Το Καράκας υποστηρίζει ότι ο νέος άξονας με την Ουάσινγκτον αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της κρίσης και των κυρώσεων. Ωστόσο, στον ΟΗΕ η Ροντρίγκεζ παραμένει στη θέση της και ακούει τον Τραμπ να επιτίθεται στην Κούβα, ενώ η αντιπροσωπεία της Αβάνας αποχωρεί από την αίθουσα: μια εικόνα που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για υποχώρηση

Geraldina Colotti
Το Καράκας υποστηρίζει ότι ο νέος άξονας με την Ουάσινγκτον αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της κρίσης και των κυρώσεων. Ωστόσο, στον ΟΗΕ η Ροντρίγκες κάθησε ν’ ακούσει τον Τραμπ όταν αυτός επιτέθηκε στην Κούβα και η αντιπροσωπεία της Αβάνας αποχώρησε από την αίθουσα: μια εικόνα που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για υποχώρηση.
Η φωτογραφία της Ντέλσι Ροντρίγκεζ με τον Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη, που τραβήχτηκε στο περιθώριο της 81ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, μας αναγκάζει να παρατηρήσουμε μια σκηνή που ανοίγει το δρόμο σε βαθιές σκέψεις σχετικά με τις μεταμορφώσεις της σύγχρονης γεωπολιτικής. Μετά από οκτώ χρόνια διπλωματικής απομόνωσης, η επιστροφή της Βενεζουέλας στο «Γυάλινο Μέγαρο» εντάχθηκε σε ένα περίπλοκο πλαίσιο, στο οποίο η οπτική επικοινωνία και ο πολιτικός συμβολισμός λειτουργούν ως μια γλώσσα γεμάτη αντιθετικές έννοιες.
Η οπτική αντίθεση ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή της άφιξης. Από τη μία πλευρά, η συνέχεια με την ιστορική μνήμη της μπολιβαριανής διαδικασίας, που την υπενθυμίζει το λαμπερό κόκκινο κασκόλ που φορούσε η Ροντρίγκεζ – παρόμοιο με αυτό που είχε επιδείξει ο Ούγκο Τσάβες το 2006 από το ίδιο βήμα – και από το σακάκι που φέρει στην πλάτη τη διάσημη Μαφάλδα του Κίνο: ένα οπτικό βραχυκύκλωμα στο οποίο η κοφτερή ειρωνεία και η κριτική νοημοσύνη της Λατινικής Αμερικής επιδεικνύονται απροκάλυπτα, με την πλάτη στραμμένη προς όσους προσποιούνται ότι καθορίζουν τους κανόνες των σχέσεων ισχύος. Από την άλλη, η συνάντηση με τον ηγέτη της κύριας δύναμης της Δύσης εξέθεσε την κυβέρνηση σε μια βαθιά πολωμένη ερμηνεία.
Ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κίνηση αυτή αποτελεί άσκηση τακτικής εφευρετικότητας στο πνεύμα του κλασικού «o inventamos o erramos», ή θα γίνουμε δημιουργικοί ή θα σφάλουμε, με στόχο να σπάσει το εμπάργκο και να διασφαλιστεί η οικονομική μας επιβίωση, μεγάλο μέρος της διεθνούς ακροαριστεράς ερμηνεύει αυτή τη στροφή όχι ως ρεαλισμό, αλλά ως σαφή υποχώρηση και εγκατάλειψη των αντιιμπεριαλιστικών αρχών, η οποία καταλήγει να ευνοεί τη γραμμή του Τραμπ και τις επιθέσεις του εναντίον των λαών του πλανήτη, ξεκινώντας από τη συνενοχή στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη.
Μια δυσφορία που ενισχύεται οπτικά από δύο άλλες αντιθετικές εικόνες των τελευταίων ημερών: αφενός, εκείνη της κουβανικής αντιπροσωπείας που εγκαταλείπει την αίθουσα όταν ο Τραμπ ξεκινά τις επιθέσεις του εναντίον του νησιού, αφετέρου εκείνη που απεικονίζει την αναπληρώτρια πρόεδρο της Βενεζουέλας ενώ ακούει, με μια έκφραση που κυμαίνεται μεταξύ έκπληξης και ψυχρότητας, τον ίδιο τον Τραμπ να διεκδικεί δημοσίως την απαγωγή του Νικολά Μαδούρο και τη λεηλασία των πόρων της χώρας, υποστηρίζοντας ότι «όποιος κερδίζει, παίρνει λάφυρα». Και την ιδιωτική συνάντηση με τον Τραμπ που πραγματοποιήθηκε λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) του Μπρούκλιν, όπου ο πρόεδρος και η Σίλια Φλόρες εξακολουθούν να κρατούνται.
Το διπλωματικό παιχνίδι εξελίσσεται μέσα σε σχεδόν απόλυτη σιωπή σχετικά με το μέλλον του προεδρικού ζεύγους. Μένει να δούμε αν στην ακροαματική διαδικασία της 8ης Οκτωβρίου θα χορηγηθεί κατ’ οίκον περιορισμός στη Σίλια Φλόρες για λόγους υγείας. Η υπεράσπιση της πρώτης κυρίας της Βενεζουέλας, η οποία απήχθη από τις αμερικανικές δυνάμεις μαζί με τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου, το ζήτησε επικαλούμενη σοβαρούς λόγους υγείας της εβδομήνταχρονης βουλευτίνας, λόγω καρδιακών προβλημάτων που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησής της. Όπως και ο Μαδούρο, η Φλόρες κρατείται σε ειδική φυλακή της Νέας Υόρκης, το Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) του Μπρούκλιν: βρίσκεται σε απομόνωση και – όπως καταγγέλλουν οι δικηγόροι της – δεν λαμβάνει την απαραίτητη ιατρική φροντίδα για τα τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια της απαγωγής. Γι’ αυτό, για να της κάνουν πολλά ράμματα στο μέτωπο και να περιποιηθούν πρόχειρα το γόνατο του Μαδούρο, εκείνη τη νύχτα οι απαγωγείς αναγκάστηκαν να κάνουν μια στάση στο Πουέρτο Ρίκο, προχωρώντας στη συνέχεια προς τη φυλακή.
Από τότε, κάθε 3 του μήνα, μια μεγάλη ομάδα ακτιβιστών και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαδηλώνει μπροστά από τη φυλακή όπου κρατείται ο πρόεδρος, ενάντια στη «παρωδία δίκης» εναντίον ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους, και μεταβαίνει σε ένα λόφο μπροστά από το τμήμα όπου κρατείται η Σίλια, για να της εκφράσει την αλληλεγγύη της. Εκείνη την ημερομηνία, κάθε μήνα, πραγματοποιούνται διαδηλώσεις και σε άλλα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμη και η βενεζουελάνικη αντιπολίτευση που εδρεύει στο Μαϊάμι κάνει αισθητή την παρουσία της, προφανώς με αντίθετες προθέσεις, με την ευκαιρία των δικαστικών ραντεβού που αφορούν το προεδρικό ζεύγος. Η παρουσία της Ροντρίγκες στον ΟΗΕ αμφισβητήθηκε από μια μικρή ομάδα ριζοσπαστών αντιπολιτευόμενων, ενώ τα κόμματά τους διέδιδαν την είδηση για διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες της Μαρία Κορίνα ντε Ματσάδο να επιστρέψει στη Βενεζουέλα, εκμεταλλευόμενη την προσωρινή απουσία της αναπληρώτριας προέδρου.
Μέχρι στιγμής, οι ακροάσεις σχετικά με τη «παρωδία δίκης» του προεδρικού ζεύγους ήταν δύο: αυτή της 5ης Ιανουαρίου 2026, όταν ο Μαδούρο και η Φλόρες εμφανίστηκαν ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστή για να δηλώσουν ότι είναι αιχμάλωτοι πολέμου και αθώοι από τις κατηγορίες ότι ηγούνται ενός καρτέλ ναρκωτικών (το καρτέλ των Σόλι, το οποίο στη συνέχεια κηρύχθηκε ανύπαρκτο από την ίδια την αμερικανική δικαιοσύνη)· και εκείνη της 22ας Ιουλίου, μια διαδικαστική ακρόαση κατά την οποία ορίστηκε η ημερομηνία έναρξης της δίκης, που καθορίστηκε για την 1η Ιουνίου 2027.
Η υπεράσπιση, ωστόσο, ελπίζει ότι δεν θα φτάσουμε μέχρι εκεί και ότι, στις 17 Νοεμβρίου, ο δικαστής θα δεχτεί τα προφορικά επιχειρήματα και την υποβολή των αιτήσεων για την απόρριψη της υπόθεσης (motion to dismiss), οι οποίες βασίζονται κυρίως στην ασυλία που απολαμβάνει ένας εν ενεργεία πρόεδρος, καθώς και στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της «σύλληψης»: μια άνευ προηγουμένου σύλληψη που συνοδεύτηκε από ένοπλη επίθεση και θανάτους, κατά παράβαση κάθε διεθνούς κανόνα.
Εν τω μεταξύ, κυκλοφορούν φήμες σχετικά με την πιθανότητα απελευθέρωσης του Μαδούρο σε συνδυασμό με επακόλουθη εξορία του στο εξωτερικό κάτι που του είχε προτείνει απειλητικά ο Τραμπ στην τελευταία τηλεφωνική τους συνομιλία μεταξύ τους, λίγες ημέρες πριν από τη στρατιωτική επίθεση των αμερικανικών στρατευμάτων. Για να σπάσει το πέπλο της θεσμικής σιωπής σε αυτό το μέτωπο, εμφανίζεται και πάλι μια εικόνα, που δημοσίευσε ο βουλευτής Νικολάς Μαδούρο Γκερά, γιος του προέδρου, ο οποίος έδειξε το σύμβολο της εκστρατείας για την απελευθέρωση του προεδρικού ζεύγους, μαζί με ένα εύγλωττο μήνυμα: «Pronto volverán» (σύντομα θα επιστρέψουν).
Αυτό το σενάριο συνυφαίνεται με τις δικαστικές και νομοθετικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η Βενεζουέλα βγήκε από τον κατάλογο των χωρών που κατηγορούνται ότι δεν καταπολεμούν την ναρκοτρομοκρατία, μια κίνηση την οποία η υπεράσπιση σκοπεύει να αξιοποιήσει για να επικαλεστεί τη διπλωματική ασυλία, ενόψει επίσης των δικαστικών προθεσμιών και των αιτήσεων για την απόρριψη της υπόθεσης που αναμένονται στις 17 Νοεμβρίου.
Παράλληλα, συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις η υπόθεση του Άλεξ Σαάμπ, του πρώην υπουργού και επιχειρηματία κολομβο-βενεζουελάνικης καταγωγής, ο οποίος πριν από χρόνια συνελήφθη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν μέσω ανταλλαγής κρατουμένων και, τέλος, πρόσφατα ,εκδόθηκε στις ΗΠΑ. Μετά την ακροαματική διαδικασία της 15ης Σεπτεμβρίου, ο Σαάμπ φέρεται να συνεργάζεται με τις αμερικανικές δικαστικές αρχές, ομολογώντας την ενοχή του για «συνωμοσία με σκοπό το ξέπλυμα χρήματος»,φαίνεται ότι δέχτηκε να επιστρέψει 195 εκατομμύρια δολάρια και να συνεργαστεί με την Εισαγγελία.
Στην υπόθεση εμπλέκονται τέσσερις ταυτοποιημένοι συγκατηγορούμενοι: ο πρώην κυβερνήτης της Τατσίρα Χοσέ Γκρεγκόριο Βιέλμα Μόρα και οι Κολομβιανοί επιχειρηματίες Άλβαρο Πουλίντο Βάργκας, Εμμανουέλ Ενρίκε Ρούμπιο Γκονζάλες και Κάρλος Ρολάντο Λιζκάνο. Αναφέρονται επίσης δύο συγκατηγορούμενοι υπό την προϋπόθεση της εμπιστευτικότητας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, περί δίκης για διαφθορά στη Βενεζουέλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διώκουν τη χρήση του δικού τους τραπεζικού συστήματος για τη διακίνηση παράνομων κεφαλαίων. Το «επίσημο θύμα» είναι το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η διαφθορά έχει σημασία μόνο επειδή η δωροδοκία ξένων αξιωματούχων, η οποία τιμωρείται από τον FCPA (Foreign Corrupt Practices Act), βλάπτει τις αμερικανικές εταιρείες στο εξωτερικό.
Τα 195 εκατομμύρια δεν αποτελούν πρόστιμο: πρόκειται για ποινική κατάσχεση που αντιστοιχεί στο χρηματικό ποσό που διακινήθηκε μέσω της «συνωμοσίας» με τη χρήση του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος. Ο Σαάμπ κατηγορείται ότι επωφελήθηκε από την υπερτιμολόγηση στο εμπόριο και τη διανομή των πακέτων τροφίμων που παρέχονται από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας (τα Clap) και ότι παρακάμπτει τους μηχανισμούς των κυρώσεων που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με ορισμένους ιστότοπους της αντιπολίτευσης, όπως το armando.info, οι οποίοι είχαν αντιταχθεί στην εκστρατεία απελευθέρωσης του ως απαχθέντος διπλωμάτη, ο Σαάμπ φέρεται να ήταν εδώ και χρόνια συνεργάτης της αμερικανικής δικαιοσύνης. Μια θέση που πλέον αποδέχεται και η κυβέρνηση της Βενεζουέλας, η οποία τα προηγούμενα χρόνια την είχε απορρίψει σθεναρά.
Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν τα μέσα ενημέρωσης της αντιπολίτευσης, στα δικαστικά έγγραφα ο Σαάμπ δεν αναφέρεται ωστόσο ως «ονομαστικός διαχειριστής» του Μαδούρο, και προς το παρόν δεν είναι γνωστό αν και με ποιον τρόπο οι ομολογίες ενοχής του θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική υπόθεση των Μαδούρο και Φλόρες.
Το διπλωματικό πρόγραμμα της Ντέλσι στη Νέα Υόρκη εξελίχθηκε μέσα από ένα πυκνό δίκτυο επαφών: αρχικά η συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, με επίκεντρο την αναζήτηση της ειρήνης, τη μη παρέμβαση, τον πολυμερισμό και το διεθνές δίκαιο — θέματα που ανέπτυξε η Ροντρίγκες στην ομιλία της από το βήμα —, και στη συνέχεια οι συναντήσεις με την ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Στο πλαίσιο της οπτικής της των πολυμερών σχέσεων, η Βενεζουέλα συνεχίζει να υποστηρίζει τη διαφοροποίηση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών της, και τη διατήρηση όλων των υπογεγραμμένων και ενεργών μακροπρόθεσμων συμβάσεων με τη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και την Τουρκία. Ετσι, πριν μεταβεί στον ΟΗΕ, η Ροντρίγκες έστειλε στη Μόσχα, ιστορική σύμμαχο του Καράκας, μια ειδική αντιπροσωπεία. Και, πράγματι, καμία πρεσβεία δεν έχει κλείσει ή περιοριστεί και, ξεκινώντας από τη ρωσική ή την κουβανική, συνεχίζουν να διοργανώνονται εκδηλώσεις διεθνούς χαρακτήρα, ενώ συνεχίζεται η συγκέντρωση ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Κούβα.
Αυτό που, ωστόσο, δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα, είναι η στρατιωτικοποίηση της Καραϊβικής, η οποία, λόγω της παρουσίας του αμερικανικού στόλου στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, εμποδίζει την είσοδο και την έξοδο πετρελαιοφόρων πλοίων με προορισμό την Κούβα ή άλλες χώρες που είναι ανεπιθύμητες από τις Ηνωμένες Πολιτείες (οι οποίες, εν τω μεταξύ, συνεχίζουν να επιτίθενται ατιμώρητα σε ψαράδες στην Καραϊβική). Και, για αυτόν τον λόγο, μέχρι στιγμής, μόνο ένα ρωσικό πετρελαιοφόρο κατάφερε να φτάσει στο ταλαιπωρημένο νησί της Καραϊβικής, το οποίο καταγγέλλει μια σιωπηλή γενοκτονία που επιβάλλεται από τον φονικό αποκλεισμό.
Στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στη Βενεζουέλα, και όχι μόνο, βρίσκονται και οι πετρελαϊκές συμφωνίες που υπογράφηκαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συμφωνίες έχουν δεχτεί έντονη κριτική, τόσο από την άκρα αριστερά όσο και από την άκρα δεξιά. Αξίζει να ανακεφαλαιώσουμε τους βασικούς όρους τους. Πρόκειται για μια πολύπλοκη συμφωνία που παραχωρεί σε βορειοαμερικανικές εταιρείες την εκμετάλλευση δεκαεπτά πετρελαϊκών κοιτασμάτων, χωρισμένων σε οκτώ τμήματα, για είκοσι πέντε ετών, στο πλαίσιο του Συντάγματος (και όχι για εκατό χρόνια, όπως έχει ειπωθεί).
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασαν τη συμφωνία ως τη μεγαλύτερη στην παγκόσμια ιστορία, ενώ η αναπληρώτρια πρόεδρος, Ντέλσι Ροδρίγκες, την χαρακτήρισε ως σημείο καμπής για την οικονομική αναγέννηση της χώρας. Διευκρίνισε δε,ότι, βάσει του Οργανικού Νόμου για τους Υδρογονάνθρακες (LOH), τα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας παραμένουν αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία του έθνους, καθώς τα δικαιώματα παραχώρησης για την εκμετάλλευση τους διακρίνονται σαφώς από την πραγματική ιδιοκτησία του υπεδάφους. Η συμφωνία για τα δεκαεπτά πετρελαϊκά κοιτάσματα προβλέπει εκτιμώμενο κέρδος δεκαεννέα δολαρίων ανά εξαγόμενο βαρέλι— υπολογιζόμενο με βάση την διεθνή τιμή των εξήντα πέντε δολαρίων — το οποίο προκύπτει από ένα φορολογικό καθεστώς που καθορίζει τον φόρο εισοδήματος (ISLR) στο τριάντα δύο τοις εκατό και τα δικαιώματα εκμετάλλευσης (royalties) σε ελάχιστο ποσοστό δεκαέξι τοις εκατό.
Το ποσοστό αυτό των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ποικίλλει ανάλογα με τη γεωλογική πολυπλοκότητα του κοιτάσματος: μειώνεται (έως το 16%) στα πιο δύσκολα κοιτάσματα και αυξάνεται (έως το 20 ή 25%) στα πιο απλά, ενώ μπορεί να ξεπεράσει τα 209 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά, όπως προβλέπεται, σε περίπτωση που η τιμή του αργού πετρελαίου ανέβει στην παγκόσμια αγορά.
Από ιστορική και κανονιστική άποψη, αυτό το καθεστώς βρίσκεται σε μια μέση θέση: είναι λιγότερο ευνοϊκό για το κράτος σε σύγκριση με τον νόμο της δεκαετίας του 2000 που θεσπίστηκε από το τσαβισμό (ο οποίος επέβαλε δικαιώματα εκμετάλλευσης έως και 30%), αλλά είναι σαφώς πιο προστατευτικό σε σχέση με την εκποίηση της λεγόμενης «πετρελαϊκής απελευθέρωσης» της δεκαετίας του ’90, όταν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης έπεφταν στο 1%.
Αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζει τη Βενεζουέλα με τα διεθνή πρότυπα για την ανάπτυξη βαρέων και μη συμβατικών πετρελαίων (όπως αυτά της Faja del Orinoco ή το σχιστολιθικό πετρέλαιο), προσφέροντας τις απαραίτητες προστασίες και κίνητρα για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους των αρχικών φάσεων της εξερεύνησης και της εξόρυξης (upstream).
«Τι νόημα έχει να διαθέτουμε τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο αν δεν έχουμε τα μέσα να τα εξάγουμε, δεδομένης της αξιοθρήνητης κατάστασης των πηγαδιών λόγω των κυρώσεων;», αναρωτιέται η μπολιβαριανή κυβέρνηση. Και υπογραμμίζει ότι, σε πολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο, η συμφωνία αποδεικνύει την ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί μια πολύπλοκη διαπραγμάτευση παρά την ασύμμετρη πίεση που ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η συμφωνία ανταποκρίνεται σε μια λογική ρεαλπολιτίκ: η Ουάσιγκτον έχει επείγουσα ανάγκη από πετρέλαιο μακροπρόθεσμα λόγω της ενεργειακής κρίσης και της κατάρρευσης των εσωτερικών αποθεμάτων που προκλήθηκε από την αστάθεια στο Στενό του Ορμούζ και στον Περσικό Κόλπο, ενώ το Καράκας αξιοποιεί την οικονομική του αντοχή. Σε αυτό το ρεαλιστικό σενάριο, και οι δύο πλευρές επωφελούνται από μια εμπορική σχέση που εντάσσεται στο παγκόσμιο πλαίσιο των ενεργειακών επενδύσεων, αν και επιβάλλει στη Βενεζουέλα την πρόκληση να διαχειριστεί τους κινδύνους μιας νέας και ισχυρής έκθεσης στην αμερικανική αγορά.
Το γεγονός ότι η συμφωνία δεν συνιστά αυτομάτως μια μετάβαση προς τον νεοφιλελευθερισμό ή την ελεύθερη αγορά του Φρίντριχ φον Χάγιεκ ή του Μίλτον Φρίντμαν, επιβεβαιώνεται ακριβώς από τις κριτικές που προέρχονται από την ακροδεξιά, η οποία αντίθετα θα επιθυμούσε αυτή την υπερφιλελεύθερη στροφή: δεν είναι έτσι – λένε οι σχολιαστές της αντιπολίτευσης – διότι η οικονομική και πολιτική δομή που καθοδηγείται από το μπλοκ εξουσίας που κληρονόμησε ο τσαβισμός και βασίζεται στην ενότητα λαού,στρατού, συνεχίζει να διατηρεί την κρατική ιδιοκτησία των στρατηγικών πόρων και να απορρίπτει κάθε ιδιωτικοποίηση και ελεύθερο ανταγωνισμό: υπό την απειλή της απογοήτευσης της βάσης που, παρά τις έντονες ανησυχίες της, συνεχίζει να έχει στο επίκεντρο της την ενότητα, σχεδόν μια θρησκεία για τους τσαβιστές. Και, πρόσφατα, η εργατική τάξη του πετρελαϊκού τομέα διαδήλωσε με μαζική και αποφασιστική παρουσία την πλήρη υποστήριξή της στη Ντέλσι, η οποία συναντήθηκε με τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους για να παρουσιάσει ακριβώς τις πετρελαϊκές συμφωνίες. Και, αυτές τις μέρες, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα προς υποστήριξη της Ντέλσι Ροδρίγκες στον ΟΗΕ.
Αν και απρόθυμα, η κυβέρνηση των Τσαβιστών προσπαθεί να κινηθεί με βάση έναν οικονομικό πραγματισμό που υπαγορεύεται από την πολιτική επιβίωση και την ανάγκη να εξασφαλιστεί η νομισματική σταθερότητα και οι ροές πετρελαίου, υπό τον εκβιασμό του «America First» που επιβάλλουν οι απαγωγείς.
Μια συμφωνία που, ωστόσο, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τη ριζοσπαστική αριστερά και διανοούμενους όπως ο Λουίς Μπρίτο Γκαρσία, οι οποίοι καταγγέλλουν αυτή τη συμφωνία ως μια τεράστια συνθηκολόγηση που θέτει σε κίνδυνο την εθνική κυριαρχία και προδίδει τις αντιιμπεριαλιστικές αρχές της επανάστασης, ξεπουλώντας τα ιστορικά επιτεύγματα με αντάλλαγμα μια διεθνή νομιμοποίηση και μια οικονομική εκεχειρία που υπαγορεύεται από τη ρεαλπολιτίκ.
«Amanecerá y veremos», λέει μια βενεζουελάνικη παροιμία: θα ξημερώσει, και θα δούμε.
