Θυμάστε που το 2014, σας έβαλαν να δηλώσετε τα πηγάδια σας;

 Μπορεί να είναι εικόνα Στόουνχεντζ, ο Παρθενώνας και το Πάνθεον

 

 

Ελένη Πρωτονοτάριου

 

Θυμάστε που το 2014, σας έβαλαν να δηλώσετε τα πηγάδια σας;

Θυμάστε που την ίδια χρονιά σας απαγόρεψαν να μαζεύετε σε στέρνες ή αλλού, το νερό της βροχής;

Το παιχνίδι με το νερό, παίζεται πολύ βρώμικα...

Γιατί είναι πολύ σημαντικό.

Το σημαντικότερο.

ΧΩΡΙΣ ΝΕΡΟ ΔΕ ΖΕΙΣ!

Όποιος το κατέχει, έχει την απόλυτη δύναμη.

Ο πρώτος καταγεγραμμένος πόλεμος για το νερό, συνέβη πριν από 4500 χρόνια, όταν οι πόλεις - κράτη Lagash και Umma, ήρθαν σε σύρραξη στην κοιλάδα του Τίγρη και του Ευφράτη.

Ο οργανωτής όλων των διεθνών φόρουμ για το νερό, είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ύδατος (World Water Council, WWC) –στο οποίο εκτιμάται πως ανήκουν 323 εκπρόσωποι από τους τομείς της οικονομίας, της επιστήμης, των τοπικών κυβερνήσεων και των υπουργείων τους, των ιδιωτικών τραπεζών, της Παγκόσμιας τράπεζας, καθώς επίσης διαφόρων στρατιωτικών δεξαμενών σκέψης, όπως το Atlantic Council.

Οι επικεφαλής των πολυεθνικών επιχειρήσεων εκπροσωπούνται με ποσοστό 30%, όταν οι κοινωνίες μόλις με 1% – ενώ στους ισχυρότερους παίχτες ανήκουν οι ενεργειακοί όμιλοι, όπως η γαλλική EDF και η ισπανοϊταλική ENTESA, καθώς επίσης οι πολυεθνικές τροφίμων και ποτών, κυρίως η ελβετική Nestle.

Τα φόρουμ αυτά πιέζουν για  μία εκ νέου ερμηνεία της χρήσης του νερού.

Με απλά λόγια, με δικαιολογία την λειψυδρία, απαιτούν να πάψει να θεωρείται το νερό ως ένα αγαθό που διατίθεται ελεύθερα στους ανθρώπους – αλλά να θεωρείται ως ένα εμπόρευμα, με την έννοια πως θα μπορεί να γίνεται η εμπορική εκμετάλλευση του.

Για να καταλάβει κανείς τη σημασία της έννοιας αυτής, οφείλει να γνωρίζει πως μόνο το εμπόριο μεταλλικού νερού το 2017 παγκοσμίως ήταν 250.000.000.000 λίτρα – ενώ μόλις δύο χρόνια πριν ο τζίρος του ήταν 80.000.000.000 $.

Μόλις το 3% των υδάτινων αποθεμάτων του πλανήτη είναι στη διάθεση των ανθρώπων και των ζώων ως πόσιμο νερό – εκ των οποίων όμως το 2% είναι παγωμένα.

Οι χώρες με τα μεγαλύτερα αποθέματα πόσιμου νερού είναι, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η Βραζιλία (4.661 δις κυβικά μέτρα) και η Ρωσία (4.312 δις κυβικά μέτρα) –ενώ η Βραζιλία διαθέτει δύο από τους μεγαλύτερους υδροφόρους ορίζοντες στον πλανήτη : έναν που χρησιμοποιείται ελάχιστα στον Αμαζόνιο και το GUARANI, το οποίο υπερβαίνει τα σύνορα της με την Παραγουάη, την Αργεντινή και την Ουρουγουάη (1,2 εκ. τετραγωνικά χιλιόμετρα).

Η διαμάχη για την ιδιωτικοποίηση της εταιρίας νερού στην Cochobamba της Βολιβίας, είχε σαν αποτέλεσμα την επέμβαση του στρατού.

Η Πόλη του Μεξικού δέσμευσε με τη βία τα υδάτινα αποθέματα των γύρω περιοχών και έχτισε γύρω τους εγκαταστάσεις ασφαλείας σαν να πρόκειται για χρυσωρυχεία.

Στην Ινδία, πασίγνωστη εταιρία αναψυκτικών, υπόγραψε συμβόλαια για την απόκτηση υδάτινων πόρων και μετά έχτισε γύρω τους φρούρια για να τους προστατεύσει, στερώντας έτσι από τους ντόπιους πληθυσμούς την πρόσβαση σε πόσιμο και αρδευτικό νερό.

Στο "Ακόμα και η Βροχή", ένας σκηνοθέτης πηγαίνει στην Βολιβία για να γυρίσει μια ταινία για τον Χριστόφορο Κολόμβο – ο οποίος δεν ήθελε απλά να εκχριστιανίσει τους ινδιάνους, αλλά είχε εμμονή με τον χρυσό, μετατρέποντας σε σκλάβους τους ιθαγενείς που του αντιστάθηκαν.

Όμως, στην πόλη όπου πραγματοποιούνται τα γυρίσματα, τα αποθέματα νερού πωλούνται σε μια πολυεθνική και οι ιθαγενείς καλούνται 500 χρόνια μετά από την έλευση του Κολόμβου να αγωνιστούν – όχι για το χρυσάφι αυτή τη φορά, αλλά για το πιο απλό αλλά πολύτιμο αγαθό, για το νερό.

Η ταινία επικεντρώνεται σε δύο μοναχούς που αντιτάχθηκαν τότε στην εκμετάλλευση του πληθυσμού.

Ο παραγωγός της ταινίας επέλεξε τη Βολιβία, επειδή το κόστος ήταν πολύ χαμηλό, οπότε οι ιθαγενείς κομπάρσοι θα πληρωνόντουσαν μόλις δυο δολάρια την ημέρα.

Καθώς όμως ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του βρίσκονται στα γυρίσματα, ξεσπούν ταραχές στην πόλη.

Πρόκειται για τον "πόλεμο του νερού", όπως τους εξηγούν οι ιθαγενείς κομπάρσοι – οι οποίοι εγκαταλείπουν τα γυρίσματα της ταινίας, πηγαίνοντας στα οδοφράγματα.

Ο σκηνοθέτης και το συνεργείο αντιδρούν, επειδή η ταινία κινδυνεύει να μην τελειώσει, λέγοντας πως οι κομπάρσοι δεν μπορούν να παρατήσουν τα γυρίσματα και να τρέχουν στις πορείες.

Ο ιθαγενής πρωταγωνιστής της ταινίας πρωτοστατεί στην επανάσταση.

Η αδικία και η καταπίεση της εποχής του Κολόμβου, στην οποία αναφέρεται το σενάριο του κινηματογραφικού συνεργείου, είναι διάχυτη γύρω του, αλλά οι συντελεστές του αργούν να τη διακρίνουν.

Στην πραγματική ιστορία, η βολιβιανή κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε το 2000 την παροχή νερού, δημόσιου αγαθού ως τότε, με προτροπή της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Οι πολυεθνικές εταιρίες που προσέλαβε να το διαχειρίζονται τριπλασίασαν την τιμή του, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην μπορεί να πληρώσει.

Τα νότια προάστια της Κοτσαμπάμπα δεν είχαν καν εγκαταστάσεις ύδρευσης, οπότε οι κάτοικοι δημιούργησαν μόνοι τους δεξαμενές που μάζευαν το νερό της βροχής και το φίλτραραν.

Το βολιβιανό κράτος απαγόρευσε όμως την "αυθαίρετη" συλλογή της βροχής, δημιουργώντας μια αστυνομία νερού, η οποία έλεγχε τα σπίτια και γκρέμιζε τις δεξαμενές – έως ότου οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και κατέστρεψαν τα γραφεία της πολυεθνικής, καθώς επίσης της νομαρχίας, ακυρώνοντας την ιδιωτικοποίηση του νερού.

Προσεχώς στην πραγματικότητά μας...

Στη φωτογραφία το πηγάδι της Ακρόπολης το 1954.

Υπάρχει ακόμα.

[ ----->] 

Η δικαιοσύνη/ΔΙΚΕΟΣΗΝΙ παραμένει τυφλή και ανορθόγραφη.

 

Κάποτε είχαν ρωτήσει τον παππού του Μάρκες γιατί πάντα ταξιδεύει τρίτη θέση με το τρένο. Η απάντησή του ήταν «Γιατί δεν υπάρχει τέταρτη», όπως αναφέρει ο νομπελίστας Κολομβιανός συγγραφέας στην αυτοβιογραφία του. (Πρόσθεσε, όμως, ότι όταν συνοδεύει μια γυναίκα, επιλέγει τη δεύτερη ή την πρώτη θέση.) Στο τρένο της επικαιρότητας ταξιδεύουν  νεκροί της πρώτης, της δεύτερης, της τρίτης θέσης.

Στην τρίτη θέση, στη ζώνη του αοράτου, ταξιδεύουν τα θύματα των εργατικών ατυχημάτων και της αστυνομικής βίας. Σε καθίσματα που δεν είναι αριθμημένα. Οι νεκροί αυτοί δεν έχουν ούτε πρόσωπο ούτε ονοματεπώνυμο· τα ΜΜΕ αναφέρουν μόνο την ηλικία τους και το αν το θύμα ήταν ντόπιος ή αλλοδαπός και το πόσα ορφανά παιδιά αφήνει πίσω του.

Αυτό συνέβη με τον διασωληνωμένο στο ΚΑΤ «εγκαυματία», θύμα της πρόσφατης τρομερής έκρηξης στον Ασπρόπυργο που έστειλε 11 εργάτες με βαριά εγκαύματα στο νοσοκομείο. «Υπέκυψε», μαθαίνουμε. Αυτές οι περιπτώσεις δεν χωράνε στο success story της κυβέρνησης, δεν έχουν θέση στον ήλιο των διακοπών.

Τι ξέρουμε για τον νεκρό του Ασπροπύργου; Ούτε καν το μικρό του όνομα. Μόνο την ηλικία του (54 ετών) και την εξακριβωμένη πληροφορία ότι «έμενε μέσα στον ίδιο τον χώρο δουλειάς. Εκεί δούλευε, έτρωγε και κοιμόταν».

Στον κατάλογο των δίχως πρόσωπο νεκρών προστέθηκε άλλος ένας: ο 67χρονος που σκοτώθηκε από την έκρηξη στο εργοστάσιο ξυδιού στην Κορινθία. Η παιδική εργασία είναι απαγορευμένη στην Ελλάδα, όμως για τη βαριά χειρωνακτική εργασία δεν υπάρχει ανώτατο όριο ηλικίας.

Για ένα θανατηφόρο εργατικό ατύχημα στα ορυχεία του Λαυρίου μιλά ο Βάσος Δασκαλάκης στο εκπληκτικό  μυθιστόρημά του Οι ξεριζωμένοι που γράφτηκε πριν από 100 χρόνια, πρωτοεκδόθηκε το 1930 και επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος. Σε ηλικία 12 χρόνων ο συγγραφέας-αφηγητής εγκατέλειψε λόγω φτώχειας το σχολείο και  το χωριό του στη Μάνη και βρέθηκε να εργάζεται στο ορυχείο του Λαυρίου. Ό,τι περιγράφεται στο βιβλίο είναι βιωμένο. Ο συγγραφέας μιλά για το θάνατο ενός εργάτη, του Νικολού, που μπλέχτηκε στα λουριά και τις τροχαλίες του εργοστασίου και σκοτώθηκε επιτόπου.

Πώς έγινε το κακό; Οι μαρτυρίες των δυο τριών αυτοπτών μαρτύρων διίστανται. Εκεί που δουλεύεις, λέει ο Δασκαλάκης, ακούς ξαφνικά μια φωνή πίσω σου, γυρίζεις να κοιτάξεις, αποσπάται η προσοχή σου και την παθαίνεις. Ακούς φωνές που «δεν ξέρεις πούθε βγαίνουν ούτε μπορείς να ξεκαθαρίσεις τι λένε… μπορεί και να ’ναι το αίμα τίποτα σκοτωμένων που βοΐζει. Ο μάστοράς μου έχει να πει πως τώρα θα βοΐζει και το αίμα του κακομοίρη του Νικολού στη μεριά που σκοτώθηκε».

Και σήμερα «βοΐζει» το αίμα των αδικοσκοτωμένων όμως δεν ακούν όλοι το βουητό του. Δεν το ακούν ούτε τα κυβερνητικά στελέχη, ούτε οι στρατηγικοί επενδυτές ούτε οι μιντιακοί αυλικοί τους.

Κάποιοι, έστω μια μειοψηφία, στη χώρα της εθελοντικής τύφλωσης, της εθελοντικής βαρηκοίας, επιμένουν να ακούν ή να θέλουν να δουν. Επιμένουν να δοθεί πρόσωπο και ονοματεπώνυμο στα θύματα της εργοδοτικής εγκληματικότητας και της κυβερνητικής αδιαφορίας. Ένα από τα τελευταία θύματα ήταν το 6χρονο αγοράκι που πνίγηκε στην πισίνα μιας ενοικιαζόμενης βίλας στη Γιάλοβα της Μεσσηνίας την ώρα που η μετανάστρια μητέρα του εργαζόταν εκεί ως καθαρίστρια. Χωρίς όνομα το «αγγελούδι» (όπως συνήθως χαρακτηρίζουν τα νεκρά παιδιά οι σπλαχνικοί δημοσιογράφοι), χωρίς όνομα η μάνα, η «τραγική φιγούρα», όπως συνήθως την αποκαλούν.

Στην τρίτη θέση τώρα ταξιδεύουν ο 67χρονος εργάτης, ο  «54χρονος εγκαυματίας», το αγνώστου εθνικότητας 6χρονο αγόρι, ο 27χρονος Αιγύπτιος που προχθές γκρεμοτσακίστηκε από μια σκαλωσιά στο εργοτάξιο του Ελληνικού και τώρα χαροπαλεύει σε κάποια ΜΕΘ, οι έφηβοι και οι νέοι Ρομά που πήγαν από φονικά αστυνομικά πυρά. Στην  ίδια θέση ταξιδεύουν οι νεκροί των Τεμπών και της Πύλου. Το αίμα τους εξακολουθεί να βουίζει όπως και το αίμα των οικοδόμων, των εργατών καθαριότητας, των εργατριών της «Βιολάντα» και τόσων άλλων που πέθαναν την ώρα της δουλειάς. Και η δικαιοσύνη/ΔΙΚΕΟΣΗΝΙ παραμένει τυφλή και ανορθόγραφη.

(Επικαιροποιημένη εκδοχή του χρονογραφήματος που δημοσιεύθηκε στις 18.7.2026 στο «Πριν» με τίτλο «Νεκροί ταξιδιώτες της τρίτης θέσης». Ο Βάσος Δασκαλάκης πέθανε στην Κατοχή σε ηλικία 43 χρονών.)

 [----->]