Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ: ΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ, TRUTH UNDER THE RUBBLE: MEDIA IN THE TIME OF GENOCIDE,
Οι ευθύνες μιας δημοσιογραφίας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της γενοκτονίας των Παλαιστινίων

Μια εκτεταμένη σύνοψη, με εκτεταμένα αποσπάσματα μεταφρασμένα από την έκθεση. Εχω προσθέσει και τις δικές μου σημειώσεις, τις οποίες μπορείτε να αγνοήσετε, και έχω χωρίσει την έκθεση σε 7 ενότητες που νομίζω ότι καλύπτουν τα θέματα που εξετάζονται. Λόγω του μεγάλου μήκους της, σας συνιστώ να τη διαβάσετε εδώ: Lavinia Marchetti
«Η Hind Rajab, 6 ετών, βρέθηκε νεκρή στη Γάζα λίγες μέρες μετά τα τηλεφωνήματα με τα οποία ζητούσε βοήθεια».
Ο τίτλος που αφιέρωσε η BBC σε ένα παλαιστινιακό κοριτσάκι, δυστυχώς γνωστό, που σκοτώθηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις με περισσότερες από 300 σφαίρες. Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε το αναφέρει στην τελευταία της έκθεση προς τα Ηνωμένα Έθνη, με τίτλο «Truth under the rubble: Media in the time of genocide», η οποία είναι αφιερωμένη στον ρόλο των μέσων ενημέρωσης στη γενοκτονία της Γάζας.
Στάθηκα αμέσως σε αυτές τις δύο λέξεις, «βρέθηκε νεκρή ». Μου φαίνεται η τέλεια σύνοψη ενός μαθήματος σύγχρονης δημοσιογραφίας που θα έπρεπε να μελετάμε στις σχολές με τίτλο: πώς να χρησιμοποιείτε την προπαγάνδα όταν γράφετε ένα άρθρο. Το κοριτσάκι, για τους λίγους που δεν θυμούνται ή δεν έχουν δει το βίντεο, ήταν έξι ετών και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια στο τηλέφωνο, και οι IDF τη γάζωσαν με μια πυκνότητα πυρών που θα μπορούσε να εξολοθρεύσει ολόκληρο σύνταγμα. Κι όμως, μόλις η είδηση έφτασε στο γραφείο μιας από τις πιο έγκυρες συντακτικές ομάδες, ξαφνικά δεν είχε κανένας ευθύνη για το θάνατό της.
«Βρέθηκε νεκρή». Μήπως ήταν άραγε μια μοιραία σύμπτωση; Μήπως επρόκειτο για ένα ατύχημα υπό συνθήκες που μένει να διευκρινιστούν; Είναι εντυπωσιακό πόση πολιτική δουλειά μπορεί να επιτελέσει ένα ρήμα, έτσι δεν είναι; Οι δημοσιογράφοι είναι μετρ σε αυτό. Η υπόθεση της Χιντ είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα που τεκμηριώνει η Αλμπανέζε στις είκοσι εννέα σελίδες της έκθεσης A/81/249. Ένα έγγραφο που θεωρώ εξαιρετικής σημασίας (όχι ότι τα άλλα δεν ήταν) . Εδώ και πάνω από δύο χρόνια γινόμαστε μάρτυρες ατέρμονων συζητήσεων γύρω από τη σκοπιμότητα της χρήσης της λέξης «γενοκτονία», για τα περί αντισημιτισμού που καταλογίζεται σε όσους ασκούν κριτική στο Ισραήλ, ακόμη και για την αξιοπιστία των Παλαιστινίων δημοσιογράφων (που είναι πάντα ύποπτοι για συνεργασία με τη Χαμάς),αλλά και αμφιβολιών (τύπου «pallywood» [ * ]) σχετικά με την ηθική νομιμότητα της προβολής συγκεκριμένων φωτογραφιών και για την αυθεντικότητά τους.
Στο μεταξύ, οι μηχανισμοί ενημέρωσης (λίγοι και στα χέρια ελάχιστων «μεγιστάνων», διάβαζε ολιγαρχών) πολλών δυτικών δημοκρατιών συνέβαλε στο να καθοριστεί ποια γεγονότα ήταν «αξιόπιστα» (άγνωστο βάσει ποιου κριτηρίου), ποιες μαρτυρίες έπρεπε να αντιμετωπίζονται με καχυποψία και ποιες κυβερνητικές δηλώσεις μπορούσαν να φτάσουν σε εκατομμύρια ανθρώπους επειδή ως«έγκυρες», καταλήγοντας να βλέπουμε μέχρι και έναν τύπο στην τηλεόραση ,σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης ,να ζητάει «ορισμό του παιδιού».
Η Αλμπανέζε αντιμετωπίζει άμεσα το ζήτημα της ευθύνης των μέσων ενημέρωσης.
Η εισηγήτρια δίνει ένα όνομα σ’ αυτό το φαινόμενο «μηντιακτονία» και στα συμπεράσματά της διευκρινίζει τι εννοεί.Τον θεωρώ ένα σημαντικό όρο, επειδή επιτρέπει να αμφισβητηθεί και η ευθύνη εκείνων που αποφασίζουν ποια γεγονότα θα περιέλθουν στη γνώση του ευρύτερου κοινού.
«Τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση περιγράφουν ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο φαινόμενο το οποίο, από πολλές απόψεις, συνιστά «μηντιακτονία»: την καταστροφή της ουσιώδους λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης στο περιβάλλον της ενημέρωσης που σχετίζεται με τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Αυτό λειτουργεί μέσα από τρεις διαδικασίες που αλληλοενισχύονται: α) τη συστηματική δολοφονία των Παλαιστινίων δημοσιογράφων και των μέσων τεκμηρίωσής τους· β) τη διάδοση και κανονικοποίηση της υποκίνησης σε γενοκτονία και της άρνησής της από τις ισραηλινές αρχές και τομείς των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης· γ) την αναπαραγωγή, από ισχυρά δυτικά μέσα ενημέρωσης και ψηφιακές πλατφόρμες, αφηγημάτων που συγκαλύπτουν, δικαιολογούν ή νομιμοποιούν ειδεχθή εγκλήματα, περιθωριοποιώντας παράλληλα τις παλαιστινιακές φωνές, τα αποδεικτικά στοιχεία και το διεθνές δίκαιο».
(Φραντσέσκα Αλμπανέζε, «Η αλήθεια κάτω από τα ερείπια: Τα ΜΜΕ στην εποχή της γενοκτονίας», A/81/249, 2026, § 90, σ. 28)
Ο Παλαιστίνιος δημοσιογράφος τεκμηριώνει μια δολοφονία, και στη συνέχεια μια συντακτική ομάδα στη Δύση αποφασίζει με ποιες λέξεις θα την αφηγηθεί και σε ποιες μαρτυρίες θα αποδώσει αξιοπιστία. Το γεγονός έχει ήδη διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα όταν φτάνει στο γραφείο εκείνου που ετοιμάζει τον τίτλο και μπορεί, κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, να χάσει, την πιο σημαντική πληροφορία. Σίγουρα δεν θα είναι η επιλογή μιας και μόνο λέξης που θα εξηγήσει μια γενοκτονία. Ωστόσο, αν η άσκηση της δημοσιογραφίας συνίσταται και στο να καθιστά τις ευθύνες αναγνωρίσημες, αναρωτιέμαι πόσο σοβαρή είναι η συμπεριφορά εκείνου που συμβάλλει στη σύγχυση που δημιουργείται.
Και η μέθοδος που ακολούθησε η Αλμπανέζε αξίζει μια διευκρίνιση. Η εισηγήτρια εργάστηκε πάνω σε πρωτογενείς και δημόσιες πηγές, συνεντεύξεις με επιζώντες και ειδικούς, και 89 γραπτές συνεισφορές, από τις οποίες οι 62 αφορούν τα μέσα ενημέρωσης στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία. Από τους δώδεκα ειδησεογραφικούς οργανισμούς στους οποίους ζητήθηκε σχόλιο, μόνο τρεις απάντησαν. Η έκθεση δηλώνει επίσης την αδυναμία της Αλμπανέζε να μεταβεί αυτοπροσώπως στα κατεχόμενα εδάφη. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη έρευνα που βασίζεται σε υλικό διαφορετικής προέλευσης, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμο το να ανατρέχει κανείς στις πηγές που αναφέρονται στις υποσημειώσεις όταν συζητά ένα συγκεκριμένο δεδομένο. (ό.π., § 2, σ. 3.)
Η δημοσιογραφική συνενοχή σε μια γενοκτονία θα πρέπει να εξεταστεί ως συγκεκριμένο ζήτημα. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που πρέπει να προσδιοριστούν; Οι αποφάσεις της σύνταξης του μμε και οι σχέσεις εξουσίας που τις συνοδεύουν. Για παράδειγμα, αν ο δημοσιογράφος αποδέχεται μια στρατιωτική δήλωση χωρίς να την ελέγξει, κάνει μια πολύ συγκεκριμένη επαγγελματική επιλογή, ειδικά αν η δήλωση χρησιμεύει για να δικαιολογήσει έναν βομβαρδισμό εναντίον αμάχων, υποστηρίζοντας, για παράδειγμα, ότι σε ένα βομβαρδισμένο σχολείο βρισκόταν η Χαμάς. Διότι το ζήτημα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ότι όταν διαπιστώνεται ότι μία είδηση είναι ψευδής, η διόρθωση παίρνει απειροελάχιστη προβολή σε σύγκριση με την αρχική είδηση, ή σχεδόν καμία. Το να μιλάμε για «λάθος» είναι πολύ, πάρα πολύ βολικό, μπορεί να γίνει ένας «τρόπος» ενημέρωσης.
Ας δούμε λοιπόν τι γράφει η Αλμπανέζε. Και κυρίως τι συνεπάγεται αυτό.
1. Ο Παλαιστίνιος δημοσιογράφος, στόχος προς εξόντωση
Σχεδόν τριακόσιοι δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις από τον Οκτώβριο του 2023, σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά στοιχεία της έκθεσης. Πάνω από τετρακόσιοι οι τραυματίες. Δεκάδες δολοφονίες τις οποίες οι αναφερόμενες πηγές συνδέουν άμεσα με τη δημοσιογραφική δραστηριότητα. Πάνω από εκατό εργαζόμενοι στα μμε κρατούνται, μερικοί από τους οποίους έχουν υποστεί βασανιστήρια, ενώ περίπου επτακόσιοι δέκα συγγενείς δημοσιογράφων έχουν σκοτωθεί. Ας θέσουμε ένα ερώτημα: τι θα συνέβαινε στην αντίληψή μας για έναν πόλεμο αν εξαφανίζονταν σταδιακά οι φωτογράφοι, οι ανταποκριτές και τα άτομα που διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες για να τον τεκμηριώσουν; Στη Γάζα, όλα αυτά έχουν συμβεί.
Η Αλμπανέζε γράφει:
«Το Ισραήλ δικαιολόγησε τις επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων παρουσιάζοντάς τους ως μαχητές. Σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, οι δημοσιογράφοι χάνουν την προστασία που παρέχεται στους πολίτες μόνο μέσω της άμεσης συμμετοχής τους στις εχθροπραξίες, και το βάρος της απόδειξης βαρύνει τον επιτιθέμενο,ενώ η ιδιότητα του αμάχου θεωρείται δεδομένη. Η ένταξη σε οργάνωση, η εργασιακή σχέση ή οι εκφρασθείσες απόψεις δεν επαρκούν για την εκπλήρωση αυτής της προϋπόθεσης. Το Ισραήλ ανέτρεψε αυτή την αρχή, χαρακτηρίζοντας τους δημοσιογράφους ως «τρομοκράτες» ή «μέλη της Χαμάς», συχνά μετά το θάνατό τους και με βάση αποδεικτικά στοιχεία που κρατούνται μυστικά ή αμφισβητούνται, με σκοπό να προσδώσει νομιμότητα σε παράνομες δολοφονίες».
(Francesca Albanese, Truth under the rubble, A/81/249, 2026, § 15, σ. 7)
Θα ήθελα να σταθώ στη διαδικασία που περιγράφει η Αλμπανέζε. Μας λέει ότι ένας δημοσιογράφος καταγράφει έναν βομβαρδισμό και συλλέγει τις μαρτυρίες των επιζώντων, και στη συνέχεια, φυσικά, δημοσιεύει τις εικόνες. Αργότερα, για τον λόγο αυτό, μπορεί να κατηγορηθεί ότι ανήκει σε ένοπλη οργάνωση. Η κατηγορία μπορεί είτε να προηγηθεί της δολοφονίας του είτε να διατυπωθεί όταν πλέον του έχει αφαιρεθεί κάθε δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και στις δύο περιπτώσεις, το κοινό καλείται να κρίνει τον θάνατο του δημοσιογράφου με βάση την υποτιθέμενη πολιτική του ένταξη και όχι με βάση τα κριτήρια που ορίζει το διεθνές δίκαιο.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδευσης εξαρτάται επίσης από τη διάθεση των μέσων ενημέρωσης να τη διαδώσουν.Μια κυβέρνηση μπορεί να κατηγορήσει κάποιον για τρομοκρατία· στην πραγματικότητα, μπορεί να κατηγορήσει οποιονδήποτε για τρομοκρατία. Πρόκειται όμως για μια δήλωση που απαιτεί αποδείξεις. Εάν μια συντακτική ομάδα αναπαράγει τη φήμη, χωρίς επαρκή έλεγχο, συμβάλλει στη διάδοση της κατηγορίας και την κυκλοφορεί μέσα σε ένα ενημερωτικό περιβάλλον που της προσδίδει εγκυρότητα. Και ίσως τη συμπεριλάβει σε έναν τίτλο, όπου ο αναγνώστης θα τη συναντήσει χωρίς να γνωρίζει τα στοιχεία ούτε τις αποδείξεις.
Η Αλμπανέζε περιγράφει επίσης ένα στοιχείο που, ειλικρινά, θα ήθελα να δω να επεξηγείται σε όλες τις σχολές δημοσιογραφίας. Σύμφωνα με μια έρευνα που αναφέρεται στην έκθεση, τον Οκτώβριο του 2023 ο ισραηλινός στρατός φέρεται να ίδρυσε μια ειδική δομή με την ονομασία «legitimization cell», «κυψέλη νομιμοποίησης». Ήδη το όνομα από μόνο του αξίζει προσοχής.
«Οι στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων συνοδεύτηκαν επανειλημμένα από εκστρατείες συκοφαντικής δυσφήμισης που τους παρουσίαζαν ως νόμιμους στρατιωτικούς στόχους. Τον Οκτώβριο του 2023, σύμφωνα με πληροφορίες, ο ισραηλινός στρατός ίδρυσε μια ειδική μονάδα, την “κυψέλη νομιμοποίησης”, η οποία επανειλημμένα παρουσίασε τους δημοσιογράφους που δραστηριοποιούνται στη Γάζα ως μέλη της Χαμάς. Αυτά τα αφηγήματα εκφοβίζουν τους δημοσιογράφους και δημιουργούν ένα πρόσχημα πριν από τις επιθέσεις· στη συνέχεια, νομιμοποιούν αναδρομικά τις δολοφονίες, αποδίδοντας την ευθύνη στις παλαιστινιακές ένοπλες οργανώσεις μέσω μιας διαστρέβλωσης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η επαναλαμβανόμενη δικαιολόγηση αυτών των επιθέσεων αποτελεί απόδειξη της πρόθεσης στοχοποίησης προστατευόμενων εργαζόμενων στα μέσα ενημέρωσης».
(ό.π., § 26, σ. 10)
Επομένως, θα υπήρχε και μια οργανωμένη στρατιωτική επιχείρηση με σκοπό να καταστήσει δημοσίως αποδεκτή τη δολοφονία του δημοσιογράφου. Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να αποκαλέσουμε τη συμπεριφορά μιας συντακτικής ομάδας που δέχεται αυτή την κατηγορία, την θέτει σε κυκλοφορία και προσδίδει στη λέξη «τρομοκράτης» ένα πιστοποιητικό αξιοπιστίας χωρίς να έχει πρόσβαση σε αποδείξεις; Η ύπαρξη και οι δραστηριότητες της μονάδας αναφέρονται από την Αλμπανέζε βάσει μιας έρευνας· για τις επιμέρους κατηγορίες απαιτείται η επαλήθευση των διαθέσιμων εγγράφων. Το επαγγελματικό ζήτημα παραμένει άθικτο. Πόσες φορές το υλικό που παρήχθη για να δικαιολογήσει μια στρατιωτική επιχείρηση έφτασε στο δυτικό κοινό με την τακτοποιημένη μορφή μιας είδησης;
Η έκθεση ανασυνθέτει, μεταξύ άλλων, την υπόθεση του Άνας αλ-Σαρίφ, δημοσιογράφου του Al Jazeera που σκοτώθηκε τον Αύγουστο του 2025 μαζί με πέντε συναδέλφους του. Πριν πεθάνει, είχε δεχτεί απειλές και κατηγορίες για συμμετοχή στη Χαμάς. Είχε δηλώσει ότι το Ισραήλ ήθελε να τον «δολοφονήσει ηθικά». Και πράγματι, είχε δίκιο: η ηθική δολοφονία προετοιμάζει το έδαφος για τη φυσική εξόντωση, και όταν η τελευταία συμβαίνει, συμβάλλει στο να φανεί δικαιολογημένη, χωρίς να χρειάζονται πλέον αποδείξεις. Η Αλμπανέζε επιμένει και σε μια άλλη συνέπεια. Οι δολοφονημένοι δημοσιογράφοι αποτελούν επίσης τους μάρτυρες πιθανών διεθνών εγκλημάτων. Οι φωτογραφίες, τα βίντεο και οι ηχογραφήσεις μπορούν να αποκτηθούν από τις δικαστικές αρχές. Η εξόντωσή τους επηρεάζει τη διαθεσιμότητα των αποδεικτικών στοιχείων.
Το παράδειγμα του νοσοκομείου Νάσερ, που αναφέρεται στην παράγραφο 19, καθιστά το ζήτημα ακόμη πιο συγκεκριμένο. Τον Αύγουστο του 2025, μια ισραηλινή επίθεση έπληξε το μπαλκόνι του νοσοκομείου, όπου εργάζονταν συνήθως αρκετοί δημοσιογράφοι. Ο πρώτος βομβαρδισμός σκότωσε τον Χουσάμ αλ-Μασρί, εικονολήπτη του Reuters. Μια δεύτερη επίθεση σκότωσε άλλους τέσσερις δημοσιογράφους που έσπευσαν στο σημείο, καθώς και υγειονομικό προσωπικό και διασώστες. Ο συνολικός απολογισμός που αναφέρει η Αλμπανέζε είναι είκοσι δύο νεκροί. Οι ισραηλινές δυνάμεις δήλωσαν ότι είχαν στοχοποιήσει μια «κάμερα της Χαμάς»· η κάμερα αποδείχθηκε ότι ανήκε στο Reuters. Αναρωτιέμαι τι βαθμό επαλήθευσης θα έπρεπε να απαιτεί ένα ειδησεογραφικό μέσο πριν αναπαράγει μια τέτοιου είδους κατηγορία. Και πόση προσοχή θα έπρεπε να λαμβάνει η διάψευση σε σύγκριση με την αρχική δήλωση. (ό.π., § 19, σ. 8.)
Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι η οργάνωση HonestReporting διέδωσε ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον Παλαιστινίων δημοσιογράφων του Reuters και του Associated Press, ισχυριζόμενη ότι είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Και οι δύο πρακτορεία απέρριψαν την κατηγορία. Μια τέτοιου είδους συκοφαντία, όταν απευθύνεται σε έναν επαγγελματία που είναι ήδη εκτεθειμένος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενδέχεται να έχει συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τη φήμη του. (ό.π., § 84, σ. 26.)
Στην παράγραφο 41 η εισηγήτρια καταλήγει σε ένα πολύ σοβαρό νομικό συμπέρασμα:
«Η δολοφονία δημοσιογράφων που έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιοι, οι επιθέσεις κατά των κατοικιών και των οικογενειών τους, καθώς και η καταστροφή των υποδομών των μέσων ενημέρωσης και των τηλεπικοινωνιών, οι οποίες τεκμαίρεται ότι έχουν πολιτικό χαρακτήρα, συνιστούν εγκλήματα πολέμου εκ προθέσεως δολοφονία και εσκεμμένες επιθέσεις κατά αμάχων και μη στρατιωτικών αντικειμένων.
Η εσκεμμένη στοχοποίηση των μελών της οικογένειας των δημοσιογράφων με σκοπό την παρεμπόδιση της δραστηριότητάς τους συνιστά, επιπλέον, μια απαγορευμένη μορφή συλλογικής τιμωρίας και εκφοβισμού προστατευόμενων προσώπων. Οι πράξεις αυτές αποτελούν μέρος της ευρείας και συστηματικής επίθεσης που στρέφεται κατά του άμαχου πληθυσμού της Γάζας. Σε αυτό το πλαίσιο, η δολοφονία των δημοσιογράφων και η δίωξή τους για τις πολιτικές απόψεις που τους αποδίδονται συνιστούν ανθρωποκτονία και δίωξη ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. […]
Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης γενοκτονίας, η συστηματική εξόντωση των μαρτύρων της ενημέρωσης και η καταστροφή των μέσων τεκμηρίωσης αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία γενοκτονικής πρόθεσης. Αποκαλύπτουν μια προσπάθεια που αποσκοπεί στην καταστροφή μιας προστατευόμενης ομάδας και, ταυτόχρονα, των συνθηκών υπό τις οποίες η καταστροφή αυτή μπορεί να γίνει ορατή, να καταγραφεί, να μείνει στη μνήμη και, τελικά, να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη».
(ό.π. § 41, σ. 13-14.)
Κατά τη γνώμη μου, αυτή η σκέψη αξίζει να επεκταθεί και στη συμπεριφορά εκείνων που δέχονται τις μαρτυρίες και αποφασίζουν αν θα τις δημοσιοποιήσουν. Ένας Παλαιστίνιος δημοσιογράφος που σκοτώνεται αποτελεί μια απώλεια που αφορά ολόκληρη την κοινωνία, καθώς και το έργο που θα μπορούσε να είχε επιτελέσει. Εάν τα βίντεο που έχει ήδη δημιουργήσει λογοκρίνονται ή αποσύρονται από την κυκλοφορία, η απώλεια αυτή επιδεινώνεται από αποφάσεις που λαμβάνονται πολύ μακριά από τη Γάζα, συχνά από άτομα που εργάζονται σε άνετα γραφεία, με υψηλό μισθό και μια τέλεια λειτουργική σύνδεση στο Διαδίκτυο. Αυτό δεν μου φαίνεται αμελητέα λεπτομέρεια για όσους αρέσκονται να μιλούν για την ελευθερία του τύπου.
Υπάρχει επίσης μια άλλη δυσκολία, η οποία δημιουργήθηκε απευθείας από τις ισραηλινές αρχές: η ανεξάρτητη πρόσβαση των ξένων δημοσιογράφων στη Γάζα έχει ουσιαστικά αποκλειστεί από τον Οκτώβριο του 2023. Οι εξαιρέσεις που περιγράφει η Αλμπανέζε περιλαμβάνουν κυρίως οργανωμένες επισκέψεις και δημοσιογράφους ενσωματωμένους σε στρατιωτικές μονάδες, οι οποίοι υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο.
«Από τον Οκτώβριο του 2023, το Ισραήλ ουσιαστικά εμποδίζει στους ξένους δημοσιογράφους να εισέλθουν στη Γάζα, εκτός από εκείνους που είναι ενσωματωμένοι σε στρατιωτικές μονάδες υπό αυστηρό έλεγχο και τις οργανωμένες επισκέψεις. Σε ορισμένους δημοσιογράφους απαγορεύτηκε και η είσοδος στη Δυτική Όχθη. Υπό ορισμένες συνθήκες, οι δημοσιογράφοι υπέστησαν πιέσεις που ισοδυναμούν με μορφές εκβιασμού. Το Sky News ανέφερε ότι ενημερώθηκε πως το Ισραήλ θα μπορούσε να ακυρώσει μελλοντικές ανθρωπιστικές πτήσεις, εάν το δίκτυο δημοσίευε τις εικόνες που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια μιας ιορδανικής πτήσης για την παράδοση βοήθειας. Οι δημοσιογράφοι περιέγραψαν μια "φαουστική συμφωνία" : να καλύπτουν τα γεγονότα από μακριά ή να αποδεχτούν τον ισραηλινό έλεγχο
(ό.π., § 45, σ. 15)
Συνεπώς, γίνεται καλύτερα κατανοητή η αξία των παλαιστινιακών μαρτυριών, οι οποίες προέρχονται από ένα έδαφος όπου ο στρατός εμποδίζει την ανεξάρτητη επαλήθευση από τον ξένο τύπο. Μια συντακτική ομάδα μπορεί να δυσκολευτεί να ελέγξει μια επίσημη δήλωση. Αυτός είναι ένας λόγος για να επιδεικνύεται μεγαλύτερη προσοχή απέναντι στην επίσημη δήλωση, βεβαίως, αντί να μεταφέρεται αυτόματα η καχυποψία σε όσους ζουν κάτω από τις βόμβες και καταφέρνουν ακόμα να τις τεκμηριώνουν.
2. Όταν η υποκίνηση σε γενοκτονία γίνεται τηλεοπτική ψυχαγωγία
Στο τέταρτο κεφάλαιο, η Αλμπανέζε εξετάζει τη συμπεριφορά των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης και τη διάδοση δηλώσεων που υποκινούν ρητά στην καταστροφή του παλαιστινιακού πληθυσμού. Οι εκφράσεις που έχουν καταγραφεί προκαλούν σοκ, τις έχω ήδη αναλύσει σε πολλά άρθρα. Παλαιστίνιοι περιγράφονται ως «Αμαλήκ», «τέρατα», «ένα καρκινικό μόρφωμα», όντα που πρέπει «να ξεριζωθούν». Εκπομπές στις οποίες αρνούνται την ύπαρξη αθώων αμάχων στη Γάζα, ενώ οι παρουσιαστές και οι καλεσμένοι φτάνουν στο σημείο να επικαλούνται ανοιχτά την εξόντωση. Στο ισραηλινό κανάλι Channel 14, υπενθυμίζει η έκθεση, ο παρουσιαστής Σιμόν Ρίκλιν (Shimon Riklin) ζήτησε να σβηστεί η Γάζα από προσώπου γης. Άλλες παρεμβάσεις αναφέρθηκαν στο Ολοκαύτωμα, ακόμη και στους θαλάμους αερίων.
Η Αλμπανέζε γράφει:
«Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης κάνουν πολύ περισσότερα από το να μεταδίδουν ή να αναπαράγουν αυτές τις θέσεις· σε πολυάριθμες περιπτώσεις υποκινούν ρητά στη βία, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας, συμβάλλοντας στην κανονικοποίηση των μαζικών θηριωδιών. Ορισμένα μέσα ενημέρωσης έχουν προωθήσει τις μαζικές δολοφονίες και την εξόντωση του άμαχου πληθυσμού της Γάζας, επεκτείνοντας μερικές φορές αυτή τη ρητορική στους Παλαιστίνιους γενικότερα. Εξέχουσες προσωπικότητες του κόσμου των μέσων ενημέρωσης έχουν διαδώσει αυτά τα μηνύματα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ενώ οι τηλεοπτικές συζητήσεις μετατρέπονται σε θαλάμους αντήχησης στους οποίους οι συμμετέχοντες ενισχύουν αμοιβαία τη ρατσιστική και υποκινητική ρητορική τους. Εν τω μεταξύ, ο παλαιστινιακός πόνος έχει περιθωριοποιηθεί στη δημόσια συνείδηση ή έχει καταστεί πρακτικά αόρατος, παράγοντας αυτό που οι ερευνητές περιγράφουν ως μια μορφή "τύφλωσης", στην οποία έρχονται στο προσκήνιο μόνο η στρατιωτική αναγκαιότητα, η κατάσταση θυματοποίησης των Ισραηλινών και οι επίσημες εκδοχές του στρατού».
(ό.π., § 53, σ. 17.)
Στον έλεγχο της δημόσιας αναπαράστασης αντιστοιχεί μια λογοκρισία, τεκμηριωμένη και στο εσωτερικό του Ισραήλ. Η παράγραφος 43 της έκθεσης δείχνει 1.635 απαγορευμένα άρθρα και 6.265 που υποβλήθηκαν σε παρεμβάσεις λογοκρισίας το 2024· το 2025 προκύπτουν 753 απαγορευμένα άρθρα και 4.974 τροποποιημένα. Πρόκειται για δεδομένα που αφορούν άμεσα τη δυνατότητα του ισραηλινού τύπου να αφηγηθεί τις δικές του στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μια λογοκρισία τέτοιας έκτασης θα άξιζε μια πολύ ευρύτερη διεθνή συζήτηση, ιδίως μεταξύ εκείνων που επικαλούνται συνεχώς τις δημοκρατικές αξίες του ισραηλινού κράτους. (ό.π., § 43, σελ. 14.)
Η ιστορία του εικοστού αιώνα θα έπρεπε να μας έχει διδάξει αρκετά για τη σχέση μεταξύ προπαγάνδας και δίωξης, κι όμως συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε σαν η βία να ξεκινά κατόπιν στρατιωτικής διαταγής. Δεν είναι έτσι. Πριν από τη διαταγή υπάρχει ένα έργο προετοιμασίας των συνειδήσεων. Πρέπει να γίνει αποδεκτό αυτό που σε κανονικές συνθήκες θα προκαλούσε αποτροπιασμό. Η απανθρωποποίηση χρησιμεύει ακριβώς σε αυτό. Εάν ένας πληθυσμός αναπαρίσταται ως ένα σύνολο τρομοκρατών, εάν ακόμη και τα παιδιά στερούνται την ιδιότητα του αθώου, η αδιακρίτως θανάτωση μπορεί να παρουσιαστεί στο κοινό ως αναγκαιότητα, ως προφανής και «φυσική».
Η ιστορική έρευνα για τις γενοκτονίες έχει δείξει τη σημασία της κατασκευής του εχθρού ως ενός όντος ξένου προς την ηθική κοινότητα. Το προηγούμενο της Ρουάντα, το οποίο επικαλείται η Αλμπανέζε [Albanese] μέσω της νομολογίας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί στη δημόσια υποκίνηση της βίας.
Οι ιστορικές περιστάσεις είναι διαφορετικές και η διαπίστωση των ευθυνών πρέπει να συμμορφώνεται με τις νομικές απαιτήσεις που προβλέπονται για κάθε περίπτωση. Παραμένει, ωστόσο, συγκρίσιμος ο μηχανισμός μέσω του οποίου ένα μέσο ενημέρωσης συμβάλλει στο να καταστεί κοινωνικά αποδεκτή η εξόντωση μιας ομάδας.
Ένα ερώτημα που θα έπρεπε να θέσουμε στον εαυτό μας είναι: όταν μια τηλεοπτική εκπομπή φιλοξενεί επανειλημμένα εκκλήσεις για εξόντωση και το κοινό συνεχίζει να τις προσλαμβάνει ως θεμιτές απόψεις στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου, ποια είναι η ποινική ευθύνη εκείνου που επιτρέπει να συμβαίνουν όλα αυτά; Για παράδειγμα, του διευθυντή του δικτύου και των «δημοσιογράφων» που εργάζονται σε αυτό.
Η δημόσια και άμεση υποκίνηση στη γενοκτονία αποτελεί αυτόνομο έγκλημα σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1948, όταν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί το δίκαιο. Η Αλμπανέζε ζητά από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να διερευνήσει επίσης τις δηλώσεις των προσωπικοτήτων των μέσων ενημέρωσης. Μου φαίνεται ένα αίτημα στοιχειώδους νομικής σοβαρότητας.
3. Ποιος έχει την άδεια να προφέρει τη λέξη «Παλαιστίνη»;
Οι σελίδες που είναι αφιερωμένες στο BBC και στους New York Times είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της έκθεσης. Και ειλικρινά, από τις πιο ταπεινωτικές για όσους συνεχίζουν να θεωρούν τη δυτική δημοσιογραφία τον σχεδόν φυσικό θεματοφύλακα της «αλήθειας» (ευτυχώς όλο και λιγότεροι άνθρωποι). Η Αλμπανέζε αναφέρει μελέτες για την εξάρτηση των δυτικών μέσων ενημέρωσης από τις ισραηλινές πηγές και ανακαλεί εσωτερικά συντακτικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών σχετικά με τις λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην κάλυψη της σύγκρουσης.
«Η πρόσβαση καθορίζει την επιρροή. Οι αναλύσεις περιεχομένου δείχνουν ότι τα δυτικά μέσα ενημέρωσης βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις ισραηλινές πηγές, ενώ οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι και οι ομάδες πίεσης απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση στους υπεύθυνους των συντακτικών αποφάσεων, ακόμη και στο British Broadcasting Corporation (BBC). Οι εσωτερικές συντακτικές οδηγίες δείχνουν πώς αυτή η επιρροή μεταφράζεται στην πράξη. Ο οδηγός στυλ του BBC, για παράδειγμα, παραλείπει τη Γάζα από τα κατεχόμενα εδάφη και αναφέρει ότι η ισραηλινή κυβέρνηση προτιμά να περιγράφει τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα ως "αμφισβητούμενα" εδάφη, χωρίς να επισημαίνει ότι ο ορισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο. Το BBC ισχυρίζεται επίσης, με παραπλανητικό τρόπο, ότι τα "προκεχωρημένα φυλάκια" (outposts) διαφέρουν πολύ από τους "οικισμούς", καθώς τα πρώτα στερούνται της έγκρισης της ισραηλινής κυβέρνησης και λειτουργούν ενάντια στη θέλησή της. Στην πραγματικότητα, διάφορες ισραηλινές κυβερνήσεις έχουν προστατεύσει και νομιμοποιήσει αναδρομικά παράνομα φυλάκια, επεκτείνοντας τον παράνομο εποικισμό. Αντίστοιχα, εσωτερικές οδηγίες των New York Times που διέρρευσαν συνιστούν προσοχή στη χρήση όρων όπως "γενοκτονία", "εθνοκάθαρση" και "κατεχόμενο έδαφος", υποδεικνύοντας στους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν τη λέξη "Παλαιστίνη" μόνο "σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις"».
(ό.π § 66, σ. 20.)
«Θα ήθελα να σταθώ σε αυτό το τελευταίο σημείο. Η λέξη "Παλαιστίνη" επιτρέπεται μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Με λίγα λόγια, το όνομα μιας ολόκληρης χώρας και ενός ολόκληρου λαού μπαίνει κάτω από δημοσιογραφικούς περιορισμούς. Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει αυτό σαν μια απλή διαφωνία για τις λέξεις. Όμως, πόσο αφελείς πρέπει να είμαστε για να πιστεύουμε ότι οι λέξεις είναι απλές ταμπέλες που βάζουμε στα γεγονότα αφού αυτά συμβούν; Στη δημοσιογραφία, οι λέξεις που επιλέγουμε αλλάζουν εντελώς τον τρόπο που καταλαβαίνουμε την πραγματικότητα.
Μια περιοχή υπό κατοχή έχει ένα πολύ συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αντίθετα, μια "αμφισβητούμενη" περιοχή δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι υπάρχει μια διαμάχη όπου και οι δύο πλευρές έχουν το ίδιο δίκιο. Δεν είναι όμως έτσι, και αυτή η διαφορά αλλάζει το πώς βλέπουμε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις της χώρας που κατέχει το έδαφος. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήταν ξεκάθαρο στην απόφασή του τον Ιούλιο του 2024: κατέληξε ότι η συνεχιζόμενη παρουσία του Ισραήλ στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη είναι παράνομη. Όταν όμως μιλάμε συνέχεια για "αμφισβητούμενα" εδάφη, φτάνουμε στο σημείο κάποιοι να αποκαλούν "εκδρομείς" τους παράνομους εποίκους και τους εισβολείς. Αυτή είναι μια πληροφορία που ο αναγνώστης πρέπει να την έχει στο μυαλό του όταν ακούει τις δηλώσεις των κυβερνήσεων. Αν την παραλείψουμε, παρουσιάζουμε μια εικόνα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική νομική κατάσταση.
Είναι δύσκολο να διαβάσεις τις δημοσιογραφικές οδηγίες που αναφέρει η Αλμπανέζε χωρίς να σκεφτείς αυτό που είχε μελετήσει ο Έντουαρντ Σαΐντ: τη σχέση ανάμεσα στη δυτική σκέψη και τον τρόπο που παρουσιάζονται οι λαοί υπό αποικιοκρατία. Το δικαίωμα να δίνεις όνομα σε έναν τόπο ανήκει συνήθως σε όποιον έχει τη δύναμη να μιλάει δημόσια γι' αυτόν. Ακόμα και στη σημερινή δημοσιογραφία, το προνόμιο να ορίζεις ποια λέξη είναι σωστή επηρεάζει το αν ένας λαός θα αναγνωριστεί ως αυτόνομη πολιτική φωνή. Και το πράγμα γίνεται σχεδόν παράλογο όταν ζητούν "προσοχή στις εκφράσεις" ειδικά για λέξεις που περιγράφουν αποδεδειγμένα γεγονότα και επίσημες κατηγορίες του διεθνούς δικαίου.
Αναρωτιέμαι τι είδους αντίληψη για το επάγγελμα έχουν αναπτύξει οι υπεύθυνοι τέτοιων οδηγιών. Η δημοσιογραφία θα έπρεπε να απαιτεί ακρίβεια από όποιον γράφει. Αλλά η ακρίβεια, όταν αφορά την ισραηλινή κατοχή και τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, εξαφανίζεται, όπως ακριβώς και τα παλαιστινιακά εδάφη.
Η ίδια η έκθεση τεκμηριώνει πόσο ακριβά μπορεί να κοστίσει, μέσα σε μια δυτική αίθουσα σύνταξης, το να πάρει κανείς στα σοβαρά μια πηγή που καταγγέλλει τις ισραηλινές παραβιάσεις. Η παράγραφος 74 αναφέρει τη δημοσιογράφο Αντουανέτ Λατούφ (Antoinette Lattouf), η οποία απολύθηκε από την Australian Broadcasting Corporation αφού κοινοποίησε μια έκθεση του Human Rights Watch για τον λιμό στη Γάζα. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αυστραλίας έκρινε παράνομη αυτή την απόλυση.
«Η ίδια εκδοτική λογική επεκτείνεται και στον τρόπο διαχείρισης των ίδιων των αποδεικτικών στοιχείων. Η τεκμηρίωση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι παλαιστινιακές οπτικές γωνίες, ακόμη και οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης έχουν περιθωριοποιηθεί, ενώ οι δημοσιογράφοι που απέκλιναν από την κυρίαρχη αφήγηση υπέστησαν πιέσεις, πειθαρχικά μέτρα, μεταθέσεις ή απολύσεις. Η Αντουανέτ Λατούφ απολύθηκε παράνομα από την Australian Broadcasting Corporation αφού κοινοποίησε μια έκθεση του Human Rights Watch για τον λιμό στη Γάζα. Το δημόσια χρηματοδοτούμενο δίκτυο δαπάνησε πάνω από 1,7 εκατομμύρια δολάρια των φορολογουμένων για να υπερασπιστεί την απόλυση, προτού το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αυστραλίας την κρίνει παράνομη και επισημάνει ότι η ανώτατη διοίκηση είχε ενεργήσει για να “ικανοποιήσει τους φιλοϊσραηλινούς λομπίστες”. Στο BBC Arabic, ορισμένοι δημοσιογράφοι υπέστησαν πειθαρχικά μέτρα χωρίς να έχει αποδειχθεί καμία παραβίαση των εκδοτικών οδηγιών»
(ό.π., § 74, σ. 23. Μερική μετάφραση, με σύνδεση μεταξύ προτάσεων της ίδιας παραγράφου.)
Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε όσους εργάζονται σε αυτές τις αίθουσες σύνταξης. Ένας δημοσιογράφος παρατηρεί τα μέτρα που λαμβάνονται εναντίον των συναδέλφων του και μαθαίνει, μερικές φορές χωρίς να του το διατάξει κανείς, ποια θέματα μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη θέση εργασίας του. Η λογοκρισία μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και μέσω της πρόβλεψης μιας κύρωσης. Πόσες έρευνες άραγε να μπήκαν στο αρχείο πριν καν προταθούν στον διευθυντή; Σε αυτό το ερώτημα η έκθεση προσφέρει έναν σοβαρό λόγο για να διεξαχθεί έρευνα, ενώ η απάντηση θα απαιτούσε περαιτέρω έγγραφα και μαρτυρίες. Στο μεταξύ, η υπόθεση Λατούφ (Lattouf) προσφέρει κάτι πολύ συγκεκριμένο: μια εταιρική απόφαση και μια δικαστική απόφαση.
4. Οι ισραηλινές κατηγορίες δημοσιεύονται, οι διαψεύσεις υποβαθμίζονται στο τέλος της σελίδας
Η Αλμπανέζε εξετάζει επίσης τη διάδοση ισχυρισμών προερχόμενων από τις ισραηλινές αρχές οι οποίοι, κατά τη στιγμή της δημοσίευσης, στερούνταν επαρκούς επαλήθευσης. Μεταξύ των παραδειγμάτων εμφανίζονται οι ιστορίες για τα αποκεφαλισμένά νεογνά της 7ης Οκτωβρίου, οι κατηγορίες σχετικά με τα κέντρα διοίκησης της Χαμάς κάτω από τα νοσοκομεία και εκείνες που αφορούν την UNRWA.
«Τα μέσα ενημέρωσης έχουν επανειλημμένα ενισχύσει ακόμη και ισραηλινούς ισχυρισμούς που ήταν ανεπιβεβαίωτοι ή ψευδείς. Ανησυχίες σχετικά με αυτό εκφράστηκαν από τους ίδιους τους δημοσιογράφους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του BBC και του CNN, με τους τελευταίους να προειδοποιούν ότι ένας τέτοιος τρόπος παρουσίασης των γεγονότων ισοδυναμούσε με σοβαρή παραβίαση των επαγγελματικών καθηκόντων της δημοσιογραφίας.
Ορισμένες από τις πιο επιζήμιες αφηγήσεις της σύγκρουσης —συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών ότι η Χαμάς αποκεφάλισε μωρά την 7η Οκτωβρίου, ότι λειτουργούσε κέντρα διοίκησης κάτω από νοσοκομεία, ότι διείσδυσε συστηματικά στην UNRWA και ότι οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι που σκοτώθηκαν από το Ισραήλ ήταν "τρομοκράτες"— διαδόθηκαν ευρέως χωρίς επαλήθευση. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κατηγορίες αυτές αποδείχθηκαν χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση και οι διορθώσεις έλαβαν πολύ μικρότερη ορατότητα.
Όλα αυτά έχουν συγκεκριμένες συνέπειες. Στην περίπτωση της UNRWA, η μεγέθυνση κατηγοριών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση συνέβαλε στην αναστολή της χρηματοδότησης από τις δωρήτριες κυβερνήσεις, εξασθενώντας σημαντικά την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας».
(ό.π., § 68, σ. 21.)
Η υπόθεση της UNRWA μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πόσο περιοριστικό είναι το να θεωρούμε τη δημοσιογραφία απλώς ως μια δραστηριότητα που αφηγείται τα γεγονότα απέξω. Βλέπουμε καθαρά τη διαδικασία βήμα προς βήμα:
• Μια κατηγορία διατυπώνεται από μια κυβέρνηση.
• Ορισμένα μέσα ενημέρωσης τη διαδίδουν, αποδίδοντάς της μια αξιοπιστία την οποία τα διαθέσιμα στοιχεία δεν έχουν ακόμη δικαιολογήσει.
• Η είδηση φτάνει στην κοινή γνώμη και γίνεται μέρος του υλικού πάνω στο οποίο οι πολιτικοί ιθύνοντες βασίζουν τις επιλογές τους.
• Σε εκείνο το σημείο έρχονται οι αναστολές των χρηματοδοτήσεων, με συνέπειες στην ανθρωπιστική βοήθεια που προορίζεται για ανθρώπους οι οποίοι εξαρτώνται από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις για να επιβιώσουν.
Η έκθεση εντοπίζει μια σύνδεση μεταξύ της διάδοσης αυτών των κατηγοριών και των αποφάσεων των κυβερνήσεων-δωρητών. Μια ψευδής είδηση, ή μια είδηση που διαδίδεται ως βέβαιη όταν οι επαληθεύσεις είναι ακόμη εντελώς ανεπαρκείς, όπως σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να συμβάλει στην πρόκληση εξαιρετικά σοβαρών υλικών συνεπειών.
Κι όμως, συχνά συνεχίζουμε να συζητάμε για τη δημοσιογραφία μέσα από μια μορφή εταιρικής επιείκειας. Το να κάνει λάθος μια σύνταξη είναι μέσα στο πρόγραμμα. Η πιθανότητα του λάθους ανήκει σε κάθε δραστηριότητα απόκτησης γνώσης. Το πρόβλημα έρχεται μετά. Μόλις ανακαλυφθεί το λάθος, τι γίνεται; Ειδικά όταν η αρχική πληροφορία έχει συμβάλει στη στήριξη αποφάσεων με βαρύτατες συνέπειες.
Σκέφτομαι το έργο των Έντουαρντ Σ. Χέρμαν (Edward S. Herman) και Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) σχετικά με την παραγωγή της συναίνεσης. Η μελέτη τους, Manufacturing Consent (Κατασκευάζοντας τη Συναίνεση), που δημοσιεύτηκε το 1988, περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένες οικονομικές και θεσμικές συνθήκες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιλογή των ειδήσεων, ευνοώντας προοπτικές συμβατές με τα κυρίαρχα συμφέροντα.
Η έκθεση της Αλμπανέζε προσφέρει υλικό για τη διερεύνηση αυτού του προβλήματος στην παλαιστινιακή περίπτωση. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μπορούν να συμβάλουν στη νομιμοποίηση μιας στρατιωτικής πολιτικής, ακόμη και μέσω της επαναλαμβανόμενης χρήσης επίσημων πηγών και του αποκλεισμού αντίθετων στοιχείων. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το περιεχόμενο των ειδήσεων που τελικά δημοσιεύονται και από την επιρροή που αποκτούν.
Η Αλμπανέζε αφιερώνει ένα ολόκληρο απόσπασμα στον τρόπο με τον οποίο οι εκφράσεις «ανθρώπινες ασπίδες» και «ασφαλείς ζώνες» μπορούν να συμβάλουν στη δημόσια δικαιολόγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αναφέρεται στην έννοια του humanitarian camouflage («ανθρωπιστικό καμουφλάζ»): τη χρήση όρων που προέρχονται από το ανθρωπιστικό δίκαιο προκειμένου να παρουσιαστούν εξαιρετικά σοβαρές ενέργειες ως μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των αμάχων. Η έκθεση υπενθυμίζει ότι οι New York Times τεκμηρίωσαν στη συνέχεια τη χρήση βομβών δύο χιλιάδων λιβρών από το Ισραήλ, ακόμη και σε ζώνες που είχαν χαρακτηριστεί ως ασφαλείς.
(ό.π., § 69, σ. 21-22.)
«Παρόμοια μοτίβα αναδύονται στην απόδοση των θανάτων αμάχων στις τακτικές της Χαμάς αντί για τις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες. Οι συντακτικές οδηγίες του γερμανικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα ARD παρουσιάζουν τα θύματα μεταξύ των αμάχων κυρίως ως συνέπεια της υποτιθέμενης χρήσης "ανθρώπινων ασπίδων" από τη Χαμάς. Μεταξύ του Οκτωβρίου 2023 και του Αυγούστου 2025, οι New York Times αναφέρθηκαν στη χρήση "ανθρώπινων ασπίδων" από τη Χαμάς 176 φορές και το BBC 81 φορές. Οι επανειλημμένες αναφορές σε "νοσοκομεία που διοικούνται από τη Χαμάς", σε "νοσοκομειακές ασπίδες" και οι ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ότι η Χαμάς δραστηριοποιείται μέσα από νοσοκομεία και άλλες πολιτικές δομές, προσέδωσαν αξιοπιστία σε αφηγήματα που επιχειρούν να νομιμοποιήσουν τις επιθέσεις εναντίον προστατευόμενων υγειονομικών εγκαταστάσεων. Αυτός ο τρόπος παρουσίασης των γεγονότων είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς η κατηγορία ότι η Χαμάς χρησιμοποιούσε συστηματικά τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες αποτελεί μία από τις κύριες νομικές δικαιολογίες της γενοκτονικής εκστρατείας που διεξάγει η ισραηλινή κυβέρνηση στη Γάζα, ακόμη και ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης».
(ό.π § 70, σ. 22)
Μου κινεί ιδιαίτερα το ενδιαφέρον το πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει μια νομική έκφραση όταν χρησιμοποιείται προτού επαληθευτεί η βάση της. Ο όρος «ανθρώπινες ασπίδες» υποδηλώνει μια συμπεριφορά την οποία ρυθμίζει το διεθνές δίκαιο, και η ενδεχόμενη ύπαρξή της πρέπει να διαπιστώνεται για κάθε μεμονωμένο περιστατικό. Εδώ έγκειται το πρόβλημα. Εάν μια συντακτική ομάδα παρουσιάσει ως αποδεδειγμένο γεγονός μια στρατιωτική δήλωση που δεν έχει ακόμη διασταυρωθεί, ο αναγνώστης μπορεί τελικά να αποδώσει τα θύματα μεταξύ των αμάχων στη συμπεριφορά της κατηγορούμενης ένοπλης οργάνωσης, μειώνοντας την αντιλαμβανόμενη ευθύνη εκείνου που αποφάσισε τον βομβαρδισμό. Όσο καθησυχαστική κι αν φαίνεται η φόρμουλα της «εκκένωσης», η μετακίνηση ανθρώπων υπό την απειλή βίας προς τοποθεσίες που στη συνέχεια θα πληγούν, απαιτεί πολύ διαφορετικού είδους επαληθεύσεις.
Η παράγραφος 71 προσθέτει ένα στοιχείο που μου φαίνεται εντυπωσιακό. Η Αλμπανέζε αναφέρει πάνω από εκατό τεκμηριωμένα περιστατικά στα οποία παρουσιαστές του BBC απέρριψαν τους ισχυρισμούς ότι το Ισραήλ διέπραττε γενοκτονία, την ίδια στιγμή που γενοκτονικές δηλώσεις Ισραηλινών αξιωματούχων παρέμεναν χωρίς αναφορά. Και αυτό το δεδομένο πρέπει να αναγνωσθεί μέσα από τη μελέτη που αναφέρεται στην έκθεση· η περιγραφόμενη ανισότητα στην προσοχή αξίζει ωστόσο να εξεταστεί σοβαρά. Διότι η δημοσιογραφία που απαιτεί αποδείξεις για έναν νομικό χαρακτηρισμό, θα έπρεπε να εφαρμόζει την ίδια αυστηρότητα και στις δηλώσεις που χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν τις δολοφονίες.
(ό.π., § 71, σ. 22.)
5. «Βρέθηκε νεκρή». Πώς η ισραηλινή ευθύνη εξαφανίζεται από τους τίτλους.
Θα ήθελα να επιστρέψω στο BBC. Η Αλμπανέζε παρουσιάζει ένα γεγονός που θα έπρεπε να προκαλέσει μια σοβαρή δημόσια συζήτηση σε όλες τις δυτικές αίθουσες σύνταξης. Μάλιστα, θα έπρεπε να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων. Σύμφωνα με μια ανάλυση περιεχομένου που παρουσιάστηκε στην ειδική εισηγήτρια, στο 83% των σχετικών τίτλων του BBC που εξετάστηκαν, η ισραηλινή ευθύνη για τους θανάτους παραλείπεται ή υποβαθμίζεται. Για τους New York Times, το αντίστοιχο ποσοστό που αναφέρεται είναι 65%. Η έκθεση αναφέρει αυτά τα ποσοστά βασιζόμενη σε μια μελέτη που αναφέρεται στις σημειώσεις.
Η Αλμπανέζε γράφει: «Όταν ορισμένα γεγονότα έγινε πλέον αδύνατον να αρνηθούν ή να "συγκαλυφθούν", η δημοσιογραφική κάλυψη συχνά παρέλειπε ή ελαχιστοποιούσε την ισραηλινή ευθύνη. Οι αναλύσεις περιεχομένου έδειξαν ότι το BBC το έκανε αυτό στο 83% των σχετικών τίτλων και οι New York Times στο 65%. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τη δολοφονία της Χιντ Ρατζάμπ από τις ισραηλινές δυνάμεις, την οποία το BBC συνεχίζει να παρουσιάζει με τον τίτλο: "Η Χιντ Ρατζάμπ, 6 ετών, βρέθηκε νεκρή στη Γάζα μέρες μετά τα τηλεφωνήματα με τα οποία ζητούσε βοήθεια"».
(ό.π., § 72, σ. 22.)
«Φαντάζομαι τη δουλειά ενός αρχισυντάκτη μπροστά σε δύο πιθανούς τίτλους. Στον πρώτο εμφανίζεται ο υπεύθυνος της δολοφονίας. Στον δεύτερο περιγράφεται μόνο η ανακάλυψη του πτώματος. Και οι δύο μιλούν για το ίδιο κορίτσι, κι όμως οι πληροφορίες που παραδίδονται στον αναγνώστη είναι βαθύτατα διαφορετικές. Θα ήθελα επίσης να απαλλάξω αυτή τη συζήτηση από την ιδέα ότι το πρόβλημα έγκειται αποκλειστικά στις ατομικές προθέσεις. Η δημοσιογραφική γλώσσα μαθαίνεται μέσα από κριτήρια επιλογής και ιεραρχικές σχέσεις. Μερικές φορές ένας δημοσιογράφος αναπαράγει μια επιλογή χωρίς να έχει εξετάσει τις συνέπειές της, κάποιες φορές μάλιστα ασυνείδητα, έχοντας εσωτερικεύσει τις "αξίες" της σύνταξης. Η έκθεση επιτρέπει έτσι να εξεταστεί η συνεννοχή ως αποτέλεσμα μιας επαγγελματικής διαδικασίας. Η κανονικοποίηση μιας συγκεκριμένης γλώσσας μπορεί να συμβάλει στο να γίνει συνήθεια η απουσία του υπεύθυνου υποκειμένου, μέχρι να την κάνει να φαίνεται ως μια μορφή αντικειμενικότητας. Το ζήτημα επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο εξιστορούνται οι δολοφονίες παιδιών.
«Στην άνιση απόδοση της ευθύνης αντιστοιχεί μια άνιση κατανομή της ενσυναίσθησης. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο ισραηλινός πόνος εξιστορείται λεπτομερώς και επενδύεται με συναισθηματικό και ηθικό νόημα· ο παλαιστινιακός πόνος παρουσιάζεται αποσπασματικός, αφηρημένος ή δευτερεύων. Έτσι, αν και τα παιδιά από την Παλαιστίνη αντιπροσώπευαν περίπου το 99,7% των θυμάτων μεταξύ των παιδιών, εμφανίζονταν σε λίγο περισσότερα από τα μισά ρεπορτάζ του CNN που αναφέρονταν ξεχωριστά σε παιδιά-θύματα της σύγκρουσης. Κατά τη διάρκεια δύο περιόδων δειγματοληψίας, οι New York Times ανέφεραν τη σεξουαλική βία κατά των Ισραηλινών 76 φορές, έναντι μόλις τεσσάρων αναφορών που αφορούσαν τους Παλαιστίνιους, παρά τις σημαντικές αποδείξεις για την ευρεία χρήση της εναντίον τους. Ακόμη και το ηθικό λεξιλόγιο κατανέμεται με άνισο τρόπο. Όροι όπως "βάρβαρος" επιφυλάσσονται σε συντριπτικό βαθμό για τη βία κατά των Ισραηλινών· στον γερμανικό τηλεοπτικό σταθμό ZDF, το 90,7% των χρήσεων αφορούσε Ισραηλινούς θύματα, ενώ ο όρος απουσίαζε εντελώς από την εξιστόρηση των επιθέσεων κατά των Παλαιστινίων».
(ό.π., § 73, σ. 23.)
Νομίζω ότι αυτή είναι μία από τις σοβαρότερες κατηγορίες που διατυπώνονται εναντίον της δυτικής δημοσιογραφίας. Η άνιση κατανομή της προσοχής συμβάλλει στο να καθοριστεί ποια άτομα θα αναγνωρίσει το κοινό ως άτομα και ποια θα γνωρίζει κυρίως ως αριθμούς. Ένα ισραηλινό θύμα μπορεί να έχει ένα όνομα και μια οικογενειακή ιστορία που περιγράφεται λεπτομερώς, αλλά για ένα παλαιστινιακό θύμα η κάλυψη μπορεί να περιορίζεται στον συνολικό αριθμό των νεκρών.
Η Τζούντιθ Μπάτλερ έχει αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος του φιλοσοφικού της έργου στο ζήτημα των ζωών που αναγνωρίζονται ως άξιες θρήνου. Η σκέψη της μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πόσο η δημόσια αναγνώριση του θανάτου εξαρτάται από τις πολιτισμικές συνθήκες μέσω των οποίων γίνεται αντιληπτό ένα άτομο. Με αυτόν τον τρόπο, ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει για τον θάνατο εκατοντάδων παιδιών και να του μείνει μόνο ως ένα νούμερο . Ενώ, η εκτενής βιογραφία ενός μεμονωμένου παιδιού, όπως εξιστορείται μέσα από τη δική του εμπειρία, μπορεί να προκαλέσει μια άμεση συναισθηματική εμπλοκή. Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η δυνατότητα ταύτισης κατανέμεται άνισα μεταξύ των θυμάτων. Όλοι έχουμε διαβάσει τα ονόματα των 38 ισραηλινών παιδιών που σκοτώθηκαν στις 7 Οκτωβρίου, αλλά κανείς δεν γνωρίζει το όνομα (εκτός από την Χιντ Ρατζάμπ ) ούτε ενός παλαιστινιακού παιδιού που σκοτώθηκε.
Υπάρχει και μια βιβλιογραφική πηγή που η Αλμπανέζε παραθέτει απευθείας σε σημείωση στην παράγραφο που αφιερώνεται στην άνιση μεταχείριση των θυμάτων: Adam H. Johnson, How to Sell a Genocide: The Media’s Complicity in the Destruction of Gaza (Pluto Press, 2026). Ο τίτλος είναι αρκετά εύγλωττος, και η έκθεση τον παραθέτει για τη σύγκριση μεταξύ των αναφορών των New York Times στη σεξουαλική βία κατά Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Θα ήταν σκόπιμο να συζητηθεί και αυτή η έρευνα, επαληθεύοντας άμεσα τη μέθοδο και τα δείγματα της, προκειμένου να ανακατασκευαστεί η σχέση μεταξύ εκδοτικών επιλογών και απεικόνισης του πόνου. (ό.π., σημείωση 248, σ. 23.)
6. Ψηφιακή λογοκρισία και ατομική εξουσία διαγραφής των μαρτυριών
Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι της έκθεσης αφορά τις εταιρείες Meta, Google, X και TikTok. Στη Γάζα, όπου οι βομβαρδισμοί κατέστρεψαν μεγάλο μέρος των υποδομών επικοινωνίας και η πρόσβαση των ξένων δημοσιογράφων περιορίστηκε πολύ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέλαβαν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην κυκλοφορία των μαρτυριών. Η Αλμπανέζε τεκμηριώνει μια συμπεριφορά των πλατφορμών που θεωρεί ότι έκαναν διακρίσεις απέναντι στις μαρτυρίες των Παλαιστινίων.
«Αυτές οι θεσμικές σχέσεις αντανακλώνται στις λειτουργίες των πλατφορμών, οι οποίες έχουν συστηματικά λογοκρίνει περιεχόμενο σχετικά με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Παλαιστίνη, υλικό ιστορικού και πολιτικού χαρακτήρα, καθώς και κριτικές των ισραηλινών πράξεων, μέσω της διαγραφής αναρτήσεων και σχολίων, της αναστολής λογαριασμών, των περιορισμών στη διάδοση περιεχομένου και των πρακτικών «shadow banning», συχνά χωρίς καμία προειδοποίηση ή ουσιαστική δυνατότητα προσφυγής. Το X ανέστειλε εκατοντάδες λογαριασμούς ακτιβιστών, δημοσιογράφων και Παλαιστινίων που κατέγραφαν τη γενοκτονία, χωρίς να δώσει εξηγήσεις, ενώ εσωτερικά στοιχεία της Meta που διέρρευσαν δείχνουν ότι περίπου 38,8 εκατομμύρια αναρτήσεις στο Facebook και το Instagram έχουν αφαιρεθεί, απαγορευτεί ή υποστεί περιορισμούς στη διάδοσή τους από τα τέλη του 2023, ενώ οι αλληλεπιδράσεις με σημαντικούς παλαιστινιακούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς έχουν μειωθεί κατά 77%. Οι πλατφόρμες έχουν επίσης επιδείξει σχεδόν απόλυτη συμμόρφωση με τον μεγάλο αριθμό ισραηλινών αιτημάτων για αφαίρεση περιεχομένου. Το TikTok και η Meta ανακοίνωσαν ποσοστά ικανοποίησης 99,2% και 94% αντίστοιχα. Αν και τυπικά είναι εθελοντικές, οι αιτήσεις αυτές συνιστούν κρατική συμπεριφορά που αποσκοπεί στην καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης και, λαμβάνοντας υπόψη το σχεδόν απόλυτο επίπεδο συμμόρφωσης, λειτουργούν ως de facto εντολές διαγραφής λογαριασμών. Ακριβώς επειδή παρακάμπτουν οποιαδήποτε νομική διαδικασία, είναι ασυμβίβαστες με τις απαιτήσεις νομιμότητας, του νόμιμου σκοπού και της αναγκαιότητας που καθορίζονται στην παράγραφο 10».
(ό.π., § 81, σ. 25.)
Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσουμε και την οικονομική δομή αυτής της εξουσίας.
Μια ιδιωτική πλατφόρμα μπορεί να επηρεάσει την προβολή κάθε είδησης, από ένα άρθρο μέχρι μια φωτογραφία, ή μπορεί αυθαίρετα να καταστήσει δύσκολη την πρόσβαση στο έργο ενός δημοσιογράφου. Οι αποφάσεις εφαρμόζονται συχνά μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων, κριτηρίων διαχείρισης περιεχομένου και εταιρικών παρεμβάσεων, επί των οποίων οι χρήστες διαθέτουν περιορισμένα ή μηδενικά μέσα ελέγχου. Αν αυτό για εμάς που ασχολούμαστε με την ενημέρωση μπορεί να αποτελεί εμπόδιο, για όσους βρίσκονται στη Γάζα αυτές οι αποφάσεις μπορούν να επηρεάσουν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν στον κόσμο την κατάστασή τους. Κάποιος μπορεί να καταγράψει την καταστροφή του σπιτιού του και να θέλει να αφήσει το βίντεο ως μαρτυρία, αλλά η πιθανότητα να κυκλοφορήσει το βίντεο εξαρτάται τελικά από τις πολιτικές της εταιρείας. Αν στο Άουσβιτς υπήρχαν smartphone, το Facebook θα είχε διαγράψει τα περιεχόμενά τους… Ας το σκεφτούμε.
Η Αλμπανέζε εισάγει, επιπλέον, την οικονομική σχέση μεταξύ των εταιρειών τεχνολογίας και της ισραηλινής κυβερνητικής προπαγάνδας. Σύμφωνα με το έγγραφο, οι πλατφόρμες είχαν έσοδα από ισραηλινά συμβόλαια διαφήμισης ύψους περίπου πενήντα εκατομμυρίων δολαρίων, μέρος των οποίων προοριζόταν για τη διάδοση μηνυμάτων που αρνούνταν την ύπαρξη λιμού στη Γάζα. Αυτό ας το σκεφτούμε για μια στιγμή. Αν μια επιχείρηση παίρνει χρήματα για να διανείμει μια κυβερνητική διαφήμιση που αρνείται μια τεκμηριωμένη ανθρωπιστική κρίση, η συμπεριφορά της πρέπει να αξιολογηθεί και σε σχέση με τις επιπτώσεις αυτής της επικοινωνίας. Η εταιρεία αποφασίζει να δεχτεί τη διαφήμιση, καθορίζει τους όρους διάδοσής της και, τέλος, αποκομίζει κέρδη από αυτή.
Γράφει η Αλμπανέζε στην παράγραφο 88:
« Μετά την απόφαση για τα προσωρινά μέτρα του Διεθνούς Δικαστηρίου του Ιανουαρίου 2024, το αργότερο, καμία πλατφόρμα δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι αγνοούσε τον κίνδυνο και τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης στη Γάζα. Η Meta, ειδικότερα, είχε προειδοποιηθεί από το 2018, όταν η ανεξάρτητη διεθνής εξεταστική επιτροπή των γεγονότων στη Μιανμάρ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πλατφόρμα της ήταν «ένα χρήσιμο εργαλείο για όσους προσπαθούσαν να διαδώσουν μίσος», ένα συμπέρασμα που έγινε αποδεκτό και από την αξιολόγηση που ανέθεσε η ίδια η εταιρεία. Ακόμη και μετά που το σύστημα Integrated Food Security Phase Classification επιβεβαιωσε το λιμό και το Διεθνές Δικαστήριο διέταξε να επιτραπεί η απρόσκοπτη παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, οι πλατφόρμες δέχτηκαν πληρωμές για τη διάδοση μηνυμάτων που αρνούνταν την ύπαρξη λιμού, συμβάλλοντας έτσι στη ζημία που προκλήθηκε σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εν λόγω συμβολή στη ζημία επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι πλατφόρμες δέχτηκαν χρήματα για τη διάδοση του περιεχομένου. Όταν μια εταιρεία παρέχει εν γνώσει της πρακτική βοήθεια που έχει ουσιαστική επίδραση στη διάπραξη διεθνών εγκλημάτων, προκύπτουν ζητήματα συνενοχής που υπερβαίνουν τις Κατευθυντήριες Αρχές. Τουλάχιστον, η παρούσα έκθεση διαπιστώνει ανεπαρκή δέουσα επιμέλεια, επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων και άρνηση παροχής ένδικων μέσων».
(ό.π., § 88, σ. 27.)
Η νομική διάκριση είναι θεμελιώδους σημασίας. Η εταιρική ευθύνη σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχει διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση ποινικά κολάσιμης συνεργίας στη τέλεση διεθνών εγκλημάτων. Εγώ θεωρώ ότι αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα. Μια επιχείρηση που ελέγχει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με μια γενοκτονία φέρει ιδιαίτερα υψηλή ευθύνη. Η γνώση του κινδύνου, οι προηγούμενες εμπειρίες διάδοσης μίσους μέσω της πλατφόρμας και οι επανειλημμένες αναφορές που έχουν γίνει καθιστούν όλο και λιγότερο εύλογο να αντιμετωπίζονται οι συνέπειες ως απρόβλεπτα περιστατικά. Το κέρδος που προκύπτει από εκστρατείες προπαγάνδας που αρνούνται τεκμηριωμένες φρικαλεότητες αξίζει, επομένως, μια εξέταση που να εμπίπτει στο ποινικό δίκαιο. Και θεωρώ εντυπωσιακό το γεγονός ότι παρόμοιες αποφάσεις μπορούν να συνεχίσουν να συζητούνται κυρίως μέσα από το λεξιλόγιο των πολιτικών εμπορίου. Έχουμε πάει πέρα από τις «επιχειρήσεις» . Σήμερα η διαφήμιση αφορά έναν πληθυσμό που υφίσταται γενοκτονία· δεν πρόκειται για την πώληση σνακ, αλλά για την άρνηση της μνήμης και της ίδιας της ύπαρξης ενός λαού που εξοντώνεται.
Ένα άλλο επεισόδιο που αναφέρεται στην έκθεση αφορά άμεσα την Αλμπανέζε. Μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης αυτής της Ειδικής Εισηγήτριας, «From economy of occupation to economy of genocide», «Από την οικονομία της κατοχής στην οικονομία της γενοκτονίας» (A/HRC/59/23), η Google φιλοξένησε περιεχόμενο χορηγούμενο από το Ισραήλ με ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες, με σκοπό να απαξιώσει τα συμπεράσματά της και να δυσφημίσει την ίδια την ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ.
(ό.π., § 86, σ. 26-27)
Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι μια ιδιωτική εταιρεία μπορεί να πληρώνεται για να διαδίδει μηνύματα κατά του έργου μιας εισηγήτριας των Ηνωμένων Εθνών, τη στιγμή που η ίδια εταιρεία παρέχει τα εργαλεία μέσω των οποίων το κοινό αναζητά πληροφορίες σχετικά με την έκθεση. Φυσικά, τα συμπεράσματα ενός εγγράφου του ΟΗΕ μπορούν να συζητηθούν και να αμφισβητηθούν, ακόμη και πολύ έντονα. Εδώ η Αλμπανέζε καταγγέλλει μια χρηματοδοτούμενη εκστρατεία που περιέχει ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες. Θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή στον ρόλο της εμπορικής υποδομής: η επί πληρωμή διανομή αυτών των μηνυμάτων αποτελεί επιχειρηματική απόφαση, για την οποία κάποιος θα πρέπει να λογοδοτήσει δημόσια.
7. Η συνενοχή των μέσων ενημέρωσης και η ευθύνη που προτιμάμε να αποφεύγουμε
Μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να μιλάμε για συνενοχή των μέσων ενημέρωσης στη γενοκτονία των Παλαιστινίων; Θα ήθελα να διαχωρίσω το πεδίο της ποινικής ευθύνης από αυτό της πολιτικής και επαγγελματικής ευθύνης. Η δημοσιογραφική ευθύνη απαιτεί την εξέταση των συγκεκριμένων αποφάσεων της σύνταξης ενός μμε και των προβλέψιμων συνεπειών από την υιοθέτησή τους. Οι ειδήσεις που δημοσιεύονται χωρίς να έχουν επαληθευτεί, οι ψευδείς ειδήσεις (fake news), η επανάληψη παραπλανητικών αναπαραστάσεων και η επιλογή να αποδίδεται μεγαλύτερη αξιοπιστία σε συγκεκριμένες πηγές μπορούν να συμβάλουν στη δημόσια στήριξη πολιτικών που ευθύνονται για εξαιρετικά σοβαρές παραβιάσεις. Η έκθεση της Αλμπανέζε παρέχει πολυάριθμα στοιχεία για τη διερεύνηση αυτού του ζητήματος. Η επαγγελματική και η ποινική ευθύνη μπορούν να αλληλοεπικαλύπτονται.
Πιστεύω όμως ότι θα ήταν σοβαρό λάθος να χρησιμοποιηθεί η ανάγκη για ποινική διερεύνηση ως επιχείρημα για την αναστολή οποιασδήποτε πολιτικής κρίσης. Οι δημόσιες ευθύνες μπορούν να αναλυθούν με βάση αυστηρά κριτήρια, ακόμη και χωρίς οριστική απόφαση ενός δικαστηρίου.
Γράφει η Αλμπανέζε:
«Στο σύνολό τους, αυτά τα φαινόμενα είναι εγγενή στη γενοκτονία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η γενοκτονία εξαρτάται από την καταστροφή των ανθρώπων, αλλά και από την καταστροφή των πολιτικών, ηθικών και αποδεικτικών συνθηκών που καθιστούν αυτή την καταστροφή ορατή, κατανοητή και αμφισβητήσιμη. Όταν οι μάρτυρες φιμώνονται, όταν η απανθρωποιητική γλώσσα γίνεται καθημερινότητα και όταν η ανεξάρτητη επαλήθευση αντικαθίσταται από τους ισχυρισμούς εκείνων που διαπράττουν τα εγκλήματα, η βία αποκτά μια επίφαση νομιμότητας και η ατιμωρησία γίνεται ευκολότερη να συνεχίσει να υπάρχει».
(ό.π § 91, σ. 28.)
Το κοινό δέχεται μια αναπαράσταση των γεγονότων που μπορεί να καταστήσει εύλογες αποφάσεις οι οποίες, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθούν . Το κοινό ωθείται να νομιμοποιήσει φρικτές πράξεις μέσω παραλείψεων και της χρήσης της αυθεντίας για χειραγώγηση. Αυτή τη λειτουργία, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να τη δούμε όταν μιλάμε για τη συνενοχή των μέσων ενημέρωσης στη γενοκτονία. Τα μεγάλος μμε της Δύσης έχουν μια προνομιακή θέση στον καθορισμό αυτών που θεωρούνται αξιόπιστα. Πρόκειται για μια εξουσία που πηγάζει από την ιστορία του και την τεράστια διαθεσιμότητα επαγγελματικών πόρων. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια σχέση «εμπιστοσύνης» και αφοσίωσης στο κοινό και, ως εκ τούτου, η θέση αυτή συνεπάγεται αντίστοιχες ευθύνες.
Όταν ένα μέσο ενημέρωσης εκμεταλλεύεται το κύρος του για να αναπαράγει δηλώσεις που χρήζουν περαιτέρω διασταύρωσης, ουσιαστικά ενισχύει την αξιοπιστία τους στα μάτια της κοινής γνώμης. Αν μάλιστα εμμένει σε αυτή την πρακτική παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις και επισημάνσεις, τότε καθίσταται συνένοχο. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις αποσιωπήσεις. Προφανώς, η απουσία μιας είδησης μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως οι αντικειμενικές δυσκολίες και τα εμπόδια στη ροή της πληροφόρησης. Όταν όμως η αποσιώπηση αφορά συστηματικά στοιχεία-κλειδιά για τον καταλογισμό ευθυνών ή το νομικό καθεστώς μιας περιοχής, τότε η συγκεκριμένη γραμμή αποκτά σαφές πολιτικό πρόσημο.
Αλλωστε, η δημοσιογραφία γνωρίζει πολύ καλά το πρόβλημα της επιλογής. Καμία εφημερίδα δεν μπορεί να δημοσιεύσει τα πάντα. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η απόφαση για το τι αξίζει προσοχής αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ευθύνες της.
Θα με ενδιέφερε να μάθω πόσοι διευθυντές μεγάλων δυτικών μέσων ενημέρωσης θα ήταν πρόθυμοι να υποβάλουν την κάλυψή τους για τη Γάζα σε μια εις βάθος ανεξάρτητη έρευνα, ικανή να εξετάσει τις συντακτικές γραμμές και τη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στις διαψεύσεις. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να εφαρμοστούν στη δημοσιογραφία τα ίδια κριτήρια λογοδοσίας που η δημοσιογραφία απαιτεί, δικαίως, από όσους ασκούν πολιτική εξουσία
Η εισηγήτρια προτείνει πράγματι πολύ συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία πιστεύω ότι αξίζει να συζητηθούν και στην Ιταλία. Στην παράγραφο 96 καλεί τα κράτη να:
«Επανεξετάσουν τη δημόσια χρηματοδότηση και τις θεσμικές συνεργασίες με οργανισμούς μέσων ενημέρωσης και ψηφιακές πλατφόρμες που διαδίδουν επανειλημμένα το μίσος ή την υποκίνηση σε διακρίσεις, εχθρότητα, βία ή γενοκτονία, ή που συμβάλλουν ουσιαστικά στην απόκρυψη ειδεχθών εγκλημάτων, για παράδειγμα καταστέλλοντας προστατευόμενες μορφές έκφρασης
(ό.π § 96, στοιχ. β, σ. 29)
Και στην παράγραφο 97 ζητά από τις οργανώσεις των μέσων ενημέρωσης και τις ψηφιακές πλατφόρμες να «πάψουν να ξεπλένουν την προπαγάνδα μέσω της δημοσιογραφικής μορφής». Η αγγλική διατύπωση, laundering propaganda through the journalistic form, είναι ιδιαίτερα εύστοχη, ακόμη και για την ωμότητά της. Ορισμένες κυβερνητικές δηλώσεις υποβάλλονται σε μια διαδικασία «ξεπλύματος» που τους επιτρέπει να παρουσιάζονται στο κοινό με το κύρος των διασταυρωμένων ειδήσεων.
(ό.π., § 97, σ. 29.)
Θα ήθελα οι συστάσεις να συζητηθούν και από τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο. Οι διαδικασίες με τις οποίες αξιολογούν τις δηλώσεις των στρατιωτικών εκπροσώπων, οι τυχόν πιέσεις που ασκούνται στους δημοσιογράφους, καθώς και η προβολή που δίνεται στις διορθώσεις θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν . Για τις ιδιωτικές πλατφόρμες, αντίθετα, το ερώτημα είναι και οικονομικό. Ποιοι έλεγχοι γίνονται πριν υπογραφεί μια διαφημιστική σύμβαση όταν η εκστρατεία αφορά κατηγορίες για διεθνή εγκλήματα; Βάσει ποιας λογικής αποφασίζει μια εταιρεία να εισπράξει χρήματα για να διαδώσει μια συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων; Θα ήθελα οι συστάσεις αυτές να συζητηθούν και από τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς που χρηματοδοτούνται με δημόσια χρήματα. Θα έπρεπε να δημοσιοποιηθούν οι διαδικασίες με τις οποίες αξιολογούν τις δηλώσεις των στρατιωτικών εκπροσώπων, τις ενδεχόμενες πιέσεις προς τους δημοσιογράφους και την προβολή που δίνεται στις διορθώσεις. Όσον αφορά τις ιδιωτικές πλατφόρμες, αντίθετα, το ζήτημα είναι και οικονομικό. Ποιοι έλεγχοι προηγούνται της αποδοχής μιας διαφημιστικής σύμβασης όταν η καμπάνια αφορά κατηγορίες για διεθνή εγκλήματα; Με ποια κριτήρια μια επιχείρηση αποφασίζει να εισπράξει χρήματα για να διαδώσει μια συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων;
Η τελευταία φράση της έκθεσης είναι ιδιαίτερα σημαντική:
«Οι οργανώσεις δημοσιογράφων, η κοινωνία των πολιτών και το κοινό θα πρέπει να υπερασπίζονται όσους τεκμηριώνουν τις θηριωδίες που γίνονται, να απαιτούν τη απόδοση ευθυνών και να διατηρούν ζωντανή την προσοχή στους κρατούμενους και αγνοούμενους δημοσιογράφους· και θα πρέπει να θυμούνται πάντα ότι η δημοσιογραφία παύει να εκπληρώνει τη δημόσια λειτουργία της όταν αναπαράγει τις δηλώσεις της εξουσίας αντί να τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο» .
(ό.π § 99, σ. 29.)
Σε αυτό το σημείο, ειλικρινά, θεωρώ ανεπαρκή τη συνηθισμένη συζήτηση σχετικά με τη μεροληψία των μέσων ενημέρωσης. Η μεροληψία είναι ένα επαγγελματικό ζήτημα, αλλά το έγγραφο των Ηνωμένων Εθνών εξετάζει επίσης συνέπειες που επηρεάζουν άμεσα την προστασία των ανθρώπων. Μια ψευδής κατηγορία που διογκώνεται από τον τύπο μπορεί να συμβάλει στην αναστολή της ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια εκστρατεία απονομιμοποίησης μπορεί να κάνει πιο αποδεκτή τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου ή ακόμη και να τον κάνει στόχο
Πιστεύω ότι η συνενοχή των μέσων ενημέρωσης πρέπει να συζητηθεί ξεκινώντας από αυτές τις συνέπειες. Όπου προκύπτουν στοιχεία αδικήματος, εναπόκειται στα δικαστικά όργανα να το εξακριβώσουν. Όπου τεκμηριώνονται σοβαρές παραβιάσεις των δημοσιογραφικών καθηκόντων, εναπόκειται επίσης στο κοινό να ζητήσει εξηγήσεις και ανάληψη ευθυνών από τα διευθυντικά στελέχη των εμπλεκόμενων οργανισμών. Εύχομαι η έκθεση της Αλμπανέζε να διαβαστεί εξ ολοκλήρου στις σχολές δημοσιογραφίας, να συζητηθεί στα πανεπιστήμια και να αποτελέσει αντικείμενο μιας σοβαρής αντιπαράθεσης από την πλευρά των επαγγελματιών της ενημέρωσης. Θα ήθελα κυρίως να χρησιμοποιηθεί για να εξεταστούν συγκεκριμένα οι τίτλοι που δημοσιεύτηκαν και οι φωτογραφίες που απορρίφθηκαν. Αλλά και οι αποφάσεις που πήραν οι συντάξεις των μμε όταν ένας Παλαιστίνιος δημοσιογράφος προσπαθούσε να βγάλει μια μαρτυρία εκτός Γάζας
[ * ] pallywoodiani = αυτοί που ανήκουν ή συμμετέχουν στο Pallywood» ή «υποστηρικτές/δημιουργοί του Pallywood».
Ο όρος προέρχεται από τη λέξη Pallywood, η οποία είναι ένα μειωτικό και πολιτικά φορτισμένο λογοπαίγνιο (σύνθεση των λέξεων Palestine [Παλαιστίνη] και Hollywood [Χόλιγουντ]).
Τι σημαίνει στο πλαίσιο του λόγου:
• Η έννοια του Pallywood: Χρησιμοποιείται κυρίως από υποστηρικτές του Ισραήλ για να κατηγορήσει τους Παλαιστίνιους ότι σκηνοθετούν ειδήσεις, τραυματισμούς, θανάτους ή καταστροφές (χρησιμοποιώντας «ηθοποιούς κρίσης») με σκοπό να κερδίσουν τη διεθνή συμπάθεια και να χειραγωγήσουν τα μέσα ενημέρωσης.
• Η κριτική του όρου: Διεθνείς οργανισμοί, ανεξάρτητοι ελεγκτές γεγονότων (fact-checkers) και ΜΚΟ (όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και το Correctiv) περιγράφουν τον όρο ως μια μορφή συνωμοσιολογίας και ισραηλινής παραπληροφόρησης που στόχο έχει να απονομιμοποιήσει τις ανθρωπιστικές κρίσεις και τα θύματα στη Λωρίδα της Γάζας.
Συνεπώς, η λέξη χρησιμοποιείται ως μειωτικός χαρακτηρισμός για όσους κατηγορούνται ότι παράγουν ή αναπαράγουν υποτιθέμενο «σκηνοθετημένο» παλαιστινιακό υλικό