Giuseppe Masala
Σε περισσότερες από μία περιπτώσεις έχουμε διευκρινίσει ότι η βασική αιτία της μεγάλης γεωπολιτικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη πρέπει να αναζητηθεί στην ανεπαρκή ανταγωνιστικότητα στις παγκόσμιες αγορές της ηγεμονικής χώρας μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου: των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Αυτή η ανεπαρκής ανταγωνιστικότητα δεν οφείλεται μόνο στην εμφάνιση νέων παραγόντων ικανών να αμφισβητήσουν τις ΗΠΑ στο βιομηχανικό και ερευνητικό πεδίο, όπως πρωτίστως η Κίνα, η οποία, εξάλλου, ευνοήθηκε στην άνοδό της από την απόφαση της Δύσης να μεταφέρει μεγάλο μέρος της παραγωγής της στην Κομμουνιστική Αυτοκρατορία, με σκοπό να εκμεταλλευτεί το τεράστιο απόθεμα φθηνού εργατικού δυναμικού που μπορούσε να προσφέρει η Κίνα και έτσι να αυξήσει υπερβολικά τα άμεσα (εταιρικά κέρδη) και έμμεσα κέρδη (δίνοντας ώθηση σε εκείνο το τεράστιο εργοστάσιο συνθετικών δολαρίων που ονομάζεται Γουόλ Στριτ). Ο αμερικανικός υπολογισμός μακροπρόθεσμα αποδείχθηκε καταστροφικά λανθασμένος: η Κίνα δεν περιορίστηκε στο να παρέχει φθηνό εργατικό δυναμικό, αλλά εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να καλύψει το χάσμα με τη Δύση στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογίας, της βιομηχανίας και, με την πάροδο του χρόνου, ακόμη και στον χρηματοοικονομικό τομέα και, κατά συνέπεια, στον πολιτικό και στρατιωτικό. Με λίγα λόγια, ήταν ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που ανέθρεψαν στο εσωτερικό τους τον ανταγωνιστή που τις υποβιβάζει σε υποδεέστερη θέση στην αρένα των παγκόσμιων δυνάμεων.
Και δεν είναι μόνο αυτό: στην απερίσκεπτη κίνησή της, που υπαγορεύτηκε από την πεποίθηση ότι μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η ιστορία είχε τελειώσει, η Ουάσιγκτον δημιούργησε και άλλους, επιπλέον ανταγωνιστές που αποδείχθηκαν θανατηφόροι. Πρώτα απ’ όλα, τις χώρες που συμμετέχουν στη NAFTA, την ενιαία αγορά της Βόρειας Αμερικής, δηλαδή το Μεξικό και τον Καναδά, οι οποίες κατάφεραν να προκαλέσουν την απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, η Ευρώπη (ιδίως οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης, με πρώτη τη Γερμανία), η οποία, εκμεταλλευόμενη την παγκοσμιοποίηση, εισέβαλε στην αμερικανική αγορά, αξιοποιώντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που απέκτησε χάρη στους Ρώσους, οι οποίοι ουσιαστικά «χάριζαν» στους Ευρωπαίους ενέργεια και πρώτες ύλες σε εξευτελιστικές τιμές. Και τέλος, οι χώρες της Άπω Ανατολής, το Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν, οι οποίες, βασιζόμενες στη μεγάλη ικανότητα καινοτομίας τους, ανταγωνίστηκαν τις ΗΠΑ στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, ξεκινώντας από τους μικροεπεξεργαστές.
Αυτό το φαινόμενο της αποβιομηχάνισης, συνοδευόμενο από μια ουσιαστική αποικιοποίηση των δικών τους αγορών, αντιμετωπίστηκε από την Ουάσιγκτον τόσο με μια ξέφρενη αναζήτηση τεχνολογικής καινοτομίας, κυρίως στον τομέα της πληροφορικής (βλέπε Σίλικον Βάλεϊ), όσο και με αδίστακτες χρηματοοικονομικές κινήσεις, όπως για παράδειγμα η φούσκα των λεγόμενων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, η οποία έσκασε δραματικά το 2008, πυροδοτώντας μια μεγάλη παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση.
Ακριβώς η έκρηξη της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 κατέστησε αδύνατη για τις ΗΠΑ την παλιά πρακτική του να κρύβει τη σκόνη κάτω από το χαλί· ή, αν προτιμάτε, να κρύβει την πλήρη βιομηχανική ερημοποίηση πίσω από την ικανότητα της Γουόλ Στριτ (και της FED) να πλημμυρίζουν το σύστημα με δολάρια, διογκώνοντας έτσι την αγοραστική δύναμη και την καταναλωτική ικανότητα των Αμερικανών. Για να σώσει τις μεγάλες τράπεζες της Γουόλ Στριτ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναγκάστηκε να χρεωθεί σε επίπεδα, μέχρι τότε, αδιανόητα, πυροδοτώντας μια σπείρα «χρέος-τόκοι-χρέος». Για να μην αναφέρουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα: τους εθνικούς λογαριασμούς (Εμπορικό Ισοζύγιο, Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και Καθαρή Χρηματοοικονομική Θέση) που είχαν πλέον ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο.
Και εδώ είναι που στην Ουάσιγκτον αποφάσισαν να παρέμβουν, επιλύοντας το πρόβλημα στη ρίζα του. Η πρώτη πρόταση των ΗΠΑ, πρέπει να ειπωθεί, ήταν απολύτως λογική και ειρηνική: η υπογραφή της λεγόμενης Διατλαντικής Συνθήκης για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις (TTIP). Μια συνθήκη που είχε σαφώς ως αποστολή να επαναφέρει την ισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ και, μακροπρόθεσμα, και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η Ευρώπη δεν την υπέγραψε και, σε εκείνο το σημείο, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε σκληρές μεθόδους.
Ετσι, οργάνωσαν ένα πραξικόπημα στην Ουκρανία με τη βοήθεια των υποτελών της Ανατολικής Ευρώπης (ξεκινώντας από την Πολωνία), προκαλώντας τη Ρωσία έως ότου την ανάγκασαν να εισβάλει στην ίδια την Ουκρανία. Αυτή η αλυσίδα γεγονότων, που κατέληξε σε μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, ανάγκασε την ΕΕ να επιβάλει καταστροφικές (για την ίδια) κυρώσεις στη Ρωσία και να υποστεί οικονομική αιμορραγία για να στηρίξει το Κίεβο στον αγώνα του. Με το ένα πακέτο κυρώσεων μετά το άλλο, η ΕΕ εξάντλησε οριστικά την ενεργειακή πηγή της Ρωσίας, η οποία, ωστόσο, έχει πλέον απορροφηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Κίνα.
Ενας από τους απώτερους στόχους αυτής της τεράστιας γεωπολιτικής κρίσης που πυροδότησαν οι ΗΠΑ είναι η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, με επακόλουθη μετεγκατάσταση μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στις ΗΠΑ, αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη δυναμική του αμερικανικού οικονομικού συστήματος και, κυρίως, το χαμηλότερο κόστος ενέργειας σε σύγκριση με την Ευρώπη. Και δεν είναι μόνο αυτό: με την άνοδο του Μπάιντεν στην Ουάσιγκτον, θεσπίζεται ο λεγόμενος «Inflation Reduction Act», δηλαδή το μεγαλύτερο πακέτο κινήτρων και επενδύσεων που έχει εγκριθεί ποτέ στις ΗΠΑ, ύψους περίπου 370 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα εξαιρετικά πλούσιο πακέτο που, σύμφωνα με τις προθέσεις, επρόκειτο να προσελκύσει επενδύσεις από το εξωτερικό και ειδικότερα από την Ευρώπη. Πράγματι, η ΕΕ απάντησε αμέσως με τον «Net Zero Industry Act» και τον «Critical Raw Materials Act», σε μια προσπάθεια να μειώσει τη γραφειοκρατία και να χορηγήσει κίνητρα, ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ. Με λίγα λόγια, πίσω από τα παρασκήνια, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη διεξάγουν εδώ και χρόνια έναν σιωπηλό πόλεμο χωρίς αποκλεισμό μέσων, με στόχο, από την πλευρά της Ευρώπης, τη διατήρηση του τεράστιου βιομηχανικού κληροδοτήματος και, κατά συνέπεια, των θέσεων εργασίας και του πλούτου που συσσωρεύτηκαν στην εποχή της μετακομμουνιστικής παγκοσμιοποίησης, ενώ από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ επιδιώκουν την εκ νέου βιομηχανοποίησή τους σε βάρος της Ευρώπης.
Ότι αυτό αποτελεί έναν από τους μεγάλους στόχους των ΗΠΑ το δείχνουν και τα αμέτρητα ταξίδια στην Ευρώπη θεσμικών αντιπροσωπειών των ΗΠΑ με σκοπό να πείσουν τους Ευρωπαίους επιχειρηματίες να «μεταναστεύσουν» πέρα από τον Ατλαντικό. Ας σκεφτούμε, γιαπαράδειγμα, την κυβερνήτη του Μίσιγκαν, Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία έχει ηγηθείεπανειλημμένα αντιπροσωπειών στην Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως ηΓαλλία και η Γερμανία) για να προσελκύσει εταιρείες των τομέων της αεροδιαστημικής, της άμυνας και της αυτοκινητοβιομηχανίας. [1, 2]. Αλλά και τιςαντιπροσωπείες της Τζόρτζια, του Οχάιο, της Ιντιάνα και της Νότιας Καρολίνας,οι οποίες πραγματοποίησαν στοχευμένες «αποστολές προσέλκυσης», κυρίως από τηΓερμανία και την Ιταλία, αξιοποιώντας ανοιχτά τα πολύ χαμηλότερα ενεργειακά κόστη στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σύγκριση με την Ευρώπη μετά την κρίση στην Ουκρανία.
Ένα άλλο κραυγαλέο παράδειγμα της προσπάθειας «βιομηχανικής λεηλασίας» από τις ΗΠΑ είναι η εγκατάσταση στην Ευρώπη των οργανισμών ανάπτυξης των αμερικανικών πολιτειών, με σκοπό να προσελκύσουν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, προσφέροντας οικόπεδα σε τιμές ευκαιρίας, μηδενική γραφειοκρατία και πολύ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
Με την κρίση στον Περσικό Κόλπο που προκλήθηκε από τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ στο Ιράν, οι οποίοι ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, αυτός ο υπόγειος πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση. Πράγματι, με τον αποκλεισμό του στενού του Ορμούζ και τον μερικό αποκλεισμό του στενού του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, διακόπηκε η αδιάκοπη ροή των πετρελαιοφόρων και των δεξαμενόπλοιων φυσικού αερίου που μεταφέρουν ενέργεια από τις χώρες του Κόλπου στην Ευρώπη και στην Άπω Ανατολή, προκαλώντας, αφενός, αύξηση των τιμών της ενέργειας και, αφετέρου, δημιουργώντας πρόβλημα ανασφάλειας εφοδιασμού στις χώρες με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι οι βομβαρδισμοί των κοιτασμάτων και των διυλιστηρίων της Σαουδικής Αραβίας από τους αντάρτες της Ansar Allah της Υεμένης και σε όλες τις χώρες του Κόλπου από το Ιράν έχουν επιδεινώσει περαιτέρω το πρόβλημα· αρκεί να σκεφτούμε ότι αυτές τις μέρες το Κατάρανακοίνωσε την αναβολή των πωλήσεων φυσικού αερίου στους πελάτες του,επικαλούμενο τη ρήτρα «ανωτέρας βίας».
Στην επιδείνωση της κατάστασης συμβάλλει και η στρατηγική της Ουκρανίας να χτυπά τα ρωσικά διυλιστήρια και τις αποθήκες πετρελαίου και καυσίμων, δημιουργώντας έτσι ένα σοβαρό πρόβλημα εφοδιασμού στον ευρασιατικό γίγαντα. Τα διυλιστήρια και οι αποθήκες που έχουν πληγεί είναι πλέον δεκάδες, με πολύ σημαντικές ζημιές, οι οποίες ανάγκασαν τον Πούτιν να εκδώσει διάταγμα για την απαγόρευση της εξαγωγήςκαυσίμων και, μάλιστα, πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο το Καζακστάν όσο και ηΛευκορωσία έχουν μετατραπεί σε εξαγωγείς καυσίμων προς τη Ρωσία. Ένα γεγονός αδιανόητο μέχρι πριν από δύο χρόνια.
Σε αυτή τη μακρά αλλά απολύτως απαραίτητη απαρίθμηση πρέπει να αναφερθούν και άλλα γεγονότα: η ανατίναξη του αγωγού NorthStream που μετέφερε το ρωσικό φυσικό αέριο απευθείας στη Γερμανία και η οποία μπορεί να θεωρηθεί καταστροφικό πλήγμα για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Σημαντική είναι και η πρόσφατη είδηση σχετικά με το κλείσιμο του σημαντικού διυλιστηρίου της Ζαουίγια στη Λιβύη λόγω της αστάθειας που προκαλούν οι ένοπλες συμμορίες που μαστίζουν την περιοχή.
Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι να κατανοήσουμε ότι ουσιαστικά όλες οι ευρωπαϊκές πηγές εφοδιασμού με φυσικό αέριο, πετρέλαιο και καύσιμα πρέπει να θεωρηθεί είτε ότι κινδυνεύουν με κλείσιμο είτε ότι έχουν ήδη κλείσει. Η μόνη πηγή που, εκτός από το ότι είναι ανοιχτή, είναι και ασφαλής, είναι η αμερικανική, η οποία έχει πλέον καταστεί θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο σε σχέση με το φυσικό αέριο αλλά και με τα καύσιμα. Αρκεί να πούμε ότι, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι εισαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν από το 29% το 2025 στο 42% το 2026.
Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται κατανοητό ότι η δήλωση του Τραμπ, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο να σταματήσουν τις εξαγωγέςντίζελ, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανακοίνωση· για την Ευρώπη αποτελεί μια πραγματική υπαρξιακή απειλή.
Σε αυτό το δραματικό πλαίσιο, η διακοπή των εξαγωγών ντίζελ θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και την κατάρρευση της εφοδιαστικής αλυσίδας ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια καταστροφική έξαρση του πληθωρισμού. Και πάνω απ’ όλα θα έδινε την ξεκάθαρη εντύπωση ότι η Γηραιά Ήπειρος έχει χάσει την ενεργειακή της ασφάλεια, ακριβώς όπως συμβαίνει στην Κούβα ή όπως συνέβη στο Μπαγκλαντές πριν από μερικά χρόνια. Βεβαίως, και ευτυχώς για εμάς, σε αντίθεση με τις δύο προαναφερθείσες χώρες, είμαστε πολύ πιο ανθεκτικοί, αλλά οι ζημίες θα ήταν ούτως ή άλλως σημαντικές.
Μόνο οι αφελείς θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτό το τεράστιο παζλ που έχει υπομονετικά συναρμολογηθεί εναντίον της Ευρώπης είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων: κάποιος ανατίναξε τον αγωγό NorthStream· όπως επίσης κάποιος συστοιχία δορυφόρων κατευθύνει τα ουκρανικά drones μέχρι τα διυλιστήρια της Σιβηρίας· όπως επίσης κάποιος βομβάρδισε το Ιράν, το οποίο με τη σειρά του επέβαλε το κλείσιμο του στενού του Ορμούζ. Όλα αυτά δεν μπορούν να είναι τυχαία. Είναι το νέο στάδιο της κλιμάκωσης στην υπόγεια σύγκρουση μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Και δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς οι ΗΠΑ, με την απειλή απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ, έβαλαν το γεμάτο όπλο πάνω στο τραπέζι του παιχνιδιού, καθιστώντας σαφές ποιος έχει τον έλεγχο σε αυτό το παιχνίδι.
Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, η ατάκα του Τραμπ που δημοσίευσε τον χάρτη του Περσικού Κόλπου, όπου το Στενό του Ορμούζ μετονομάζεται σε Στενό του Τραμπ, είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου