Πώς οι Βρυξέλλες χτίζουν τη νομιμοποίησή τους

 

Ευρωπαϊκή Ένωση: πώς οι Βρυξέλλες χτίζουν τη νομιμοποίησή τους

Η ΕΕ διαμορφώνει τη συναίνεση μετατρέποντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σε δόγμα

https://www.sinistrainrete.info/europa/32787-thomas-fazi-unione-europea-come-bruxelles-costruisce-la-propria-legittimita.html

 

Thomas Fazi

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε ποτέ δημοκρατικές βάσεις με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ελλείψει ενός ευρωπαϊκού λαού, μιας κοινής δημόσιας σφαίρας ή οποιασδήποτε ιδρυτικής πράξης συλλογικής αυτοδιάθεσης, η ΕΕ ιστορικά αντιστάθμιζε το δομικό έλλειμμα νομιμοποίησης της μέσω της συνεχούς παραγωγής και εναλλαγής αυτονομιμοποιητικών αφηγήσεων. Το δοκίμιο αυτό παρακολουθεί αυτή την εξέλιξη, από το μεταπολεμικό σχέδιο ειρήνης μέχρι την ενοποίηση των αγορών, τη νομισματική ένωση και τον συνταγματισμό βασισμένο στα δικαιώματα, μέχρι να εμφανιστεί ένας ρητά ηθικός και γεωπολιτικός λόγος επικεντρωμένος στις «ευρωπαϊκές αξίες».

Υποστηρίζεται ότι αυτή η διαδοχή αφηγήσεων δεν αντιπροσώπευε ποτέ την ωρίμανση μιας πολιτικής ταυτότητας, αλλά μια σειρά από συμβολικές προσαρμογές: η καθεμία έκανε την εμφάνισή της όταν η προηγούμενη έφτανε στο τέλος της και καμία δεν μπορούσε να επιλύσει τη θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ τεχνοκρατικής υπερεθνικής διακυβέρνησης και δημοκρατικής αυτοδιοίκησης.

Το δοκίμιο υποστηρίζει επίσης ότι όλη η συζήτηση για τις αξίες της ΕΕ, πέρα από το ότι αντανακλά μια πραγματική κανονιστική δέσμευση, λειτούργησε πάντα ως εργαλείο αποπολιτικοποίησης και εξουσίας των ελίτ: ένα μέσο για την ιεροποίηση του σχεδίου ολοκλήρωσης, περιορίζοντας τον χώρο της νόμιμης δημοκρατικής αμφισβήτησης και μεταθέτοντας την ευθύνη για εσωτερικά αντιδημοφιλείς πολιτικές στην υπερεθνική αναγκαιότητα. Αντί να ανοίξουν την πολιτική, οι αφηγήσεις αξιών της ΕΕ την έχουν κλείσει σταθερά, αναδιατυπώνοντας θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές ως ηθικές επιταγές, τεχνικές απαιτήσεις ή υπαρξιακές υποχρεώσεις πέρα από κάθε θεμιτή αμφισβήτηση.

 

Αυτή η δομική υποκρισία έχει πλέον οριστικά αποκαλυφθεί. Οι πολυδιαφημισμένες δεσμεύσεις της ΕΕ έναντι της λεγόμενης διεθνούς τάξης με βάση κανόνες, ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατική κυριαρχία και απαγόρευσης της επιθετικότητας αποδείχθηκαν εντελώς υποταγμένες στη γεωπολιτική ευθυγράμμιση. Η αντίθεση μεταξύ της αντίδρασης της ΕΕ στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία – που παρουσιάζεται ως σύγκρουση πολιτισμών που απαιτεί αλληλεγγύη και απεριόριστες θυσίες – και της σιωπής ή της ενεργού συνενοχής της απέναντι στη γενοκτονία που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γάζα, στη καταπάτηση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας και στη στρατιωτική επιθετικότητα του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, αποκαλύπτει αυτό που η κουβέντα σχετικά με τις αξίες έκρυβε πάντα.

Οι «ευρωπαϊκές αξίες» δεν είναι καθολικές αρχές, αλλά εργαλεία δυτικών γεωπολιτικών συμφερόντων, που χρησιμοποιούνται επιλεκτικά και εγκαταλείπονται χωρίς δισταγμό όταν γίνονται ενοχλητικές. Η ανάλυση αυτή αποκαλύπτει την εικόνα μιας ΕΕ που δεν είναι μια κοινότητα κοινών αξιών, αλλά ένας τεχνοκρατικός και αντιδημοκρατικός κολοσσός, του οποίου η ηθική γλώσσα εξυπηρετούσε πάντα ένα διπλό αυτοκρατορικό σκοπό: να δικαιολογήσει την υποταγή των δημοκρατιών των κρατών μελών στη διακυβέρνηση των υπερεθνικών ελίτ – μια μορφή εσωτερικής «αυτοαποικιοποίησης» – παρέχοντας ταυτόχρονα ιδεολογική κάλυψη για την προβολή της δυτικής εξουσίας στο εξωτερικό.

 

 

Το δοκίμιο συμπεραίνει ότι η κρίση νομιμοποίησης της ΕΕ δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω καλύτερων αφηγήσεων ή μιας πιο συνεπούς επικοινωνίας των αξιών, αλλά οφείλεται στο ίδιο το μοντέλο της υπερεθνικής ολοκλήρωσης. Το πρόβλημα της πολιτικής νομιμότητας είναι όντως άρρηκτα συνδεδεμένο με την παραγωγή νοήματος. Κανένα καθεστώς δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο με τη βία. Για να είναι αποδεκτό από τους πολίτες, ένα πολιτικό σύστημα, είτε είναι δημοκρατικό είτε αυταρχικό, στηρίζεται σε αφηγήματα, ιδεολογίες, τελετουργίες και σύμβολα που κάνουν την εξουσία να φαίνεται φυσική, απαραίτητη και δικαιολογημένη.

 

 

Από τους ιδρυτικούς μύθους και τα κορυφαία συνταγματικά γεγονότα ως την καθημερινή ρουτίνα της διακυβέρνησης, η πολιτική εξουσία δεν στηρίζεται ποτέ αποκλειστικά στον εξαναγκασμό ή στις επιδόσεις. Χρειάζεται αφηγήσεις για να οικοδομήσουν την αίσθηση του ανήκειν, να καθορίσουν ποιος είναι μέλος τους και να διατηρήσουν τη συλλογική μνήμη, τι διακυβεύεται, ποιες συγκρούσεις είναι νόμιμες και ποιοι ορίζοντες δράσης είναι πιθανοί

 

 

 

Αυτές οι πρακτικές νοηματοδότησης μπορούν να περιγραφούν ως διαδικασίες νομιμοποίησης: συμβολικές, πολιτισμικές και θεσμικές πράξεις μέσω των οποίων η πολιτική εξουσία προσπαθεί να δικαιολογήσει τόσο τις πολιτικές της όσο και την ίδια της την ύπαρξη. Ακόμη και στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες, η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τέτοιες αφηγήσεις. Όπως παρατήρησε ο νομικός Χάρολντ Μπέρμαν, «σε όλες τις κοινωνίες» το δίκαιο «αντλεί την εξουσία του από κάτι έξω από αυτό». Αυτό το «κάτι» – λογικά προγενέστερο των κανόνων και των διαδικασιών – αποτελεί το θεμέλιο της ίδιας της εξουσίας.

 

 Ιστορικά, η θεμελίωση και η νομιμοποίηση νόμων, ηθικών κανόνων και κοινωνικών θεσμών βασιζόταν στη θρησκεία, την παράδοση και στα έθιμα. Από τον 18ο αιώνα, έκαναν την εμφάνισή τους νέες πηγές νομιμοποίησης: η λαϊκή κυριαρχία, ο εθνικισμός, η επιστήμη, η ιδεολογία και η χαρισματική ηγεσία. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα δυτικά φιλελεύθερα δημοκρατικά καθεστώτα μπορούσαν ακόμη να βασίζονται σε ισχυρές μορφές αυτού που θα μπορούσε να οριστεί ως «εκκοσμικευμένη θρησκεία» – συμπεριλαμβανομένων των μαζικών ιδεολογιών, των εθνικών αφηγήσεων και, σε πολλές περιπτώσεις, μιας εκδοχής του ίδιου του χριστιανισμού βασισμένης στις παραδόσεις.

Παρόλα αυτά, την τελευταία πεντηκονταετία, οι δυτικές κοινωνίες βίωσαν μια συνεχή διάβρωση αυτών των παραδοσιακών «μεγάλων αφηγήσεων». Η θρησκεία, το έθνος και η ιδεολογία έχασαν μεγάλο μέρος της δεσμευτικής τους δύναμης. Ωστόσο, αυτή η διάβρωση δεν εξάλειψε την ανάγκη για πολιτική νομιμοποίηση· απλώς αλλοίωσε τη μορφή, τη χρονικότητα και τη σταθερότητά της.

 

 

Ειδικότερα, στη νεοφιλελεύθερη εποχή μετά το 1989, οι δυτικές πολιτικές ελίτ προσπάθησαν να κυβερνήσουν ενώ αποπολιτικοποιούσαν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η νομιμοποίηση βασίστηκε ολοένα και περισσότερο στην τεχνική εμπειρογνωμοσύνη, στους νομικούς κανόνες, στις τεχνοκρατικές διαδικασίες και σε υποτιθέμενους «φυσικούς» οικονομικούς νόμους. Η πολιτική έχει επαναπροσδιοριστεί ως διαχείριση, η σύγκρουση ως αναποτελεσματικότητα και οι εναλλακτικές ως παράλογες ή ανεύθυνες. Η μεταμόρφωση αυτή αποτυπώθηκε με εξαιρετικό τρόπο στη δήλωση του Φράνσις Φουκουγιάμα, σύμφωνα με την οποία η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο καπιταλισμός της αγοράς αντιπροσώπευαν το «τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας».

Ωστόσο, η συναίνεση αυτή έχει πλέον διαρραγεί. Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, η πολιτική – μαζί με την πολιτική σύγκρουση – επέστρεψε δυναμικά, παίρνοντας όλο και πιο οριστική μορφή, όχι κυρίως γύρω από κοινωνικοοικονομικές ιδεολογικές διαιρέσεις όπως στο παρελθόν, αλλά γύρω από αξίες: ταυτότητα, ιστορία, θρησκεία, σεξουαλικότητα, εθνική ταυτότητα και κυριαρχία.

 

 

 

 

Είναι εντός αυτής της ευρύτερης συνθήκης της ύστερης ή υπερμοντέρνας πολιτικής –η οποία χαρακτηρίζεται από την εξατομίκευση, τις κατακερματισμένες δημόσιες σφαίρες, την παρακμή της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, τη μόνιμη κρίση και την επιστροφή των συγκρούσεων που βασίζονται στις αξίες– που πρέπει να τοποθετηθεί η Ευρωπαϊκή. Η ΕΕ συχνά περιγράφεται ως μία τεχνοκρατική, μεταπολιτική και προσανατολισμένη στα αποτελέσματα πολιτική οντότητα, η οποία ιστορικά βασιζόταν περισσότερο στις επιδόσεις παρά στον συμβολισμό.

Παρόλα αυτά, τις τελευταίες δεκαετίες, και με αυξανόμενη ένταση από τις αρχές του 2000, η ΕΕ έχει υπερδραστηριοποιηθεί στην παραγωγή αφηγηματικού λόγου, σε μεγάλο βαθμό στην προσπάθεια να αντισταθμίσει την απουσία ενός κοινού λαού, μιας ισχυρής συλλογικής ταυτότητας και οποιασδήποτε ριζωμένης μορφής προπολιτικής προσκόλλησης στην Ένωση. Αυτή η έξαρση αφηγήσεων αντί να αποτελεί ένδειξη δύναμης, είναι ενδεικτική του διαρθρωτικού ελλείμματος νομιμοποίησης της ΕΕ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική περίπτωση για τη μελέτη της πολιτικής νομιμοποίησης. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα έθνη-κράτη, στερείται πολλών από τα κλασικά θεμέλια της δημοκρατικής εξουσίας: ενός ενιαίου λαού, μιας κοινής γλώσσας, ενός κοινού δημόσιου χώρου και μιας ενιαίας συντακτικής εξουσίας. Η εξουσία της δεν απορρέει από μια πράξη συλλογικής αυτοδιάθεσης, αλλά από ένα πυκνό δίκτυο συνθηκών που διαπραγματεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό οι εθνικές ελίτ και επικυρώθηκαν με περιορισμένη συμμετοχή του λαού. Κατά συνέπεια, η ΕΕ βασίστηκε ιστορικά σε έμμεσες μορφές νομιμοποίησης: τεχνοκρατική επάρκεια, αρχή νομιμότητας, οικονομικές επιδόσεις και μεσολάβηση των ελίτ.

 

Τα τελευταία χρόνια, οι μελετητές έχουν προσεγγίσει το ζήτημα των (αυτο)νομιμοποιητικών αφηγήσεων της ΕΕ από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Μια ιδιαίτερα αξιοσημείωτη συμβολή στη συζήτηση είναι το The European Union in Search of Narratives του François Foret. Το κεντρικό πρόβλημα που εξετάζει ο Foret είναι απλό: πώς μπορεί να αναζητήσει νομιμοποίηση μια πολιτική οντότητα που στερείται ενός κοινού λαού, μιας κοινής γλώσσας, ενός ενοποιημένου δημόσιου χώρου και ενός ισχυρού συναισθηματικού δεσμού; Ο Foret δεν αντιμετωπίζει τις αφηγήσεις ως επιφανειακές στρατηγικές επικοινωνίας, αλλά ως δομικά πλαίσια κυριαρχίας, συλλογικής ταυτότητας και αίσθησης του ανήκειν.

 

Το έργο του υπογραμμίζει πώς η ΕΕ βασίζεται όλο και περισσότερο σε συμβολικές, ηθικές και πολιτισμικές αφηγήσεις για να δικαιολογήσει την εξουσία της σε ένα κλίμα απογοήτευσης και μόνιμης κρίσης. Το παρόν δοκίμιο βασίζεται στις ιδέες του Foret, αλλά μετατοπίζει το αναλυτικό κέντρο βάρους: αντί να αναρωτιέται αν η ΕΕ θα καταφέρει τελικά να βρει μια ενοποιητική αφήγηση, διερωτάται αν η αφηγηματική νομιμοποίηση μπορεί ποτέ να αντισταθμίσει το δομικό έλλειμμα δημοκρατίας της Ένωσης.

 

Αυτό το κάνει προβάλλοντας ένα κριτικό επιχείρημα: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι απλώς μια πολιτική οντότητα που αγωνίζεται να βρει τη «σωστή» αφήγηση. Είναι ένα εγχείρημα που σχεδιάστηκε και κατευθύνεται από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, επιβάλλεται από τα πάνω και είναι δομικά αντιδημοκρατικό, το πρόβλημα νομιμοποίησης του οποίου δεν μπορεί να επιλυθεί αποκλειστικά εφευρίσκοντας καλύτερα αφηγήματα. Τα αφηγήματα της ΕΕ αποτυγχάνουν όχι  επειδή δεν επικοινωνούνται σωστά, επειδή δεν είναι τόσο συναισθηματικά ή λίγο συμμετοχικά – αν και γενικά τείνουν να είναι όλα αυτά. Αποτυγχάνουν επειδή προσπαθούν να αντισταθμίσουν συμβολικά ένα πολιτικό σύστημα που συστηματικά αφαιρεί ή περιορίζει τη λαϊκή κυριαρχία, περιορίζει τις δημοκρατικές επιλογές και εξωτερικεύει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων απομακρύνοντάς την από τους πολίτες.

Το να βασίζεται η ΕΕ σε συνεχώς μεταβαλλόμενες αφηγήσεις νομιμοποίησης – από την ειρήνη και την ευημερία ως τις αξίες, τα δικαιώματα, την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τη γεωπολιτική – συνεπώς, δεν θα πρέπει, επομένως ,να ερμηνεύεται ως μια διαδικασία μάθησης ή ως αφηγηματική ωρίμανση, αλλά ως μια σειρά προσαρμογών της στιγμής που αποσκοπούν στη σταθεροποίηση μιας δομής διακυβέρνησης που καθοδηγείται από τις ελίτ και αμφισβητείται όλο και περισσότερο. Τέτοιες αφηγήσεις λειτουργούν ως αντίδραση σε κάτι άλλο,  χωρίς να έχουν αυτόνομη δράση και δεν είναι συγκροτητικές: προκύπτουν ως απάντηση σε κρίσεις εξουσίας, πολιτικοποίηση και λαϊκή διαφωνία, και εγκαταλείπονται ή αναδιαμορφώνονται μόλις χάσουν τη δύναμη πειθούς. Αντί να παράγουν μια διαρκή νομιμοποίηση, αποκαλύπτουν τη θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ της υπερεθνικής τεχνοκρατικής διακυβέρνησης και της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης.

Το παρόν δοκίμιο κάνει μια ολοκληρωμένη αναδρομή αυτής της πορείας. Η ανάλυση ακολουθεί χρονολογική σειρά, χαρτογραφώντας την εξέλιξη από το μεταπολεμικό σχέδιο ειρήνης έως την ενοποίηση των αγορών, περνώντας από τη νομισματική ένωση, τον λόγο για τα δικαιώματα και τις αξίες, τη διακυβέρνηση έκτακτης ανάγκης και την τρέχουσα εποχή της γεωπολιτικής ηθικοποίησης. Προβάλλει όμως και μια δομική θέση: η στροφή προς τις αξίες δεν αποτελεί εμβάθυνση της ευρωπαϊκής κανονιστικής ταυτότητας, αλλά την εκμετάλλευσή της, και η αυξανόμενη υποκρισία αυτής της εκμετάλλευσης έχει πλέον κάνει μη αναστρέψιμη την κρίση νομιμοποίησης.

 

 

 

 

 

Λέσβος, ο παφλασμός των προβάτων: Ταφές μέσα στο υπόγειο νερό

 

Νέα έρευνα - Λέσβος, ο παφλασμός των προβάτων: Ταφές μέσα στο υπόγειο νερό.

🔸 Επί δύο μήνες τα πρόβατα που θανατώνονταν στη Λέσβο για να περιοριστεί η εξάπλωση του αφθώδους πυρετού θάβονταν όπου νά ’ναι, ακόμα και μέσα στα υπόγεια νερά. Την ίδια ώρα, οι αρχές αρνούνται ότι έχουν γίνει μαζικές ταφές ζώων σε σημεία από τα οποία περνάει νερό.

🔸 Το Reporters United ταξίδεψε στη Λέσβο και σε συνεργασία με την ηλεκτρονική εφημερίδα Στο Νησί τεκμηριώνει ότι οι αρχές αποκρύπτουν την αλήθεια.

🔸 Δίνουμε στη δημοσιότητα βίντεο και χάρτες που αποδεικνύουν την εγγύτητα των σημείων ταφής με περιοχές όπου υπάρχει νερό, καθώς και την αμέλεια των αρμόδιων αρχών ως προς την προστασία των υδάτινων αποθεμάτων της Λέσβου, σε μια περίοδο κατά την οποία το νησί απειλείται από λειψυδρία.

🔸 Το ρεπορτάζ μας αποκαλύπτει τις συνέπειες στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία μιας πολιτικής που καταστρώθηκε στο πόδι. Και εισφέρει επιστημονικές εκτιμήσεις, κατά τις οποίες η διαχείριση που έγινε για τον αφθώδη πυρετό στη Λέσβο δεν έχει ενσωματώσει καμία από τις πρόνοιες της περιβαλλοντικής νομοθεσίας για την ταφή οργανικών αποβλήτων.

🔸 «Όσες ταφές νεκρών ζώων επισκέφτηκα τις τελευταίες ημέρες στην ευρύτερη περιοχή του Μανταμάδου είχαν γίνει με πρόχειρο τρόπο και χωρίς να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας», λέει στην έρευνά μας ο καθηγητής Νάσος Στασινάκης, διευθυντής του Εργαστηρίου Ποιότητας Υδάτων και Αέρα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

🔸 Στο πλαίσιο του ρεπορτάζ απευθύναμε ερωτήματα προς τον νέο υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μαργαρίτη Σχοινά, ο οποίος δεν θέλησε να τοποθετηθεί.

🔸 Η υπόθεση θα έχει συνέχεια μετά την εισαγγελική παραγγελία για τη διερεύνηση μηνύσεων που υποβλήθηκαν σε σχέση με τρία σημεία ταφής, καθώς και μετά την άφιξη στο νησί κλιμακίου από το Σώμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος Βορείου Ελλάδας.

Διάβασε την έρευνα και στήριξε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία του Reporters United 🔗 στα σχόλια.

✍️ Ρεπορτάζ: Χρυσούλα Μαρίνου, Παναγιώτης Μπαλάσκας, Eurydice Bersi

🎨 Παραγωγή βίντεο: Spoovio 

 


 

 

 

ΕΣΥ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ;

 


Ένας ισραηλινός ελεύθερος σκοπευτής πυροβόλησε ένα τραυματισμένο παιδί, το οποίο συνέχισε να αιμορραγεί μέχρι την τελευταία του πνοή.

Και αυτό το παιδί είναι μόνο ένα από τα χιλιάδες παιδιά στην Παλαιστίνη...

Αυτό συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, στις μέρες μας.

Και μερικά από αυτά έπεσαν στους δρόμους χωρίς ασθενοφόρο.

Και ανάμεσά τους είναι εκείνα που ήταν μπροστά στα μάτια μας, περιμένοντας μια βοήθεια που δεν έφτασε ποτέ

Αυτή είναι η Παλαιστίνη,

Μια γη που κάθε μέρα δεν προσφέρει στα παιδιά της αγάπη ούτε όταν πεθαίνουν,

Αλλά καλύτερα ν να κρατηθούν στη ζωή... Και με αξιοπρέπεια...

Η κατοχή όμως δεν βλέπει παιδιά σε αυτά,

Και δεν ακούνε τις κραυγές τους,

Και δεν θέλουν να τους αφήσουν να ζήσουν...

Το μόνο που θέλουν είναι να σκοτώνουν, να βιάζουν και να εκτοπίζουν.

Και όμως,

Η Παλαιστίνη αντιστέκεται...

Αιμορραγώντας, ναι... Αλλά δεν σπάει

ΑΛΛΑ ΕΣΥ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ;

ΟΙ ΗΠΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΣΕΙ ΑΛΛΑ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ

 

 

 

Ο νεοφιλελεύθερος Αμερικανός ακαδημαικός Robert Kagan (1) δημοσίευσε πρόσφατα στο The Atlantic μια ανάλυση η οποία, όσον αφορά τη σαφήνεια και την ευρύτητα της οπτικής της, σπάνια συναντάται στη σύγχρονη στρατηγική. Η βασική του θέση είναι τόσο απλή όσο και καταστροφική: οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέστησαν ήττα στο Ιράν, και αυτή η ήττα — σε αντίθεση με εκείνες του παρελθόντος — δεν είναι ούτε αναστρέψιμη ούτε διορθώσιμη.

 

 

ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Για να κατανοήσουμε την έκταση των γεγονότων, πρέπει να ανασυνθέσουμε με ακρίβεια τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διεξήγαγαν μια αεροπορική εκστρατεία κατά του Ιράν εξαιρετικής έντασης, που κράτησε τριάντα επτά συνεχόμενες ημέρες. Οι βομβαρδισμοί εξάλειψαν μεγάλο μέρος της ιρανικής ηγεσίας και κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος των συμβατικών στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας. Ωστόσο, παρά την άνευ προηγουμένου στρατιωτική πίεση, το καθεστώς της Τεχεράνης δεν κατέρρευσε, δεν διαπραγματεύτηκε, δεν υποχώρησε σε κανένα σημείο.

 

 

 

 

Η αποφασιστική στιγμή έρχεται στις 18 Μαρτίου, όταν το Ισραήλ βομβαρδίζει το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν. Η απάντηση της Τεχεράνης είναι άμεση και με χειρουργική ακρίβεια: επίθεση στην Ras Laffan Industrial City του Κατάρ, τον μεγαλύτερο τερματικό σταθμό εξαγωγής φυσικού αερίου στον κόσμο. Οι ζημιές στις υποδομές είναι τέτοιες που απαιτούν χρόνια για να αποκατασταθούν. Αντιμέτωπος με τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ενεργειακής κατάρρευσης, ο πρόεδρος Τραμπ κηρύσσει μορατόριουμ στις επιθέσεις κατά των ιρανικών ενεργειακών υποδομών και στη συνέχεια μονομερή κατάπαυση του πυρός. Το Ιράν δεν παραχώρησε τίποτα.

 

 

 

Μετά τη στρατιωτική εκεχειρία, η αμερικανική κυβέρνηση στοχεύει στον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών ως εναλλακτικό μέσο οικονομικής πίεσης. Ο Kagan είναι σαφής στην εκτίμησή του σχετικά με τις προοπτικές: ένα καθεστώς που άντεξε πέντε εβδομάδες αδιάκοπων βομβαρδισμών δύσκολα θα υποκύψει μόνο με οικονομικές πιέσεις. Και για να ενισχύσει αυτή την εκτίμηση, παραθέτει την άποψη της μελετήτριας του Ιράν Suzanne Maloney: μια κυβέρνηση που είναι ικανή να σφαγιάσει τους δικούς της πολίτες προκειμένου να καταστείλει τις διαμαρτυρίες του προηγούμενου Ιανουαρίου είναι απολύτως ικανή να επιβάλει οποιαδήποτε οικονομική στέρηση στον πληθυσμό της χωρίς να φοβάται εσωτερικές πολιτικές συνέπειες.

 

Έτσι αναδύεται το κεντρικό παράδοξο της σύγκρουσης: η αμερικανική στρατιωτική δύναμη, αν και είναι η πιο τρομερή στον πλανήτη, αποδείχθηκε ανίκανη να μετατρέψει τη δύναμή της σε πολιτική νίκη. Και όσοι προτείνουν την επανάληψη των βομβαρδισμών πρέπει να απαντήσουν σε μια ενοχλητική ερώτηση: τι θα αλλάξει σε έναν δεύτερο κύκλο επιθέσεων σε σχέση με τις τριάντα επτά ημέρες που έχουν ήδη δοκιμαστεί; Ο Kagan καταρρίπτει αυτό το επιχείρημα με άψογη λογική: μια νέα στρατιωτική εκστρατεία θα ωθούσε το Ιράν σε αντίποινα εναντίον των κρατών του Κόλπου, θέτοντας σε κίνδυνο τις υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις οποίες εξαρτάται η παγκόσμια οικονομία. Ακόμη και στην ακραία περίπτωση της πλήρους καταστροφής των ιρανικών δυνατοτήτων, η Τεχεράνη θα είχε ακόμα τη δυνατότητα να εκτοξεύσει δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, πυραύλους και drones πριν υποκύψει· θα αρκούσαν λίγες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου για να παραλύσουν την περιφερειακή παραγωγή για δεκαετίες. Αυτή η συνειδητοποίηση — όχι η διπλωματία, όχι οι διεθνείς πιέσεις — είναι που σταμάτησε τον Τραμπ.

 

 

 

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Ο τίτλος που επέλεξε ο Kagan — Checkmate in Iran (Ματ στο Ιράν) — συνοψίζει με σκακιστική ακρίβεια την αμερικανική θέση: όχι ακόμα οριστικό ματ, αλλά πολύ κοντά. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει ότι ο Τραμπ ζήτησε από την κοινότητα πληροφοριών να αξιολογήσει τις συνέπειες του να κηρύξει απλώς τη νίκη και να αποσυρθεί. Μια κατανοητή κίνηση: το να ελπίζει κανείς στην αυθόρμητη κατάρρευση του καθεστώτος δεν αποτελεί στρατηγική, ειδικά όταν το πετρέλαιο πλησιάζει τιμές άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι, ο πληθωρισμός αυξάνεται και διαφαίνονται παγκόσμιες ελλείψεις πρώτων υλών.

Ο βαθύτερος γεωπολιτικός κόμβος της ανάλυσης αφορά το Στενό του Ορμούζ. Ο Kagan καταρρίπτει μια διαδεδομένη παραδοχή: την ιδέα ότι το Στενό θα ανοίξει ξανά στη διεθνή κυκλοφορία, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μόλις τελειώσει η κρίση. Αυτή η παραδοχή είναι αβάσιμη. Το Ιράν δεν έχει κανένα συμφέρον να επιστρέψει στο status quo ante. Ο έλεγχος του Στενού είναι πλέον το πιο πολύτιμο όπλο του — πιο άμεσο και πιο αποτελεσματικό ακόμη και από το πυρηνικό πρόγραμμα. Χάρη σε αυτό το πλεονέκτημα, η Τεχεράνη θα μπορεί να επιβάλλει διόδια για τη διέλευση, να περιορίσει τη διέλευση σε ανεπιθύμητες χώρες, να τιμωρήσει τις εχθρικές χώρες επιβραδύνοντας τη ροή των εμπορικών πλοίων τους. Μια εξαιρετικά ευέλικτη μορφή γεωπολιτικής δύναμης, την οποία το Ιράν θα ξέρει να χρησιμοποιήσει για να αναγκάσει τις χώρες να άρουν τις κυρώσεις και να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις.

 

 

Ακόμη και οι Ιρανοί μετριοπαθείς, σύμφωνα με τον Kagan, καταλαβαίνουν ότι το Ιράν δεν μπορεί να παραχωρήσει τον έλεγχο του Στενού, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία. Οι λόγοι είναι δομικοί. Πόσο μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τον Tραμπ, ο οποίος σχεδόν καυχήθηκε ότι επανέλαβε το αιφνιδιαστικό χτύπημα του Περλ Χάρμπορ εγκρίνοντας τη δολοφονία της ιρανικής ηγεσίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων; Και το Ισραήλ θα μπορούσε να ενεργήσει αυτόνομα, όπως πάντα έκανε όταν αντιλαμβανόταν ότι απειλούνταν τα συμφέροντά του. Η ιρανική δυσπιστία είναι λογική, όχι ιδεολογική.

 

 

 

 

Για τις μοναρχίες του Κόλπου, οι επιπτώσεις είναι άμεσες και δομικές. Αυτά τα κράτη έχουν χτίσει τις οικονομίες τους υπό την προστασία της αμερικανικής ηγεμονίας και της ελευθερίας ναυσιπλοΐας που αυτή εγγυόταν. Με την κατάρρευση αυτής της προστασίας, θα αναγκαστούν αναπόφευκτα να επιδιώξουν μια συμβιβαστική λύση με την Τεχεράνη — όχι από ιδεολογική επιλογή, αλλά από γεωγραφική και οικονομική αναγκαιότητα. Και δεν θα είναι μόνο τα κράτη του Κόλπου: όλες οι χώρες που εξαρτώνται από την ενέργεια της περιοχής αυτής θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτούν τις σχέσεις τους με ένα πιο ισχυρό και πλουσιότερο Ιράν. Ο Kagan αποδοκιμάζει με μια δόση σαρκασμού τη λεγόμενη αγγλο-γαλλική «συμμαχία» για περιπολία του Στενού: ο πρόεδρος Μακρόν έχει διευκρινίσει ότι η δύναμη αυτή θα λειτουργεί μόνο σε συνθήκες ειρήνης. Μια φόρμουλα ουσιαστικά χωρίς νόημα σε ένα Στενό υπό ιρανικό έλεγχο.

 

 

 

 

Το Ισραήλ θα βρεθεί πιο απομονωμένο από ποτέ. Σε έναν κόσμο όπου το Ιράν ασκεί καθοριστική επιρροή στον ενεργειακό εφοδιασμό δεκάδων χωρών, το Τελ Αβίβ ενδέχεται να δεχτεί τεράστιες διεθνείς πιέσεις ώστε να μην προκαλέσει την Τεχεράνη στο Λίβανο, στη Γάζα ή αλλού. Το παράδοξο είναι προφανές: ο πόλεμος που σχεδιάστηκε για να αποδυναμώσει το Ιράν είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.

 

 

Στο επίπεδο της παγκόσμιας αποτροπής, οι συνέπειες είναι εξίσου σοβαρές. Ολόκληρος ο κόσμος μπόρεσε να παρατηρήσει πώς λίγες εβδομάδες πολέμου εναντίον μιας δευτερεύουσας δύναμης μείωσαν τα αποθέματα αμερικανικών όπλων σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα, χωρίς να υπάρξει γρήγορη λύση. Ολόκληρη η αρχιτεκτονική της αμερικανικής αποτροπής βασίζεται στην παραδοχή της ικανότητάς της να αντέχει σε παρατεταμένες συγκρούσεις: αυτή όμως η ικανότητα τίθεται πλέον δημόσια υπό αμφισβήτηση. Τα ερωτήματα που προκύπτουν ενδέχεται να ωθήσουν ή όχι τον Xi Jinping να κινηθεί προς την Ταϊβάν, ή τον Πούτιν να επιταχύνει την πίεση του προς την Ευρώπη. Αλλά τουλάχιστον, οι Αμερικάνοι σύμμαχοι στην Ανατολική Ασία και στην Ευρώπη πρέπει να αναρωτηθούν για την ικανότητα της Ουάσιγκτον να τηρήσει τις δεσμεύσεις της σε περίπτωση μελλοντικών συγκρούσεων. Η Κίνα και η Ρωσία βγαίνουν ενισχυμένες από αυτή την κρίση: η Μόσχα ως ζωντανή απόδειξη ότι η αντίσταση στην αμερικανική δύναμη είναι εφικτή· το Πεκίνο γνωρίζοντας ότι η αμερικανική ικανότητα αντίδρασης έχει μειωθεί.

 

 

 

Ο Kagan εντάσσει τελικά αυτή την κρίση σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο: την επιτάχυνση της παγκόσμιας προσαρμογής προς έναν μετα-αμερικανικό κόσμο. Η απώλεια της κυρίαρχης θέσης στον Κόλπο δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά το πρώτο μιας σειράς διαρθρωτικών καταρρεύσεων της αμερικανικής διεθνούς τάξης που οικοδομήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν η εμπιστοσύνη χαθεί, για την ανάκτηση της θα χρειαστούν δεκαετίες.

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ανάλυση του Kagan μας αποκαλύπτει μια δυσάρεστη αλλά απαραίτητη αλήθεια: η αμερικανική ήττα στο Ιράν είναι διαρθρωτική, όχι συγκυριακή, και δεν επιδέχεται γρήγορες λύσεις. Για τους πολιτικούς ιθύνοντες — Αμερικανούς και συμμάχους — προκύπτουν ορισμένες επείγουσες ενδείξεις. Πρώτον, είναι απαραίτητο να εγκαταλειφθεί η ρητορική της νίκης και να ξεκινήσει μια ρεαλιστική αξιολόγηση των ζημιών που έχουν ήδη προκληθεί. Δεύτερον, πρέπει να οικοδομηθεί ένα νέο πολυμερές διπλωματικό πλαίσιο που θα περιλαμβάνει την Κίνα και τη Ρωσία, καθώς αυτές είναι οι νέες αναπόφευκτες συνομιλήτριες στην περιοχή. Τρίτον, οι Ευρωπαίοι και Ασιάτες σύμμαχοι πρέπει να επιταχύνουν την ενεργειακή τους αυτονομία και να διαφοροποιήσουν τις προμήθειές τους, μειώνοντας τη διαρθρωτική ευπάθεια που θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί το Ιράν. Τέλος, η αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής πρέπει να ανοικοδομηθεί με υπομονή και συνέπεια — όχι με νέες στρατιωτικές περιπέτειες, αλλά με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα λαμβάνει υπόψη τα όρια και τις δυνατότητες, της αμερικανικής δύναμης. Ο μετα-αμερικανικός κόσμος είναι ήδη εδώ: το ερώτημα είναι αν η Δύση θα καταφέρει να προσαρμοστεί σε αυτόν με σύνεση ή αν θα βρεθεί να τον κυνηγά χωρίς πυξίδα.

 

-----------------------------------------------

(1) Ο Robert Kagan είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς αμερικανούς νεοσυντηρητικούς θεωρητικούς και ηγετική φωνή της αμερικανικής παρεμβατικής πολιτικής. Σύζυγος της Victoria Nuland — πρώην υφυπουργού Εξωτερικών για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις και μία από τις αρχιτεκτόνισσες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς την Ανατολική Ευρώπη — ο Kagan είναι συνιδρυτής του Project for the New American Century και συγγραφέας θεμελιωδών έργων για την αμερικανική υπεροχή στον κόσμο.

[---->]