Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Riccardo Rinaldi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Riccardo Rinaldi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γερμανικές εκλογές

 


Το γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι τόσο αποτελεσματικό ώστε να γνωρίζουμε το νικητής από το βράδυ των εκλογών, των εκλογών της προηγούμενης τετραετίας βέβαια. Κανένας, εκτός από λίγους αθεράπευτα ρομαντικούς σοσιαλδημοκράτες  ή παθιασμένους με την πολιτική επικοινωνία, δεν έθεσε ποτέ πραγματικά υπό αμφισβήτηση τα τελευταία τέσσερα χρόνια , την σίγουρη επανεκλογή της Μέρκελ στην καγκελαρία για την τέταρτο θητεία της.

Μια πρώτη ανάλυση του αποτελέσματος των εκλογών, η πιο απλή είναι: η Γερμανία κυριαρχεί, είναι οικονομικά ισχυρή, στα μάτια όλων είναι ο ηγεμόνας της ΕΕ, η ανεργία στη χώρα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και το κράτος πρόνοιας εγγυάται μια αξιοπρεπή ζωή. Για ποιο λόγο, λοιπόν, το γερμανικό εκλογικό σώμα να μη θέλει να ξαναψηφίσει την Άνγκελα προκειμένου να εξασφαλίσει άλλα τέσσερα (και ποιος ξέρει πόσα άλλα) χρόνια σιγουριάς και ανάπτυξης ;

Η αλήθεια που προκύπτει από τους αριθμούς, και που θα αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού για το άμεσο μέλλον, είναι όμως, πολύ πιο σύνθετη, και δείχνει ότι κάτι έχει διαταράξει τις βεβαιότητες των Γερμανών. Να ποια είναι η εικόνα: το CDU-CSU σε «ελαφρά» μείωση από 41,5% σε 33, μια πτώση κατά 9 σχεδόν ποσοστιαίες μονάδες, που όμως δεν την ρίχνει από την πρώτη θέση. Το SPD με επικεφαλής τον άνθρωπο της «ελπίδας» Μάρτιν Σουλτζ, ο οποίος σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ρομαντικούς θα αναζωογονούσε ολόκληρη την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, φέρνει το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας της (20,5%). 

Η ανησυχητική, φυσικά, αύξηση της εκλογικής δύναμης του Alternative fuer Deutschland  (Εναλλακτική για τη Γερμανία, AFD), που κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις ψήφους της άκρας δεξιάς, και προφανώς πολλούς δυσαρεστημένους του CDU, και να τις φέρει για πρώτη φορά στο 12,6%.  Ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι, η  Die Linke (Η Αριστερά) και οι Πράσινοι.

Δεν μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε τις υποθέσεις για το ποιος συνασπισμός κομμάτων θα βγει από αυτές τις εκλογές, όσο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι θα αλλάξει αν κάτι αλλάζει στη Γερμανία, αν είναι πιθανό να υπάρξουν αλλαγές  με την πάροδο του χρόνου, και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις και οι προκλήσεις για την εργατική τάξη, τόσο στη Γερμανία όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Θα είναι χρήσιμο και ενδιαφέρον να αναλύσουμε διεξοδικά τα δεδομένα ανά περιφέρεια και κοινωνική θέση όταν βγουν, αλλά μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις.

Η νίκη του  AFD είναι προφανής συνέπεια της αποδυνάμωσης του CDU. Για ποιο λόγο έχασε η Καγκελάριος (9 βαθμοί!); Λόγω κυρίως του  μεταναστευτικού. Η πολιτική της Μέρκελ, η οποία χειροκροτήθηκε από όλους ως «ανθρωπιστική» και «υπεύθυνη», ξέρουμε καλά ότι αποτελεί ένα εργαλείο διασφάλισης στους βιομήχανους φτηνού  ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, με προσεκτική επιλογή σύρων ειδικευμένων από την κάνουλα της συμφωνίας με την Τουρκία.

Το AfD κατάφερε να κερδίσει ψήφους από το μίσος που προκάλεσε αυτός ο αδήλωτος  ανταγωνισμός. Ποιος ανταγωνισμός ;

Κάποια αλήθεια αρχίζει να ξεπροβάλει από το πέπλο τελειότητας που καλύπτει τη Γερμανία. Πριν λίγες μέρες δημοσιεύσαμε ένα άρθρο για την κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή  θέση των ανειδίκευτων εργατών, η ζωή των οποίων είναι πλήρως ελεγχόμενη από τα γραφεία απασχόλησης: που τους υποχρεώνουν να δέχονται ανειδίκευτες θέσεις εργασίας και συχνά εξευτελιστικές με ποινή τη στέρηση όλων των επιδομάτων, καταδικάζοντάς τους σε ένα φαύλο κύκλο προσωρινών θέσεων εργασίας πολύ χαμηλής παραγωγικότητας (και μισθών), από την οποία δεν είναι δυνατόν να βγουν.

Οπότε και στη Γερμανία, η μετανάστευση γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος των κατώτερων τάξεων, που δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί φτωχαίνουν όλο και περισσότερο, ενώ όλοι λένε ότι η χώρα τους γίνεται όλο και πιο πλούσια.

Για αν κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το επικίνδυνο ξέσπασμα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο 2009, όταν ξεκίνησε μια βαριά εκστρατεία λασπολογίας που χρηματοδοτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας (Bundesbank ) και τον Σύνδεσμο Γερμανικών Επιχειρήσεων, με την υποστήριξη μεγάλου μέρους του συστήματος των μέσων ενημέρωσης, σε βάρος του ελληνικού λαού, ότι δήθεν «κλέβει τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων», οι οποίοι αναγκάζονται δια της «βίας» να καλύψουν τα χρέη τους.


 Η αλήθεια, βέβαια, ήταν αρκετά διαφορετική: η γερμανική κυβέρνηση, αφού διέσωσε τις τράπεζες της το 2008,με τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ (των Γερμανών φορολογούμενων), έσπευσε να εγγυηθεί τα δάνεια που είχαν δώσει στις ελληνικές τράπεζες: με λίγα λόγια, μια διπλή διάσωση , από τους φόρους των εργαζομένων (και αργότερα από το αίμα των Ελλήνων).

Ακριβώς όπως το 2009, ο μηχανισμός Bundesbank-ΣΓΕ-CDU κατάφερε να φορτώσει στον ελληνικό λαό την ευθύνη για εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που από τις τσέπες των εργαζομένων (ελεύθερων επαγγελματιών, μικρών επιχειρήσεων, κλπ) στις τράπεζες, έτσι και σήμερα το AFD ρίχνει στους μετανάστες τις ευθύνες για την φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων από τις κυβερνήσεις του Μεγάλου Συνασπισμού και τις φοβερές συμφωνίες ΣΓΕ και συνδικάτων.

 Υπ'αυτή την έννοια, το πολιτιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε ο νεοναζισμός του AFD  - ο στιγματισμός των αλλοδαπών – οικοδομήθηκε από τους ίδιους τους «φιλελεύθερους» θεσμούς. Το σενάριο είναι το ίδιο όπως στις μεσογειακές χώρες: τροφοδοτούν τον πόλεμο μεταξύ των φτωχών για να αποσπάσουν την προσοχή από κάθε δυνατότητα κοινωνικών συγκρούσεων ενάντια στους πραγματικούς ταξικούς εχθρούς, το κεφάλαιο με πολυεθνικές διαστάσεις (εταιρική μορφή όπου «τα αφεντικά» αντικαταστάθηκαν σχεδόν παντού από μάνατζερ).
 
 Ο «νούμερο ένα» εχθρός, φυσικά, παραμένει η περιβόητη «μεταρρύθμιση Hartz», ένα πρότυπο αναφοράς για κάθε απορύθμιση της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη, στην οποία η γερμανική αριστερά έχει δώσει  από καιρό ουσιαστική υποστήριξη αφού αυτή ήταν που τη θεσμοθέτησε επί κυβέρνησης σοσιαλδημοκρατών-πρασίνων και προεδρίας Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο Σουλτζ, τότε, είχε αποπειραθεί να ασκήσει κάποια δειλή κριτική, για να κλείσει την προεκλογική εκστρατεία αγκαλιά με τον πρώην καγκελάριο Σρέντερ, όταν είδε ότι στο SPD, έχανε έδαφος.

Τα συνδικάτα τότε,(αρχίζοντας από το ισχυρό συνδικάτο μετάλλου  IGM) πήραν σαν αντάλλαγμα τη βολική θέση της διαχείρισης των «επιχειρησιακών συμβούλιων» (δηλαδή να διαπραγματεύονται με την εταιρεία τους μισθούς των εργαζομένων) και δεν ήταν λίγες οι φορές που αρνήθηκαν πεισματικά να κινητοποιήσουν τους εργαζομένους για «πολιτικούς» λόγους (στην πραγματικότητα, για οποιοδήποτε λόγο, που δεν ήταν αυστηρά επαγγελματικός) .

Μένει η Die Linke, η οποία είχε ένα πρόγραμμα ανοικτής ρήξης, με προτάσεις υπέρ των εργαζομένων και του κράτους πρόνοιας, και από την οποία όλοι περίμεναν μια άνοδο, αλλά η οποία κέρδισε πολύ λίγες ψήφους και παρέμεινε στην πέμπτη θέση, πληρώνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την έλλειψη αποτελεσματικότητας στις διάφορες περιοχές όπου ήταν στην κυβέρνηση,αλλά και επειδή δεν μπόρεσε να δώσει μια πειστική απάντηση στο πρόβλημα τηςπαγκοσμιοποίησης, της οποίας οι Γερμανοί εργάτες τώρα αρχίζουν να αισθάνονται θύματα.

 Απέτυχε δηλαδή να δώσει αξιοπιστία στις προτάσεις της – οι οποίες στα χαρτιά ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες – εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντίθεσης στην υφιστάμενη κατάσταση, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σαν λόγια κενά περιεχομένου χωρίς καμία πραγματική πιθανότητα εφαρμογής, χωρίς να είναι σε θέση να υποδείξει ποιος και τι πρέπει να χτυπηθεί ώστε να μπορέσουν να υλοποιηθούν.


 Δεν κατάφερε δηλαδή να δείξει τον ταξικό εχθρό, ή, ακόμη χειρότερα, έδειξε τον λάθος εχθρό. Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο εφιστούμε την προσοχή, ακόμη και με κίνδυνο να φανούμε ότι επαναλαμβανόμαστε, δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση - για τους λαούς της Ευρώπης - έχει μία μορφή θεσμική πολύ συγκεκριμένη: αυτή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αν δηλαδή η εκμετάλλευση των Γερμανών εργαζομένων, η οποία κομψά αποκαλείται ανταγωνισμός ή μισθολογικό ντάμπινγκ, εγγυήθηκε στη Γερμανία (δηλαδή στους καπιταλιστές της) την ηγεμονική της θέση στην ΕΕ χάρη σε μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές και τον επανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού καταμερισμού της εργασίας γύρω από τον δικό της παραγωγικό ιστό, τότε θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι – αν η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να επωφεληθεί από ένα τεχνητά υποτιμημένο νόμισμα και μια ευρύτερη αγορά από την οποία να αγοράζει με χαμηλό κόστος ημιεπεξεργασμένα προϊόντα και στη συνέχεια να τα πωλεί ως επεξεργασμένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας - το νεομερκαντιλιστικό μοντέλο (υψηλά εγγυημένα κέρδη από τις εξαγωγές που με τη σειρά τους τις εγγυώνται οι χαμηλές αμοιβές) θα δεχόταν ένα ισχυρό πλήγμα.

 Μια ταξική ανάλυση θα πρέπει συνεπώς να παίρνει σοβαρά υπόψη της το εξής δίλημμα: η διάλυση της ΕΕ είναι πράγματι όπως κάποιοι εξακολουθούν να φοβούνται μια «υποχώρηση των διεθνιστικών θέσεων», ή, αντίθετα - δεδομένου ότι η δομή που διασφαλίζει την εκμετάλλευση των χωρών του κέντρου σε εκείνες της περιφέρειας είναι ακριβώς η ίδια που διασφαλίζει την εκμετάλλευση μιας τάξης σε μια άλλη- ο αγώνας ενάντια στην Ένωση, που διεξάγεται και σε κάθε μεμονωμένη κάθε χώρα, και στο βαθμό που δεν γίνεται κατορθωτό να γίνει με συντονισμένο τρόπο, δεν είναι στην πραγματικότητα  αγώνας και για ολόκληρη την εργατική τάξη της Ευρώπης

ΠΗΓΕΣ


https://www.jacobinmag.com/2017/05/die-linke-germany-afd-migrants-xenophobia-racism

 https://www.jacobinmag.com/2017/03/die-linke-germany-immigration-sahra-wagenknecht-oscar-lafontaine-afd-merkel/

[--->] 



 “Π” : Πάνω  από 500.000 ψήφοι διέρρευσαν από το Die Linke προς το AFD,αλλά αυτό μην το πείτε στους «ειδικούς» που έχουν τις λύσεις για το μέλλον της  αριστερά στο τσεπάκι