχολόγων, σύμφωνα με την οποία όσοι ασχολούνται συστηματικά με την εθελοντική δουλειά:

«Έχουν την ικανότητα να υπομένουν καλύτερα τις εργασιακές πιέσεις... Την επόμενη μέρα στην εργασία τους νιώθουν πιο χαλαροί. Είναι πιο ψύχραιμοι και πιο υπομονετικοί σε σχέση με τους συναδέλφους τους, όταν αντιμετωπίζουν δύσκολες και πιεστικές εργασιακές συνθήκες... Οι εθελοντές ξεχνάνε τα προσωπικά τους προβλήματα και με τη βοήθεια της ομάδας παρακάμπτουν ψυχολογικά και κοινωνικά αδιέξοδα... (Ο εθελοντισμός) τους προσφέρει το ανιδιοτελές αίσθημα αισιοδοξίας, πληρότητας και προσωπικής δικαίωσης που από καιρό είχαν απωλέσει στην καθημερινή κοινωνική, εργασιακή και οικογενειακή τους ζωή... Μέσα από τον εθελοντισμό βελτιώνεται η υγεία, μειώνεται το στρες και ενισχύεται η αυτοεκτίμηση τους.» Μ’  άλλα λόγια, το πλαίσιο μέσα στο οποίο «στήνεται» το ποίημα του Μπρεχτ έχει να κάνει με την άσκηση ενός εθελοντισμού-χλωμού υποκατάστατου ενός φάσματος καταστάσεων: Ξεκινά ως εθελοντισμός-εναλλακτικό υποκατάστατο της συνδικαλιστικής δράσης (προφανώς προς όφελος της εργοδοσίας), καθώς εγκωμιάζεται η προσφορά του στην ανάσχεση της ανάδειξης των εργασιακών προβλημάτων και στην αποτροπή οποιασδήποτε σύγκρουσης για επίλυση εργατικών διαφορών στον τόπο δουλειάς, ενώ εγκωμιάζεται η διαπαιδαγώγηση των εθελοντών στην υπομονή σ’  ένα πιεστικό εργασιακό περιβάλλον: Υπομένουν την εκμετάλλευση με μεγαλύτερη αντοχή και ψυχραιμία απ’  ότι οι μη εθελοντές συνάδελφοι τους. Για να καταλήξει ως υποκατάστατο ενός είδους ομαδικής και ατομικής ψυχοθεραπείας, καθώς «η εθελοντική δραστηριότητα (αποτελεσματικότερη, αν συγκριθεί - όπως γίνεται στην έρευνα - με μαθήματα μαγειρικής, θεάτρου, δημιουργικής γραφής ή και με συμμετοχή σε ομαδικό άθλημα) αναπληρώνει έστω και φαντασιακά την ανάγκη των ανθρώπων για προσωπική δημιουργία».

Εκεί κάπου στα ενδιάμεσα ξεμπερδεύει και με το θέμα της αλλαγής του κόσμου: «Οι εθελοντές κάνουν τον κόσμο καλύτερο, βάζοντας τέρμα στην αδράνεια και παίρνοντας πρωτοβουλίες για την επίλυση καθημερινών προβλημάτων.»

Μη μου πείτε ότι όσοι καθόρισαν τα εξεταστικά θέματα δεν πήραν υπόψη τους ότι απευθύνονται σε μεγάλο βαθμό σε εργαζόμενους, άντρες και γυναίκες. Ότι ο περιγραφόμενος «εθελοντισμός» δεν είναι καν αταξικός, αλλά ταξικότατος, με διάφανο κυρίαρχο στόχο όχι κάποιου είδους κοινωνική χρησιμότητα του εθελοντή, αλλά την εξασφάλιση εργασιακής «ειρήνης» σε τόπους δουλειάς «με πιεστικό εργασιακό περιβάλλον». Δεν είναι καν εθελοντισμός για την εξυπηρέτηση δικαιωμάτων, μάλλον για την εξάλειψη τους.

Η ποίηση του Μπρεχτ προφανώς δεν έχει οποιαδήποτε σχέση μ’ ένα τέτοιο σκηνικό. Αυτό που μου κάνει μεγαλύτερη εντύπωση, ωστόσο, είναι η «απάντηση» («ενδεικτικές απαντήσεις») της Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδος. Όποιος - ή κάποιος απ’  όσους συντάξανε τις «ενδεικτικές απανήσεις», αν είναι συλλογικές – κατά βάση ξέρει μια χαρά τι γίνεται, δε μπορεί όμως ή δε θέλει να κάνει την αναγκαία προβολή που θα ερμηνεύσει τη στάση του αφηγητή στο ποίημα: «Το ποιητικό υποκείμενο με βεβαιότητα διαπιστώνει ότι με μεμονωμένες εθελοντικές πράξεις ανθρωπιάς δεν εξαλείφεται η εκμετάλλευση, που αποτελεί τη βαθύτερη αιτία του προβλήματος των αστέγων. Έμμεσα κάνει μια έκκληση στους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν την εκμετάλλευση μέσα στην κοινωνία και ν’  αγωνιστούν ενάντια σ’  αυτήν. Συμφωνώ με το ποιητικό υποκείμενο, γιατί μόνο με τη δημιουργία ενός κόσμου χωρίς αδικίες, ανισότητες κι εκμετάλλευση θα πάψουν να υφίστανται άστεγοι που βιώνουν συνθήκες εξαθλίωσης.» Ωστόσο, στο ίδιο κείμενο-«ενδεικτικές απαντήσεις» υποστηρίζεται ότι μέσω του ποιήματος «αισθητικοποιείται οπτικά στη φαντασία του αναγνώστη η μορφή του ανήμπορου συνανθρώπου», που δεν είναι άλλος από αυτόν που διαμεσολαβεί για να βρει ένα κρεβάτι για τη νύχτα για κάποιο άστεγο, ενώ οι άστεγοι περιγράφονται ως «επαίτες».

Θεωρείται επίσης ότι το ποίημα εκπέμπει ένα «ελπιδοφόρο μήνυμα»: «Η ζωή των αστέγων είναι σκληρή, άθλια, όμως έστω λίγοι άνθρωποι με αποθέματα ανθρωπιάς προσφέρουν καταφύγιο έστω για μια νύχτα σε άστεγους, προφυλάσσοντας τους από τις καιρικές συνθήκες και τους κινδύνους. Αυτοί αποτελούν την ελπίδα για το μέλλον!»

Ωστόσο αυτό που λέει το ποίημα είναι καθαρό, αρκεί κανείς να το διαβάσει προσεκτικά: Στο ρεφρέν  του εκφράζεται η μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη συμμετοχής στη συλλογική πάλη για την αλλαγή του κόσμου προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, που θα λύσει και το πρόβλημα έλλειψης κατάλληλης και φτηνής στέγης για όλους, και στη δυνατότητα να βοηθήσεις έστω για μια νύχτα λίγους ανθρώπους ν’  αποφύγουν τον άνεμο και το χιόνι – πράγμα που δε θ’  αλλάξει τίποτα για την ανθρωπότητα, μπορεί όμως να είναι η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου για κάποιους απ’  αυτούς. Με άλλα λόγια, η αντίφαση ανάμεσα στην αγωνιστικότητα και την επαναστατικότητα (για έναν «κόσμο καλό») και στην επίδειξη μιας προσωπικής πρακτικής ανθρωπιάς, που δε θα προχωρήσει σε τίποτα τη διαδικασία για την αλλαγή του κόσμου, αλλά μπορεί να σώσει κάποιο άνθρωπο («να είσαι εσύ ο ίδιος καλός»).

Όλη η τεχνική «αποστασιοποίησης», η ανάγκη δηλ. κάτι που θεωρείται «κανονικό» και «συνηθισμένο», όπως είναι οι άνθρωποι που ζουν στο δρόμο χωρίς σπίτι στοιχειώνοντας τις μεγαλουπόλεις, να μπορεί να ειδωθεί με φρέσκια ματιά ως κάτι μη κανονικό και ασυνήθιστο, και προπαντός ως κάτι όχι «προαιώνειο και εις τον αιώνα των αιώνων», αλλά που μπορεί ν’ αλλάξει (αυτό που ο Μπρεχτ καθορίζει ως «ιστορικοποίηση»), στο συγκεκριμένο ποίημα περνάει μέσα από το «αναποδογύρισμα» του ρεφρέν κατά την επανάληψη του: Στην πρώτη αναφορά του, τονίζεται ότι «ο κόσμος έτσι δε θ’  αλλάξει», μα ωστόσο «λίγοι άνθρωποι βρίσκουνε καταφύγιο για τη νύχτα». Στην επανάληψη ενός αντεστραμμένου ρεφρέν, ωστόσο, ναι μεν «λίγοι άνθρωποι βρίσκουνε καταφύγιο για τη νύχτα», «μα ο κόσμος έτσι δε θ’  αλλάξει... δε συντομεύει έτσι η εποχή της εκμετάλλευσης». Οι δυο εκδοχές του ρεφρέν διακόπτονται από μια στροφή που περιλαμβάνει μόνο ένα στίχο, την προτροπή του ποιητή στον αναγνώστη του ποιήματος να μη θεωρήσει ότι με την πρώτη αναφορά στο ρεφρέν το θέμα έχει τελειώσει και μπορεί να κλείσει τώρα το βιβλίο, αλλά να συνεχίσει να διαβάζει, έτσι ώστε να μην του ξεφύγει η σημασία που έχει το αναποδογύρισμα του ρεφρέν.

Τι λύση δίνει ή βλέπει σ’  αυτή την αντίφαση ο Μπρεχτ;

Εδώ θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω και με τη λακωνική διαπίστωση των Γερμανών επιμελητών του Μπρεχτ στα σχόλια του “Gedichte 4”, Band 14 («Ποιήματα, τόμος 4», 14ος τόμος των Απάντων του): «(Η συμπεριφορά του ανθρώπου που διαμεσολαβεί για να βρεθεί ένα κρεβάτι για τη νύχτα) για τον Μπρεχτ αποτελεί έκφραση μιας ρεφορμιστικής σχέσης.» Φυσικά τέτοια σχέση είναι από τη στιγμή που ένα κρεβάτι για μια νύχτα δε μπορεί ν’  αλλάξει την κατάσταση του κόσμου. Αλλά ο Μπρεχτ δεν έγραψε το ποίημα αναποδογυρίζοντας το ρεφρέν για να μας πει απλώς αυτό. Σε μια τέτοια περίπτωση το ρεφρέν θα εμφανιζόταν μια μόνο φορά, στη δεύτερη εκδοχή του. Στο ποίημα όμως παρουσιάζονται με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο και οι δύο εκδοχές, η ρεφορμιστική και η επαναστατική.

Ας υποθέσουμε ότι ο Μπρεχτ, κλείνοντας ολόκληρο το ποίημα με τη δεύτερη, μας κλείνει το μάτι για το ποια είναι η κύρια ανάμεσα στις δυο. Σ’  αυτήν όμως την περίπτωση, ξανά, γιατί μια οριστική τοποθέτηση να υποκαθίσταται από τη διπλή έκφραση μιας αντεστραμμένης αντίφασης; Μήπως επειδή όσο πιο δύσκολες είναι οι εποχές – και ποια εποχή είναι πιο δύσκολη απ’  την όποια εποχή μεγάλης, δομικής κρίσης του καπιταλισμού και ανόδου του φασισμού, κάπως όπως και σήμερα – έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία και χωρίς να ξεχνάει κανείς το κύριο, την αλλαγή του κόσμου για να καταργηθεί η έλλειψη στέγης, το να μπορεί κάποιος να κοιμηθεί ζεστά και στεγνά έστω και για μια νύχτα;

Αυτοί που περιθάλψανε δωρεάν πρόσφυγες στα σπίτια τους χωρίς ν’  ανήκουν σε ΜΚΟ, ξέρουν ότι αυτή η προσφορά δεν είχε προορισμό να υποκαταστήσει ή να καταργήσει τις σχέσεις τους με τις όποιες συλλογικές οντότητες ούτε κάποια δωρεάν προσωπική τους ψυχοθεραπεία. Υπήρξε επειδή η αλληλεγγύη ανάμεσα στους «κάτω» είναι βαθιά κοινωνική ανάγκη. Υπήρξε επειδή η εποχή είναι τόσο βίαιη, που εύκολα γκρεμίζει τα πάντα πέρα απ’  όσα είναι πραγματικά κοινωνικά χρήσιμα με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο. Σε μια εποχή που το «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» της Ρόζας στη διαμάχη της με τον Μπερνστάιν έχει μετασχηματιστεί στο - δικής μου εκδοχής – «η μεταρρύθμιση πλέον προϋποθέτει επανάσταση», μήπως δεν βλάπτει κι ίσα-ίσα χρειάζεται, οι «κάτω» που παλεύουν ακόμα «για έναν κόσμο καλό», να επιδεικνύουν περισσότερη καθημερινή καλωσύνη ανάμεσα τους;

  [------>]