Το ζήτημα της Χαμάς και η Αριστερά

 

Η Αριστερά πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό το βασικό γεγονός. Δεν μπορεί κανείς να δηλώνει αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη και ταυτόχρονα να απορρίπτει, να αγνοεί ή να αποκλείει τη Χαμάς.

 

Του Abdaljawad Omar

https://mondoweiss.net/2024/05/the-question-of-hamas-and-the-left/?fbclid=IwY2xjawSbZihleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEe45kdqIn5rd7uUC8I4Bax8Im-IVx0t90cfZRHNpyHQcIZbTRrVITOXSab6HU_aem_OZr_zpTeUiAVSj1gfyUbpw

 

 

 

Πρόσφατα, εμφανίστηκε πληθώρα άρθρων που επικρίνουν τη δυτική αριστερά ότι «εξυμνεί» τη Χαμάς. Οι περισσότερες από αυτές τις κριτικές υποστηρίζουν ότι το να περιορίζεται η υποστήριξη προς την παλαιστινιακή αντίσταση στην υποστήριξη της Χαμάς βλάπτει τους Παλαιστινίους, αφού οι Παλαιστίνιοι αντιπροσωπεύουν μια ποικιλία φωνών με διαφορετικές πολιτικές τάσεις. Αντίθετα, τα επιχειρήματα αυτά καλούν τη δυτική αριστερά να λάβει υπόψη την πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία της παλαιστινιακής πολιτικής σκηνής.

 

Το άρθρο του Μπασίρ Αμπού-Μάνε στο Jacobin, «Η παλαιστινιακή αντίσταση δεν είναι μονόλιθος», κατηγορεί την αριστερά ότι γιορτάζει ένα «κοινωνικά οπισθοδρομικό» κίνημα όπως η Χαμάς. Μάλιστα, το κείμενό του μοιάζει περισσότερο με μια έμμεση κριτική στην ίδια την ένοπλη αντίσταση παρά στη Χαμάς.Από την άλλη, ο Μάταν Καμίνερ απάντησε σε ένα άρθρο του Αντρέας Μαλμ στο μπλογκ του Verso. Εκεί τονίζει ότι το παγκόσμιο «κίνημα αλληλεγγύης πρέπει να γνωρίσει τις διαφορετικές τάσεις στην παλαιστινιακή πολιτική» και διαφωνεί με «αντισυστημικές» δυνάμεις όπως η Χαμάς, επειδή δεν έχουν αριστερή ατζέντα.Τέλος, στο Boston Review, η Άιτσα Τσουμπούκτσου απάντησε στο άρθρο της Τζόντι Ντιν, «Η Παλαιστίνη μιλάει για όλους». Η Τσουμπούκτσου διαφωνεί με την πρόταση της Ντιν ότι το παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης πρέπει να στηρίξει τη σημερινή ηγεσία της Χαμάς στον αγώνα για την απελευθέρωση, μαζί με την οργανωμένη παλαιστινιακή αριστερά.

 

Φυσικά, είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί προσοχή στην παλαιστινιακή πολιτική, στην ιστορία της, καθώς και στις τρέχουσες συνθήκες και την πολυμορφία της. Πράγματι, παρά τον σχετικά μικρό αριθμό των Παλαιστινίων και παρά το γεγονός ότι η Παλαιστίνη, μεταξύ του ποταμού και της θάλασσας, είναι μια μικρή γεωγραφική περιοχή γεμάτη με έντονα αμφισβητούμενα εδάφη, μπορεί κανείς να βρει μια μυριάδα Παλαιστινίων που εκφράζουν κάθε είδους φαντασιώσεις ή ιδεολογίες σχετικά με τη σύγκρουση — συμπεριλαμβανομένων Παλαιστινίων που υποστηρίζουν ανεπιφύλακτα τη σιωνιστική ιδεολογία.

 

Όμως, παραδόξως, αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο κάνουν λάθος οι δυτικοί αριστεροί επικριτές της Χάμας. Δεν κατανοούν ότι η πολυμορφία της παλαιστινιακής κοινωνίας και πολιτικής μεταφράζεται επίσης σε αποκλίνουσες στάσεις απέναντι στην αντίσταση στην αποικιοκρατία. Ενώ ζητούν μια πιο βαθιά και σύνθετη κατανόηση της παλαιστινιακής πολιτικής, αυτή η προσέγγιση δεν επεκτείνεται στις δυναμικές και τις δυνάμεις που είτε παρακινούν είτε αποτρέπουν (ή και αντιτίθενται ενεργά στην) αντιαποικιακή αντίσταση.

 

Αυτή η άγνοια της παλαιστινιακής πολιτικής γίνεται σχεδόν σκόπιμα. Κρύβει μια μυστική εχθρότητα προς την αντίσταση — ειδικά την ένοπλη αντίσταση — αλλά ισχυρίζεται ότι αντιτίθεται στη Χάμας για εντελώς διαφορετικούς, ίσως ιδεολογικούς, λόγους. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε πραγματικά τις ενδοπαλαιστινιακές δυναμικές και να αποδομήσουμε τον «μονολιθικό» χαρακτήρα, πρέπει πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε πώς έχουν εξελιχθεί οι παλαιστινιακές πολιτικές δυνάμεις σε σχέση με την ίδια την έννοια της αντίστασης.

 

 

Κατακερματισμένη γεωγραφία, κατακερματισμένη πολιτική

Οι Παλαιστίνιοι υπόκεινται σε διάφορους διαχωρισμούς που έχουν σχεδιαστεί σχολαστικά από το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, θα ήταν εξαιρετικά εκπληκτικό αν οι Παλαιστίνιοι ήταν ενωμένοι, όταν η καθημερινή τους ζωή είναι τόσο ριζικά διαφορετική — διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο και υποταγμένοι σε διάφορες κυβερνητικές πρακτικές και μορφές ισραηλινού ελέγχου.. Αυτές οι διαιρέσεις δεν είναι μόνο γεωγραφικές, αλλά συνεπάγονται και διαφορετικά επίπεδα προνομίων και αποκλεισμού που επιβάλλονται από το αποικιακό κράτος. Μιλάω για τη Γάζα, τη Δυτική Όχθη, την Ιερουσαλήμ, τα εδάφη του 1948 και τη διασπορά.

Επιπλέον, αυτός ο ριζικός κατακερματισμός έχει οδηγήσει πολλούς Παλαιστίνιους να αρχίσουν να αμφισβητούν την ίδια την έννοια της ενότητάς μας ως λαού, αναλογιζόμενοι μήπως η διαφορά στην ικανότητα των Παλαιστινίων να αντισταθούν αποτελεί ένδειξη του βάρους των γεωγραφικών διαιρέσεων και των ποικίλων αποικιοκρατικών μορφών διακυβέρνησης μετά από 75 χρόνια.

 

Ο γενοκτονικός πόλεμος στη Γάζα αποκάλυψε το απλό γεγονός ότι οι Παλαιστίνιοι στις διάφορες περιοχές τους — εκτός από τη Γάζα — δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν δύναμη, να επινοήσουν νέες τακτικές, να δημιουργήσουν νέες οργανώσεις ή να οικοδομήσουν ένα νέο πνευματικό και υλικό οικοδόμημα για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση που ο αποικιοκρατικός εποικισμός παρουσιάζει στον παλαιστινιακό λαό παντού. Τίποτα δεν αποσαφηνίζει αυτή την αποτυχία περισσότερο από τον παραλυτικό φόβο που έχει κυριεύσει την παλαιστινιακή κοινωνία εκτός της Γάζας και εκτός ορισμένων από τις πιο προχωρημένες εκφράσεις του αγώνα και των νέων τρόπων αντίστασης που έχουν αναδειχθεί την τελευταία δεκαετία, συμπεριλαμβανομένης της υπεροχής τακτικών όπως ατομικές πράξεις αντίστασης στη Δυτική Όχθη και την Παλαιστίνη του '48 και της εξάπλωσης ζωνών ένοπλης αυτοάμυνας στη βόρεια Δυτική Όχθη.

 

 

Αυτή η πολλαπλότητα δεν είναι απλώς συνάρτηση των ποικίλων πολιτικών ιδεολογιών μεταξύ των Παλαιστινίων που υπάγονται σε διαφορετικούς τρόπους δομικού ελέγχου. Αντίθετα, ξεσπά μέσα στον ίδιο τον ιστό της ψυχής του κάθε Παλαιστίνιου. Ένας έντονος εσωτερικός διάλογος ξεδιπλώνεται, όπου οι Παλαιστίνιοι είναι διχασμένοι ανάμεσα στην ριζοσπαστική δυναμική της αντίστασης και στον ενδόμυχο φόβο τους για την αμείλικτη ισραηλινή στρατιωτική μηχανή. Αναλογιστείτε το παράδοξο ανάμεσα στην επιθυμία για απελευθέρωση και στον βασανιστικό φόβο ότι οποιαδήποτε διατάραξη της καθημερινής ζωής —ακόμα και αυτή που προκαλείται από την αντίσταση— θα μπορούσε να διαλύσει την εύθραυστη ψευδαίσθηση κανονικότητας. Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο της ιδεολογικής πάλης, όχι μόνο στη δημόσια σφαίρα αλλά και σε ατομικό επίπεδο, όπου η υπέρτατη πιθανότητα της ελευθερίας έρχεται αντιμέτωπη με την τραυματική πραγματικότητα του ενδεχόμενου αφανισμού από μια ανώτερη στρατιωτική μηχανή.

Κάθε δύναμη, με τις δικές της απαιτήσεις, ωθεί τους Παλαιστίνιους προς μια σειρά από υπαρξιακές επιλογές — την επανάσταση ή την παραίτηση, τη μετανάστευση ή την ακλόνητη σταθερότητα (steadfastness), τον συμβολικό αφανισμό ή την πλήρη επιβεβαίωση της ταυτότητας μέσα από πράξεις αυτοθυσίας. Αυτός ο βουβός εσωτερικός διάλογος εκδηλώνεται σε ποικίλες πολιτικές εκφράσεις — στην αμφιταλάντευση ανάμεσα στη στάση του διανοούμενου και μάρτυρα Μπάσελ Αλ-Αράτζ, ο οποίος διακήρυξε ότι «η αντίσταση έχει πάντα αποτελεσματικότητα στον χρόνο», και στην πιο κυνική παραίτηση που υποδηλώνουν θέσεις όπως αυτές του Μαχμούντ Αμπάς, οι οποίες διακηρύσσουν: «ζήτω η αντίσταση, αλλά είναι ήδη νεκρή και πρέπει να θανατώνεται όπου επανεμφανίζεται!».

 

Αλλά ας μην αυταπατώμαστε. Η ιδεολογική μηχανή που συνδέεται με την Παλαιστινιακή Αρχή και η οποία ισχυρίζεται ότι έχει άμεση πρόσβαση στη «γυμνή πραγματικότητα», λειτουργεί ακριβώς αρνούμενη τη δική της ιδεολογία.Καυχώνται ότι βλέπουν τον κόσμο ελεύθερο από ιδεολογικές παρωπίδες, διατείνονται ότι η καθαρότητά τους καθιστά αναγκαία τη σφυρηλάτηση ενός αυταρχικού πολιτικού συστήματος, το οποίο βλέπει την αντίσταση στην αποικιοκρατία ως «φάρσα» και τη συνεργασία με τον αποικιοκράτη ως «ιερή» επιταγή. Αυτή η ρεαλιστική-πραγματιστική στάση οδηγεί φαινομενικά τους Παλαιστίνιους προς ένα είδος άρνησης — ένα συμβολικό, πολιτικό και υλικό αυτοαφανισμό, ο οποίος όμως συγκαλύπτεται πανούργα πίσω από προσχήματα πολιτικής εκπροσώπησης και ίδρυσης κράτους.

 

Στο μεταξύ, η άρχουσα τάξη, μέσα στη λαγνεία της για συνέχεια και έλεγχο, διαιωνίζει έναν «πολιτικό ρεαλισμό» που σκοπίμως παραβλέπει τις δικές της ταξικές παρεκκλίσεις και κοινωνικές προκαταλήψεις. Μια στενή ελίτ ανάμεσα στους αποικιοκρατούμενους κερδοσκοπεί. Ο απώτερος στόχος αυτού του πραγματισμού είναι να δημιουργήσει μια πραγματικότητα στην οποία η ίδια η έννοια της αντίστασης χάνεται στα χρονικά μιας συμβιβασμένης πραγματικότητας. Όμως, δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια εκλεπτυσμένη ρητορική που δικαιολογεί τη συμμαχία ασφάλειας και οικονομίας με ένα καθεστώς εποικιστικής αποικιοκρατίας, το οποίο αντικαθιστά τους αποικιοκρατούμενους με τους αποικιοκράτες.

 

 

Το αποτέλεσμα είναι η ύπαρξη ενός ευρέως φάσματος απόψεων στην παλαιστινιακή πολιτική με διαφορετικές διαθέσεις απέναντι στην αντίσταση. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί προσωπικότητες όπως ο Μαχμούντ Αμπάς (ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής και ηγέτης της Φατάχ)  και ο Μανσούρ Αμπάς ( Ισραηλινός Άραβας πολιτικός, ηγέτης του κόμματος Ra'am, εκπροσωπεί μια τάση ενσωμάτωσης στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα για την επιδίωξη δικαιωμάτων μέσω του κοινοβουλίου) στο ένα άκρο του φάσματος, και πολιτικές οργανώσεις όπως η Ισλαμική Τζιχάντ και η Χαμάς στο άλλο, χωρίς σχεδόν καμία σοβαρή πολιτική δύναμη στη μέση.

 

Αυτό που μας δείχνει όλο αυτό είναι ότι η κύρια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των παλαιστινιακών πολιτικών παρατάξεων δεν αφορά το σχίσμα μεταξύ κοσμικότητας και ισλαμισμού, τον αγώνα για αποκλίνοντες κοινωνικοοικονομικούς στόχους ή τα πλεονεκτήματα μιας συγκεκριμένης τακτικής στην υπηρεσία της απελευθέρωσης. Όλα αυτά είναι βέβαια σημαντικά ζητήματα από μόνα τους, αλλά αυτό που στην πραγματικότητα προκαλεί ρήγμα στην παλαιστινιακή πολιτική σκηνή είναι το χάσμα ανάμεσα σε μια πολιτική ωμής πρόκλησης/ανυπακοής και σε μια πολιτική συμβιβασμού, συνεργασίας και σύμπραξης με τον εχθρό.

«Σε τελική ανάλυση, η δοκιχωτική (ουτοπική) αναζήτηση της δυτικής αριστεράς για μια κοσμική προοδευτική εναλλακτική λύση απέναντι στη Χαμάς παραβλέπει ένα απλό γεγονός : σε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, οι πολιτικές δυνάμεις που εξακολουθούν να εμμένουν και να ηγούνται μιας ατζέντας αντίστασης δεν προέρχονται από την κοσμική αριστερά.»

 

 

Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι τυχαίο. Το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του καλλιεργούν και διαμορφώνουν σχολαστικά μια παλαιστινιακή ηγεσία που ευθυγραμμίζεται με τις αποικιακές τους φιλοδοξίες, ενώ ταυτόχρονα συλλαμβάνουν, εκφοβίζουν και δολοφονούν εναλλακτικές λύσεις.

 

Αυτό επίσης δεν είναι ασυνήθιστο για τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα, και το να είσαι μέλος των αποικιοκρατούμενων δεν σου προσδίδει αυτόματα πίστη στην αντιαποικιακή προσπάθεια. Στην Παλαιστίνη, ένας αιώνας αποικιοκρατίας έχει δημιουργήσει πολλές στρεβλώσεις στο παλαιστινιακό πολιτικό σώμα, μετατρέποντας την άλλοτε επαναστατική PLO (ΟΑΠ) σε ένα καθεστώς τύπου Βισύ που σκοτώνει το έθνος στο όνομα του έθνους. Άλλοι Παλαιστίνιοι έχουν ασπαστεί νέες συγγένειες και ταυτότητες, συμπεριλαμβανομένης της ταύτισης με το Ισραήλ (στον βαθμό που είναι δυνατόν να ταυτιστεί κανείς με μια οντότητα της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό είναι η εβραϊκή υπεροχή). Η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι θα πολεμήσουν ακόμη και για τη δουλεία τους, και δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς πέρα από πρόσωπα όπως ο Τζόζεφ Χαντάντ και ο Μοσάμπ Χασάν Γιουσέφ για να καταλάβει τι σημαίνει αυτό.

Ωστόσο, υπάρχει ένας βαθύτερος αγώνας σε εξέλιξη: οι Παλαιστίνιοι μάχονται εδώ και καιρό όχι μόνο για την αναγνώριση της δεινής τους θέσης, αλλά θεμελιωδώς για να αναγνωρίσει ο κόσμος την επιτακτική ανάγκη για αντίσταση. Αυτή η αναγκαιότητα για αντίσταση και το δικαίωμα σε μια τέτοια αντίσταση αποκτούν ακόμη πιο κρίσιμη σημασία σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο όπου το αφήγημα της παλαιστινιακής αντίστασης εργαλειοποιείται — χρησιμοποιείται κυνικά για να δικαιολογήσει και να νομιμοποιήσει την επίθεση του Ισραήλ, που μετρά ήδη έναν αιώνα, ενάντια στην παλαιστινιακή ύπαρξη και αυτενέργεια. Πρόκειται για ένα διεστραμμένο σενάριο όπου η πράξη της αντίστασης, η οποία είναι απαραίτητη για την επιβίωση και την πιθανότητα απόδοσης δικαιοσύνης, διαστρεβλώνεται και μετατρέπεται σε δικαιολογία για την ίδια την καταπίεση που επιδιώκει να ξεπεράσει.

 

 

Η Χαμάς εδώ είναι ένα εύκολο εξιλαστήριο θύμα. Είναι μια ισλαμιστική πολιτική ομάδα που επικεντρώνεται σε μια πολιτική ανυπακοής και προωθεί μια κοινωνική ατζέντα που επιδιώκει την ανασυγκρότηση του παλαιστινιακού υποκειμένου. Οι επικριτές της αντίστασης μπορούν εύκολα να επισημάνουν τις αδυναμίες στην κοινωνικοοικονομική προοπτική της Χαμάς ή να χλευάσουν την «κοινωνικά οπισθοδρομική» ατζέντα της. Αλλά δεν ενδιαφέρονται πραγματικά να υπονομεύσουν την κοινωνική ατζέντα της Χαμάς. Στην πραγματικότητα, θέλουν να υπονομεύσουν ή να αποστασιοποιηθούν από τη μορφή αντίστασης που επέλεξε να ακολουθήσει η Χαμάς. Ωστόσο, πολλοί από τους επικριτές της Χαμάς δεν προσφέρουν τίποτα στο σύστημα συμμαχιών τους, στις μορφές αγώνα τους, ή ακόμη και στο πνευματικό τους έργο, που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί το έργο της Χαμάς για τη συσσώρευση ισχύος στη Λωρίδα της Γάζας και το άνοιγμα ενός στρατηγικού κουτιού της Πανδώρας που ξεχείλισε και παραμόρφωσε το αποικιακό καθεστώς, δημιουργώντας μια ιστορική συγκυρία που περιλαμβάνει, μεταξύ των πολλών πιθανοτήτων της, το ενδεχόμενο της παλαιστινιακής απελευθέρωσης.

 

 

Η πολιτική του «Muzawada»

«Muzawada» είναι ένας όρος του αραβικού πολιτικού λεξιλογίου που θα μπορούσε να μεταφραστεί πρόχειρα ως «πολιτική πλειοδοσία» (ή πολιτικός υπερθεματισμός / πολιτικό «παιχνίδι εντυπώσεων»). Έχει μακρά παράδοση να χρησιμοποιείται ως εργαλείο δυσφήμησης μεταξύ πολιτικών αντιπάλων. Στην πράξη, η κύρια λειτουργία της ήταν να σπιλώσει και να αποθαρρύνει τον πολιτικό ανταγωνιστή, ξεσκεπάζοντας την υποκρισία του, τον μη ρεαλιστικό του λόγο ή την αδυναμία του να μετατρέψει τη ρητορική σε πράξη.

 

Ο Σύρος μαρξιστής διανοούμενος Ηλίας Μούρκους (Elias Murkus) έδωσε το παράδειγμα του πώς οι Σύροι Μπααθιστές χρησιμοποίησαν τη muzawada για να υπονομεύσουν τον Τζαμάλ Άμπντελ Νάσερ τη δεκαετία του 1960, επισημαίνοντας το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική του και τις πράξεις του σχετικά με την απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Ωστόσο, ο Μούρκους σημειώνει ότι αυτή η δυσφήμηση δεν προήλθε τόσο από ένα πραγματικό ενδιαφέρον για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης, όσο από την επιθυμία να διαβρωθεί η χαρισματική επιρροή του Νάσερ στη Συρία και τον Λίβανο.Σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Παλαιστίνη αναδεικνύεται ιστορικά ως το κύριο θέατρο μιας τέτοιας πολιτικής «πλειοδοσίας» στο αραβικό πολιτικό τοπίο. Είναι σημαντικό ότι η muzawada δεν περιορίζεται σε ρητορικές κοκορομαχίες, παρόλο που ιστορικά χρησιμοποιούνταν με αυτόν τον τρόπο. Στην Παλαιστίνη, η muzawada εξελίχθηκε τη δεκαετία του 1990 από ρητορική πλειοδοσία σε «έμπρακτη πλειοδοσία», όπου οι πολιτικές παρατάξεις ανταγωνίζονταν μεταξύ τους με βάση την ικανότητά τους να δημιουργούν και να κάνουν πράξη την αντίσταση.

 

Αυτές οι δύο εκδηλώσεις —η ρητορική και η υλοποιημένη muzawada  (μουζάουαντα)— είναι καθοριστικές για την κατανόηση των εσωτερικών παλαιστινιακών πολιτικών ανταγωνισμών. Κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, η ανάδυση της φιγούρας του «ιστισχάντι» شكل αποτελούσε μια τέτοια μορφή υλοποιημένης πλειοδοσίας (πολιτικού ανταγωνισμού), καθώς ξεπερνούσε τον παραδοσιακό «φινταΐ». Ο φινταΐ ήταν μια φιγούρα αυτοθυσίας που θα αντιμετώπιζε τον εχθρό αλλά θα μπορούσε να επιστρέψει στη βάση του, ενώ ο ιστισχάντι ενσάρκωνε την αυτοθυσία του μαχητή που δεν σχεδίαζε να επιστρέψει στη βάση του, αλλά σκοτώνει και σκοτώνεται, γινόμενος έτσι μάρτυρας.Η ανάδυση αυτής της νέας αντικαθεστωτικής/αντι-ηγεμονικής δύναμης στις αρχές του αιώνα, κυρίως με πρωτοβουλία της Χαμάς και της Ισλαμικής Τζιχάντ, οδήγησε στην αναδιατύπωση της αντίστασης μέσω της δημιουργίας νέων αντιπολιτευτικών μορφών και μιας νέας φιγούρας θυσίας για την αντίσταση.

 

Στην Δεύτερη Ιντιφάντα, η «πολιτική πλειοδοσία» (one-upping) σήμαινε την επικράτηση έναντι του εσωτερικού αντιπάλου μέσω της έμπρακτης υλοποίησης επιχειρήσεων αντίστασης. Αυτή η μορφή ενδοπαραταξιακού ανταγωνισμού μετέτρεπε την παραγωγή αντίστασης σε μέσο εξωτερίκευσης των εσωτερικών πολιτικών διεκδικήσεων προς τον αποικιοκράτη. Οι παλαιστινιακές φράξιες ήταν ευθυγραμμισμένες ως προς την κατεύθυνση της πολιτικής τους δράσης, αλλά ταυτόχρονα ανταγωνίζονταν για το ποια θα ξεπεράσει την άλλη μέσα από την πραγματοποίηση διαφορετικών αντιστασιακών πράξεων.Ωστόσο, η σημερινή φύση του διχασμού στην Παλαιστίνη δεν αποτελεί μια μορφή ανταγωνιστικής πλειοδοσίας (outbidding) παρόμοια με εκείνη της Δεύτερης Ιντιφάντα, ούτε βασίζεται στην ιδέα της επικράτησης επί του εσωτερικού αντιπάλου. Αντίθετα, πρόκειται για μια διάσπαση που προέκυψε από τη στιγμή που η Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) ανήγαγε τη συνεργασία με το Ισραήλ σε «ιερή» υποχρέωση και αντιμετώπισε τη συνέχιση της αντίστασης ως παρωδία. Στον αντίποδα αυτού του διχασμού, η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ αναδείχθηκαν ως οι πιο ενεργές δυνάμεις που καθοδηγούν οργανωμένες μορφές αντίστασης. Έτσι, η διαίρεση προσέλαβε γεωγραφικά, ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά.

 

Σε αυτή τη μορφή πλειοδοσίας, η μία πλευρά της πολιτικής εξίσωσης χρησιμοποίησε τη μιλιταριστική απάντηση του Ισραήλ απέναντι στην αντίσταση για να ισχυριστεί: «Βλέπετε; Αυτό συμβαίνει όταν αντιστέκεστε!» Αναστέλλει την αναζήτηση για μια πολιτική ανυποταξίας και, στην πραγματικότητα, επιχειρηματολογεί υπέρ της πολιτικής παράλυσης, της στάσης και του συμβιβασμού με το Ισραήλ, εις βάρος της μακροπρόθεσμης ικανότητας των Παλαιστινίων να αντιστέκονται.Μέσα σε αυτό το τέλος (σκοπό), έχουν αναδυθεί τρεις αριστερές παλαιστινιακές απαντήσεις. Η πρώτη είναι μια αριστερά που προσδένεται στην Παλαιστινιακή Αρχή και την κομπραδόρικη (μεταπρατική) τάξη στη βάση του «κοσμικισμού» και ως αποτέλεσμα της οργανωτικής της αδυναμίας — για παράδειγμα, το Παλαιστινιακό Λαϊκό Κόμμα (πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα). Μια άλλη αριστερά τοποθετείται στο πλευρό των ισλαμιστικών δυνάμεων σε επίπεδο κοινής αντίστασης κατά της αποικιοκρατίας, αλλά παίρνει αποστάσεις σε επίπεδο κοινωνικής ατζέντας, όπως το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP). Μια τρίτη αριστερά εξισώνει τη Χαμάς με την Παλαιστινιακή Αρχή με την ελπίδα να θεωρηθεί ως εναλλακτική λύση και έναντι των δύο, ισχυριζόμενη φαινομενικά ότι «είναι και οι δύο εξίσου κακές», πλην όμως παραμένει ανίκανη να οργανώσει μια κοινωνική ή πολιτική εναλλακτική, όπως το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (DFLP).

 

Η έννοια του να είναι κανείς «κοινωνικά οπισθοδρομικός» ή «κοινωνικά προοδευτικός» στο τρέχον πολιτικό τοπίο της Παλαιστίνης είναι, το λιγότερο, εξαιρετικά περίπλοκη. Πώς, για παράδειγμα, μπορούμε να ταιριάξουμε αριστερά κόμματα που υποστηρίζουν μορφές κοινωνικής οπισθοδρόμησης και πολιτικού αυταρχισμού στη Δυτική Όχθη, όπως τα απομεινάρια του Κομμουνιστικού Κόμματος; Πώς ορίζουμε την «κοινωνική οπισθοδρόμηση» στο πλαίσιο μιας επεκτεινόμενης εποικιστικής αποικιοκρατίας που επιδιώκει να σβήσει μια ολόκληρη κοινωνία; Δεν είναι η αντίσταση σε αυτήν την αποικιοκρατία από μόνη της μια προοδευτική πράξη που θα ενδυναμώσει τους στερημένους; Και δεν είναι η ίδια η συνεργασία [με τον κατακτητή] μια κοινωνικά οπισθοδρομική δύναμη επειδή υποτάσσει τον αποικιοκρατούμενο; Ή μήπως η διακηρυγμένη ιδεολογία αυτών που αντιστέκονται είναι πιο σημαντική;

 

Πώς μπορούμε να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε προοδευτικές κοινωνικές ιδέες σε δύσκολες πραγματικές συνθήκες, όπως στη Δυτική Όχθη; Εκεί, η Παλαιστινιακή Αρχή κυβερνά με αυταρχικό τρόπο, χρησιμοποιεί ένα ξεπερασμένο εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζεται στην αποστήθιση, και στηρίζεται σε παραδοσιακές δομές, όπως οι μεγάλες οικογένειες και τα σόγια. Παράλληλα, αντιμετωπίζει τους εσωτερικούς της πολιτικούς αντιπάλους ως τον μεγαλύτερο εχθρό, προκαλώντας συνεχείς διχασμούς και τον κίνδυνο εμφυλίου, την ίδια ώρα που οι Παλαιστίνιοι αγωνίζονται ενάντια στην κατοχή και την απώλεια της γης τους. Με βάση τα αυστηρά "δυτικά" κριτήρια, δεν υπάρχει καμία απόλυτα προοδευτική πολιτική δύναμη στην Παλαιστίνη. Υπάρχουν, όμως, προοδευτικά στοιχεία και τάσεις, ακόμη και μέσα σε πολιτικές ομάδες που θεωρούνται συντηρητικές.

 

 

Καλυμμένη κριτική της ένοπλης αντίστασης

Σε αυτά τα συνεχή άρθρα, βλέπουμε μια περίεργη διαστρέβλωση που προσπαθεί να μειώσει την υποστήριξη προς την αντίσταση, και ειδικά την ένοπλη. Πολλοί στη «Δύση» αρχίζουν πλέον να αναγνωρίζουν πόσο αναγκαία και αποτελεσματική είναι η αντίσταση. Ή τουλάχιστον καταλαβαίνουν ότι, μετά από δεκαετίες που κανείς δεν εξηγούσε τους λόγους και την ανάγκη της, είναι καιρός να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Και αυτό σημαίνει να συζητήσουν για την αντίσταση χωρίς να την αφορίζουν.Αυτή η αλλαγή στη δυτική αριστερά δεν σημαίνει ότι ξαφνικά αποδέχτηκε τον ισλαμισμό. Σημαίνει όμως ότι καταλαβαίνει την κατάσταση στην οποία είναι εγκλωβισμένοι οι Παλαιστίνιοι: μια σκληρή αποικιοκρατία που αρνείται κάθε πολιτικό διάλογο με όσους έχει εξαθλιώσει, που στηρίζεται στην υπερβολική βία και στην πολιτική και νομική ασυλία, και που χρησιμοποιεί ένα περίπλοκο σύστημα ελέγχου μέσα από την αρχιτεκτονική, την τεχνολογία και άλλες έμμεσες μεθόδους

Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι ότι η επιμονή και η εξέλιξη της ένοπλης αντίστασης διαψεύδουν ορισμένες από τις λειτουργικές θεωρίες, τα συμφέροντα και τις πολιτικές διαθέσεις της παλαιστινιακής διανόησης, συμπεριλαμβανομένου του άγχους για μια πραγματική ρήξη με το αποικιακό καθεστώς που θα επέτρεπε την έναρξη του έργου της αποαποικιοποίησης.Αυτές είναι οι θεωρίες που επιμένουν εδώ και δεκαετίες, χρησιμοποιώντας ένα ευρέως αποδεκτό επιχείρημα ότι οι Παλαιστίνιοι θα έπρεπε να απέχουν από την ένοπλη αντίσταση προκειμένου να καλλιεργήσουν μια ευνοϊκή εικόνα στη Δύση, αλλά και στην παγκόσμια σκηνή γενικότερα. Η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι η ένοπλη αντίσταση είναι θεμελιωδώς ασύμβατη με την απόκτηση συμπάθειας για την παλαιστινιακή υπόθεση. Φετιχοποιούν μια συγκεκριμένη ανάγνωση της Πρώτης Ιντιφάντα ως ένα υποδειγματικό μοντέλο μιας σε μεγάλο βαθμό μη βίαιης και ευρείας λαϊκής εξέγερσης, ικανής να προσελκύσει την υποστήριξη των μαζών, της κοινωνίας των πολιτών και των διεθνών νομικών σωμάτων, απευθυνόμενη έτσι στα φιλελεύθερα αισθήματα των κυρίαρχων δυτικών κοινωνιών

 

Φυσικά, μια τέτοια ματιά κρύβει την ψυχολογική και ιδεολογική επίθεση που δέχτηκαν οι Παλαιστίνιοι μετά τη Δεύτερη Ιντιφάντα. Τότε, έγινε προσπάθεια να εντυπωθεί στο μυαλό τους ότι η αντίσταση είναι μάταιη, ότι ο ένοπλος αγώνας φέρνει μόνο καταστροφή και ότι οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν και δεν πρέπει να τα βάλουν στρατιωτικά με το Ισραήλ, επειδή η διαφορά δύναμης είναι τεράστια. Ωστόσο, η εναλλακτική πρόταση για «λαϊκή αντίσταση» ή «ειρηνική λαϊκή αντίσταση» χρησιμοποιήθηκε από την Παλαιστινιακή Αρχή απλώς ως ένα εργαλείο επιβολής. Στόχος της ήταν να κρατηθεί ζωντανή αυτό που ο Αμπού Μαζέν και η Παλαιστινιακή Αρχή ονόμαζαν «ιερή συνεργασία για την ασφάλεια». Στην πραγματικότητα, ελάχιστες προσπάθειες έγιναν για να οργανωθεί μια τέτοια λαϊκή αντίσταση. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές, η ίδια η Παλαιστινιακή Αρχή και οι δυνάμεις ασφαλείας της τις πολέμησαν, καταστέλλοντάς τις με σκληρή βία τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.

 

 

Η άποψη ότι η δυτική αριστερά έγινε ξαφνικά υποστηρικτής της Χαμάς είναι εντελώς ψεύτικη. Η Τζόντι Ντιν δεν πανηγύρισε για τη Χαμάς. Ίσως όμως ένιωσε έναν ενθουσιασμό με αυτή την πράξη αντίστασης — την προσπάθεια να σπάσει ο αποκλεισμός που επιβάλλει το αποικιακό καθεστώς στη Γάζα. Η ίδια συμπορεύτηκε με ένα κομμάτι της παλαιστινιακής αριστεράς που αντιστέκεται.Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι ένιωθαν το ίδιο με την Ντιν εκείνη τη μέρα. Πολλοί από αυτούς, βέβαια, αργότερα απογοητεύτηκαν ή άλλαξαν γνώμη. Αυτό έγινε είτε για ηθικούς λόγους είτε εξαιτίας των άγριων βομβαρδισμών και του καταστροφικού πολέμου του Ισραήλ, που έκανε κάποιους να πιστέψουν ότι «δεν άξιζε τον κόπο».

Ναι, υπάρχουν πολλές φωνές που απεχθάνονται τη Χαμάς στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη και σε ολόκληρο το παλαιστινιακό πολιτικό φάσμα — για μια πληθώρα λόγων. Ανάμεσά τους είναι πολλοί στην παλαιστινιακή «αριστερά» που χρησιμοποιούν τις ιδεολογικές τους διαφορές και τον ισλαμιστικό-κοσμικό διαχωρισμό ως προκάλυμμα για την απόρριψη της «αντίστασης» συνολικά. Όπως είπε ο Μπάσελ Αλ-Αράτζ, αν η αριστερά στην Παλαιστίνη θέλει να ανταγωνιστεί τους ισλαμιστές, θα πρέπει να τους ανταγωνιστεί στην αντίσταση. Muzawada (πλειοδοσία/υπερθεματισμός) μέσω της δράσης.

Η Χαμάς, σε τελική ανάλυση, αποτελεί τη σύγχρονη έκφραση μιας μακράς ιστορίας αντίστασης, η οποία εμπεριέχει τους αγρότες της Παλαιστίνης πριν από τη Νάκμπα, τους Παλαιστίνιους επαναστάτες στην εξορία κατά τα πρώτα χρόνια της PLO (Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) και τους ισλαμιστές που ανέλαβαν την πρωτοβουλία σε ευρεία κλίμακα από τη δεκαετία του '80 και μετά.

Πολλοί από την κοσμική αριστερά έχουν χλομιάσει, απορρίπτοντας την αντίσταση της Χαμάς όχι από πεποίθηση για την αναπόφευκτη αποτυχία της, αλλά μάλλον λόγω ενός βαθιά ριζωμένου άγχους για την πιθανή επιτυχία της.

Αυτό δεν είναι απλώς μια ηθική αντίθεση στη χρήση βίας. Είναι ο φόβος ότι οι ισλαμιστές μπορεί τελικά να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικοί από τη δική τους πολιτική στάση, η οποία τώρα είναι κυρίως απογοητευτική και αδρανής. Στο μεταξύ, κάποιες ομάδες της παλαιστινιακής ελίτ βλέπουν το Ισραήλ σαν πρότυπο εκσυγχρονισμού. Τις παρακινεί ένας μεγάλος φόβος για τη δική τους κοινωνία, την οποία θεωρούν «οπισθοδρομική» —κάτι που δείχνει καθαρά τις ιδεολογικές τους τάσεις, καθώς είναι μαγεμένοι από το «διαφορετικό» και τρομαγμένοι μπροστά στη δύναμη των παλαιστινιακών μαζών να απελευθερωθούν. Το να έχει κανείς πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές με τη Χαμάς ή διαφωνίες στην τακτική, ακόμα και ηθικές ενστάσεις για τους στόχους ή τον τρόπο που πολεμά, είναι το ένα. Αλλά το να υπονομεύει κανείς ακόμα και την παραμικρή κατανόηση του γιατί οι Παλαιστίνιοι, όποια κι αν είναι η ιδεολογία ή η ιστορία τους, θεωρούν αναγκαία την αντίσταση —είτε ένοπλη είτε ειρηνική— είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Μάλιστα, αυτό είναι προκλητικό, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου απολύονται καθηγητές απλώς και μόνο επειδή δείχνουν κάποιο συναίσθημα ή συμβολική στήριξη προς την παλαιστινιακή αντίσταση.

. Ο κόσμος μπορεί πραγματικά να καταλάβει ότι η αντίσταση είναι αναγκαία και ότι οι άνθρωποι προσπαθούν να πολεμήσουν για να πάρουν πίσω αυτά που έχασαν. Αυτό ξεπερνά τον ρόλο του θύματος, στον οποίο πολλοί φιλελεύθεροι στην Παλαιστίνη και κάποιοι από την αριστερά θέλουν να κλείσουν τον αγώνα μας — μια εικόνα για τον Παλαιστίνιο που το μόνο που καταφέρνει είναι να προκαλεί λύπη.

  

Η αντίσταση υπάρχει πριν την πολιτική.

  Ακόμα και χωρίς επίσημα ένοπλα κινήματα ή αυστηρές ιδεολογίες, στη Δυτική Όχθη εμφανίστηκαν μικρές, αυθόρμητες ομάδες — κλειστές ομάδες, παρέες φίλων και μικρές ένοπλες ομάδες που ξεπερνούσαν τις ιδεολογικές διαφορές.Αυτό σημαίνει ότι κάθε ανάλυση πρέπει να ξεκινάει από την ίδια την πραγματικότητα. Το να επιβάλλουμε ιδανικά και άκαμπτα σχήματα σε πολιτικές ομάδες είναι απλώς μια εύκολη και επιφανειακή προσέγγιση. Δείχνει επίσης βαθιά άγνοια για το γεγονός ότι αυτή η γενιά θα συνεχίσει να αντιστέκεται.

Η αντίσταση υπάρχει πριν την πολιτική. Υπάρχει φυσικά μέσα σε αυτή τη γενιά των Παλαιστινίων, που συνεχίζουν να διώχνονται από τη γη τους και να χάνουν φίλους και αγαπημένα πρόσωπα.Οι ομάδες που καταφέρνουν να οργανώσουν αυτή την κρυμμένη αντίσταση είναι αυτές που τελικά γίνονται μια υπολογίσιμη δύναμη στην παλαιστινιακή κοινωνία. Η αντίσταση είναι ανάγκη. Ακόμα και όταν παίρνει τη μορφή ένοπλου αγώνα, γεννιέται μέσα από την ίδια τη σκληρή πραγματικότητα και όχι απλώς από ιδεολογικές επιλογές.

Ο μόνιμος φόβος είναι ότι, πίσω από τις μεγάλες ιδεολογικές διαφορές (που έχω κι εγώ), η κριτική μας στην αντίσταση καταλήγει να σβήνει την ίδια την πιθανότητα να υπάρξει αυτή η αντίσταση. Η Χαμάς είναι απλώς ένα από τα πολλά πολιτικά σχέδια και τις ιστορικές προσπάθειες να σπάσει το «Σιδερένιο Τείχος» που επέβαλε το Ισραήλ. Μπορεί να αποτύχει, μπορεί και να πετύχει, αλλά δεν έκανε τίποτα που να μην το έχουν δοκιμάσει ήδη άλλες, πιο προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις στην Παλαιστίνη. Το κυριότερο είναι ότι η Χαμάς στη Γάζα δεν είναι κάτι ξένο ή εισαγόμενο· είναι κομμάτι της ίδιας της κοινωνίας και, αν μη τι άλλο, της αξίζει κάτι παραπάνω από το να την απορρίπτουμε απλώς με την ταμπέλα του «οπισθοδρομικού» ή του «προοδευτικού».

 

 

Η Χαμάς ήρθε για να μείνει στην παλαιστινιακή πολιτική. Είναι μια δυναμική οργάνωση που έμαθε καλά από τα λάθη της PLO (ΟΑΠ), τόσο στον πόλεμο όσο και στις διαπραγματεύσεις. Έχει μελετήσει σε βάθος το Ισραήλ και την ψυχολογία του, επενδύοντας εκεί όλες τις δυνάμεις της. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η Χαμάς οδηγεί πλέον τον παλαιστινιακό αγώνα.Η αριστερά πρέπει να δει αυτή την πραγματικότητα κατάματα. Δεν γίνεται να δείχνει κανείς αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη αγνοώντας ή αποκλείοντας τη Χαμάς. Μια τέτοια στάση δείχνει άγνοια για το πόσο περίπλοκος είναι ο αγώνας των Παλαιστινίων. Έτσι, η αριστερά μπερδεύει τη συμβιβαστική συνεργασία με την πραγματική αντίσταση, πράγμα που είναι επικίνδυνο.

 Supporters of the Hamas movement attend the 35th of anniversary Festival of the organization's founding, Gaza City, December 14, 2022. (Photo: Omar Ashtawy/APA Images)

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: