Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Andrea Zhok. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Andrea Zhok. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΜΑΣ

 Andrea Zhok

Σε κάθε ιστορική στιγμή υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι λόγοι, κάποιοι με επείγοντα χαρακτήρα , αλλά από όλους αυτούς μόνο ένας κεφαλαιώδους σημασίας, αδιαπραγμάτευτος, που μας υποχρεώνει να κινητοποιηθούμε.

Στην εποχή και στον τόπο που ζούμε, αυτός ο κρίσιμος και αδιαπραγμάτευτος λόγος πρέπει να είναι η αντίθεση στον πόλεμο.

Η αντίθεση στον πόλεμο είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο και δομημένο από ένα γενικόλογο πασιφισμό, από μια ειρηνόφιλη «διάθεση». Μπορεί να υπάρχουν πολλές μορφές πολέμου, ορισμένες φορές και πόλεμοι απαραίτητοι, αλλά στη σημερινή συγκυρία, η επίκληση του πολέμου είναι μια πράξη αδικαιολόγητη και υποκινούμενη από προσεκτικά κρυμμένους λόγους, στην πραγματικότητα μια πράξη εγκληματική.

Η τρέχουσα επίμονη στρατηγική που τροφοδοτεί μια εμπόλεμη κατάσταση στην Ευρώπη δεν έχει, προφανώς, καμία σχέση με την πραγματικότητα μιας ανάγκης για άμυνα. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από το γεγονός ότι η απειλή ενός πολέμου κατάκτησης της Ευρώπης από τη μεριά της Ρωσίας είναι μια εξωπραγματική ανοησία, όσο και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι υποτιθέμενες αμυντικές ανάγκες.

Το ότι η Ρωσία δεν έχει ούτε το ενδιαφέρον ούτε την ικανότητα να κατακτήσει την Ευρώπη είναι προφανές για όποιον δεν έχει χάσει το μυαλό του (ή συνεχίζει να διαβάζει τον καθεστωτικό Τύπο): η Ρωσία, με τα 17 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα της, είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την ΕΕ, αλλά έχει μόνο 145 εκατομμύρια κατοίκους, το ένα τρίτο των κατοίκων της ΕΕ. Το βασικό ιστορικό πρόβλημα της Ρωσίας είναι να κρατήσει ενωμένη την αυτοκρατορία της από  θέση σχετικά περιορισμένης επιρροής, και σίγουρα όχι να επεκταθεί υπερβολικά αποκτώντας νέες περιοχές που κατοικούνται από εχθρικούς πληθυσμούς. Επιπλέον, είναι το κράτος με τους μεγαλύτερους φυσικούς πόρους στον κόσμο, οπότε είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι αναζητά νέους πόρους.

Ο τρόπος που τον οποίο διαμορφώνεται η υποτιθέμενη ευρωπαϊκή αμυντική στρατηγική είναι  παράλογος και από τεχνική άποψη, καθώς δεν ξεκινά από μια ανάλυση των πιθανών σεναρίων πολέμου και των συγκεκριμένων αναγκών που πρέπει να ικανοποιηθούν σε τεχνολογικό και στρατιωτικό επίπεδο, αλλά από έναν προϋπολογισμό. Αυτό που ενδιαφέρει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι να καθορίσουν πόσα χρήματα μπορούν να πάρουν από τις τσέπες των πολιτών τους, και όχι οι συγκεκριμένες αμυντικές ανάγκες της  χώρας τους.

Όταν όμως μιλάμε για πόλεμο σήμερα, πρέπει να κατανοήσουμε καλά πώς διαστρωματοποιείται η πολεμική παρόρμηση. Αυτή λειτουργεί σε τρία διαφορετικά επίπεδα, τα οποία μπορούν να εμφανιστούν από κοινού ή ξεχωριστά.

1) Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό που προτείνεται ρητορικά ως πρωταρχικό. Συνίσταται στην απεικόνιση του εχθρού ως επικείμενου κινδύνου και στην υποκίνηση μιας πολεμικής διάθεσης στους πολίτες. Δεν περνάει μέρα χωρίς οι εφημερίδες σε όλη την Ευρώπη να συμβάλλουν με ευλάβεια στην πολεμική υστερία. Ο μηχανισμός είναι γνωστός και εφαρμόζεται χωρίς δισταγμό. Γνωρίζουν ότι επαναλαμβάνοντας τις ίδιες χειραγωγικές αφηγήσεις, αυτές σταδιακά αυξάνουν την ψυχολογική τους πειστικότητα σε όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Συνηθισμένα γεγονότα θα πρέπει να παρουσιάζονται συνεχώς ως εξαιρετικές απειλές, θα πρέπει να σπέρνεται στον πληθυσμό η αμφιβολία ότι ήδη δέχεται ύπουλα επίθεση από τον εχθρό, και ότι θα πρέπει να γίνονται όλο και πιο αποφασιστικά βήματα προς την κατεύθυνση της υλικής προετοιμασίας για τον πόλεμο. Σε εποχή υβριδικού και τεχνολογικού πολέμου, είναι εύκολο να εκμεταλλευτούμε την αδιαφάνεια των συστημάτων που χρησιμοποιούμε προκειμένου να υπονοήσουμε ότι μια διακοπή ρεύματος ή ένα σφάλμα στον υπολογιστή είναι έργο του εχθρού και ότι όλα αυτά απαιτούν κατάλληλες «απαντήσεις» (ή προληπτικές επιθέσεις).

Δεν είναι σίγουρο ότι οι ευρωπαϊκές ιθύνουσες τάξεις επιθυμούν πραγματικά τον πόλεμο, αλλά αυτός ο μηχανισμός συνδυασμένης προετοιμασίας και πρόκλησης τείνει αυθόρμητα προς την κλιμάκωση και, αν δεν σταματήσει εγκαίρως, είναι καταδικασμένος να οδηγήσει σε άμεση ένοπλη σύγκρουση.αξιοπιστία σε όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Πρέπει να παρουσιάζονται συνεχώς συνηθισμένα γεγονότα ως εξαιρετικές απειλές, πρέπει να υπονοείται στον πληθυσμό η αμφιβολία ότι ήδη δέχεται ύπουλα επίθεση από τον εχθρό, και πρέπει να γίνονται όλο και πιο αποφασιστικά βήματα προς την κατεύθυνση της υλικής προετοιμασίας για τον πόλεμο. Σε εποχή υβριδικού και τεχνολογικού πολέμου, είναι εύκολο να εκμεταλλευτεί κανείς την αδιαφάνεια των συστημάτων που χρησιμοποιούμε για να υπονοήσει ότι μια διακοπή ρεύματος ή ένα σφάλμα στον υπολογιστή είναι έργο του εχθρού και ότι όλα αυτά απαιτούν κατάλληλες «απαντήσεις» (ή προληπτικές επιθέσεις).

Δεν είναι σίγουρο ότι οι ευρωπαϊκές ηγετικές τάξεις επιθυμούν πραγματικά τον πόλεμο, αλλά αυτός ο μηχανισμός συνδυασμένης προετοιμασίας και πρόκλησης τείνει αυθόρμητα προς την κλιμάκωση και, αν δεν σταματήσει εγκαίρως, είναι καταδικασμένος να οδηγήσει σε άμεση ένοπλη σύγκρουση.

2) Το δεύτερο επίπεδο είναι η λειτουργία της επιτήρησης και του ελέγχου του πληθυσμού που επιβάλλει η πολεμική ατμόσφαιρα. Αυτό είναι ένα από τα πιο ευχάριστα και γοητευτικά στοιχεία για όσους κατέχουν την εξουσία, καθώς διαγράφει τα περιττά στοιχεία του κράτους δικαίου χωρίς να φαίνεται ότι αυτό συμβαίνει. Η εκτελεστική εξουσία υποτάσσει τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία στο όνομα της «λόγχης του κράτους» και, στο όνομα του «υπέρτατου καλού» της δημόσιας ασφάλειας, ανοίγει το δρόμο για κάθε είδους αυθαιρεσία. Οι πρόσφατες υποθέσεις των Jacques Baud και Nathalie Yamb είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Το υγρό όνειρο της εξουσίας όλων των εποχών, δηλαδή μια εξουσία που ασκείται χωρίς όρια και χωρίς ευθύνες, γίνεται επιτέλους εφικτό.

3)) Το τρίτο επίπεδο είναι το αρχικό και επιτρέπει σε όλα τα άλλα να εκδηλωθούν. Όταν μιλάμε για «κρατική σκοπιμότητα», προφανώς το «κράτος» στο οποίο αναφερόμαστε δεν είναι πλέον «res publica», αλλά «res privata». Αυτό που ωθεί το νεοφιλελεύθερο κρατικό μηχανισμό να επικαλεστεί το «κράτος» δεν είναι συζητήσιμα, αλλά σεβαστά κίνητρα, όπως η δόξα της πατρίδας ή η συλλογική ευημερία, αλλά η ανταπόκριση στα οικονομικά λόμπι της στιγμής. Όπως μια πανδημία είναι η κατάλληλη στιγμή για να παραδοθεί η πολιτική ατζέντα στα λόμπι τω φαρμακευτικών εταιρειών, έτσι και ένας πόλεμος στα σύνορα της Ευρώπης είναι μια χρυσή ευκαιρία για να παραδοθεί η πολιτική ατζέντα στα λόμπι της πολεμικής βιομηχανίας.

Αυτά τα τρία επίπεδα με τους αντίστοιχους ορίζοντές τους υπονομεύουν ριζικά κάθε μορφή ζωής των Ευρωπαίων πολιτών.

 Το λιγότερο , είναι η μετατροπή των δημόσιων δαπανών σε ιδιωτικές παραγγελίες, η μετατροπή των νοσοκομειακών υπηρεσιών, των συντάξεων και της δημόσιας εκπαίδευσης σε οικονομικά περιουσιακά στοιχεία για τους ολιγάρχες του δυτικού χρηματοοικονομικού συστήματος. Σε δεύτερη φάση, η εξουσία σταθεροποιείται μέσα σε έναν αυτοσυντηρούμενο κύκλο, ο οποίος επιβλέπει, λογοκρίνει και επιβάλλει κυρώσεις με αυθαίρετο τρόπο, διασφαλίζοντας ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από καμία αντίπαλη δύναμη. Προοπτικά, προετοιμάζει το έδαφος για μια σύγκρουση στο πεδίο, σύγκρουση που οι ολιγάρχες του  χρηματοοικονομικού συστήματος επιθυμούν σε περιορισμένη και ελεγχόμενη μορφή, αλλά που – όπως έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν – μόλις ξεκινήσει, κανείς δεν είναι πραγματικά σε θέση να την περιορίσει και να την ελέγξει.

Σήμερα, για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες, η αντίσταση με κάθε νόμιμο μέσο στην σημερινή πολεμοχαρή τάση είναι ηθική υποχρέωση, αδιαπραγμάτευτη απαίτηση, μη διαπραγματεύσιμη αξία.

[---->] 

Είμαστε πολύ μακριά από αυτή την προοπτική.

 

Ενώ στη Μέση Ανατολή η ένταση αυξάνεται και η πιθανότητα ενός ολοκληρωτικού πολέμου, γίνεται όλο και πιο ρεαλιστική, μια γενική πολιτισμική άποψη μπορεί να φαίνεται άσχετη,  πιστεύω όμως ότι είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση  μακροπρόθεσμα των εξελίξεων.

 

Σε όλους τις μεγάλες συγκρούσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρατηρούμε μια αρκετά σαφή αντιπαράθεση, με λίγες αμφιλεγόμενες περιπτώσεις: η γραμμή αντιπαράθεσης βρίσκεται εκεί που η Δύση, υπό την πολιτισμική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αντιτίθεται σε όποιον δεν είναι άμεσα ή έμμεσα υποταγμένος σε αυτήν. 

Πρόκειται δηλαδή για μια ξεκάθαρη αντιπαράθεση κατά μήκος  ΓΡΑΜΜΩΝ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, όπου μια εδραιωμένη «αυτοκρατορία» αντιτίθεται σε άλλους ισχυρούς πόλους εξουσίας που δεν έχουν υποταχθεί (Ρωσία, Κίνα, Ιράν κ.λπ.).

 

Όμως η  κάθε εξουσία χρειάζεται πάντα μια ΙΔΑΝΙΚΗ Κάλυψη, καθώς απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός καθολικής συναίνεσης των υπηκόων της: η εξουσία μπορεί να ασκείται με τη μορφή ελέγχου και καταστολής μόνο μέχρι ένα ορισμένο σημείο, αλλά για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού πρέπει να υπάρχει η μέγιστη συναίνεση.

 

Η ιδανική κάλυψη των πόλων της αντίστασης ενάντια στη Δύσης διαφέρει. Πέρα από μια γενικότερη δυσπιστία απέναντι στην ιδέα της «αυτορρυθιζόμενης αγοράς», από Κίνα, Ρωσία, Ιράν, Βενεζουέλα, Βόρεια Κορέα, Νότια Αφρική κ.λπ. δεν υπάρχει κοινή ιδεολογία Η μόνη κοινή «ιδεολογία» τους είναι η επιθυμία να μπορούν να αναπτυχθούν αυτόνομα, σε περιφερειακή βάση, σύμφωνα με τις δικές τους γραμμές πολιτισμικής ανάπτυξης, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Αυτό δεν τους καθιστά απαραίτητα υπέρμαχους της ειρήνης, καθώς πάντα υπάρχει ανομοιογένεια σχεδιασμών , ακόμη και σε επίπεδο περιφερειακών σχέσεων, αλλά τους καθιστά ανθεκτικούς σε επιθετικές επεμβάσεις από το εξωτερικό.

 

Αυτό αποτελεί ένα όριο με όρους απλής προβολής ισχύος σε σχέση με τον «δυτικό μπλοκ» που – στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ ή όχι – συνεχίζει να ενεργεί πάντα με συντονισμένο τρόπο σε όλα τα σενάρια σύγκρουσης. Όπως στην Ουκρανία η Ρωσία αντιμετωπίζει de facto τις δυνάμεις του ενωμένου Δυτικού κόσμου, έστω και έμμεσα, το ίδιο συμβαίνει και με το Ιράν αυτές τις μέρες (μόλις έφτασαν στο Ισραήλ στρατιωτικές προμήθειες από τη Γερμανία, και από τις ΗΠΑ). Αντίθετα, οι συμμαχίες και οι δεσμοί αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των μπλοκ της «αντιδυτικής αντίστασης» είναι πολύ πιο περιστασιακές, ενδεχομένως με περιορισμένες διμερείς συμφωνίες.

 

Η υπεροχή του συντονισμού της Δύσης στη χρήση της βίας συμβαδίζει όμως με μια άλλη διαδικασία, κατά κύριο λόγο πολιτισμική, την οποία δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε από το εσωτερικό της ίδιας της Δύσης. Για πολύ καιρό, η Δύση μετά το διαφωτισμό παρουσιάζονταν στον κόσμο και στον εαυτό της ως η ενσάρκωση μιας οικουμενικής λογικής, μιας διεθνούς νομιμότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αντίθετη ερμηνεία του Δυτικού κόσμου ως τόπου  λογικής και  δικαίου, σε αντίθεση με τη «ζούγκλα» του υπόλοιπου κόσμου όπου επικρατεί  βία και  καταπίεση, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της δυτικής ιδεολογίας: επαναλαμβάνεται παντού, από τις εφημερίδες μέχρι τα σχολικά βιβλία.

 

Το παράδοξο είναι ότι το μόνο πραγματικά θεμελιώδες στοιχείο για την ιδεολογική ενότητα του Δυτικού κόσμου δεν έχει καμία σχέση με τη λογική ή το δίκαιο, αλλά αποκλειστικά με την ιδέα της νομιμοποίησης που προσδίδει η ΔΥΝΑΜΗ. Η πραγματική ιδεολογία της Δύσης είναι διαμορφωμένη, αφενός, από την ιδέα της ανώνυμης δύναμης του κεφαλαίου, που εκφράζεται, για παράδειγμα, με τους μηχανισμούς του εξωτερικού χρέους, και, αφετέρου, από την ιδέα της βιομηχανικής-στρατιωτικής δύναμης, που δικαιολογείται ως ο απαραίτητος «μπάτσος» για να «επιβάλλει την τήρηση των συμβάσεων» και να «επιβάλλει την αποπληρωμή των χρεών».

 

Το παράδοξο της κατάστασης έγκειται στο γεγονός ότι η Δύση παρουσιάζεται στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και στο εσωτερικό της, με μια μορφή που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ.

 

Από τη μία, παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδύναμων, των καταπιεσμένων, ως παγκόσμιος φύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως αυστηρός προστάτης των ελευθεριών, ως ενσάρκωση μιας δικαιοσύνης με καθολικές αξιώσεις.

 

Από την άλλη πλευρά, υιοθετεί συνεχώς κραυγαλέα διπλά πρότυπα («μπορεί να είναι καθάρματα, αλλά είναι τα δικά μας καθάρματα »), αθετεί υποσχέσεις (βλ. προώθηση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά), υποθάλπει αλλαγές καθεστώτων (ατελείωτη η λίστα), εξαπατά διεθνώς χωρίς ντροπή και χωρίς ποτέ να ζητά συγγνώμη (το φιαλίδιο του Πάουελ), χρησιμοποιεί τη διπλωματία για να κάνει τον αντίπαλο να χαλαρώσει την προσοχή του και στη συνέχεια να τον χτυπήσει (διαπραγματεύσεις του Τραμπ με το Ιράν), ασκεί στο εσωτερικό της όλες τις μορφές επιτήρησης και καταστολής που θεωρεί χρήσιμες (αλλά πάντα «για καλό σκοπό»), κ.λπ. κ.λπ.

 

Το τρομερό και αποσταθεροποιητικό ταυτόχρονα είναι ότι έχουμε κάνει τόσο πολύ δικιά μας αυτή τη μορφή «διπλής σκέψης», που μπορούμε να συνεχίσουμε να παράγουμε ένα παραληρηματικό δημόσιο λόγο, όπου για να επιτρέψουμε στις ιρανές γυναίκες να περπατούν ήσυχα με τα μαλλιά τους λυτά, θεωρούμε λογικό να βομβαρδίζουμε τις πόλεις τους. Ή μήπως είναι λογικό, και δεν ακολουθούμε κανένα διπλό πρότυπο , όταν θεωρούμε σωστό μια χώρα γεμάτη κρυφές ατομικές βόμβες βομβαρδίζει προληπτικά μια άλλη για να αποφύγει ότι, αργά ή γρήγορα, ενδεχομένως, και η τελευταία θα αποκτήσει τέτοιες.

 

Το πραγματικό, μεγάλο πρόβλημα που θα πληρώσει η Δύση στις επόμενες δεκαετίες είναι ότι όλη η μεγάλη πολιτιστική παράδοση της , ο ορθολογισμός της, ο οικουμενισμός της, η έκκλησή της για δικαιοσύνη, για νόμο κ.λπ. αποδείχθηκε στην δοκιμασία της ιστορίας ότι είναι καθαρά λόγια του αέρα, λεκτικές μεταμφιέσεις ανίκανες να οικοδομήσουν έναν πολιτισμό όπου μπορεί  κανείς να εμπιστευτεί τον λόγο.

 

Εξω, από αυτή την ίδια την παράδοση, δεν μπορεί κανείς παρά να καταλήξει σε ένα απλό συμπέρασμα ότι όλες οι πολύ καθωσπρέπει φλυαρίες, οι εκκλήσεις για επιστημονική αυστηρότητα, για αλήθεια, για λογική, για παγκόσμια δικαιοσύνη, τελικά δεν αξίζουν ούτε τον αέρα με τον οποίο εκφέρονται. Είναι απλά προφάσεις για την άσκηση της Βίας (το μαρξιστικό «Ideenkleid»).

 

Μπορεί να είναι κουραστικό όταν λέμε ότι δεν ήταν πάντα έτσι, ότι δεν είναι απαραίτητα να είναι έτσι. Η απώλεια της αξιοπιστίας μας έναντι του υπόλοιπου κόσμου είναι τεράστια και δύσκολα ανακτήσιμη (θα μπορούσε να ανακτηθεί μόνο αν αυτές οι εκκλήσεις για λογική και δικαιοσύνη αποδείκνυαν ότι κρατούν τα ηνία της εξουσίας στις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες, αλλά είμαστε πολύ μακριά από αυτή την προοπτική).

 

[---->] 

 

ΌΣΟ ΥΠΆΡΧΕΙ ΠΌΛΕΜΟΣ ΥΠΆΡΧΕΙ ΕΛΠΊΔΑ

                                     

Από ανάρτηση του Andrea Zhok στο φμπ

https://www.facebook.com/andrea.zhok.5

 [ ----] Με την κρίση της πανδημίας, η επιτάχυνση προς μια αυταρχική κατεύθυνση ήταν απότομη. Φυσικά, πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι αυτή η έκρηξη της αυταρχικής επίκλησης της έκτακτης ανάγκης ήταν απλώς ένα ατύχημα, μια μοιραία αναγκαιότητα μπροστά στο αστάθμητο.

Και από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ακόμη αυτοί που ορκίζονται ότι ο Έλβις είναι ζωντανός και πολεμάει μαζί μας.

Από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, η αυταρχική επίκληση της  έκτακτης ανάγκης στην πανδημία έχει αντικατασταθεί από την αυταρχική επίκληση έκτακτης ανάγκης του πολέμου.

Τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη πιθανή καμπή, καθώς η ειρήνη διαφαίνεται απειλητικά στο ανατολικό μέτωπο. Όπως έλεγε εκείνη η ταινία του Αλμπέρτο Σόρντι του 1974 : «Όσο υπάρχει πόλεμος υπάρχει ελπίδα» και μπροστά στην τρομακτική σκιά της ειρήνης, η ευρωπαϊκή ολιγαρχία φοβάται ότι θα χάσει το επιχείρημα περί έκτακτης ανάγκης, αυτό το επιχείρημα που στο όνομα των υπέρτατων συλλογικών κινδύνων αποδίδει ουσιαστικά αυθαίρετες εξουσίες στο ευρωπαϊκό κέντρο διοίκησης.

Αντίθετα, η διαρκώς διαφαινόμενη προοπτική του πολέμου είναι το υγρό όνειρο των ελίτ, από παλιά : τους επιτρέπει να απομυζούν κάθε δημόσιο πόρο χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν, τους επιτρέπει να φιμώνουν κάθε διαμαρτυρία στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας, τους επιτρέπει να φιμώνουν τις φωνές διαφωνίας όποτε αυτές αποκτούν προβολή (πρέπει να είμαστε ενωμένοι απέναντι στον Εχθρό).

Και να, μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η υποψία ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει όλο και περισσότερο με τη Νέα Ευρωπαϊκή Τάξη που οραματίστηκε το Τρίτο Ράιχ και όλο και λιγότερο με τον αόριστο «τρίτο δρόμο» μπορεί να αρχίσει να εισχωρεί ακόμη και στα πιο αδιαπέραστα μυαλά.

Άλλωστε, όπως μας υπενθύμιζε πάντα ο Πρόντι, με μια απαλή παπαδίστικη φωνή, «η Ευρώπη είναι αυτή που μας εγγυήθηκε 70 χρόνια Ειρήνης» - παραλείποντας ομολογουμένως λεπτομέρειες όπως ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία (1990-2001) και η ρήξη (1992) μεταξύ της κοινής αγοράς της ΕΟΚ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Μάαστριχτ. Αλλά μπροστά σε μια Ευρώπη της οποίας το μόνο εύλογο προσόν ήταν η διατήρηση της Ειρήνης, η σημερινή πολεμοχαρής στάση δημιουργεί μορφές δυσφορίας και γνωστικής ασυμφωνίας ακόμη και στους πιο σκληροπυρηνικούς πιστούς της Ε.Ε..