Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Sapir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Sapir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ντόναλντ Τραμπ και προστατευτισμός



Στο blog του Russeurope ο καθηγ. Jacques Sapir αναλύει το θέμα του προστατευτισμού το οποίο επανέρχεται πιο έντονα στην επικαιρότητα μετά την αναγγελία από τον νεοεκλεγμένο Πρόεδρου Τραμπ  των πολιτικών υπεράσπισης της εθνικής παραγωγής των ΗΠΑ  με την εισαγωγή δασμών για τις επιχειρήσεις που μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό. Τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία ο προστατευτισμός παρουσιάζεται ως απειλή για την οικονομία, αφού υποτίθεται ότι θα μειώσει την ανάπτυξη, σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό που επεκτείνει το παγκόσμιο εμπόριο. Αλλά είναι έτσι; Εδώ  ο Sapir επισημαίνει ότι στην πραγματικότητα ο φιλελευθερισμός αυξάνει τα κέρδη, πάνω από το συνολικό εισόδημα, και ότι το  φιλελεύθερο δόγμα ότι τα κέρδη είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης δεν έχει καμία πραγματική βάση.



του Jacques Sapir

Με τις πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ  ανοίγει το θέμα του προστατευτισμού. Όπως είναι γνωστό, ο νεοεκλεγμένος  Αμερικανός πρόεδρος προέτρεψε τις μεγάλες εταιρείες να μετεγκαταστήσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα στις ΗΠΑ. Και τα πρώτα αποτελέσματα, πριν την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ , είναι πραγματικά ενθαρρυντικά. Εταιρείες, όπως η Ford, Chrysler, αλλά και οι General Motors, η Samsung ή η LVMH, ανακοίνωσαν την απόφασή τους να επιστρέψουν στις ΗΠΑ. Αυτό μας υποχρεώνει να θέσουμε δύο ερωτήματα: αν αυτός είναι ένα καλός τρόπος  μεσομακροπρόθεσμα , και πώς μπορεί να υποχρεωθούν οι  εταιρείες να μεταφέρουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.

Οι μέθοδοι προστατευτισμού έχουν μια μάλλον κακή φήμη. Ως προς αυτό, θα πρέπει να δούμε τον τρόπο αντίδρασης του Lionel Fontagne, πρώην διευθυντή του γαλλικού κέντρου παγκόσμιας οικονομίας, CEPII σε ερώτηση που του τέθηκε στο δελτίο ειδήσεων των 20.00 του France-2.   Μήπως, η αντίδραση του ήταν τελικά δικαιολογημένη;
Το επιχείρημα που ο Fontagne θεωρεί ως αποφασιστικής σημασίας, είναι το εξής: τα προϊόντα των  εταιρειών που θα επιστρέψουν στις χώρες τους θα είναι πιο ακριβά από τα εισαγόμενα.  Έτσι, οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν με αυτές τις μετεγκαταστάσεις θα αντισταθμιστούν από τις απώλειες των θέσεων εργασίας από τις απώλειες του εισοδήματος των νοικοκυριών αφού τα προϊόντα των εταιρειών που θα επιστρέφουν θα είναι πιο ακριβά.

 Ωστόσο, παρά το μένος του ενάντια στον προστατευτισμό ο κ Fontagne, ξεχνάει ένα βασικό σημείο : ότι το εισόδημα των νοικοκυριών θα αυξηθεί με την πρόσληψη επιπλέον εργαζομένων, οι οποίοι θα παίρνουν ένα μισθό αντί να παίρνουν επίδομα ανεργίας. Και ξέρετε ότι στη βιομηχανία το μέσο επίπεδο των μισθών είναι κατά πολύ υψηλότερο από το επίπεδο αυτού του επιδόματος.

Αν ο κ Fontagne ήθελε να παρουσιάσει με ειλικρίνεια το θέμα του προστατευτισμού, τότε έπρεπε να συγκρίνει την απώλεια της αγοραστικής δύναμης με το κέρδος που δημιουργείται από την επιστροφή στην εργασία. Εξ ‘ άλλου αυτό, δεν είναι και τόσο δύσκολο. Στη Γαλλία στη δεκαετία του '80 η παραγωγή αυτοκινήτων ήταν περίπου 4 εκατομμύρια αυτοκίνητα ετησίως. 

Σήμερα, έχει πέσει στα 2 εκατομμύρια. Ας υποθέσουμε ότι με διάφορες προστατευτικές μεθόδους έχουμε καταφέρει να παράγουμε 500.000 αυτοκίνητα ετησίως, ότι αυτά τα αυτοκίνητα είναι της «μικρομεσαίας» κατηγορίας των 10.  000 ευρώ, και ότι το επιπλέον κόστος είναι 10%, γεγονός που εξηγεί γιατί τα αυτοκίνητα αυτής της κατηγορίας κατασκευάζονται σε μεγάλο βαθμό στο εξωτερικό. Η απώλεια εισοδήματος είναι 500 000 x (10.000 x 0,10) = 500 εκατομμύρια ευρώ. Αυτά τα αυτοκίνητα,όμως, πρέπει να παραχθούν.

Θα πρέπει να κατασκευαστεί μια νέα γραμμή παραγωγής με 7.000 περίπου εργαζόμενους, θα πρέπει να αυξηθεί η παραγωγή των υπεργολάβων, να αυξηθεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, με λίγα λόγια μπορούμε να πούμε ότι γύρω στο 40% της τιμής πώλησης θα επανεισαχθεί στη γαλλική οικονομία (με την παραδοχή ότι με το 60% περίπου πληρώνονται τα εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες).
Έτσι έχουμε 500 000 x 11000 (τιμή στη Γαλλία) x 0,4 =  2.200.000.000 ευρώ. Έτσι έχουμε μια αφαίρεση της τάξης των 500 εκατομμυρίων ευρώ, λόγω αύξησης της τιμής συν 2.200 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει  καθαρή αύξηση 1.700 εκατομμύριων ευρώ να εισρέουν στη γαλλική οικονομία.
 
Πρακτικά, μπορούμε να πούμε ότι αν παρθούν μέτρα προστατευτισμού όλοι η παραγωγή αυτοκινήτων στη Γαλλία θα επηρεαστεί από την αύξηση των τιμών. Αλλά αυτή η γενική αύξηση θα είναι μικρότερη από 10%, επειδή ένα μέρος από τα εξαρτήματα των αυτοκίνητων που παράγονται στη Γαλλία  κατασκευάζονται στη γαλλική επικράτεια. Από την άλλη , αν παρθούν αυτά τα μέτρα, τότε η ποσότητα των εξαρτημάτων των αυτοκινήτων που παράγονται στη Γαλλία θα αυξηθεί. Επομένως, είναι βέβαιο ότι το πρόσθετο κόστος θα είναι σημαντικά υψηλότερο από τα 500 εκατομμύρια που είχαν αρχικά υπολογιστεί, αλλά και το κέρδος από την εισροή χρήματος στη γαλλική οικονομία που συνδέεται με την αύξηση του κομματιού της εθνικής παραγωγής θα αυξηθεί...

Έτσι βλέπουμε μέχρι ποιού σημείου ήταν μεροληπτική η παρουσίαση του θέματος από τον Lionel Fontagne. Αλλά αυτό θέτει ένα άλλο ερώτημα: Αν ο προστατευτισμός είναι όρος για την ανάπτυξη. Το ζήτημα μπορεί να φαίνεται παράλογο, αλλά, μήπως, και η ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια δεν μπορεί να αποδοθεί , και δικαίως, στην απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου; Ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα θεμελιώδες σφάλμα της οικονομικής θεωρίας. Οι οπαδοί του ελεύθερου εμπορίου, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, γίνονται ακολουθητές της παλιάς θεωρίας του μερκαντιλισμού που βλέπει το εμπόριο ως το λόγο ύπαρξης της παραγωγής. Αλλά στην πραγματικότητα, αν υπάρχει εμπόριο, είναι επειδή υπάρχει παραγωγή. Η παραγωγή έρχεται πρώτη, ακολουθεί το εμπόριο.

Ιστορικά, οι μεγάλες περίοδοι ανάπτυξης των οικονομιών συνέπεσαν με περιόδους προστατευτισμού, όπως στην Ευρώπη από το 1945 έως τη δεκαετία του '80. Πρακτικά, με το πλήρες άνοιγμα των οικονομιών παρατηρείται μια μείωση της ανάπτυξης-μείωση της ανάπτυξης, ασφαλώς, αλλά και αύξηση των κερδών, παράλληλα. Στην πραγματικότητα, με το ελεύθερο εμπόριο  δίνεται η δυνατότητα να διατηρούνται πολύ υψηλά τα περιθώρια κέρδους ενώ μειώνεται η ανάπτυξη. Βέβαια, για κάποιους συγγραφείς τα κέρδη πρέπει να γίνονται επενδύσεις. 
Μεγαλύτερα κέρδη σήμερα, είναι η εγγύηση για περισσότερες επενδύσεις αύριο και περισσότερες θέσεις εργασίας, μεθαύριο. Αλλά αυτές οι «εγγύησεις» είναι μια μεγάλη αυταπάτη: τα σημερινά κέρδη μπορεί να κατευθυνθούν σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες, σε δαπάνες για είδη πολυτελείας, που δεν έχουν καμία επίδραση στις επενδύσεις  ή στην απασχόληση. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί τις πολιτικές προστατευτισμού, οι οποίες περνάνε με τελωνειακούς δασμούς, μέτρα ρυθμιστικά, κανόνες κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς, ή μεγάλη υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος.

Στην πραγματικότητα, το άνοιγμα των οικονομιών στον διεθνή ανταγωνισμό παράγει θετικά αποτελέσματα μόνο αν ο ανταγωνισμός είναι «δίκαιος», δηλαδή αν έχει να κάνει με επιχειρηματικά σχέδια και όχι με μηχανισμούς μισθολογικού ντάμπινγκ, κοινωνικού και δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτό είναι το μάθημα που μας δίνει η σημερινή πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.  Γι 'αυτό και είναι λογικό να δοθεί προσοχή. Από την άλλη ,σε τι αναφέρονται οι πολιτικοί που σήμερα μιλούν για το «Made in France», αν όχι για προστατευτισμό; Και είναι πολύ περίεργο ότι σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια συζήτηση τόσο θετική για το «Made in France» αλλά εξακολουθεί να καταγγέλλεται ο προστατευτισμός. Υπάρχει μια βαθιά ασυνέπεια στη συζήτηση που διεξάγεται.

Επομένως, θα πρέπει να ευγνωμονούμε το νέο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών γιατί σήμερα με τη δράση του αναδεικνύει αυτή την ασυνέπεια.


Π :  προσοχή στις συγκρούσεις των '' μεγάλων''

Jacques Sapir : Η Ελλάδα και ο κυνισμός του Γαλλικού Κομουνιστικού Κόμματος (PCF)



Ο καθ. Jacques Sapir στο blog του Russeurope σχολιάζει ένα κείμενο εργασίας της ηγεσίας του PCF προς χρήση των μελών του για την κατάσταση στην Ελλάδα με τον σαφή  στόχο να κατευθύνει τη σκέψη διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα. Εν τω μεταξύ, αγνοεί εντελώς την αντιπολίτευση της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία δεν αναφέρει, και επικαλούμενη το γνωστό «δεν υπάρχει άλλη λύση» ,την ΤΙΝΑ (there is no alternative)  της Μάργκαρετ Θάτσερ παρουσιάζει τη θέση του Αλέξη Τσίπρα ως τη μόνη δυνατή . Αλλά στο τμήμα του κειμένου με τον τίτλο «Αναφορικά με την έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ», όπου αναπτύσσεται μια οικονομική ανάλυση για τις συνέπειες ενός « Grexit », επιβεβαιώνεται εντυπωσιακά η ιδέα μιας παρουσίασης υπερβολικά κατευθυνόμενης, σε σημείο που να θεωρείται ανέντιμη, για την κατάσταση στην Ελλάδα. Μεταφέρουμε  ένα μόνο μέρος από το σχόλιο του Jacques Sapir  .


[...] Θα σταθώ ειδικά στο «Αναφορικά με την έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ»  (σελ.4 και 5 του κειμένου)

Οι άμεσες συνέπειες ενός Grexit

Ενα "Grexit" θα σημαίνει υποτίμηση του νέου νομίσματος τουλάχιστον κατά 40% και επομένως απώλεια της αγοραστικής δύναμης κατά 40% και αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους κατά 40%. Αυτό δεν μπορεί να έχει κανένα όφελος στην ανταγωνιστικότητα μιας χώρας όπου οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά 25% και όπου το σύστημα παραγωγής δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην πρόσθετη ζήτηση.

Πραγματικά δεν γνωρίζω  με ποιο τρόπο οι συγγραφείς αυτού του κειμένου θα μπορούσαν να καθορίσουν μια πιθανή υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής σε περίπτωση ενός «Grexit». Με δεδομένη την εσωτερική υποτίμηση που ήδη έχει γίνει από το 2010, και την εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην Ελλάδα, μια υποτίμηση μεταξύ 15% και 25% είναι το πιο πιθανό. Δεν υπάρχει επομένως τίποτα που να μπορεί να στηρίξει αυτή τη θέση, πέρα από την επιθυμία τους να παρουσιάσουν μια εικόνα "καταστροφική" από ένα πιθανό Grexit. Στην πραγματικότητα, η σημερινή κατάσταση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην Ελλάδα δείχνει ότι  η υποτίμηση αυτή θα είναι πολύ μικρότερη από το 40%.

Έπειτα, στο κείμενο υπάρχει ένα χονδροειδές  λάθος, τόσο χονδροειδές όμως, που μας κάνει να σκεφτούμε ότι αυτό γίνεται σκόπιμα για να προκαλέσει μια αντίδραση απορριπτική. Στο σημείο που αναφέρεται ότι μια υποτίμηση του νομίσματος κατά 40% θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης κατά 40%.Είναι σαν να λέμε ότι το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνει όλος ο πληθυσμός της χώρας αποτελείται αποκλειστικά από εισαγόμενα εμπορεύματα. Είναι  προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. 
 Εκτός από το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού, όπου το μερίδιο της κατανάλωσης των εισαγόμενων εμπορευμάτων φτάνει μέχρι 70%, για το υπόλοιπο του πληθυσμού είναι γνωστό ότι το μερίδιο αυτό είναι μικρότερο από 50%, και για το φτωχό κομμάτι του πληθυσμού (ας πούμε για το 50% των λιγότερο πλούσιων), γνωρίζουμε ότι το ποσοστό των εισαγόμενων υπηρεσιών και εμπορευμάτων  είναι περίπου 20 ή ακόμη και 15%. 

Αυτό σημαίνει ότι μια υποτίμηση 40% - η οποία παρόλα αυτά θα πρέπει να θεωρείται ως μια υπόθεση  υπερβολική  - θα επιφέρει μια απώλεια της αγοραστικής δύναμης κατά 28% για τους πλουσιότερους, αλλά -8% -6% για το πιο φτωχό κομμάτι του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης θα επιβαρύνει κυρίως τους πιο πλούσιους. Πρακτικά, η υποτίμηση του νομίσματος προκαλεί μια αλλαγή στον πληθυσμό, και πλήττει περισσότερο κοινωνικές κατηγορίες που είναι σε μεγάλο βαθμό εισαγωγείς προϊόντων. Λειτουργεί επίσης και ως μηχανισμός της κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό του πληθυσμού.

Δεύτερο χονδροειδές λάθος, είναι το εξής απόσπασμα: «Αυτό δεν μπορεί να αποφέρει κανένα όφελος στη ανταγωνιστικότητα σε μια χώρα όπου οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά 25% και όπου το σύστημα παραγωγής δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην πρόσθετη ζήτηση». Καταρχάς το πρόβλημα είναι κυρίως η ελαστικότητα εισαγωγών / εξαγωγών. Αλλά το θέμα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σημαίνει ότι γνωρίζουμε τους τομείς των εξαγωγών. Αυτό όμως δείχνει ότι ως προς αυτό οι συντάκτες του κειμένου δεν έχουν ιδέα, ή δεν προσπάθησαν καν να διαμορφώσουν κάποια ιδέα, σχετικά με την κατάσταση στην Ελλάδα. Και η αλήθεια είναι ότι, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας περιλαμβάνει τέσσερα βασικά στοιχεία:

  •     Τα έσοδα από τον τομέα του τουρισμού (θεωρούνται ως «εξαγωγές», δεδομένου ότι οι τουρίστες δεν έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα). Τώρα, είναι βέβαιο, και επιβεβαιώνεται από πολλές μελέτες, ότι η τουριστική βιομηχανία θα μπορούσε να ωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από μια μεγάλη υποτίμηση της δραχμής, ειδικά προσελκύοντας τουρίστες εκτός περιόδου αιχμής (παράδειγμα Βρετανούς τουρίστες και τουρίστες από τη Βόρεια Ευρώπη), οι οποίοι σήμερα πηγαίνουν στην Κροατία ή στην Τουρκία.


  •     Τα έσοδα από τον τομέα της ναυπηγικής βιομηχανίας. Γνωρίζουμε ότι αυτός είναι ένας από τους «εξαγωγικούς» τομείς της ελληνικής οικονομίας. Επί του παρόντος, ο κλάδος βρίσκεται σε κρίση λόγω του ανταγωνισμού από την Κροατία και την Τουρκία (που εδώ και 3 χρόνια έχουν υποτιμήσει σημαντικά το νόμισμα τους). Με μια υποτίμηση της δραχμής κατά 25%, είναι πιθανή μια επιστροφή του κύκλου εργασιών στα επίπεδα του 2010, χάρη στην αναγνωρισμένη ποιότητα του τομέα.


  •     Τα έσοδα της ελληνικής βιομηχανίας. Η ελληνική βιομηχανία είναι υπανάπτυκτη, αλλά έχει ορισμένους τομείς ποιοτικούς, τομείς που απέχουν πολύ από το να αξιοποιούν πλήρως την  παραγωγική  ικανότητάς τους. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας των εγκαταστάσεων φαίνεται να είναι περίπου 60-65%. Αν υποτιμηθεί η  δραχμή μπορεί να αυξηθεί μέχρι το '80%.



  •     Τα έσοδα της ελληνικής γεωργίας. Η ελληνική γεωργία είναι σε μεγάλο βαθμό εξαγωγική, τόσο στα Βαλκάνια, όσο στις αραβικές χώρες και στις χώρες της ζώνης του ευρώ. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις, τα περιθώρια εξαγωγών είναι περιορισμένα λόγω της τιμής του ευρώ.


Προφανώς, μια υποτίμηση της δραχμής θα δώσει σημαντική ώθηση στην ελληνική οικονομία. Επιπλέον, θα ήταν δυνατό να αυξηθούν οι επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ. Η ώθηση στη συνέχεια θα μετατρεπόταν σε έναν ενάρετο κύκλο στον οποίο η αύξηση των επενδύσεων θα οδηγούσε σε αύξηση της παραγωγικότητας στους τομείς των εξαγωγών, όπου θα μπορούσαν να αυξήσουν το μερίδιο τους στην αγορά. Η ελληνική οικονομία θα αρχίσει και πάλι να αναπτύσσεται και η ανεργία, η οποία πλήττει πλέον πάνω από το 26% του πληθυσμού, θα μειωνόταν γρήγορα.

Βλέπουμε ότι οι συντάκτες της CEN (Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του PCF) δεν παρουσιάζουν μια αντικειμενική και ειλικρινή εικόνα, των επιπτώσεων του Grexit στους αναγνώστες τους.

Οικονομικές επιπτώσεις

«Αυτό θα είχε ως άμεση συνέπεια την αύξηση των τιμών των εισαγόμενων αγαθών και τη μείωση της αγοραστικής ικανότητας, την αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του ιδιωτικού χρέους, μεγαλύτερη δυσκολία χρηματοδότησης των επενδύσεων και, τελικά, μεγαλύτερη υποταγή  στο χρηματοπιστωτικό σύστημα».

Όσον αφορά το χρέος της Ελλάδα, είναι σαφές ότι ένα Grexit θα προκαλούσε μια στάση πληρωμών. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα έβγαζε κάτι. Γνωρίζουμε ότι μετά από μια στάση πληρωμών, οι πιστωτές και τα κράτη οφειλέτες, συμφωνούν σε μια γενναία διαγραφή του χρέους, που μπορεί να φτάνει μέχρι το '80%, όπως έγινε με τη Ρωσία μετά την στάση πληρωμών του 1998. Αν υποθέσουμε ότι το κούρεμα είναι μόνο 66%, κάτι που αντικατοπτρίζει μια υποτίμηση του νομίσματος κατά 25%, αυτό μας δίνει:

Τρέχον χρέος :  315 δισεκατομμύρια ευρώ

Το χρέος υπολογίζεται εκ νέου σε δραχμές μετά την υποτίμηση της δραχμής κατά-25% : 420 δισεκατομμύρια δραχμές

Καθαρό χρέος μετά το κούρεμα κατά 66%, 138,6 δισεκατομμύρια δραχμές.

Αν η μετά την στάση πληρωμών συμφωνία περιλάβει μια απώλεια της ονομαστικής αξίας  κατά 80% (όπως στην περίπτωση της Ρωσίας), τότε έχουμε : 84 δις δραχμές.

Ακόμα κα στην λιγότερο συμφέρουσα περίπτωση, το ελληνικό χρέος θα μειωθεί στο 70% του ΑΕΠ (200 δισ ευρώ = 200 δις δραχμές).

Όσον αφορά την αύξηση των τιμών, που προκύπτουν από τις υψηλότερες τιμές των εισαγωγών, μια μελέτη  του καλού συνάδελφου Αlberto Bagnai δείχνει ότι θα είναι ίση με το 0,3 της υποτίμησης, φτάνοντας στο 7,5% σε 3 περίπου χρόνια. Καθόλου καταστροφικό, και σίγουρα ουδεμία σύγκριση με τις συνέπειες του τρίτου μνημονίου.

Όσον αφορά το ζήτημα των επενδύσεων, αναφέρομαι στην παρατήρηση μου στη συνέντευξη του Pierre Laurent, όπου έδειχνα πως, στην πραγματικότητα, μια υποτίμηση της δραχμής θα ευνοούσε πολύ τις επενδύσεις. [4] Για μια ακόμη φορά, βλέπουμε ότι οι συντάκτες του κειμένου εργασίας της CEN αυθαιρετούν, και αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο με το ιδεολογικό κίνητρο να δυσφημίσουν οποιαδήποτε πολιτική εξόδου από το ευρώ.

Οι επιπτώσεις  για την Ευρώπη

    «Επιπλέον, ένα " Grexit " θα προκαλέσει μαζικές κερδοσκοπικές επιθέσεις για να βγουν και άλλες χώρες από τη ζώνη του ευρώ, αρχίζοντας από την Ιταλία (2,07 τρισεκατομμύρια ευρώ χρέος), την Ισπανία (966 δισεκατομμύρια), την Πορτογαλία (219 δισεκατομμύρια ) και, ίσως, τη Γαλλία. Θα οδηγήσει σε μια ατέλειωτη πορεία της κάθε χώρας σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, κατά των μισθών και αποπληθωριστικές, η οποία θα ενισχύσει περαιτέρω την οικονομική πόλεμο για να κερδίσει μερίδιο αγοράς σε βάρος των ευρωπαίων εταίρων μας
».

Οι κίνδυνοι από κερδοσκοπικές επιθέσεις είναι υπαρκτοί, και είναι πιθανό ότι ένα Grexit θα προκαλέσει ρήξη στη ζώνη του ευρώ. Αλλά αυτή η ρίξη θα είναι σε μεγάλο βαθμό θετική για τρεις χώρες, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Πορτογαλία. Αν αυτός ο κατακερματισμός μπορέσει να γίνει πιο πριν  (και γιατί όχι;), οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να συμφωνήσουν για μια μαζική έξοδό τους, και να θέσουν όρια στην υποτίμηση των νομισμάτων τους. Πρακτικά, η κατάρρευση του ευρώ θα τιμωρήσει μια μόνο χώρα: τη Γερμανία, η οποία θα δει το εμπορικό της πλεόνασμα να συρρικνώνεται πολύ γρήγορα. Όλα αυτά έχουν υπολογιστεί πολλές φορές και οι υπολογισμοί έχουν δείξει ότι οι συνέπειες μιας ρήξης του ευρώ δεν θα ήταν, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, «αποκαλυπτικές», όπως έγραψαν οι συντάκτες του κειμένου. Εδώ μπορούμε να δούμε πολύ καλά σε δράση την ιδεολογία του ευρωπαϊσμού, η οποία υποστηρίζει ότι, έξω από το ευρώ, δεν υπάρχει σωτηρία.


Μια συζήτηση ουσιαστικά ιδεολογική
Η πραγματική φύση του κειμένου της CEN φαίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Αλλά το Grexit είναι ο καλύτερος τρόπος νομιμοποίησης της εθνικιστικής ρητορικής της άκρας δεξιάς (Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, FN στη Γαλλία ...)». Δηλαδή, αν η κυρία Le Pen, δηλώσει ότι το μεσημέρι στην Αθήνα έχει ήλιο, θα πρέπει όλοι εμείς να τρέξουμε να πάρουμε παλτά και ομπρέλες φωνάζοντας ότι στην Αθήνα βρέχει και κάνει κρύο. Σ’ αυτό το χαμηλό επίπεδο έχει πέσει η συλλογιστική της Εθνικής Εκτελεστικής Επιτροπής του PCF, στο κείμενο εργασίας της. Αυτό λέει πολλά για τον τρόμο που φαίνεται να κυριαρχεί στους  συντάκτες του κειμένου, αλλά και πόσο μακριά είναι διατεθειμένα να φτάσουν τα μέλη της CEN ώστε να κατευθύνουν τα στελέχη και τους ακτιβιστές του κόμματός τους προς το αδιέξοδο. Επειδή, αξίζει να το επαναλάβουμε, το Grexit δεν αφορά σε καμία περίπτωση μόνο ένα κόμμα, αλλά είναι μια πολιτική και οικονομική λύση, που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια πολιτική και οικονομική λύση, και όχι ιδεολογικά.

Η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του PCF δημοσίευσε ένα κείμενο έντονης ιδεολογικής φόρτισης. Και αυτό δείχνει τη μεγάλη σύγχυση της ηγεσίας του PCF (ή ενός μέρους της) μπροστά στην πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που δεν διστάζει να την διαστρεβλώσει ή να αποκρύψει. Επειδή στο εσωτερικό του κόμματος υπάρχουν αρκετά αξιόλογα άτομα και με εμπειρία που είναι σε θέση να δουν ότι αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, και αυτά τα ψέματα δεν οφείλονται σε άγνοια, αλλά μάλλον στην πολιτική γραμμή του κόμματος.


Ζακ Σαπίρ: Η υποτιθέμενη βελτίωση της κατάστασης στην ευρωζώνη



Ο Ζακ Σαπίρ κάνει μια ακτινογραφία της δήθεν βελτίωσης των οικονομιών του νότου της ευρωζώνης, και το συμπέρασμα που βγάζει είναι σαφές: η κατάσταση χειροτέρευσε αισθητά. 

Μια σειρά από δηλώσεις φαίνεται ότι ενισχύουν την εικόνα για  αργή, αλλά πραγματική, έξοδο από την κρίση των  χωρών του νότου της ευρωζώνης. Οι δηλώσεις αυτές, βασίζονται κυρίως στην αισθητή μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών αυτών, δεδομένου ότι κατάφεραν  να καταγράψουν εμπορικό πλεόνασμα. Αλλά η άποψη αυτή έχει προφανώς βραχυπρόθεσμη αξία, και συνοδεύεται από ένα μεγάλο βαθμό μυωπίας ως προς τις πραγματικές συνέπειες της κρίσης. 

Ένα βήμα πιο κοντά στο γκρεμό

του

Η Ευρωζώνη, υπό τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικών λιτότητας, βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κρίση.Ωστόσο, η συζήτηση για την οικονομική πολιτική δεν ήταν ποτέ τόσο έντονη όσο σήμερα. Το γεγονός είναι ότι συγκρούεται με τη φαντασία των πολιτικών ηγετών, τόσο της Γερμανίας όσο και της Γαλλίας ή των άλλων χωρών, η οποία παραμένει βαθιά προσκολλημένη στη πολιτική της λιτότητας.
Η λιτότητα μέχρι σήμερα θεωρείται αυταπόδεικτη. Όμως, μια πρόσφατη επιστημονική εργασία μας επιτρέπει να δείξουμε ότι πίσω από ένα επιστημονικό προσωπείο, κρύβεται πολλή ιδεολογία.
Η ανεργία ανέβηκε πρόσφατα στο 12% του ενεργού πληθυσμού, αλλά με ανώτατες τιμές πάνω από 25% στην Ισπανία και την Ελλάδα. Η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζει να πέφτει στην Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία, και τώρα η κατανάλωση αρχίζει να καταρρέει και στη Γαλλία,  προαναγγέλλοντας, όπως προβλέπαμε σε αυτό το blog, την παραπέρα επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα 

 
                 Ζήτηση των νοικοκυριών


Source: INSEE, Consommation des ménages et dépenses pour acquisition de biens immobiliers


 
Δεύτερη σε μέγεθος οικονομία της Ευρωζώνης, η Γαλλία, χάρη στην  κατανάλωση που παρέμενε σταθερή,είχε αποφύγει τα χειρότερα. Αλλά εάν η γαλλική κατανάλωση συνεχίσει να συρρικνώνεται με τους ρυθμούςτου  Ιανουάριου, τότε οι συνέπειες θα είναι σοβαρές στη Γαλλία και τις γειτονικές χώρες, κυρίως στην Ιταλία και την Ισπανία.

Ευρώπη: το τέλος της παρτίδας;


Αρθρο του  Jacques Sapir για την κρίση του ευρώ, όχι μόνο από οικονομική πλευρά, αλλά και πολιτική και συμβολική. Είναι η ώρα για μια συμφωνία  διάλυσης του ευρώ, αν θέλουμε να ξαναχτίσουμε την ιδέα της Ευρώπης σε άλλη βάση ...


του Jacques Sapir.
Η διαδικασία που ονομάζεται
"ευρωπαϊκή οικοδόμηση", με το αδιέξοδο που  προέκυψε στο σχεδιασμό του προϋπολογισμού της ΕΕ για τα έτη 2014-2020, και, δευτερευόντως, τον προϋπολογισμό του 2013, υπέστη μια τριπλή αποτυχία: οικονομική , πολιτική και συμβολική. Η συμβολική είναι σίγουρα πιο σημαντική. Το αδιέξοδο, που στην καλύτερη περίπτωση θα κρατήσει μέχρι τις αρχές του 2013 ακολουθεί  το αδιέξοδο της αρχής αυτής της εβδομάδας ως προς το ζήτημα της ενίσχυσης στην Ελλάδα, και τις εξαιρετικά σκληρές διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή των αντίστοιχων κρατών στα πλαίσια του αεροναυπηγικού ομίλου EADS, και τη σημαντική μείωση των αεροναυπηγικών φιλοδοξιών της Ευρώπης. Είναι άκρως συμβολικό ότι όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε οκτώ ημέρες.

 
Μια οικονομική αποτυχία
Το ζήτημα του προϋπολογισμού της ΕΕ, από οικονομική άποψη, είναι σημαντικό. Όχι τόσο για τα ποσά που περιλαμβάνει. Η συνεισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ έχει φτάσει το 1,26% του ΑΕΠ των χωρών. Έτσι, για το 2013 προβλέπονται € 138 δισεκατομμύρια. Αλλά το μικρό μέγεθος αυτού του χρηματικού ποσού δημιουργεί προβλήματα. Σε μια εποχή που η ευρωζώνη, ένα υποσύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), βρίσκεται σε ύφεση, και η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί σίγουρα το 2013 και το 2014, η κοινή λογική υπαγορεύει ότι θα έπρεπε να υπάρξει κάποια συμφωνία για ένα προϋπολογισμό οικονομική ανάκαμψης, που θα προωθούσε τη ζήτηση και πολιτικές προσφοράς και ανταγωνιστικότητας σε ορισμένες χώρες. Τώρα, βλέπουμε να γίνεται ακριβώς το αντίθετο. 

Είναι σαφές ότι κάθε χώρα έχει την τάση να κινείται άτακτα, αν και είναι υποχρεωμένη να τηρεί τους κανόνες της δημοσιονομικής λιτότητας, που θεσμοθετήθηκαν στην τελευταία Συνθήκη της ΕΕ, και αυτό δεν είναι το λιγότερο παράδοξο! Ο καθένας προσπαθεί να περάσει το δικό του, και σε συναντήσεις όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Πέμπτης 22 και Παρασκευή 23 Νοεμβρίου, στις Βρυξέλλες, βρίσκουν τον ιδανικό κλειστό χώρο για διαφωνίες και αντιπαραθέσεις.

Στις παρούσες συνθήκες, είναι σαφές ότι η ύφεση δεν μπορεί να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά παρά μόνο με ένα συνδυασμό πολιτικών τόνωσης της ζήτησης και της προσφοράς. Αυτές οι πολιτικές έχουν ποσοτικοποιηθεί. Μόνο για να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα των  τεσσάρων χωρών  της Νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία), χρειάζονται γύρω στα € 257 δισεκατομμύρια το χρόνο, όπως έχει γραφτεί σε προηγούμενο σημείωμα (1) .

Στην πραγματικότητα, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς, θα πρέπει να προσθέσουμε τουλάχιστον άλλα € 100 δισεκατομμύρια σε αυτό το ποσό για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων, ώστε να εναρμονιστεί ο ανταγωνισμός μεταξύ όλων των χωρών. Η πρόσθετη αυτή δαπάνη  357 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με ένα προϋπολογισμό 138 δισ. ευρώ περίπου, είναι σημαντική. Αυτό σημαίνει ότι ο προϋπολογισμός θα πρέπει να αυξηθεί από 1, 26% σε 4,5%.
 
Στην πραγματικότητα, το ζήτημα είναι πολύ πιο περίπλοκο.