Η ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ ΣΤΟΝ ΟΗΕ. Η ΡΟΝΤΡΙΓΚΕΖ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ

 Το Καράκας υποστηρίζει ότι ο νέος άξονας με την Ουάσινγκτον αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της κρίσης και των κυρώσεων. Ωστόσο, στον ΟΗΕ η Ροντρίγκεζ παραμένει στη θέση της και ακούει τον Τραμπ να επιτίθεται στην Κούβα, ενώ η αντιπροσωπεία της Αβάνας αποχωρεί από την αίθουσα: μια εικόνα που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για υποχώρηση

                            Delcy Rodríguez poses with Trump in New York as Maduro languishes in jail  nearby | Delcy Rodríguez | The Guardian

Geraldina Colotti

Το Καράκας υποστηρίζει ότι ο νέος άξονας με την Ουάσινγκτον αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της κρίσης και των κυρώσεων. Ωστόσο, στον ΟΗΕ η Ροντρίγκες κάθησε ν’ ακούσει τον Τραμπ όταν αυτός επιτέθηκε στην Κούβα και η αντιπροσωπεία της Αβάνας αποχώρησε από την αίθουσα: μια εικόνα που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για υποχώρηση.

 

Η φωτογραφία της Ντέλσι Ροντρίγκεζ με τον Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη, που τραβήχτηκε στο περιθώριο της 81ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, μας αναγκάζει να παρατηρήσουμε μια σκηνή που ανοίγει το δρόμο σε βαθιές σκέψεις σχετικά με τις μεταμορφώσεις της σύγχρονης γεωπολιτικής. Μετά από οκτώ χρόνια διπλωματικής απομόνωσης, η επιστροφή της Βενεζουέλας στο «Γυάλινο Μέγαρο» εντάχθηκε σε ένα περίπλοκο πλαίσιο, στο οποίο η οπτική επικοινωνία και ο πολιτικός συμβολισμός λειτουργούν ως μια γλώσσα γεμάτη αντιθετικές έννοιες.

Η οπτική αντίθεση ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή της άφιξης. Από τη μία πλευρά, η συνέχεια με την ιστορική μνήμη της μπολιβαριανής διαδικασίας, που την υπενθυμίζει το λαμπερό κόκκινο κασκόλ που φορούσε η Ροντρίγκεζ – παρόμοιο με αυτό που είχε επιδείξει ο Ούγκο Τσάβες το 2006 από το ίδιο βήμα – και από το σακάκι που φέρει στην πλάτη τη διάσημη Μαφάλδα του Κίνο: ένα οπτικό βραχυκύκλωμα στο οποίο η κοφτερή ειρωνεία και η κριτική νοημοσύνη της Λατινικής Αμερικής επιδεικνύονται απροκάλυπτα, με την πλάτη στραμμένη προς όσους προσποιούνται ότι καθορίζουν τους κανόνες των σχέσεων ισχύος. Από την άλλη, η συνάντηση με τον ηγέτη της κύριας δύναμης της Δύσης εξέθεσε την κυβέρνηση σε μια βαθιά πολωμένη ερμηνεία.

Ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κίνηση αυτή αποτελεί άσκηση τακτικής εφευρετικότητας στο πνεύμα του κλασικού «o inventamos o erramos», ή θα γίνουμε δημιουργικοί ή θα σφάλουμε, με στόχο να σπάσει το εμπάργκο και να διασφαλιστεί η οικονομική μας επιβίωση, μεγάλο μέρος της διεθνούς ακροαριστεράς ερμηνεύει αυτή τη στροφή όχι ως ρεαλισμό, αλλά ως σαφή υποχώρηση και εγκατάλειψη των αντιιμπεριαλιστικών αρχών, η οποία καταλήγει να ευνοεί τη γραμμή του Τραμπ και τις επιθέσεις του εναντίον των λαών του πλανήτη, ξεκινώντας από τη συνενοχή στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη.

Μια δυσφορία που ενισχύεται οπτικά από δύο άλλες αντιθετικές εικόνες των τελευταίων ημερών: αφενός, εκείνη της κουβανικής αντιπροσωπείας που εγκαταλείπει την αίθουσα όταν ο Τραμπ ξεκινά τις επιθέσεις του εναντίον του νησιού, αφετέρου εκείνη που απεικονίζει την αναπληρώτρια πρόεδρο της Βενεζουέλας ενώ ακούει, με μια έκφραση που κυμαίνεται μεταξύ έκπληξης και ψυχρότητας, τον ίδιο τον Τραμπ να διεκδικεί δημοσίως την απαγωγή του Νικολά Μαδούρο και τη λεηλασία των πόρων της χώρας, υποστηρίζοντας ότι «όποιος κερδίζει, παίρνει λάφυρα». Και την ιδιωτική συνάντηση με τον Τραμπ που πραγματοποιήθηκε λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) του Μπρούκλιν, όπου ο πρόεδρος και η Σίλια Φλόρες εξακολουθούν να κρατούνται.

Το διπλωματικό παιχνίδι εξελίσσεται μέσα σε σχεδόν απόλυτη σιωπή σχετικά με το μέλλον του προεδρικού ζεύγους. Μένει να δούμε αν στην ακροαματική διαδικασία της 8ης Οκτωβρίου θα χορηγηθεί κατ’ οίκον περιορισμός στη Σίλια Φλόρες για λόγους υγείας. Η υπεράσπιση της πρώτης κυρίας της Βενεζουέλας, η οποία απήχθη από τις αμερικανικές δυνάμεις μαζί με τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου, το ζήτησε επικαλούμενη σοβαρούς λόγους υγείας της εβδομήνταχρονης βουλευτίνας, λόγω καρδιακών προβλημάτων που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησής της. Όπως και ο Μαδούρο, η Φλόρες κρατείται σε ειδική φυλακή της Νέας Υόρκης, το Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) του Μπρούκλιν: βρίσκεται σε απομόνωση και – όπως καταγγέλλουν οι δικηγόροι της – δεν λαμβάνει την απαραίτητη ιατρική φροντίδα για τα τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια της απαγωγής. Γι’ αυτό, για να της κάνουν πολλά ράμματα στο μέτωπο και να περιποιηθούν πρόχειρα το γόνατο του Μαδούρο, εκείνη τη νύχτα οι απαγωγείς αναγκάστηκαν να κάνουν μια στάση στο Πουέρτο Ρίκο, προχωρώντας στη συνέχεια προς τη φυλακή.

Από τότε, κάθε 3 του μήνα, μια μεγάλη ομάδα ακτιβιστών και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαδηλώνει μπροστά από τη φυλακή όπου κρατείται ο πρόεδρος, ενάντια στη «παρωδία δίκης» εναντίον ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους, και μεταβαίνει σε ένα λόφο μπροστά από το τμήμα όπου κρατείται η Σίλια, για να της εκφράσει την αλληλεγγύη της. Εκείνη την ημερομηνία, κάθε μήνα, πραγματοποιούνται διαδηλώσεις και σε άλλα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμη και η βενεζουελάνικη αντιπολίτευση που εδρεύει στο Μαϊάμι κάνει αισθητή την παρουσία της, προφανώς με αντίθετες προθέσεις, με την ευκαιρία των δικαστικών ραντεβού που αφορούν το προεδρικό ζεύγος. Η παρουσία της Ροντρίγκες στον ΟΗΕ αμφισβητήθηκε από μια μικρή ομάδα ριζοσπαστών αντιπολιτευόμενων, ενώ τα κόμματά τους διέδιδαν την είδηση για διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες της Μαρία Κορίνα ντε Ματσάδο να επιστρέψει στη Βενεζουέλα, εκμεταλλευόμενη την προσωρινή απουσία της αναπληρώτριας προέδρου.

 

 

Μέχρι στιγμής, οι ακροάσεις σχετικά με τη «παρωδία δίκης» του προεδρικού ζεύγους ήταν δύο: αυτή της 5ης Ιανουαρίου 2026, όταν ο Μαδούρο και η Φλόρες εμφανίστηκαν ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστή για να δηλώσουν ότι είναι αιχμάλωτοι πολέμου και αθώοι από τις κατηγορίες ότι ηγούνται ενός καρτέλ ναρκωτικών (το καρτέλ των Σόλι, το οποίο στη συνέχεια κηρύχθηκε ανύπαρκτο από την ίδια την αμερικανική δικαιοσύνη)· και εκείνη της 22ας Ιουλίου, μια διαδικαστική ακρόαση κατά την οποία ορίστηκε η ημερομηνία έναρξης της δίκης, που καθορίστηκε για την 1η Ιουνίου 2027.

Η υπεράσπιση, ωστόσο, ελπίζει ότι δεν θα φτάσουμε μέχρι εκεί και ότι, στις 17 Νοεμβρίου, ο δικαστής θα δεχτεί τα προφορικά επιχειρήματα και την υποβολή των αιτήσεων για την απόρριψη της υπόθεσης (motion to dismiss), οι οποίες βασίζονται κυρίως στην ασυλία που απολαμβάνει ένας εν ενεργεία πρόεδρος, καθώς και στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της «σύλληψης»: μια άνευ προηγουμένου σύλληψη που συνοδεύτηκε από ένοπλη επίθεση και θανάτους, κατά παράβαση κάθε διεθνούς κανόνα.

 

Εν τω μεταξύ, κυκλοφορούν φήμες σχετικά με την πιθανότητα απελευθέρωσης του Μαδούρο σε συνδυασμό με επακόλουθη εξορία του στο εξωτερικό κάτι που του είχε προτείνει απειλητικά ο Τραμπ στην τελευταία τηλεφωνική τους συνομιλία μεταξύ τους, λίγες ημέρες πριν από τη στρατιωτική επίθεση των αμερικανικών στρατευμάτων. Για να σπάσει το πέπλο της θεσμικής σιωπής σε αυτό το μέτωπο, εμφανίζεται και πάλι μια εικόνα, που δημοσίευσε ο βουλευτής Νικολάς Μαδούρο Γκερά, γιος του προέδρου, ο οποίος έδειξε το σύμβολο της εκστρατείας για την απελευθέρωση του προεδρικού ζεύγους, μαζί με ένα εύγλωττο μήνυμα: «Pronto volverán» (σύντομα θα επιστρέψουν).

Αυτό το σενάριο συνυφαίνεται με τις δικαστικές και νομοθετικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η Βενεζουέλα βγήκε από τον κατάλογο των χωρών που κατηγορούνται ότι δεν καταπολεμούν την ναρκοτρομοκρατία, μια κίνηση την οποία η υπεράσπιση σκοπεύει να αξιοποιήσει για να επικαλεστεί τη διπλωματική ασυλία, ενόψει επίσης των δικαστικών προθεσμιών και των αιτήσεων για την απόρριψη της υπόθεσης που αναμένονται στις 17 Νοεμβρίου.

Παράλληλα, συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις η υπόθεση του Άλεξ Σαάμπ, του πρώην υπουργού και επιχειρηματία κολομβο-βενεζουελάνικης καταγωγής, ο οποίος πριν από χρόνια συνελήφθη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν μέσω ανταλλαγής κρατουμένων και, τέλος, πρόσφατα ,εκδόθηκε στις ΗΠΑ. Μετά την ακροαματική διαδικασία της 15ης Σεπτεμβρίου, ο Σαάμπ φέρεται να συνεργάζεται με τις αμερικανικές δικαστικές αρχές, ομολογώντας την ενοχή του για «συνωμοσία με σκοπό το ξέπλυμα χρήματος»,φαίνεται ότι δέχτηκε να επιστρέψει 195 εκατομμύρια δολάρια και να συνεργαστεί με την Εισαγγελία.

Στην υπόθεση εμπλέκονται τέσσερις ταυτοποιημένοι συγκατηγορούμενοι: ο πρώην κυβερνήτης της Τατσίρα Χοσέ Γκρεγκόριο Βιέλμα Μόρα και οι Κολομβιανοί επιχειρηματίες Άλβαρο Πουλίντο Βάργκας, Εμμανουέλ Ενρίκε Ρούμπιο Γκονζάλες και Κάρλος Ρολάντο Λιζκάνο. Αναφέρονται επίσης δύο συγκατηγορούμενοι υπό την προϋπόθεση της εμπιστευτικότητας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, περί δίκης για διαφθορά στη Βενεζουέλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διώκουν τη χρήση του δικού τους τραπεζικού συστήματος για τη διακίνηση παράνομων κεφαλαίων. Το «επίσημο θύμα» είναι το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η διαφθορά έχει σημασία μόνο επειδή η δωροδοκία ξένων αξιωματούχων, η οποία τιμωρείται από τον FCPA (Foreign Corrupt Practices Act), βλάπτει τις αμερικανικές εταιρείες στο εξωτερικό.

Τα 195 εκατομμύρια δεν αποτελούν πρόστιμο: πρόκειται για ποινική κατάσχεση που αντιστοιχεί στο χρηματικό ποσό που διακινήθηκε μέσω της «συνωμοσίας» με τη χρήση του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος. Ο Σαάμπ κατηγορείται ότι επωφελήθηκε από την υπερτιμολόγηση στο εμπόριο και τη διανομή των πακέτων τροφίμων που παρέχονται από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας (τα Clap) και ότι παρακάμπτει τους μηχανισμούς των κυρώσεων που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με ορισμένους ιστότοπους της αντιπολίτευσης, όπως το armando.info, οι οποίοι είχαν αντιταχθεί στην εκστρατεία απελευθέρωσης του ως απαχθέντος διπλωμάτη, ο Σαάμπ φέρεται να ήταν εδώ και χρόνια συνεργάτης της αμερικανικής δικαιοσύνης. Μια θέση που πλέον αποδέχεται και η κυβέρνηση της Βενεζουέλας, η οποία τα προηγούμενα χρόνια την είχε απορρίψει σθεναρά.

Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν τα μέσα ενημέρωσης της αντιπολίτευσης, στα δικαστικά έγγραφα ο Σαάμπ δεν αναφέρεται ωστόσο ως «ονομαστικός διαχειριστής» του Μαδούρο, και προς το παρόν δεν είναι γνωστό αν και με ποιον τρόπο οι ομολογίες ενοχής του θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική υπόθεση των Μαδούρο και Φλόρες.

Το διπλωματικό πρόγραμμα της Ντέλσι στη Νέα Υόρκη εξελίχθηκε μέσα από ένα πυκνό δίκτυο επαφών: αρχικά η συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, με επίκεντρο την αναζήτηση της ειρήνης, τη μη παρέμβαση, τον πολυμερισμό και το διεθνές δίκαιο — θέματα που ανέπτυξε η Ροντρίγκες στην ομιλία της από το βήμα —, και στη συνέχεια οι συναντήσεις με την ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Στο πλαίσιο της οπτικής της των πολυμερών σχέσεων, η Βενεζουέλα συνεχίζει να υποστηρίζει τη διαφοροποίηση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών της, και τη διατήρηση όλων των υπογεγραμμένων και ενεργών μακροπρόθεσμων συμβάσεων με τη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και την Τουρκία. Ετσι, πριν μεταβεί στον ΟΗΕ, η Ροντρίγκες έστειλε στη Μόσχα, ιστορική σύμμαχο του Καράκας, μια ειδική αντιπροσωπεία. Και, πράγματι, καμία πρεσβεία δεν έχει κλείσει ή περιοριστεί και, ξεκινώντας από τη ρωσική ή την κουβανική, συνεχίζουν να διοργανώνονται εκδηλώσεις διεθνούς χαρακτήρα, ενώ συνεχίζεται η συγκέντρωση ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Κούβα.

Αυτό που, ωστόσο, δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα, είναι η στρατιωτικοποίηση της Καραϊβικής, η οποία, λόγω της παρουσίας του αμερικανικού στόλου στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, εμποδίζει την είσοδο και την έξοδο πετρελαιοφόρων πλοίων με προορισμό την Κούβα ή άλλες χώρες που είναι ανεπιθύμητες από τις Ηνωμένες Πολιτείες (οι οποίες, εν τω μεταξύ, συνεχίζουν να επιτίθενται ατιμώρητα σε ψαράδες στην Καραϊβική). Και, για αυτόν τον λόγο, μέχρι στιγμής, μόνο ένα ρωσικό πετρελαιοφόρο κατάφερε να φτάσει στο ταλαιπωρημένο νησί της Καραϊβικής, το οποίο καταγγέλλει μια σιωπηλή γενοκτονία που επιβάλλεται από τον φονικό αποκλεισμό.

Στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στη Βενεζουέλα, και όχι μόνο, βρίσκονται και οι πετρελαϊκές συμφωνίες που υπογράφηκαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συμφωνίες έχουν δεχτεί έντονη κριτική, τόσο από την άκρα αριστερά όσο και από την άκρα δεξιά. Αξίζει να ανακεφαλαιώσουμε τους βασικούς όρους τους. Πρόκειται για μια πολύπλοκη συμφωνία που παραχωρεί σε βορειοαμερικανικές εταιρείες την εκμετάλλευση δεκαεπτά πετρελαϊκών κοιτασμάτων, χωρισμένων σε οκτώ τμήματα, για είκοσι πέντε ετών, στο πλαίσιο του Συντάγματος (και όχι για εκατό χρόνια, όπως έχει ειπωθεί).

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασαν τη συμφωνία ως τη μεγαλύτερη στην παγκόσμια ιστορία, ενώ η αναπληρώτρια πρόεδρος, Ντέλσι Ροδρίγκες, την χαρακτήρισε ως σημείο καμπής για την οικονομική αναγέννηση της χώρας. Διευκρίνισε δε,ότι, βάσει του Οργανικού Νόμου για τους Υδρογονάνθρακες (LOH), τα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας παραμένουν αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία του έθνους, καθώς τα δικαιώματα παραχώρησης για την εκμετάλλευση τους διακρίνονται σαφώς από την πραγματική ιδιοκτησία του υπεδάφους. Η συμφωνία για τα δεκαεπτά πετρελαϊκά κοιτάσματα προβλέπει εκτιμώμενο κέρδος δεκαεννέα δολαρίων ανά εξαγόμενο βαρέλι— υπολογιζόμενο με βάση την διεθνή τιμή των εξήντα πέντε δολαρίων — το οποίο προκύπτει από ένα φορολογικό καθεστώς που καθορίζει τον φόρο εισοδήματος (ISLR) στο τριάντα δύο τοις εκατό και τα δικαιώματα εκμετάλλευσης (royalties) σε ελάχιστο ποσοστό δεκαέξι τοις εκατό.

Το ποσοστό αυτό των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ποικίλλει ανάλογα με τη γεωλογική πολυπλοκότητα του κοιτάσματος: μειώνεται (έως το 16%) στα πιο δύσκολα κοιτάσματα και αυξάνεται (έως το 20 ή 25%) στα πιο απλά, ενώ μπορεί να ξεπεράσει τα 209 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά, όπως προβλέπεται, σε περίπτωση που η τιμή του αργού πετρελαίου ανέβει στην παγκόσμια αγορά.

Από ιστορική και κανονιστική άποψη, αυτό το καθεστώς βρίσκεται σε μια μέση θέση: είναι λιγότερο ευνοϊκό για το κράτος σε σύγκριση με τον νόμο της δεκαετίας του 2000 που θεσπίστηκε από το τσαβισμό (ο οποίος επέβαλε δικαιώματα εκμετάλλευσης έως και 30%), αλλά είναι σαφώς πιο προστατευτικό σε σχέση με την εκποίηση της λεγόμενης «πετρελαϊκής απελευθέρωσης» της δεκαετίας του ’90, όταν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης έπεφταν στο 1%.

Αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζει τη Βενεζουέλα με τα διεθνή πρότυπα για την ανάπτυξη βαρέων και μη συμβατικών πετρελαίων (όπως αυτά της Faja del Orinoco ή το σχιστολιθικό πετρέλαιο), προσφέροντας τις απαραίτητες προστασίες και κίνητρα για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους των αρχικών φάσεων της εξερεύνησης και της εξόρυξης (upstream).

«Τι νόημα έχει να διαθέτουμε τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο αν δεν έχουμε τα μέσα να τα εξάγουμε, δεδομένης της αξιοθρήνητης κατάστασης των πηγαδιών λόγω των κυρώσεων;», αναρωτιέται η μπολιβαριανή κυβέρνηση. Και υπογραμμίζει ότι, σε πολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο, η συμφωνία αποδεικνύει την ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί μια πολύπλοκη διαπραγμάτευση παρά την ασύμμετρη πίεση που ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συμφωνία ανταποκρίνεται σε μια λογική ρεαλπολιτίκ: η Ουάσιγκτον έχει επείγουσα ανάγκη από πετρέλαιο μακροπρόθεσμα λόγω της ενεργειακής κρίσης και της κατάρρευσης των εσωτερικών αποθεμάτων που προκλήθηκε από την αστάθεια στο Στενό του Ορμούζ και στον Περσικό Κόλπο, ενώ το Καράκας αξιοποιεί την οικονομική του αντοχή. Σε αυτό το ρεαλιστικό σενάριο, και οι δύο πλευρές επωφελούνται από μια εμπορική σχέση που εντάσσεται στο παγκόσμιο πλαίσιο των ενεργειακών επενδύσεων, αν και επιβάλλει στη Βενεζουέλα την πρόκληση να διαχειριστεί τους κινδύνους μιας νέας και ισχυρής έκθεσης στην αμερικανική αγορά.

Το γεγονός ότι η συμφωνία δεν συνιστά αυτομάτως μια μετάβαση προς τον νεοφιλελευθερισμό ή την ελεύθερη αγορά του Φρίντριχ φον Χάγιεκ ή του Μίλτον Φρίντμαν, επιβεβαιώνεται ακριβώς από τις κριτικές που προέρχονται από την ακροδεξιά, η οποία αντίθετα θα επιθυμούσε αυτή την υπερφιλελεύθερη στροφή: δεν είναι έτσι – λένε οι σχολιαστές της αντιπολίτευσης – διότι η οικονομική και πολιτική δομή που καθοδηγείται από το μπλοκ εξουσίας που κληρονόμησε ο τσαβισμός και βασίζεται στην ενότητα  λαού,στρατού, συνεχίζει να διατηρεί την κρατική ιδιοκτησία των στρατηγικών πόρων και να απορρίπτει κάθε ιδιωτικοποίηση και ελεύθερο ανταγωνισμό: υπό την απειλή της απογοήτευσης της βάσης που, παρά τις έντονες ανησυχίες της, συνεχίζει να έχει στο επίκεντρο της την ενότητα, σχεδόν μια θρησκεία για τους τσαβιστές. Και, πρόσφατα, η εργατική τάξη του πετρελαϊκού τομέα διαδήλωσε με μαζική και αποφασιστική παρουσία την πλήρη υποστήριξή της στη Ντέλσι, η οποία συναντήθηκε με τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους για να παρουσιάσει ακριβώς τις πετρελαϊκές συμφωνίες. Και, αυτές τις μέρες, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα προς υποστήριξη της Ντέλσι Ροδρίγκες στον ΟΗΕ.

Αν και απρόθυμα, η κυβέρνηση των Τσαβιστών προσπαθεί να κινηθεί με βάση έναν οικονομικό πραγματισμό που υπαγορεύεται από την πολιτική επιβίωση και την ανάγκη να εξασφαλιστεί η νομισματική σταθερότητα και οι ροές πετρελαίου, υπό τον εκβιασμό του «America First» που επιβάλλουν οι απαγωγείς.

Μια συμφωνία που, ωστόσο, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τη ριζοσπαστική αριστερά και διανοούμενους όπως ο Λουίς Μπρίτο Γκαρσία, οι οποίοι καταγγέλλουν αυτή τη συμφωνία ως μια τεράστια συνθηκολόγηση που θέτει σε κίνδυνο την εθνική κυριαρχία και προδίδει τις αντιιμπεριαλιστικές αρχές της επανάστασης, ξεπουλώντας τα ιστορικά επιτεύγματα με αντάλλαγμα μια διεθνή νομιμοποίηση και μια οικονομική εκεχειρία που υπαγορεύεται από τη ρεαλπολιτίκ.

«Amanecerá y veremos», λέει μια βενεζουελάνικη παροιμία: θα ξημερώσει, και θα δούμε.

 [---->]

 

Ο ΙΛΑΝ ΠΑΠΠΕ ΑΝΑΛΥΕΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2023

 

 

Από τον Ιλάν Παππέ – 23 Σεπτεμβρίου 2026

Τρία χρόνια μετά την «Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσά » και την έναρξη της Γενοκτονίας της Γάζας, μπορούμε να αξιοποιήσουμε το πέρασμα του χρόνου για να δούμε με μεγαλύτερη σαφήνεια ορισμένες κρίσιμες πτυχές και ζητήματα που σχετίζονται με εκείνη την μοιραία ημερομηνία, τα οποία παρέμεναν ασαφή ή αόρατα αν τα εξετάζαμε αμέσως μετά τον πόλεμο και τη Γενοκτονία.

Είναι σημαντικό να αναλογιστούμε αυτά τα ζητήματα και αυτές τις πτυχές, καθώς συνδέονται επίσης με το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από εκείνους που έδειξαν υποστήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα, πιστεύουν ότι αυτό το φρικτό κεφάλαιο έχει πλέον μείνει πίσω μας. Η Γενοκτονία συνεχίζεται, αν και σταδιακά, στη Λωρίδα της Γάζας και έχει πλέον επεκταθεί στη Δυτική Όχθη, όπου η εντατικοποίηση της βίας από τον στρατό και τους εποίκους αποσκοπεί στο να μετατρέψει τη Δυτική Όχθη σε μια άλλη Λωρίδα της Γάζας.

Με την πάροδο του χρόνου κατανοούμε καλύτερα τα κίνητρα της μικρής ομάδας ηγετών της Χαμάς που σχεδίασε την επιχείρηση. Είναι ζωτικής σημασίας να αναλύσουμε αυτά τα κίνητρα με επαγγελματισμό, προκειμένου να αντικρούσουμε την παραπλανητική και κατασκευασμένη αφήγηση που διαδίδει το Ισραήλ, σύμφωνα με την οποία η επιχείρηση σχεδιάστηκε στην Τεχεράνη ως μέρος ενός σχεδίου για την καταστροφή του Εβραϊκού Κράτους.

Αυτή η αφήγηση έχει ήδη αμφισβητηθεί με επιτυχία, καθώς αγνοεί σκόπιμα το ιστορικό πλαίσιο της μακράς ιστορίας σιωνιστικής καταπίεσης και του πιο πρόσφατου και απάνθρωπου αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας. Ωστόσο, κρύβει επίσης μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, η οποία διαμορφώθηκε τα χρόνια αμέσως πριν από την «Επιχείρηση Κύμα της Αλ-Ακσά», και η οποία επίσης υποτιμάται από Παλαιστίνιους και φιλοπαλαιστίνιους σχολιαστές.

Αυτή η πιο εστιασμένη ματιά σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο ρίχνει φως στα διλήμματα που αντιμετωπίζουν η Χαμάς και το Παλαιστινιακό Απελευθερωτικό Κίνημα γενικότερα στον υπαρξιακό αγώνα τους ενάντια στο σιωνιστικό σχέδιο εξόντωσης.

Η ανασύνθεση αυτού του άμεσου πλαισίου μου θυμίζει πώς η ιστοριογραφία της Νακμπά του 1948 επωφελήθηκε από την αποχαρακτηριοποίηση των ισραηλινών αρχείων. Η συγχώνευση του ισραηλινού αρχειακού υλικού με την προφορική και γραπτή παλαιστινιακή ιστορία παρείχε μια πληρέστερη εικόνα αυτής της καταστροφής. Τώρα έχουμε καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων που οδήγησαν στον Οκτώβριο του 2023, χάρη στο εμπεριστατωμένο έργο ορισμένων ισραηλινών δημοσιογράφων που έχουν πρόσβαση σε υλικό το οποίο οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούμε να συμβουλευτούμε προς το παρόν.

Η έρευνά τους ρίχνει φως στις δύσκολες επιλογές που βρέθηκε να αντιμετωπίζει ο ηγέτης της Χαμάς, Γιαχιά Σινουάρ, και, στην πραγματικότητα, που αντιμετωπίζει κάθε εξέχουσα προσωπικότητα του Παλαιστινιακού Κινήματος Αντίστασης, ενόψει των δεκαεπτά ετών αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας και της καταπίεσης στη Δυτική Όχθη.

Αυτό συμβάλλει στην ανατροπή της διαδεδομένης εικόνας του Σινουάρ στη Δύση ως φανατικού και μεσσιανικού ηγέτη, ο οποίος επιδιώκει την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού χαλιφάτου πάνω στα ερείπια του Ισραήλ. Αυτή η απεικόνιση πηγάζει από μια ρατσιστική και οριενταλιστική προσέγγιση έναντι της Παλαιστίνης γενικά και των Παλαιστινίων που εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους στα ισλαμικά πολιτικά κινήματα.

Ο Σινουάρ αντιμετώπισε το Ισραήλ με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που υιοθέτησαν Άραβες ηγέτες όπως ο Ανουάρ Σαντάτ το 1971 και Παλαιστίνιοι ηγέτες όπως ο Γιάσερ Αραφάτ το 2000. Ο Σαντάτ προειδοποίησε τους Ισραηλινούς ηγέτες ότι, αν δεν επέστρεφαν το Σινά στην Αίγυπτο με διπλωματική οδό, η Αίγυπτος θα εισέρχονταν σε πόλεμο, ενώ ο Αραφάτ προειδοποίησε τον Εχούντ Μπαράκ και τον Μπιλ Κλίντον ότι, αν δεν επέστρεφε από τη σύνοδο κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ το 2000 με την υπόσχεση να μειωθεί η καταπίεση του παλαιστινιακού λαού, μια άλλη εξέγερση θα ήταν αναπόφευκτη.

Στην περίπτωση του Σινουάρ, γνωρίζουμε πλέον ότι διαπραγματεύτηκε με το Ισραήλ, δηλαδή, έμμεσα, με τον Νετανιάχου, σχετικά με τα βασικά αιτήματα του πληθυσμού της Γάζας: το τέλος της πολιορκίας, την αύξηση των επισιτιστικών βοηθημάτων και των πρώτων υλών που εισρέουν στην πολιορκημένη περιοχή και την απελευθέρωση των Παλαιστινίων πολιτικών κρατουμένων.

Ο Σινουάρ προειδοποίησε τους Ισραηλινούς ότι η απόρριψη αυτών των αιτημάτων θα οδηγούσε σε μια επιχείρηση κλίμακας συγκρίσιμης με την «Κύμα της Αλ-Ακσά». Ο ισραηλινός στρατός πρότεινε στον Νετανιάχου να ανταποκριθεί σε αυτά τα αιτήματα με μια επίθεση μεγάλης κλίμακας στη Λωρίδα της Γάζας, την ίδια επίθεση που είχε διεξάγει ως απάντηση στην «Επιχείρηση Κύμα της Αλ-Ακσά».

Είναι σαφές ότι ο Νετανιάχου δίστασε να δώσει το πράσινο φως για μια τέτοια επιχείρηση, αλλά είναι εξίσου σαφές ότι οι διοικητές της Χαμάς, συμπεριλαμβανομένου του Σινουάρ, γνώριζαν ότι μια επίθεση στη Γάζα ήταν επικείμενη. Υπό αυτή την έννοια, ο Σινουάρ φαίνεται να ήταν ένας ηγέτης που ενδιαφερόταν για περιορισμένα αποτελέσματα, αναβάλλοντας μια ευρύτερη και μακροπρόθεσμη προοπτική για ένα πολύ πιο μακρινό μέλλον. Όπως και ο Σαντάτ, τελικά κατέφυγε στη στρατιωτική επιλογή όταν κατέστη σαφές ότι το Ισραήλ είχε απορρίψει εντελώς την πολιτική επιλογή. Επιπλέον, και αυτό είναι το πιο σημαντικό στοιχείο από όσα αναδύονται, ο στρατός θα είχε ούτως ή άλλως πείσει τον Νετανιάχου να εξαπολύσει εκείνη την καταστροφική επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας· η «Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσά» ήταν μια προσπάθεια να προληφθεί αυτή η επίθεση.

Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι πότε και γιατί η «Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσά» εξελίχθηκε σε ορισμένα σημεία σε σφαγή αμάχων, τόσο στους εβραϊκούς οικισμούς όσο και κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ «Νόβα». Πρόκειται για μια απόδραση από το γκέτο ενός λαού που είχε υποστεί χιλιάδες νεκρούς, δεκάδες χιλιάδες τραυματίες μεταξύ γυναικών και παιδιών, και εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που είχαν χάσει τα σπίτια τους κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης του 2014 και που το 2023 εξακολουθούσαν να βρίσκονται εκτοπισμένοι· ένας τραυματισμένος πληθυσμός, που υποβλήθηκε σε πολιτική πείνα κατά τη διάρκεια των δεκαεπτά ετών του ισραηλινού αποκλεισμού και υπέστη συχνές αεροπορικές, χερσαίες και ναυτικές βομβαρδιστικές επιθέσεις.

Γνωρίζουμε ότι ο Σινουάρ, από την πρώτη στιγμή, απέδειξε ότι, όσον αφορά τον ίδιο, η απαγωγή ηλικιωμένων και παιδιών δεν αποτελούσε μέρος της επιχείρησης, προτείνοντας αμέσως την απελευθέρωσή τους, χωρίς όμως να λάβει καμία απάντηση από το Ισραήλ.

Η καταστροφή της Γάζας, ως μέρος μιας γενοκτονικής πολιτικής, δεν ήταν μια παράλογη αντίδραση του Ισραήλ στη δολοφονία τόσων στρατιωτών και αμάχων στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ήταν η υλοποίηση των στρατιωτικών προετοιμασιών εν όψει του 2023, οι οποίες ξεκίνησαν το 2004, όταν ο στρατός κατασκεύασε μια εικονική πόλη στην έρημο για να εξασκηθεί στην καταστροφή αστικών περιοχών εν όψει μιας πιθανής επίθεσης στη Λωρίδα της Γάζας. Αυτή η στρατηγική τέθηκε σε εφαρμογή με τους αδιάκριτους βομβαρδισμούς του προαστίου Νταχίγια στη Βηρυτό το 2006.

Όπως και το 1948, έτσι και το 2023 το Ισραήλ αναζητούσε ένα πρόσχημα για να προωθήσει το αδύνατο όραμά του για μια απο-αραβικοποιημένη Παλαιστίνη. «Είναι ένα θαύμα», αναφώνησε ο Μπεν-Γκουριόν καθώς παρακολουθούσε τη «φυγή» εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων από την Παλαιστίνη, παρότι ο ίδιος ήταν ο αρχιτέκτονας αυτής της εθνοκάθαρσης. «Είναι ένα θαύμα», φώναξε η Ορίτ Στροκ, υπουργός της κυβέρνησης Νετανιάχου, αναφερόμενη στην ιστορική ευκαιρία να διαπραχθεί γενοκτονία εναντίον των κατοίκων της Γάζας. «Όποιος έχει πνιγεί δεν φοβάται να βραχεί» είναι ένα διάσημο αραβικό παροιμία που συνοψίζει το παλαιστινιακό δίλημμα, το οποίο γίνεται σαφώς κατανοητό υπό το φως των γεγονότων του 2026. Κάθε ένοπλη απόπειρα της Χαμάς να θέσει τέλος στην πολιορκία και στην Κατοχή χρησιμοποιήθηκε από το Ισραήλ ως πρόσχημα για να εντείνει τις πολιτικές εξόντωσής της. Η εναλλακτική λύση της υποταγής στην πραγματικότητα της πολιορκίας, την οποία επιχείρησε η Παλαιστινιακή Αρχή στη Ραμάλα, οδήγησε σε μια προοδευτική εθνοκάθαρση και σε μια σειρά πογκρόμ, που διαπράχθηκαν από τους εποίκους με τη συνενοχή του ισραηλινού στρατού.

Αναρωτιέμαι πόσοι άνθρωποι εκτός Παλαιστίνης μπορούν να κατανοήσουν πλήρως αυτό το δίλημμα, το οποίο ώθησε νεαρούς εφήβους στα προσφυγικά στρατόπεδα της Δυτικής Όχθης να συγκρουστούν με τον ισραηλινό στρατό, παρόλο που γνώριζαν ότι δεν μπορούν να νικήσουν, προτιμώντας αυτή την κατάσταση από το να υφίστανται συνεχώς κακομεταχείριση, τραυματισμούς και δολοφονίες από έναν στρατό κατοχής.

Είναι το απάνθρωπο δίλημμα που επιβάλλει στους Παλαιστινίους το σιωνιστικό σχέδιο εξόντωσης, και δεν είναι παρά μια ακόμη εκδήλωση της ταλαιπωρίας τους από την άφιξη των σιωνιστών εποίκων στην Παλαιστίνη στα τέλη του 19ου αιώνα.

Το πώς να απελευθερωθούν οι Παλαιστίνιοι, και έμμεσα οι Ισραηλινοί, από αυτή την αδύνατη πραγματικότητα δεν είναι ένα ερώτημα δύσκολο να απαντηθεί. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της δημιουργίας μιας δημοκρατικής μεταϊσραηλινής Παλαιστίνης. Ένα τέτοιο κράτος δεν θα έλυνε όλα τα προβλήματα των ανθρώπων που ζουν ανάμεσα στον ποταμό και τη θάλασσα και όσων επιστρέψουν εκεί, αλλά θα μπορούσε να εξαλείψει τη συνεχή υπαρξιακή απειλή που βιώνουν καθημερινά όλοι οι Παλαιστίνιοι που ζουν εκεί.

Σε μια τέτοια πραγματικότητα, η Παλαιστίνη δεν θα ήταν διαμελισμένη σε ξεχωριστά εδάφη όπως η Γάζα και η Δυτική Όχθη, αλλά θα αποτελούσε μια ενιαία, οργανική πατρίδα. Αν η Γάζα παραμείνει «Λωρίδα», δεν θα υπάρξει ούτε ειρήνη ούτε συμφιλίωση.

[----->] 

Η τεράστια ενεργειακή κρίση απειλεί να πλήξει την Ευρώπη

 

 

Giuseppe Masala

Σε περισσότερες από μία περιπτώσεις έχουμε διευκρινίσει ότι η βασική αιτία της μεγάλης γεωπολιτικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη πρέπει να αναζητηθεί στην ανεπαρκή ανταγωνιστικότητα στις παγκόσμιες αγορές της ηγεμονικής χώρας μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου: των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Αυτή η ανεπαρκής ανταγωνιστικότητα δεν οφείλεται μόνο στην εμφάνιση νέων παραγόντων ικανών να αμφισβητήσουν τις ΗΠΑ  στο βιομηχανικό και ερευνητικό πεδίο, όπως πρωτίστως η Κίνα, η οποία, εξάλλου, ευνοήθηκε στην άνοδό της από την απόφαση της Δύσης να μεταφέρει μεγάλο μέρος της παραγωγής της στην Κομμουνιστική Αυτοκρατορία, με σκοπό να εκμεταλλευτεί το τεράστιο απόθεμα φθηνού εργατικού δυναμικού που μπορούσε να προσφέρει η Κίνα και έτσι να αυξήσει υπερβολικά τα άμεσα (εταιρικά κέρδη) και έμμεσα κέρδη (δίνοντας ώθηση σε εκείνο το τεράστιο εργοστάσιο συνθετικών δολαρίων που ονομάζεται Γουόλ Στριτ). Ο αμερικανικός υπολογισμός μακροπρόθεσμα αποδείχθηκε καταστροφικά λανθασμένος: η Κίνα δεν περιορίστηκε στο να παρέχει φθηνό εργατικό δυναμικό, αλλά εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να καλύψει το χάσμα με τη Δύση στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογίας, της βιομηχανίας και, με την πάροδο του χρόνου, ακόμη και στον χρηματοοικονομικό τομέα και, κατά συνέπεια, στον πολιτικό και στρατιωτικό. Με λίγα λόγια, ήταν ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που ανέθρεψαν στο εσωτερικό τους τον ανταγωνιστή που τις υποβιβάζει σε υποδεέστερη θέση στην αρένα των παγκόσμιων δυνάμεων.

 

 

Και δεν είναι μόνο αυτό: στην απερίσκεπτη κίνησή της, που υπαγορεύτηκε από την πεποίθηση ότι μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η ιστορία είχε τελειώσει, η Ουάσιγκτον δημιούργησε και άλλους, επιπλέον ανταγωνιστές που αποδείχθηκαν θανατηφόροι. Πρώτα απ’ όλα, τις χώρες που συμμετέχουν στη NAFTA, την ενιαία αγορά της Βόρειας Αμερικής, δηλαδή το Μεξικό και τον Καναδά, οι οποίες κατάφεραν να προκαλέσουν την απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, η Ευρώπη (ιδίως οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης, με πρώτη τη Γερμανία), η οποία, εκμεταλλευόμενη την παγκοσμιοποίηση, εισέβαλε στην αμερικανική αγορά, αξιοποιώντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που απέκτησε χάρη στους Ρώσους, οι οποίοι ουσιαστικά «χάριζαν» στους Ευρωπαίους ενέργεια και πρώτες ύλες σε εξευτελιστικές τιμές. Και τέλος, οι χώρες της Άπω Ανατολής, το Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν, οι οποίες, βασιζόμενες στη μεγάλη ικανότητα καινοτομίας τους, ανταγωνίστηκαν τις ΗΠΑ στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, ξεκινώντας από τους μικροεπεξεργαστές.

 

Αυτό το φαινόμενο της αποβιομηχάνισης, συνοδευόμενο από μια ουσιαστική αποικιοποίηση των δικών τους αγορών, αντιμετωπίστηκε από την Ουάσιγκτον τόσο με μια ξέφρενη αναζήτηση τεχνολογικής καινοτομίας, κυρίως στον τομέα της πληροφορικής (βλέπε Σίλικον Βάλεϊ), όσο και με αδίστακτες χρηματοοικονομικές κινήσεις, όπως για παράδειγμα η φούσκα των λεγόμενων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, η οποία έσκασε δραματικά το 2008, πυροδοτώντας μια μεγάλη παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση.

Ακριβώς η έκρηξη της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 κατέστησε αδύνατη για τις ΗΠΑ την παλιά πρακτική του να κρύβει τη σκόνη κάτω από το χαλί· ή, αν προτιμάτε, να κρύβει την πλήρη βιομηχανική ερημοποίηση πίσω από την ικανότητα της Γουόλ Στριτ (και της FED) να πλημμυρίζουν το σύστημα με δολάρια, διογκώνοντας έτσι την αγοραστική δύναμη και την καταναλωτική ικανότητα των Αμερικανών.  Για να σώσει τις μεγάλες τράπεζες της Γουόλ Στριτ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναγκάστηκε να χρεωθεί σε επίπεδα, μέχρι τότε, αδιανόητα, πυροδοτώντας μια σπείρα «χρέος-τόκοι-χρέος».  Για να μην αναφέρουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα: τους εθνικούς λογαριασμούς (Εμπορικό Ισοζύγιο, Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και Καθαρή Χρηματοοικονομική Θέση) που είχαν πλέον ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο.

Και εδώ είναι που στην Ουάσιγκτον αποφάσισαν να παρέμβουν, επιλύοντας το πρόβλημα στη ρίζα του. Η πρώτη πρόταση των ΗΠΑ, πρέπει να ειπωθεί, ήταν απολύτως λογική και ειρηνική: η υπογραφή της λεγόμενης Διατλαντικής Συνθήκης για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις (TTIP). Μια συνθήκη που είχε σαφώς ως αποστολή να επαναφέρει την ισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ και, μακροπρόθεσμα, και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η Ευρώπη δεν την υπέγραψε και, σε εκείνο το σημείο, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε σκληρές μεθόδους.

Ετσι, οργάνωσαν ένα πραξικόπημα στην Ουκρανία με τη βοήθεια των υποτελών της Ανατολικής Ευρώπης (ξεκινώντας από την Πολωνία), προκαλώντας τη Ρωσία έως ότου την ανάγκασαν να εισβάλει στην ίδια την Ουκρανία. Αυτή η αλυσίδα γεγονότων, που κατέληξε σε μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, ανάγκασε την ΕΕ να επιβάλει καταστροφικές (για την ίδια) κυρώσεις στη Ρωσία και να υποστεί οικονομική αιμορραγία για να στηρίξει το Κίεβο στον αγώνα του.  Με το ένα πακέτο κυρώσεων μετά το άλλο, η ΕΕ εξάντλησε οριστικά την ενεργειακή πηγή της Ρωσίας, η οποία, ωστόσο, έχει πλέον απορροφηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Κίνα.

 

Ενας από τους απώτερους στόχους αυτής της τεράστιας γεωπολιτικής κρίσης που πυροδότησαν οι ΗΠΑ είναι η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, με επακόλουθη μετεγκατάσταση μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στις ΗΠΑ, αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη δυναμική του αμερικανικού οικονομικού συστήματος και, κυρίως, το χαμηλότερο κόστος ενέργειας σε σύγκριση με την Ευρώπη. Και δεν είναι μόνο αυτό: με την άνοδο του Μπάιντεν στην Ουάσιγκτον, θεσπίζεται ο λεγόμενος «Inflation Reduction Act», δηλαδή το μεγαλύτερο πακέτο κινήτρων και επενδύσεων που έχει εγκριθεί ποτέ στις ΗΠΑ, ύψους περίπου 370 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα εξαιρετικά πλούσιο πακέτο που, σύμφωνα με τις προθέσεις, επρόκειτο να προσελκύσει επενδύσεις από το εξωτερικό και ειδικότερα από την Ευρώπη. Πράγματι, η ΕΕ απάντησε αμέσως με τον «Net Zero Industry Act» και τον «Critical Raw Materials Act», σε μια προσπάθεια να μειώσει τη γραφειοκρατία και να χορηγήσει κίνητρα, ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ. Με λίγα λόγια, πίσω από τα παρασκήνια, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη διεξάγουν εδώ και χρόνια έναν σιωπηλό πόλεμο χωρίς αποκλεισμό μέσων, με στόχο, από την πλευρά της Ευρώπης, τη διατήρηση του τεράστιου βιομηχανικού κληροδοτήματος και, κατά συνέπεια, των θέσεων εργασίας και του πλούτου που συσσωρεύτηκαν στην εποχή της μετακομμουνιστικής παγκοσμιοποίησης, ενώ από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ επιδιώκουν την εκ νέου βιομηχανοποίησή τους σε βάρος της Ευρώπης.

 

Ότι αυτό αποτελεί έναν από τους μεγάλους στόχους των ΗΠΑ το δείχνουν και τα αμέτρητα ταξίδια  στην Ευρώπη θεσμικών αντιπροσωπειών των ΗΠΑ με σκοπό να πείσουν τους Ευρωπαίους επιχειρηματίες να «μεταναστεύσουν» πέρα από τον Ατλαντικό. Ας σκεφτούμε, γιαπαράδειγμα, την κυβερνήτη του Μίσιγκαν, Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία έχει ηγηθείεπανειλημμένα αντιπροσωπειών στην Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως ηΓαλλία και η Γερμανία) για να προσελκύσει εταιρείες των τομέων της αεροδιαστημικής, της άμυνας και της αυτοκινητοβιομηχανίας. [1, 2]. Αλλά και τιςαντιπροσωπείες της Τζόρτζια, του Οχάιο, της Ιντιάνα και της Νότιας Καρολίνας,οι οποίες πραγματοποίησαν στοχευμένες «αποστολές προσέλκυσης», κυρίως από τηΓερμανία και την Ιταλία, αξιοποιώντας ανοιχτά τα πολύ χαμηλότερα ενεργειακά κόστη στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σύγκριση με την Ευρώπη μετά την κρίση στην Ουκρανία.

Ένα άλλο κραυγαλέο παράδειγμα της προσπάθειας «βιομηχανικής λεηλασίας» από τις ΗΠΑ είναι η εγκατάσταση στην Ευρώπη των οργανισμών ανάπτυξης των αμερικανικών πολιτειών, με σκοπό να προσελκύσουν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, προσφέροντας οικόπεδα σε τιμές ευκαιρίας, μηδενική γραφειοκρατία και πολύ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.

Με την κρίση στον Περσικό Κόλπο που προκλήθηκε από τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ στο Ιράν, οι οποίοι ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, αυτός ο υπόγειος πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση. Πράγματι, με τον αποκλεισμό του στενού του Ορμούζ και τον μερικό αποκλεισμό του στενού του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, διακόπηκε η αδιάκοπη ροή των πετρελαιοφόρων και των δεξαμενόπλοιων φυσικού αερίου που μεταφέρουν ενέργεια από τις χώρες του Κόλπου στην Ευρώπη και στην Άπω Ανατολή, προκαλώντας, αφενός, αύξηση των τιμών της ενέργειας και, αφετέρου, δημιουργώντας πρόβλημα ανασφάλειας εφοδιασμού στις χώρες με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι οι βομβαρδισμοί των κοιτασμάτων και των διυλιστηρίων της Σαουδικής Αραβίας από τους αντάρτες της Ansar Allah της Υεμένης και σε όλες τις χώρες του Κόλπου από το Ιράν έχουν επιδεινώσει περαιτέρω το πρόβλημα· αρκεί να σκεφτούμε ότι αυτές τις μέρες το Κατάρανακοίνωσε την αναβολή των πωλήσεων φυσικού αερίου στους πελάτες του,επικαλούμενο τη ρήτρα «ανωτέρας βίας».

 

Στην επιδείνωση της κατάστασης συμβάλλει και  η στρατηγική της Ουκρανίας να χτυπά τα ρωσικά διυλιστήρια και τις αποθήκες πετρελαίου και καυσίμων, δημιουργώντας έτσι ένα σοβαρό πρόβλημα εφοδιασμού στον ευρασιατικό γίγαντα. Τα διυλιστήρια και οι αποθήκες που έχουν πληγεί είναι πλέον δεκάδες, με πολύ σημαντικές ζημιές, οι οποίες ανάγκασαν τον Πούτιν να εκδώσει διάταγμα για την απαγόρευση της εξαγωγήςκαυσίμων και, μάλιστα, πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο το Καζακστάν όσο και ηΛευκορωσία έχουν μετατραπεί σε εξαγωγείς καυσίμων προς τη Ρωσία. Ένα γεγονός αδιανόητο μέχρι πριν από δύο χρόνια.

Σε αυτή τη μακρά αλλά απολύτως απαραίτητη απαρίθμηση πρέπει να αναφερθούν και άλλα γεγονότα: η ανατίναξη του αγωγού NorthStream που μετέφερε το ρωσικό φυσικό αέριο απευθείας στη Γερμανία και η οποία μπορεί να θεωρηθεί καταστροφικό πλήγμα για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Σημαντική είναι και η πρόσφατη είδηση σχετικά με το κλείσιμο του σημαντικού διυλιστηρίου της Ζαουίγια στη Λιβύη λόγω της αστάθειας που προκαλούν οι ένοπλες συμμορίες που μαστίζουν την περιοχή.

Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι να κατανοήσουμε ότι ουσιαστικά όλες οι ευρωπαϊκές πηγές εφοδιασμού με φυσικό αέριο, πετρέλαιο και καύσιμα πρέπει να θεωρηθεί είτε ότι κινδυνεύουν με κλείσιμο είτε ότι έχουν ήδη κλείσει. Η μόνη πηγή που, εκτός από το ότι είναι ανοιχτή, είναι και ασφαλής, είναι η αμερικανική, η οποία έχει πλέον καταστεί θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο σε σχέση με το φυσικό αέριο αλλά και με τα καύσιμα. Αρκεί να πούμε ότι, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι εισαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν από το 29% το 2025 στο 42% το 2026.

Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται κατανοητό ότι η δήλωση του Τραμπ, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο να σταματήσουν τις εξαγωγέςντίζελ, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανακοίνωση· για την Ευρώπη αποτελεί μια πραγματική υπαρξιακή απειλή.

Σε αυτό το δραματικό πλαίσιο, η διακοπή των εξαγωγών ντίζελ θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και την κατάρρευση της εφοδιαστικής αλυσίδας ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια καταστροφική έξαρση του πληθωρισμού. Και πάνω απ’ όλα θα έδινε την ξεκάθαρη εντύπωση ότι η Γηραιά Ήπειρος έχει χάσει την ενεργειακή της ασφάλεια, ακριβώς όπως συμβαίνει στην Κούβα ή όπως συνέβη στο Μπαγκλαντές πριν από μερικά χρόνια. Βεβαίως, και ευτυχώς για εμάς, σε αντίθεση με τις δύο προαναφερθείσες χώρες, είμαστε πολύ πιο ανθεκτικοί, αλλά οι ζημίες θα ήταν ούτως ή άλλως σημαντικές.

 

Μόνο οι αφελείς θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτό το τεράστιο παζλ που έχει υπομονετικά συναρμολογηθεί εναντίον της Ευρώπης είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων: κάποιος ανατίναξε τον αγωγό NorthStream· όπως επίσης κάποιος συστοιχία δορυφόρων κατευθύνει τα ουκρανικά drones μέχρι τα διυλιστήρια της Σιβηρίας· όπως επίσης κάποιος βομβάρδισε το Ιράν, το οποίο με τη σειρά του επέβαλε το κλείσιμο του στενού του Ορμούζ. Όλα αυτά δεν μπορούν να είναι τυχαία. Είναι το νέο στάδιο της κλιμάκωσης στην υπόγεια σύγκρουση μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Και δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς οι ΗΠΑ, με την απειλή απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ, έβαλαν το γεμάτο όπλο πάνω στο τραπέζι του παιχνιδιού, καθιστώντας σαφές ποιος έχει τον έλεγχο σε αυτό το παιχνίδι.

Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, η ατάκα του Τραμπ που δημοσίευσε τον χάρτη του Περσικού Κόλπου, όπου το Στενό του Ορμούζ μετονομάζεται σε Στενό του Τραμπ, είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό.

 

 

[---->]