Η άγνωστη ιστορία βιοπειρατείας του Harvard στην Κίνα



ΠΗΓΗ: Independent Researchers


Γενική εισαγωγή

Η ιστορία της βιοπειρατείας του Harvard στην Κίνα την περίοδο 1994-1998 είναι άγνωστη στην Ελλάδα. Στην πλειοψηφία του ο κόσμος έχει αφομοιώσει την κυρίαρχη προπαγάνδα και πιστεύει ότι τα πανεπιστήμια είναι οι σύγχρονοι ναοί της γνώσης και οι ακαδημαϊκοί είναι κάτι σοφοί άνθρωποι που μεταλαμπαδεύουν τη γνώση αυτή στους προνομιούχους νέους που σπουδάζουν σε αυτά. Για πολλούς λόγους τα πράγματα δεν είναι έτσι. Εδώ θα ασχοληθούμε με έναν από αυτούς. Θα δούμε πως το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα στον κόσμο λειτουργεί ως στυγνός επιχειρηματίας και πως διαπλέκεται με το υπερεθνικό Κεφάλαιο σε μία επιχείρηση απροκάλυπτης υφαρπαγής γενετικού υλικού.



Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η βιοτεχνολογία άρχισε να γίνεται ένα από τα βασικά εργαλεία του καπιταλισμού για την κυριαρχία του πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και στη Φύση. Έχοντας ως εργαλείο του τη γενετική μηχανική αρχίζει να επεμβαίνει στην εξελικτική διαδικασία και να μεταλλάσσει τις γονιδιακές ιδιότητες της οργανικής ζωής, επιδιώκοντας τη μετατροπή τους σε εμπόρευμα και φυσικά τον απόλυτο έλεγχο τους. Εκείνη την εποχή χαρτογραφήθηκαν και κλωνοποιήθηκαν για πρώτη φορά τα γονίδια των οποίων οι μεταλλάξεις, σύμφωνα με τους γενετιστές, είναι υπεύθυνες για διάφορες ασθένειες. Δεν ήταν όμως αρκετό αυτό.

Το 1990 ξεκίνησε η λειτουργία του λεγόμενου «Πρόγραμματος (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος» (Human Genome Project, HGP). Σκοπός του ήταν η χαρτογράφηση κάθε ανθρώπινου γονιδίου, καθώς και της αλληλουχίας όλων των βάσεων που αποτελούν το ανθρώπινο DNA. Το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε και υλοποιήθηκε από μεγάλα κρατικά και ιδιωτικά ερευνητικά κέντρα, κυρίως των ΗΠΑ, αλλά και της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιαπωνίας, της Γαλλίας και της Κίνας. Με την ολοκλήρωση του επιτεύχθηκε η χαρτογράφηση περίπου του 97% του ανθρώπινου γονιδιώματος. Ένας από τους πρωταγωνιστές της έμπνευσης και υλοποίησης του προγράμματος ήταν το πανεπιστήμιο-επιχείρηση του Harvard, μέσω του ερευνητικού του κέντρου Broad Institute και του EricLander. Ας συγκρατήσουμε αυτό το όνομα. Θα το συναντήσουμε αρκετές φορές στη συνέχεια. Ούτε κι αυτό το Πρόγραμμα ήταν αρκετό.

Το 2016 εγκαινιάστηκε το «Πρόγραμμα Εγγραφής (Σύνθεσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος» (Human Genome Project-Write, HGP-Write) ύστερα από απαίτηση του διεθνούς βιοτεχνολογικού κυκλώματος και φυσικά των παγκόσμιων εξουσιαστών. Την εποχή εκείνη η βιτρίνα τους ήταν μία άτυπη ομάδα 25 επιστημόνων, κυρίως από τις ΗΠΑ, οι οποίοι ζήτησαν τη λειτουργία του προγράμματος αυτού. Μεταξύ αυτών ο γενετιστής George Church, καθηγητής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Harvard και ένας από τους πρωτεργάτες του Προγράμματος, αλλά και μερικοί ακόμα που συνδέονται έμμεσα με το Ίδρυμα αυτό.

Κατά τη γνώμη μας, τα προγράμματα αυτά εντάσσονται σε μία αντίληψη ενός νέου είδους ευγονικής που έχει μπει ήδη στη ζωή μας από την πίσω πόρτα και απειλεί να θέσει τέλος στην ανθρώπινη ύπαρξη όπως την έχουμε γνωρίσει. Το θέμα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Η κατεύθυνση και η εξέλιξη της λαίλαπας αυτής είναι άκρως ανησυχητικές για το μέλλον της ανθρωπότητας. Θα ασχοληθούμε εκτενώς με τα ζητήματα αυτά σε επόμενες αναρτήσεις μας.

  
Θεωρούμε ότι μετά την ανάγνωση του κειμένου αυτού θα συμφωνήσετε μαζί μας ότι η επιχείρηση βιοπειρατείας του Harvard στην Κίνα έγινε με σκοπό να τροφοδοτήσει με γενετικό υλικό – κυρίως- τα προγράμματα αυτά.


Ειδική εισαγωγή

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μέχρι τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του ’90, η εντατική κλωνοποίηση γονιδίων ευνόησε τις μεγάλες φαρμακευτικές και βιοτεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες μέσα σε μερικά χρόνια αύξησαν κατακόρυφα την κερδοφορία τους.

Εκτός από το κέρδος, σκοπός των εξουσιαστών ήταν και συνεχίζει να είναι ο πλήρης έλεγχος και το μονοπώλιο της έρευνας πάνω στο ιδιωτικοποιημένο γενετικό υλικό. Οι ουσίες που ανακαλύπτονται με βάση το γενετικό υλικό που έχει συλλεχθεί από πληθυσμούς σε όλον τον πλανήτη χρησιμοποιούνται για την παρασκευή φαρμάκων που πατεντάρονται από τις εταιρείες. Τότε στην ουσία απαγορεύεται η περαιτέρω έρευνα από άλλους πάνω σε αυτό το γενετικό υλικό. Ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό οικειοποιούνται, ιδιωτικοποιούν και εμπορεύονται την ίδια τη ζωή. Το επόμενο στάδιο είναι η μετάλλαξη όλων των εκφάνσεων της, από τα φυτά και την παραγόμενη από αυτά τροφή, μέχρι τον ίδιο τον άνθρωπο. Είναι αυτό που κάποιοι ονόμασαν εύστοχα ευγονική δυστοπία.

Στο κείμενο «Ενάντια στη βιοτεχνολογία του χρήματος» της Αντιεξουσιαστικής Ομάδας Μυτιλήνης, το οποίο γράφτηκε για μία εκδήλωση της ομάδας και της «Εναλλακτικής Κοινότητας Πελίτι» το 2002, αναφέρεται: “Οι εταιρίες αποκτούν το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του συγκεκριμένου γονιδίου, που τους «ανήκει», καθώς και της πώλησης οποιουδήποτε προϊόντος προέρχεται ή περιέχει το γονίδιο αυτό, με χρονικό ορίζοντα 20-30 ετών. Αυτό που στο βάθος επιζητεί η βιομηχανία, είναι η πνευματική ιδιοκτησία του βασικού δομικού υλικού, του γονιδίου. Όποιος κατέχει τα γονίδια, κατέχει την τεχνολογία και όλες τις χρήσεις της. Έτσι επικυρώνεται το αθόρυβο πέρασμα του παγκόσμιου γενετικού πλούτου από τη φυσική του δεξαμενή στο εμπορικό τραπέζι εταιριών-κυβερνήσεων-ερευνητών”.

Στα πλαίσια αυτά, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο βιολογικός ντετερμινισμός αλλά και η ευγονική έχουν επιστρέψει στη ζωή μας δριμύτεροι, έχοντας πια ένα μεταμοντέρνο προσωπείο. Έχει ενταθεί το λεγόμενο «κυνήγι γονιδίων» μέσω του μαζικού χαρακτήρα συλλογής γενετικού, κυρίως σε περιοχές του πλανήτη με αυτόχθονες και απομονωμένους πληθυσμούς. Αυτό το κυνήγι χωρίς κανένα ηθικό ή άλλο φραγμό έχει ονομαστεί βιολογική πειρατεία ή βιοπειρατεία. Η βιοπειρατεία και η επακόλουθη εμπορευματοποίηση των γονιδίων και των βιοτεχνολογικών υποπροϊόντων που σχετίζονται με αυτά οργανώνονται και χρηματοδοτούνται από ένα τεράστιο διαπλεκόμενο κύκλωμα που περιλαμβάνει πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και βιοτεχνολογικές και φαρμακευτικές εταιρείες.

Για εμάς η βιοπειρατεία δεν έγκειται στο αν η διαδικασία της συλλογής γενετικού υλικού γίνεται στα πλαίσια της «νομιμότητας» ή της παρανομίας, στο αν το είναι μία συμφωνία με όρους «αποδεκτούς και από τους συλλέκτες γονιδίων και από τους τοπικούς πληθυσμούς», στο αν υπάρχει προηγούμενη ενημέρωση των τοπικών πληθυσμών για τους σκοπούς της, ή στο αν οι δότες γενετικού υλικού θα έχουν κάποια ανταλλακτικά οφέλη. Η εναντίωση μας στη βιοπειρατεία, αλλά και γενικότερα στην αντίληψη της βιοτεχνολογίας, δεν περιορίζεται σε θέματα βιοηθικής. Η συνολική διαδικασία, από τη σύλληψή της μέχρι την εκτέλεση της, είναι μία επικίνδυνη μορφή πειρατείας, επειδή είναι ο τροφοδότης της βιοτεχνολογικής βιομηχανίας, επειδή η λογική που τη διέπει ανάγει τη ζωή σε εμπόρευμα, επειδή διαταράσσει την σχέση του ανθρώπου με τη φύση, επειδή λεηλατεί το βιολογικό πλούτο του πλανήτη και την ίδια τη ζωή, υποβιβάζοντας την ταυτόχρονα στο επίπεδο του προϊόντος, επειδή οικειοποιείται κάτι που δεν της ανήκει, και επειδή επιδιώκει να ελέγξει την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, ανασυνθέτοντας και μεταλλάσσοντας το.



Αυτά που προηγήθηκαν

Η αιτιακή σχέση μεταξύ γονιδίων και ασθενειών είναι πολύ πιο σύνθετη και απέχει αρκετά από τη γραμμική σχέση που μας περιγράφουν οι συστημικοί βιοτεχνολόγοι και γενετιστές. Μία μέθοδος χαρτογράφησης και κλωνοποίησης γονιδίων, η εντοπιστική κλωνοποίηση, έκανε τις τελευταίες δεκαετίες πολλούς επιστήμονες στον τομέα της βιοϊατρικής να στραφούν στη γενετική. Η εντοπιστική κλωνοποίηση απαιτεί –πλην των άλλων- μεγάλο αριθμό δειγμάτων DNA. Είναι ακόμα πιο αποτελεσματική αν το δείγμα του πληθυσμού από το οποίο έχει προέλθει το γενετικό υλικό είναι σχετικά απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, αν τα μέλη του έχουν μεγάλο βαθμό γενετικής συσχέτισης μεταξύ τους και φυσικά αν πάσχουν από την ίδια νόσο. Ένα τέτοιο δείγμα αποτελούσε μέχρι τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ο απομονωμένος πληθυσμός της επαρχίας Anhui στην Κίνα. 
Η φτώχεια, η άγνοια και η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, θα οδηγούσαν χιλιάδες Κινέζους στα ιατρεία, αν κάποιος τους υποσχόταν δωρεάν ιατρική εξέταση και φάρμακα για τη θεραπεία των ασθενειών τους. Η Κίνα είχε ένα ακόμα βασικό πλεονέκτημα για τους «κυνηγούς γονιδίων»: Η συλλογή του γενετικού υλικού στη χώρα αυτή είχε πολύ χαμηλό κόστος συγκριτικά με άλλες χώρες. Το κόστος αυτό ήταν σχεδόν μηδαμινό συγκρινόμενο με τα προσδοκώμενα κέρδη που θα απέφερε η μελλοντική εμπορική εκμετάλλευση του γενετικού υλικού.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 διάφοροι Κινέζοι επιστήμονες που δούλευαν στις ΗΠΑ άρχισαν να κάνουν αποστολές στην Κίνα για να συλλέξουν δείγματα γενετικού υλικού. Εκείνη ακριβώς την εποχή είχε ξεκινήσει το λεγόμενο Πρόγραμμα (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος (Human Genome Project, HGP). Η πρόφαση όλων αυτών των αποστολών βιοπειρατείας ήταν η χρήση του γενετικού υλικού για την καταπολέμηση σπάνιων ασθενειών. Όλοι ευαισθητοποιήθηκαν για τις σπάνιες ασθένειες ξαφνικά με την έναρξη του Προγράμματος…

Ένας από τους πολυάριθμους Κινέζους επιστήμονες που δούλευαν εκείνη την εποχή στις ΗΠΑ ήταν ο Xiping Χu. Ο Xu είχε σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Anhui, στην επαρχία από την οποία καταγόταν. Μέσω ενός προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών του Πανεπιστημίου του Πεκίνου έκανε το διδακτορικό του στην επιδημιολογία στην Ιαπωνία. Μετά πήγε στις ΗΠΑ, όπου έκανε εκπαίδευση στην επιδημιολογία και πήρε μάστερ στη βιοστατιστική στο Harvard. Κατόπιν έγινε καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου αυτού. Παράλληλα έκανε διάφορες επιδημιολογικές μελέτες στην επαρχία Anhui της Κίνας. Δεν είναι σαφές μέχρι σήμερα ποιο ακριβώς ήταν το αντικείμενο των μελετών αυτών.

Ο επιβλέπων καθηγητής του στο Harvard ήταν ο Scott Weiss. To 2013 το European Journal of Clinical Investigation, ιατρικό περιοδικό με εξειδίκευση στον τομέα της βιοτεχνολογίας, τον κατέταξε στους κορυφαίους (“highly influential”) ερευνητές στον τομέα αυτό παγκοσμίως για την περίοδο 1996-2011.Είναι 80ος στους 138 κορυφαίους. Στην ίδια λίστα, οι 50 από τους 138 δουλεύουν για το Harvard.Ο Weiss, εκτός από καθηγητής στο Harvard, εργαζόταν και συνεχίζει να εργάζεται ως ερευνητής σε διάφορα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, καθώς και σε ιατρικές επιχειρήσεις και οργανισμούς που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με το Harvard.

  
Το Harvard, όπως όλα τα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ, λειτουργεί ως μία αυστηρά δομημένη βιομηχανία παραγωγής υψηλού επιπέδου επιστημόνων, προορισμένων να στελεχώσουν τα υψηλόβαθμα κλιμάκια της ιεραρχίας πολλών ιδρυμάτων, οργανισμών και εταιρειών του, αλλά και του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού. Λειτουργεί κυρίως ως ερευνητικός οργανισμός και ως όμιλος με τεράστια επιχειρηματική δραστηριότητα και με δικτύωση τόσο στον κρατικό μηχανισμό των ΗΠΑ (αλλά και άλλων κρατών) όσο στο ιδιωτικό κεφάλαιο σε παγκόσμια κλίμακα.

Γενικά, όσο πιο υψηλό επίπεδο έχει μία τέτοια εταιρεία-πανεπιστήμιο, τόσο μεγαλύτερες είναι οι χρηματοδοτήσεις και δωρεές που λαμβάνει, τόσο πιο μεγάλα είναι τα κεφάλαια που διαχειρίζεται, και τόσο μεγαλύτερη είναι η επιχειρηματική, επιστημονική και κυρίως πολιτική επιρροή που έχει. Ουσιαστικά αυτοί οι οργανισμοί είναι ισχυρά κέντρα εξουσίας και λήψης αποφάσεων σε διάφορους τομείς. Δε χρειάζεται να αναφέρουμε ότι το Harvard βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας που αποτελείται από τέτοιους οργανισμούς.

Ο Weiss είναι ο επικεφαλήςτου Partners HealthCare Personalized Medicine, ενός παραρτήματος του βιοτεχνολογικού ερευνητικού οργανισμού Partners HealthCare. Και οι δύο ανήκουν στο Harvard και εξειδικεύονται στη Βιοτεχνολογία και στη Γονιδιωματική. Ιδρύθηκαν από δύο πανεπιστημιακά νοσοκομεία του Harvard, το Brigham and Women’s και το Massachusetts General Hospital. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Partners HealthCare, πρόκειται για “τα μεγαλύτερα ανεξάρτητα νοσοκομεία, παραλήπτες χρηματοδοτήσεων έρευνας από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (NIH) στις Ηνωμένες Πολιτείες”. 

Για τη χρήση της λέξης «ανεξάρτητα» έχουμε κάποιες ενστάσεις. Για την αλήθεια του υπόλοιπου της πρότασης δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε. Η Τράπεζα Βιολογικού Υλικού τους έχει λάβει από το ΝΙΗ πάνω από 80 εκατομμύρια δολάρια. Μέχρι το 2019 κατείχε γενετικό υλικό από πάνω από 100.000 ανθρώπους. Δραστηριοποιείται σε διάφορες χώρες, από το 2017 και στην Κίνα. Το 2016 το Partners HealthCare Personalized Medicine έλαβε από το ΝΙΗ 73 εκατομμύρια δολάρια για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα All of Us, ένα βιοτεχνολογικό πρόγραμμα συλλογής γενετικού υλικού από πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους των ΗΠΑ, το οποίο ξεκίνησε το 2018 και προβλέπεται να διαρκέσει τουλάχιστον δέκα χρόνια.

Στην ιστοσελίδα του Partners HealthCare Personalized Medicine αναφέρεται για κάποιο λόγο ότι “το κέντρο ιδρύθηκε το 2001, πριν από τη λήξη του Προγράμματος (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος ”. Ο ίδιος ο οργανισμός, μέσω της ιστοσελίδας του, συνδέεται με το Πρόγραμμα αυτό. Από το 2005 το Ηarvard τρέχει παράλληλα το δικό του φιλόδοξο πρόγραμμα ανάγνωσης ανθρώπινου γονιδιώματος, το Harvard Personal Genome Project (Harvard PGP). Μέχρι το 2017 είχε στα χέρια του 10.000 δείγματα γενετικού υλικού. Ο στόχος του είναι να φτάσει τα 100.000 δείγματα. Το γεγονός ότι το Harvard έχει το δικό του πρόγραμμα ανθρώπινου γονιδιώματος είναι ενδεικτικό της ισχύος του. Παράλληλα δείχνει τη σημασία που δίνει αυτό το κέντρο εξουσίας στη βιοτεχνολογία και στη χρήση της μηχανικής γενετικής για τη χειραγώγηση του γονιδιώματος, την επέμβαση στους μηχανισμούς της φύσης και τη δημιουργία υβριδικών μορφών ζωής.

Το Ηarvard χρειαζόταν γενετικό υλικό, τόσο για το δικό του πρόγραμμα ανάγνωσης ανθρώπινου γονιδιώματος, όσο και για το παγκόσμιο στο οποίο ήταν πρωτεργάτης, αλλά παράλληλα και για την εμπορευματοποίηση του στους τομείς της βιοτεχνολογίας και ιατρικής. O Weiss μίλησε για τον Xu σε έναν πρώην ερευνητή και καθηγητή γενετικής στο Harvard, τον Geoffrey Duyk. Του είπε ότι ο Xu είχε επαφές στην Κίνα και ότι θα ήταν μία καλή ευκαιρία για μαζική συλλογή γενετικού υλικού στην απομονωμένη επαρχία Anhui από την οποία καταγόταν και είχε μεγαλώσει ο Xu, με πληθυσμό πάνω από 62 εκατομμύρια κατοίκους. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν αδύνατο χωρίς τη συμμετοχή ενός Κινέζου επιστήμονα που «γνώριζε τα κατατόπια» και που σύμφωνα με τον Weiss “είχε την ικανότητα να κινητοποιεί ανθρώπους”. Ο Xu ήταν ο άνθρωπός τους. Σύντομα θα γινόταν η εμπροσθοφυλακή τους.

  
Και ο Duyk συνδέεται άμεσα με το Πρόγραμμα (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος (Human Genome Project, HGP). Είχε συνεργαστεί και συνεχίζει να συνεργάζεται με το  Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (NIH) των ΗΠΑ σε διάφορους τομείς, ο βασικότερος από τους οποίους είναι το ΗGP. Μάλιστα είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου που διεξάγει το Πρόγραμμα. Έχει υπάρξει σύμβουλος σε μεγάλους αμερικανικούς οργανισμούς βιοτεχνολογίας και μέλος, διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος τουλάχιστον έντεκα μεγάλων εταιρειών του κλάδου αυτού.

Ακριβώς εκείνη την εποχή έφυγε από το Harvard και πήγε στη μεγάλη εταιρεία βιοτεχνολογίας Millennium Pharmaceuticals, στην οποία έφτασε να γίνει αντιπρόεδρος του Τμήματος Γονιδιωματικής. Και η Millennium εμπλέκεται άμεσα στο Πρόγραμμα. Τo 1994, όταν ήδη είχε επιστρέψει η πρώτη αποστολή του Harvard από την Κίνα (όπως θα δούμε πιο κάτω), κλείνει πενταετή συμφωνία 70 εκατομμυρίων δολαρίων με την Hoffmann-La Roche για παρασκευή φαρμάκων για τον διαβήτη τύπου Β και την παχυσαρκία. Τo Δεκέμβριο του 1994 η Millennium κλείνει συμφωνία με το Harvard για την προμήθεια δεκάδων χιλιάδων δειγμάτων αξιόπιστου γενετικού υλικού. 
Για τα πρώτα 500 δείγματα DNA (400 από ασθματικούς και 100 από μη ασθματικούς) θα πληρώσει ένα εκατομμύριο δολάρια στο Ηarvard. Το Μάιο του 1996 η συμφωνία επεκτείνεται μέχρι το 1999 για ακόμα 1.180 δείγματα από ασθενείς με άσθμα. Γι’ αυτά το Harvard πήρε τρία εκατομμύρια δολάρια. Εκείνη την εποχή προχωρούσαν οι αιμοληψίες στην Κίνα και η Millennium δεν έχασε την ευκαιρία να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό για τους σκοπούς της.

Έχοντας εξασφαλισμένα ήδη τα πρώτα δείγματα από την Κίνα, η Millennium θα κάνει το επόμενο βήμα λίγους μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο του 1995: Κλείνει συμφωνία με τη σουηδική φαρμακευτική Astra AB ύψους 53,3 εκατομμυρίων δολαρίων για παρασκευή φαρμάκων για αρρώστιες του αναπνευστικού συστήματος, μεταξύ των οποίων το άσθμα. Μετά από αυτή τη συμφωνία το Harvard εισέπραξε άλλη μία χρηματοδότηση τριών εκατομμυρίων δολαρίων για πέντε χρόνια από το Υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ. Να σημειώσουμε εδώ ότι η Millennium είχε χρηματοδοτήσει και άλλα προγράμματα του Harvard για άλλες ασθένειες.

Η συμφωνία μεταξύ Millennium και Harvard γίνεται γνωστή τον Ιούλιο του 1995. Σε ένα δημοσίευμα του επιστημονικού περιοδικού Science γίνεται λόγος για 200.000 δείγματα αίματος από την Κίνα. Τώρα πια Ηarvard, Millennium, Astra και Roche είχαν μπει για τα καλά στο παιχνίδι, και στο τραπέζι είχε πέσει άφθονο χρήμα. «Ερευνητές», βιοτεχνολόγοι και φαρμακοβιομήχανοι ήταν έτοιμοι για δράση. Ο κύκλος της βιοπειρατείας είχε συμπληρωθεί.

Αμέσως μετά τη συμφωνία, τον Απρίλιο του 1996, θα μπει στο χρηματιστήριο. Από την αρχική δημόσια προσφορά μετοχών της θα κερδίσει 54 εκατομμύρια δολάρια. Το Μάιο του 1995, πριν μπει στο χρηματιστήριο, η τιμή της μετοχής της ήταν 4 δολάρια. Το Μάρτιο του 1998 έφτασε στα 19,75 δολάρια και πέντε χρόνια αργότερα, το Νοέμβριο του 2000 είχε εκτιναχτεί στα 89 δολάρια. Λίγο πριν φτάσει στο ιστορικό υψηλό της είχε αποσυρθεί από την επιχείρηση βιοπειρατείας (βλ. παρακάτω). Μετά την αποχώρηση της η τιμή της μετοχής της άρχισε να πέφτει. Σε κάποια δημοσιεύματα διαβάσαμε εικασίες για υψηλά στην ιεραρχία στελέχη της που έβγαλαν πολλά εκατομμύρια δολάρια εκείνη την εποχή, πουλώντας μετοχές της εταιρείας. Όλη την πορεία της μετοχής της από το 1995 ως σήμερα μπορείτε να τη δείτε εδώ.

  
Όταν το Harvard και ο Xu είχαν τα πρώτα δείγματα γενετικού υλικού στα χέρια τους, ο Xu έθεσε σε λειτουργία διάφορα προγράμματα γενετικής ή γενικά βιοϊατρικής φύσης, μαζί με άλλους επιστήμονες των ερευνητικών κέντρων του Harvard. Όπως παρατηρεί ο Sun-Wei Guo, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Σαγκάης, ο Xu ήταν ο κύριος ερευνητής σε εννέα ερευνητικά προγράμματα ταυτόχρονα. Και τα εννέα χρηματοδοτήθηκαν από το Εθνικό Κέντρο Υγείας (ΝΙΗ) των ΗΠΑ. Μιλάμε για ερευνητικούς τομείς πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, όπως μια συγκεκριμένη κατηγορία άσθματος, η οστεοπόρωση, ο εθισμός στη νικοτίνη, η υπέρταση, κτλ. Με μια δόση ειρωνείας το γεγονός αυτό ο Guo το βρίσκει “ασυνήθιστο (extraordinary) και σίγουρα συγκλονιστικό (breathtaking)…ειδικά για ένα νέο πανεπιστημιακό χωρίς προηγούμενο ερευνητικό ιστορικό”. Νομίζουμε ότι το πιάσαμε το υπονοούμενο… Από το 1996 ως το 2008 τα προγράμματα του έλαβαν συνολικά δέκα εκατομμύρια δολάρια από το ΝΙΗ και από ιδιωτικά ιδρύματα. 
Νομίζουμε ότι περιττεύει η ερώτηση τι γενετικό υλικό χρησιμοποίησε σε αυτά τα προγράμματα. Με το ίδιο ύφος ο Guo συνεχίζει για τον Xu: “Αναγνωρίζοντας το ακαδημαϊκό του δυναμικό και τo αναπτυσσόμενο πεδίο (έρευνας) στο οποίο κινείτο, το 1996 η Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου του Harvard προήγαγε τον Xu σε Αναπληρωτή Καθηγητή και τον έκανε επίσης Διευθυντή του νεοσύστατου Προγράμματος Γενετικής Πληθυσμού της Σχολής”. Γιατί όχι;Το «εργαλείο» που λεγόταν Xu έφερνε χρήμα τότε…

Η σύμπραξη του Harvard με τη Millennium έγινε αρκετά γρήγορα και εύκολα, επειδή, εκτός από τον Duyk, το Harvard είχε το δικό του άνθρωπο σε θέση-κλειδί στην εταιρεία, τον EricLander, έναν από τους τέσσερις ιδρυτές της Millennium. Όταν μιλάμε για ιδρυτές συνήθως αναφερόμαστε σε φυσικά πρόσωπα, ξεχνώντας να αναφέρουμε τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που βρίσκονται πίσω από αυτά. Πίσω (και) από τον Lander βρίσκεται ο όμιλος του Ηarvard.

Ο Lander δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο. Είχε σπουδάσει Μαθηματικά και Οικονομικές Επιστήμες στο Harvard, αλλά μετά τον τράβηξε κι αυτόν η Βιολογία και η Γενετική. Εκεί ήταν το χρήμα… Είναι καθηγητής, ερευνητής και πρόσωπο κλειδί στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Harvard. Δεν είναι ένας οποιοσδήποτε επιστήμονας. 
Ας αναφέρουμε μερικά μόνο στοιχεία που τεκμηριώνουν τη διαπίστωση αυτή. Πολλά περισσότερα μπορείτε να βρείτε στο βιογραφικό του και σε σχετικά άρθρα στο ίντερνετ. Ήταν σύμβουλος του Ομπάμα σε θέματα Επιστημών και Τεχνολογίας. Το 2008 ήταν ένας από τους δέκα επιστήμονες στο κόσμο στους τομείς της Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής, των οποίων τα επιστημονικά άρθρα είχαν χρησιμοποιηθεί από άλλους επιστήμονες. Από το 2009 ως το 2010 ήταν στο επίπεδο αυτό ο κορυφαίος στον κόσμο σε όλους τους επιστημονικούς τομείς, σύμφωνα με το εγκυρότερο καθεστωτικό επιστημονικό παρατηρητήριο Thomson Reuters’ Science Watch. Για την περίοδο 2011-2012 ήταν μέσα στους εικοσιένα κορυφαίους στον τομέα της Γονιδιωματικής σε όλο τον κόσμο. Είναι επίσης ο επικεφαλής στο Πρόγραμμα (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος (Ηuman Genome Project, HGP).

Το 2003 το Harvard αναβαθμίζει το βιοτεχνολογικό ερευνητικό του κέντρο Whitehead Institute, και ιδρύει τον ιατρικό, βιολογικό και βιοτεχνολογικό κολοσσό «Eli and Edythe L. Broad Institute of MIT and Harvard». Και τα δύο ερευνητικά κέντρα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην υλοποίηση του Προγράμματος (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος (Human Genome Project, HGP). Μιλάμε για ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα στον κόσμο, αν όχι το μεγαλύτερο. Σύμφωνα με το Thomson Reuters’ ScienceWatch, το 2014 οι τέσσερις από τους πέντε σημαντικότερους ερευνητές στον τομέα της Γονιδιωματικής εργάζονταν στο Broad Institute. Επίσης, όλοι οι επικεφαλής του HGP δουλεύουν εκεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία της διεθνούς βάσης επιστημονικών δεδομένων International Scientific Ιndexind (ISI), ανάμεσα στους 250 σημαντικότερους επιστήμονες παγκοσμίως (σε όλους τους επιστημονικούς τομείς) οι 28 εργάζονται στο Broad. Ο Lander και άλλοι τρεις επιστήμονες του Broad είναι μέλη της Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (National Academy of Sciences, NAS). Αυτά είναι μερικά από τα πάμπολλα ενδεικτικά στοιχεία του σημαντικότατου ρόλου του Harvard σε όλους τους τομείς της λειτουργίας του.

  
Στον επίσημο τίτλο του Broad Institute φιγουράρει το όνομα του Eli Broad και της γυναίκας του. O Broad είναι ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον πλανήτη. Στη γνωστή λίστα του Forbes με τους πιο πλούσιους στις ΗΠΑ και στον κόσμο, το 2019 ήταν ο 233ος πιο πλούσιος στον κόσμο και ο 78ος στις ΗΠΑ. Από την ίδρυση του το 2003 μέχρι το 2016 o Broad θα δωρίσει στο Ινστιτούτο του Harvard 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Επειδή όμως το Broad Institute έχει πολλά έξοδα και το καημένο «δε βγαίνει» μόνο με τα λεφτά των Broad, το αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (NIH) συνεισφέρει και αυτό τον οβολό του, δίνοντας του από το 2015 μέχρι σήμερα κάτι παραπάνω από 840 εκατομμύρια δολάρια. 

To 2012 το ίδρυμα «Klarman Family Foundation» κάνει μία δωρεά 32,5 εκατομμύριων, το 2017 η εταιρεία Deerfield Management Co δίνει άλλα 50 εκατομμύρια, και το 2013 οι γείτονες μεξικάνοι, μέσω του ιδρύματος «Fundación Carlos Slim», δίνουν άλλα 50 εκατομμύρια, προς όφελος πάντα της Έρευνας και της Επιστήμης. 
Μικροποσά συγκρινόμενα με τα 650 εκατομμύρια που θα δώσει το 2014 το ίδρυμα «Stanley Family Foundation». Αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες δωρεές που έχουν γίνει ποτέ παγκοσμίως για «λόγους επιστημονικής έρευνας». Διευκρινίζουμε ότι τα ποσά αυτά αναφέρονται σε δωρεές που έχουν γίνει μόνο στο Broad Institute και όχι σε όλον τον όμιλο επιχειρήσεων του Harvard.

Ο κάθε δωρητής έχει δικαίωμα να θέσει όρους σχετικούς με τη χρήση του ποσού της δωρεάς που μπορεί να κάνει το ίδρυμα που δέχεται τη δωρεά. Συνήθως οι δωρητές βάζουν όρους σε ένα ποσοστό της δωρεάς. Το υπόλοιπο ποσό το διαχειρίζονται οι οικονομικές υπηρεσίες του ιδρύματος όπως γουστάρουν, συνήθως επενδύοντας το στο χρηματιστήριο ή στη χρηματοοικονομική αγορά γενικά. Τα τεράστια ποσά που επενδύει το Harvard το κατατάσσουν εδώ και πολλά χρόνια στην κορυφή των πανεπιστημίων-επενδυτών παγκοσμίως.

Όλα αυτά τα λεφτά που αναφέραμε πιο πάνω ήταν καθαρά, πεντακάθαρα, δηλαδή επισήμως ανακοινωμένα και κυρίως αφορολόγητα, μέχρι το 2017. Το έτος αυτό άλλαξε η νομοθεσία των ΗΠΑ βάσει της οποίας το Harvard θεωρείτο μη κερδοσκοπική επιχείρηση και υπαγόταν σε μία ειδική κατηγορία επιχειρήσεων που απαλλάσσονταν από φόρους. Από τότε πληρώνει φόρους στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ, όχι όμως στην τοπική κυβέρνηση της πολιτείας που ανήκει. Δεν το χάλασε πολύ το Harvard αυτό. Το 2018 ο ισολογισμός που παρουσιάστηκε επίσημα από το Ίδρυμα είχε πλεόνασμα 196 εκατομμυρίων δολαρίων, 82 εκατομμύρια περισσότερα από το 2017, ενώ το 2019, σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στοιχεία, του περίσσεψαν 298 εκατομμύρια δολάρια. Λεφτά υπάρχουν…

Από τα παραπάνω πιστεύουμε ότι γίνεται σαφές πως το Harvard δεν πήγε στην Κίνα τυχαία, ή για να συλλέξει μερικές χιλιάδες δείγματα για το άσθμα ή και την παχυσαρκία. Τα πρόσωπα και οι εταιρείες που εμπλέκονται στην υπόθεση, ο τρόπος που αυτή οργανώθηκε και η συγκυρία στην οποία έγινε, είναι ενδείξεις μίας μεθοδευμένης επιχείρησης βιοπειρατείας, πολύ μεγαλύτερης κλίμακας από αυτήν που παρουσιάζεται στα ξένα μέσα μαζικής προπαγάνδας. Λέμε στα ξένα, επειδή στην Ελλάδα η υπόθεση αυτή δεν ακούστηκε καθόλου.


Τα ψέματα για τη χρονολογία και τη διάρκεια της επιχείρησης βιοπειρατείας

Πότε πραγματοποιήθηκε η μεγάλη επιχείρηση βιοπειρατείας; Το 1999 ο Xu και ο Weiss συνέγραψαν ένα άρθρο πάνω στη επιχείρηση που είχε γίνει στην Κίνα. Σε αυτό την οριοθέτησαν χρονικά από τον Ιούλιο του 1994 ως τον Ιανουάριο του 1998. Υποστήριξαν μάλιστα ότι είχε αποσταλεί ένα ενημερωτικό γράμμα σε καθεμία από τις 1.186 οικογένειες που, σύμφωνα με τους ίδιους, είχαν λάβει μέρος στην «έρευνα». Όμως το 1994 δεν είχαν πάρει ακόμα έγκριση από τις ελεγκτικές υπηρεσίες της Κίνας για τις έρευνες τους. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Αν λένε αλήθεια, παραδέχονται εμμέσως πλην σαφώς πως ένα μέρος της επιχείρησης το έκαναν εντελώς ανεξέλεγκτοι.

  
Τρία χρόνια αργότερα, το 2002, δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό «American Journal of Respiratory and Critical Care» μία διόρθωση της ημερομηνίας έναρξης των προγραμμάτων τους. Σε αυτήν έγραψαν ότι τα επτά ερευνητικά τους προγράμματα είχαν ξεκινήσει το Φεβρουάριο του 1995, ύστερα από σχετική έγκριση που πήραν από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες της Κίνας. Ας υποθέσουμε ότι  το πιστεύουμε. Ακόμα κι έτσι να είναι τα πράγματα, πότε άρχισαν τα υπόλοιπα προγράμματα; Για το τι έκαναν στην Κίνα πριν πάρουν την επίσημη έγκριση από τις κινεζικές κρατικές υπηρεσίες το 1995 είπαν ότι εκείνες ήταν “ανεπίσημες έρευνες” που έκαναν Κινέζοι ερευνητές, και ο Xu ήταν ο “επιστημονικός τους σύμβουλος”, τον οποίον είχαν προσλάβει ως εξωτερικό συνεργάτη…

Θα θέλαμε πολύ να τους πιστέψουμε, αλλά αυτοί οι ίδιοι μας δίνουν δικαιώματα για να τους αμφισβητήσουμε. Το 1999 ο Xu έστειλε μία επιστολή στον Greg Koski, έναν από τους διευθυντές του Partners HealthCare, το οποίο είναι ο φορέας στον οποίον ανήκουν τα νοσοκομεία του Harvard. Σε αυτήν ο Xu δίνει άλλες ημερομηνίες. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι είχε κάνει αίτηση για τη διεξαγωγή της επίσημης έρευνας στην Κίνα τον Οκτώβριο του 1994, ότι “αυτή τελικά εγκρίθηκε το Σεπτέμβριο του 1995” και “έτσι η επίσημη συνεργατική έρευνα άρχισε τον Οκτώβριο του 1995”.

Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που μας κάνουν να τους αμφισβητούμε. Στις 15 Νοεμβρίου 1994 ο Eugene Braunwald, διευθυντής σε ένα από τα νοσοκομεία του Harvard, καταθέτει αίτηση στο Υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ για να μπουν στο έντυπο δήλωσης συγκατάθεσης τα σωστά ονόματα των Ιδρυμάτων που έπαιρναν μέρος στην έρευνα. Στο έγγραφο του, το οποίο αναφέρει η Κινέζα δημοσιογράφος Lei Wiong αλλά και άλλες πηγές, αναφέρονται οι διαδικασίες της έρευνας που είχε ήδη πραγματοποιηθεί στην πολιτεία Zongyang.

Επίσης, η ίδια αναφέρει ότι το επιστημονικό περιοδικό “Harvard Public Health Review”, στο τεύχος της άνοιξης του 1995, στο άρθρο “DNA detectives” κάνει εκτενή αναφορά στα προγράμματα στην Κίνα, λέγοντας μάλιστα ότι δείγματα γενετικού υλικού ήδη αναλύονταν στα εργαστήρια της Millennium και ενός νοσοκομείου του Harvard. Αυτά τα δείγματα θα είχαν προέλθει μάλλον από εκείνες τις “ανεπίσημες έρευνες” στις οποίες ο Xu ήταν “επιστημονικός τους σύμβουλος” και το Harvard δεν είχε καμία ανάμειξη…

Στις 14 Ιουλίου 1995 η Millennium εκδίδει ένα δελτίο τύπου στο οποίο αναφέρεται ότι η έρευνα “διεξάγεται” στην Κίνα, χρησιμοποιώντας ενεστώτα χρόνο (“is being conducted”).

Η επιχείρηση βιοπειρατείας στην Κίνα

Ο Xu μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής βιοπειρατίας του Harvard έφτασαν για πρώτη φορά στην Κίνα το 1994. Εκεί τους περίμεναν οι Κινέζοι συνεργάτες τους. Ο Xu είχε κινητοποιήσει τοπικούς αξιωματούχους, γραφειοκράτες, πανεπιστημιακούς και γιατρούς για την εγγραφή («στρατολόγηση») εθελοντών και τη διεκπεραίωση της επιχείρησης. Επίσης, όπως θα δούμε πιο κάτω, υπήρχαν επαφές και διασυνδέσεις με την κεντρική εξουσία, δηλαδή με υψηλόβαθμα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος και της κυβέρνησης. Αυτές χρησιμοποιήθηκαν αργότερα όταν χρειάστηκε. Φανταζόμαστε ότι ένας σχεδόν άγνωστος τότε επιστήμονας δε θα μπορούσε να έχει τέτοιες υψηλές διασυνδέσεις. Ένα από τα μεγαλύτερα Ιδρύματα παγκοσμίως, με επαφές και γνωριμίες διαφόρων ειδών στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, έχει περισσότερες πιθανότητες να τις έχει.
  

Εκείνο το πρώτο ταξίδι έγινε για μία «πιλοτική μελέτη», όπως την ονόμασαν, δηλαδή μία συλλογή μερικών χιλιάδων δειγμάτων εν όψει του δεύτερου ταξιδιού. Δε γνωρίζουμε πόσο διήρκησε εκείνη η πρώτη αποστολή. Γνωρίζουμε ότι συμμετείχε σε αυτήν και η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Anhui. Ο Xu είχε ταξιδέψει στην Κίνα λίγα χρόνια πριν από το 1994 στην Κίνα ως ερευνητής του Harvard. Γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για εκείνο το ταξίδι. Δεν είχε κάνει αιμοληψίες τότε. Τα λίγα στοιχεία που έχουμε μιλούν για μία έρευνα σε γυναίκες που εργάζονταν σε μία κλωστοϋφαντουργία. Τα τότε αφεντικά του δεν έχουν ανακοινώσει μέχρι σήμερα κανένα στοιχείο για εκείνο το «ερευνητικό» ταξίδι.

Στην Κίνα ο Χu έστησε δύο «στρατηγεία»: ένα «ερευνητικό» κέντρο Γενετικής στο Πανεπιστήμιο του Anhui και ένα άλλο στην τοπική δομή υγείας του Anging. Οι Κινέζοι δεν έφεραν αντίρρηση στο να είναι ο Xu ο επικεφαλής και των δύο «ερευνητικών» κέντρων. Θα δελέαζαν τους φτωχούς χωρικούς, που πολλοί από αυτούς που δεν είχαν δει ποτέ τους γιατρό, με την προσφορά δωρεάν ιατρικής εξέτασης (check-up). Το check-up προϋποθέτει αιματοληψία, άρα λήψη γενετικού υλικού. Εκτός από το δωρεάν check-up δόθηκαν και υποσχέσεις για δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Φυσικά τίποτα από αυτά δεν τηρήθηκε. Οι περισσότεροι ασθενείς – όπως θα δούμε παρακάτω – δεν έλαβαν ούτε καν τα αποτελέσματα του check-up τους.

Επίσης, ενώ θεωρητικά το Harvard ενδιαφερόταν για γενετικό υλικό ασθενών με άσθμα ή παχυσαρκία, πήρε αίμα από όλους όσους προσφέρθηκαν να δώσουν για τη δήθεν ιατρική εξέταση. Την πρόφαση του άσθματος την καταλαβαίνουμε. Αυτήν της παχυσαρκίας πάλι όχι. Δεν κατανοούμε πως είναι δυνατόν ένα μεγάλο πανεπιστήμιο και μία μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία να επενδύουν σε μία επιχείρηση συλλογής γενετικού υλικού παχύσαρκων σε μία από τις πιο φτωχές περιοχές της Κίνας, όπου θερίζει ο υποσιτισμός.

Οι Κινέζοι επιστήμονες Yandong Zhao και Wenxia Zhang σε ένα άρθρο τους στο SpringerLink σημειώνουν ότι η αποζημίωση των εθελοντών με τους οποίους μίλησαν, από τα 10 δολάρια το άτομο που ήταν το προβλεπόμενο ποσό μειώθηκε αυθαίρετα από τους υπεύθυνους του προγράμματος στα 1,5-3 δολάρια που τελικά τους δόθηκε. Πιο κάτω θα δούμε ότι κάποιοι χωρικοί πήραν ακόμα λιγότερα χρήματα από αυτά. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν ιδέα ότι συμμετείχαν σε ένα πρόγραμμα γενετικής, ούτε τους δόθηκε ποτέ κάποιο έντυπο συγκατάθεσης να υπογράψουν. Επίσης, η ποσότητα αίματος στις αιμοληψίες ήταν μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη, και τα βρογχοδιασταλτικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν διαφορετικά από αυτά που είχαν δηλωθεί. Οι δύο επιστήμονες, καθώς και ο Xiong Wang σε άλλο άρθρο του, συμφωνούν ότι πριν από αυτό το πρόγραμμα, στην Κίνα είχαν γίνει από τους Αμερικανούς κι άλλες επιχειρήσεις βιοπειρατείας.

Ας δούμε μερικά περιστατικά στα οποία φαίνεται το τι πραγματικά έγινε στην Κίνα τότε και το ποιοι είναι πραγματικά όλοι αυτοί οι κύριοι που κόπτονται δήθεν για την εξέλιξη της Επιστήμης στον τομέα της Υγείας και για το καλό της ανθρωπότητας, και που κινούν τα νήματα σε Ανατολή και Δύση. Μία σύντομη παρουσίαση μερικών πτυχών αυτής της ιστορίας μπορείτε να ακούσετε στα αγγλικά από τον καθηγητή γεωπολιτικής και συγγραφέα Jeff Brown, εδώ.
  

Το πρόγραμμα που “φαινόταν επίσημο”

Την άνοιξη του 1995 στην πολιτεία Zongyang της επαρχίας Anhui ένας κρατικός υπάλληλος ειδοποίησε τον τοπικό πληθυσμό ότι θα μπορούσαν να κάνουν όλοι δωρεάν ιατρικό έλεγχο (check-up) και σε περίπτωση διάγνωσης κάποιας ασθένειας θα είχαν δωρεάν φαρμακευτική περίθαλψη. Θα έπρεπε να πάνε με δικό τους μέσο σε ένα συγκεκριμένο ιατρικό κέντρο, όμως τους είπαν ότι θα τους καλύπτονταν τα έξοδα μετακίνησης και διατροφής.

Ο Da’niu Zhang, πατέρας μιας οικογένειας με τέσσερα παιδιά, υπέφερε για είκοσι χρόνια από άσθμα.  Πήρε την απόφαση να πάει όλη η οικογένεια μαζί στο ιατρικό κέντρο, σε μία πόλη αρκετά μακριά από το χωριό τους. Όταν έφτασαν εκεί και ήρθε η σειρά του να εξεταστεί, του ζήτησαν να ανοίξει το στόμα του και τότε του έριξαν ένα σπρέι μέσα στο στόμα. Του κόπηκε η αναπνοή και έχασε τις αισθήσεις του: “Έδειχνε να είναι νεκρός”.  Οι Κινέζοι γιατροί πανικοβλήθηκαν, του έκαναν μία ένεση και του χορήγησαν οξυγόνο. Οι γιατροί αυτοί ήταν από διάφορες επαρχίες της Κίνας και μιλούσαν διαφορετικές διαλέκτους που δεν μπορούσε να καταλάβει η οικογένεια από την επαρχία Anhui.

Ο άνθρωπος έμεινε αναίσθητος και ξύπνησε μετά από πολλές ώρες. Ήταν πολύ άρρωστος αλλά δεν του προσφέρθηκε καμία περίθαλψη. Κάποιος από τους γιατρούς του υποσχέθηκε ότι θα του έστελνε ένα φάρμακο, το οποίο όμως δεν έλαβε ποτέ. Το επόμενο πρωί πήραν το τραίνο και γύρισαν στο χωριό τους. Μάλιστα δεν τους δώσανε ούτε τα έξοδα μετακίνησης που τους είχαν υποσχεθεί. Τους είπανε ότι με αυτά καλύφθηκαν “τα ιατρικά έξοδα της διάσωσης του”.

Η κατάστασή του επιδεινώθηκε το επόμενο διάστημα. Δεν μπορούσε να σηκωθεί και να περπατάει μόνος του. Κάθε φορά που χρειαζόταν να το κάνει, έπρεπε να τον βοηθήσει και να τον υποβαστάζει η γυναίκα του. Οχτώ χρόνια μετά, το 2003 δύο Κινέζοι δημοσιογράφοι του πήραν συνέντευξη, στην οποία διηγήθηκε τα γεγονότα που περιγράφουμε εδώ. Ακόμα και τότε υπέφερε πολύ, πονούσε και δυσκολευόταν να κοιμηθεί την εποχή που στην Κίνα έχει υψηλά επίπεδα υγρασίας.

Ο Zhang είπε ότι κανείς δεν τους είχε προειδοποιήσει για τους πιθανούς κινδύνους της εισπνοής του σπρέι. Επίσης, κανείς δεν τους έδωσε τα αποτελέσματα της ιατρικής εξέτασης στην οποία υποβλήθηκαν αυτός και η οικογένεια του, ούτε φυσικά τους είπαν για ποιο σκοπό θα χρησιμοποιούνταν τα δείγματα αίματος που τους πήραν.

Ο Zhang Funian ήταν γιατρός στην πόλη Lianhu. Το 2003 μίλησαν μαζί του Κινέζοι δημοσιογράφοι. Τους είπε ότι γνώριζε πως οι αιμοληψίες γίνονταν για κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα του Harvard, αλλά δε θέλησε να πει ποιο ήταν το πρόγραμμα αυτό. Τον Απρίλιο του 1995 οι αξιωματούχοι της περιοχής είχαν πει στους γιατρούς να γνωστοποιήσουν στους ασθενείς με άσθμα ότι θα είχαν τη δυνατότητα να κάνουν μία δωρεάν ιατρική εξέταση, ότι θα αυτό θα ήταν καλό γι’ αυτούς και ότι θα τους έδιναν δωρεάν φάρμακα. Στην αρχή είχε αμφιβολίες για όλη αυτή τη διαδικασία, αλλά μετά του έφυγαν, “αφού φαινόταν να έχει επίσημη έγκριση”. Ο γιατρός είπε ότι δεν ήταν παρών στην εξέταση αλλά ήξερε ότι «κανένας από τους αγρότες δεν ενημερώθηκε για τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα του» τσεκ-απ «, ούτε του δόθηκε να συμπληρώσει κάποιο έντυπο δήλωσης συγκατάθεσης».
   
Ο Funian έφτιαξε μία λίστα με τα ονόματα και το ιατρικό ιστορικό όλων των ασθματικών κατοίκων της πόλης. Για την εργασία του αυτή το ημερομίσθιο του ήταν περίπου 1,5 δολάριο, όσο το ημερομίσθιο ενός ανειδίκευτου εργάτη. Σημειώνουμε ότι κάποιος που έπαιρνε αυτά τα χρήματα στην Κίνα εκείνη την εποχή ήταν κάτω από τα όρια της φτώχειας, αν δεν είχε άλλες πηγές βιοπορισμού. Τα τεράστια ποσά που επενδύονταν στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή στην υπόθεση βιοπειρατείας ήταν παντελώς άγνωστα στους Κινέζους χωρικούς. Ο Funian είπε σχετικά με αυτό: “Ειλικρινά δεν ξέραμε τίποτα για το πόσα χρήματα έβαλαν σε αυτό. Σε κάθε αγρότη που συμμετείχε στο check-up, δε δόθηκαν περισσότερα από τρία γιουάν (0,375 δολάρια ΗΠΑ)”.

Στην ίδια συνέντευξη είπε ότι είχε πολλές απορίες και πολλά ερωτήματα γύριζαν μέσα στο κεφάλι του για το τι είχε γίνει τότε. Όταν τον ρώτησαν αν είχε απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, απάντησε: “Μακάρι να είχα σπουδάσει στο Harvard για να μπορούσα να τα απαντήσω”.

“Ίσως κάποιες υποσχέσεις που δόθηκαν να μην τηρήθηκαν»

Στην πολιτεία Toutuo ο καθηγητής αγγλικών Chen Hong  δήλωσε στους δημοσιογράφους της Washington Post που πήγαν στην Κίνα για να ερευνήσουν τι είχε γίνει στην υπόθεση, ότι εκτός από αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι ασθενείς που θα συμμετείχαν στην έρευνα (μεταξύ 1996 και 1997 στην επαρχία αυτή) θα έπαιρναν μία εκπτωτική κάρτα για ένα πρόγραμμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που θα πραγματοποιείτο μετά την ιατρική εξέταση. Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν πήρε ποτέ ούτε την κάρτα, ούτε τα αποτελέσματα της εξέτασης, ούτε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για την αντιμετώπιση της ασθένειας του.

Ένας από τους περίπου 1.500 ανθρώπους που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν ο Wang Mengfeng. Του πήραν αίμα, του διαγνώστηκε γαστρίτιδα, όμως μετά την αιμοληψία, όταν πήγε στο ιατρικό κέντρο, το προσωπικό του είπε ότι αδυνατούσε να του παρέχει κάποια θεραπεία στα πλαίσια του προγράμματος, επειδή δεν τους είχαν δώσει την επιχορήγηση που τους είχαν υποσχεθεί. Επειδή η κατάσταση της υγείας του ήταν σοβαρή, η οικογένεια του δανείστηκε χρήματα για τη θεραπεία. Όταν αυτά τελείωσαν, σταμάτησε η θεραπεία και πέθανε στα 34 του.

Ο Zheng Guanghu, διευθυντής στο τοπικό ιατρικό κέντρο όπου έγινε η αιμοληψία, είπε στην Washington Post ότι το πρόγραμμα ήταν επιτυχές… Ο Xu απάντησε ότι δεν πήρε δείγματα αίματος από εκεί και ότι “ίσως κάποιες υποσχέσεις που δόθηκαν να μην τηρήθηκαν… Εγώ δεν είχα καμία σχέση με αυτό. «. Κατόπιν, ο Guanghu έστειλε ένα φαξ στην εφημερίδα, στο οποίο δήλωνε ότι ο Xu δεν είχε καμία ανάμειξη με το θέμα. Στην εφημερίδα έφτασε και ένα δεύτερο φαξ, από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Anhui. Το Πανεπιστήμιο ενημέρωνε την εφημερίδα ότι οι κάτοικοι της πολιτείας ανακρίθηκαν για την “παράνομη επίσκεψη που δέχθηκαν” και υποστήριζε αόριστα ότι κανένας κάτοικος δεν εξέφρασε κανένα παράπονο: “Όλοι οι συμμετέχοντες έμειναν ικανοποιημένοι από αυτό το πρόγραμμα και ευχαρίστησαν τις τοπικές υπηρεσίες υγείας για το ενδιαφέρον που έδειξαν για την κατάσταση της υγείας τους”.

Από τη διατύπωση και μόνο καταλαβαίνει κανείς ότι λένε ψέματα. Δεν εξήγησαν όμως οι Κινέζοι επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Anhui γιατί αποκάλεσαν παράνομες τις επαφές της εφημερίδας με τους ασθενείς, ποιος ανέκρινε τους κατοίκους και με ποια δικαιοδοσία. Στο μόνο που τους πιστεύουμε είναι στο ότι κανένας από τους κατοίκους δεν εξέφρασε κανένα παράπονο στην ανάκριση. Ας τολμούσε…
   
Οι απαντήσεις του Xu είναι εξίσου γελοίες. Αποποιείται των ευθυνών του ενώ ήταν ο άμεσα υπεύθυνος, καθώς ήταν ο επίσημος επικεφαλής ερευνητής όλων των προγραμμάτων. Αφού τότε είχε πλάτες και στην Κίνα και στις ΗΠΑ, μπορούσε να λέει, και σε ένα βαθμό και να κάνει, ό,τι γουστάρει. Μετά – όπως θα δούμε πιο κάτω – άλλαξαν τα πράγματα. Όσο για τον Guanghu, είναι ένα κλασικό παράδειγμα σκυλιού πιστού στο αφεντικό του. Γι’ αυτή του τη στάση λίγα χρόνια μετά θα ανταμειφθεί από το Καθεστώς και θα προαχθεί σε πρύτανη του Πανεπιστημίου της πολιτείας Yuexi.

“Το διασκέδαζαν οι άνθρωποι”

Και στην πολιτεία Huaining της επαρχίας Anhui οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα είπαν ότι δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις που τους δόθηκαν. Όταν το 1996 μερικοί Αμερικανοί ερευνητές, απόφοιτοι πανεπιστημίων κοινωνικών επιστημών, στα πλαίσια μιας μελέτης μίλησαν με ανθρώπους που είχαν πάρει μέρος στο πρόγραμμα, διαπίστωσαν ότι πολλοί αρνούνταν να τους μιλήσουν, εξαιτίας της κακής εμπειρίας που είχαν με την έρευνα του Harvard. Δεν τους εμπιστεύονταν. 

Ένας από ερευνητές είπε ότι ένας από τους κατοίκους της πολιτείας είχε πει ότι “είχε υποβληθεί σε μία ιατρική εξέταση (check–up) και δεν ενημερώθηκε ποτέ για το αποτέλεσμα της. Αισθάνθηκε χρησιμοποιημένος και εξαπατημένος”. Μία άλλη ερευνήτρια μίλησε για την περίπτωση μίας γυναίκας που «αρνήθηκε να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί μας υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα κι αν την απειλούσαμε με ένα όπλο κολλημένο στο κεφάλι της… (Τότε) είχε ζητήσει ιατρική βοήθεια για τον ανήλικο γιο της (που έπασχε από άσθμα) αλλά η βοήθεια αυτή δεν ήρθε ποτέ».

Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Robert Weller του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, ο οποίος πήρε μέρος στη μελέτη, ο Xu και τα μέλη της ερευνητικής του ομάδας έδωσαν δύο διαφορετικές εκδοχές για τον τρόπο που είχε γίνει η στρατολόγηση των εθελοντών. Η μελέτη του Weller δεν ολοκληρώθηκε επειδή η βάση δεδομένων του Xu πάνω στην οποία θα γινόταν η μελέτη ήταν “προβληματική”.

Ο Xu απάντησε σε αυτό ότι δεν είχε λάβει κανένα παράπονο και ότι μετά τη δημοσίευση του θέματος στη Washington Post έστειλε δύο ερευνητές να μιλήσουν με δέκα συμμετέχοντες, αλλά κανένας από αυτούς δεν θυμόταν κάτι για υποσχέσεις για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μετά την ιατρική εξέταση. Η απορία μας είναι γιατί, αντί να λέει αυτές τις γενικολογίες, δε διευκρινίζει με στοιχεία τι ακριβώς είχε υποσχεθεί γραπτώς στους ασθενείς και γιατί δεν έδειξε τα έντυπα δήλωσης συγκατάθεσης που υποστηρίζει ότι είχαν συμπληρωθεί, όταν του ζητήθηκαν.

Το θέμα όμως επεκτάθηκε και στους Κινέζους γιατρούς που είχαν προσληφθεί για την πραγματοποίηση του προγράμματος. Ο Andy Kuo, συνεργάτης του Xu στο διάστημα 1996-1998, επιβεβαίωσε ότι οι συμμετέχοντες είχαν λάβει υποσχέσεις για δωρεάν ιατρική περίθαλψη. Είπε ότι οι γιατροί στο νοσοκομείο Haikou της πολιτείας αυτής έψαχναν τον Xu για να τους δώσει τα αποτελέσματα των εργαστηριακών μετρήσεων των δειγμάτων αίματος, όμως ποτέ δεν τους δόθηκε τίποτα. Ένας από τους γιατρούς είπε ότι “είχανε πει στους συμμετέχοντες πως θα λάβουν δωρεάν φαρμακευτική περίθαλψη και ιατρική παρακολούθηση σε χαμηλές τιμές, όμως το ερευνητικό πρόγραμμα ποτέ δεν μας έδωσε τα χρήματα για να το πραγματοποιήσουμε”.
   
Το πρόγραμμα του Harvard άλλαξε προς το χειρότερο τις σχέσεις των τοπικών γιατρών και του πληθυσμού της επαρχίας. Στην αρχή ήταν τα τοπικά ιατρικά κέντρα αυτά που «στρατολογούσαν» τους εθελοντές. Όταν ο κόσμος άρχισε να καταλαβαίνει τι τρέχει, σταμάτησε η ροή των εθελοντών. Τότε τα νοσοκομεία στράφηκαν προς το Κομουνιστικό Κόμμα και την Κυβέρνηση για να βγάλουν αυτοί το φίδι από την τρύπα. Τότε το σύστημα «στρατολόγησης» εθελοντών άλλαξε. Ένας από τους τοπικούς γιατρούς διευκρινίζει το πως: “Αν δεν θέλουν να συμμετάσχουν, αξιωματούχοι κατεβαίνουν στα χωριά, τους κάνουν πλύση εγκεφάλου (thought work) και τους παρακινούν για να συμμετάσχουν”.  Καταλαβαίνουμε ότι αυτό το thought work μπορεί να έχει πολλά επίπεδα πίεσης, ειδικά στις απομονωμένες επαρχίας της Κίνας.

Μετά από όλα αυτά, οι Υπηρεσίες Ασφαλείας της επαρχίας απαγόρευσαν σε όσους εμπλέκονταν στο ερευνητικό πρόγραμμα να μιλάνε γι’ αυτό σε εξωτερικούς παράγοντες. Ο Xu έστειλε ένα μέιλ στην Washington Post στο οποίο έγραψε ότι οι γιατροί του νοσοκομείου της πόλης Haikou ανακρίθηκαν και δήλωσαν ότι είχαν πει ψέματα σχετικά με τη μη παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους συμμετέχοντες. Το μετάνιωσαν, είπε, αυτό που είχαν κάνει: “Οι γιατροί αυτοί έχουν μετανιώσει τώρα για οποιαδήποτε αναληθή απάντηση που μπορεί να είχαν δώσει τότε με αφελή τρόπο”. Στα περί «thought work» δεν απάντησε. Παρέπεμψε το θέμα στον εκπρόσωπο Τύπου του Harvard, Robin Herman. Αυτός είπε αυτά που έπρεπε να πει, ότι δηλαδή δεν είχε πέσει στην αντίληψη του κάτι σχετικό και ότι κανένας ερευνητής του Harvard δεν έχει σχέση με τέτοια πράγματα…

Η Washington Post αναφέρει ότι ο άλλος «ερευνητής» του Harvard, ο Geoffrey Duyk, είπε ότι οι εθελοντές συμμετείχαν στο πρόγραμμα λόγω της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και από περιέργεια. Πρόσθεσε ότι “το διασκέδαζαν οι άνθρωποι. Ήταν μία πολύ απομονωμένη επαρχία. Μόνο και μόνο η συμμετοχή σε κάτι τέτοιο ήταν κάτι ενδιαφέρον γι’ αυτούς”. Από περιέργεια λοιπόν ταξίδεψαν για ώρες ή μέρες αυτοί οι φτωχοί και ξεχασμένοι άνθρωποι, για να μην πάρουν τελικά ούτε φάρμακα για τις ασθένειες τους, ούτε καν τα αποτελέσματα της εξέτασης αίματος. 
Και ήταν διασκεδαστικό να υποφέρουν, να επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας τους και μερικοί να πεθαίνουν αβοήθητοι, την ίδια ώρα που οι κυνηγοί γονιδίων και τα αφεντικά τους το διασκέδαζαν στις πολυτελείς επαύλεις τους και έκαναν σχέδια για τη βιολογικοποίηση και χειραγώγηση της ανθρώπινης ζωής. Για υποκείμενα όπως αυτός μπορεί να είναι διασκεδαστικό. Εμάς, προς το παρόν, μας φαίνεται απάνθρωπο. Αν στο μέλλον μας μεταλλάξουν γενετικά τα αφεντικά του, ποιος ξέρει, μπορεί να γίνουμε σαν κι αυτόν και να αλλάξουμε γνώμη.

“Ο γιατρός δε φαινόταν, ήταν πίσω από την κουρτίνα”

Το Νοέμβριο του 1996 και το Μάρτιο του 1997 μία τετραμελής οικογένεια από έναν οικισμό στην πολιτεία Yan Yuexi της επαρχίας Anhui πήρε δύο φορές μέρος στο πρόγραμμα. Πέντε χρόνια αργότερα οι δημοσιογράφοι Xiong Lei και Wang Yan, μαζί με το διευθυντή της Δημοτικής Δομής Υγείας του Anging, μίλησαν μαζί τους για το τι είχε συμβεί τότε. Χρειάστηκε να ταξιδέψουν πολλές ώρες με αυτοκίνητο και να περπατήσουν δύο ώρες μέσα από δύσβατα ορεινά μονοπάτια για να φτάσουν στον απομονωμένο οικισμό όπου ζούσε η οικογένεια. Ο αρχικός σκοπός των δημοσιογράφων ήταν να διαπιστώσουν σε ποιο βαθμό ήταν ενήμεροι οι κάτοικοι της πολιτείας που είχαν συμμετάσχει τότε στο πρόγραμμα για τους σκοπούς του. Όταν έφτασαν στην πόλη Toto και επισκέφτηκαν το τοπικό ιατρείο, διαπίστωσαν ότι δεν είχαν κρατηθεί αρχεία της αιμοληψίας.
   
Και τα τέσσερα μέλη της οικογένειας πήραν μέρος και τις δύο φορές στην «ιατρική εξέταση». Τη δεύτερη φορά η ποσότητα αίματος που τους πήραν ήταν μεγαλύτερη από την πρώτη φορά. Περιγράφοντας τον τρόπο που έγινε η εξέταση και η αιμοληψία, ο πατέρας της οικογένειας είπε: “πέρασα το χέρι μου μέσα από μία μικρή τρύπα μιας κουρτίνας. Ο γιατρός δε φαινόταν, ήταν πίσω από την κουρτίνα”.  Είπε επίσης πως η ηλικιωμένη σύζυγος του συμμετείχε γιατί ήταν βαριά άρρωστη και ήλπιζε να θεραπευτεί με κάποια θεραπεία που περίμενε ότι θα της έκαναν. Καμία θεραπεία δεν της έγινε. Τους έδωσαν μόνο τα αποτελέσματα του check-up και δύο συσκευασίες με χάπια για την πίεση για το σύζυγο της. Και τα τέσσερα μέλη της οικογένειας είπαν ότι δεν τους δόθηκε κανένα έντυπο συναίνεσης/συγκατάθεσης να συμπληρώσουν και δε γνώριζαν τίποτα για το ότι το πρόγραμμα είχε οργανωθεί από ένα ξένο πανεπιστήμιο.

Αυτά που ακολούθησαν

Η υπόθεση της βιοπειρατείας του Harvard δεν ήταν η μοναδική. Εκείνη την εποχή υπήρξαν και άλλοι ξένοι επιστήμονες που με τη στήριξη του διεθνούς κεφαλαίου και την ανοχή των κινεζικών αρχών έκαναν τα ίδια αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Το φαινόμενο αυτό ανησύχησε τους Κινέζους επιστήμονες που εργάζονταν στην Κίνα, οι οποίοι δεν άργησαν να αντιδράσουν. Η αντίδραση τους δεν οφειλόταν σε κάποια ηθική, ιδεολογική ή επιστημονική εναντίωση τους σε τέτοιες πρακτικές. Απλά είδαν ότι σιγά σιγά έχαναν και το μικρό κομμάτι της πίτας που τους αντιστοιχούσε, από τα ακριβά και προσοδοφόρα ερευνητικά προγράμματα της Δύσης που έμπαινε στα χωράφια τους ολοένα και περισσότερο.

Το Νοέμβριο του 1996, ενώ η βιοπειρατεία του Harvard ήταν σε εξέλιξη, τριάντα από τους κορυφαίους Κινέζους γενετιστές και ερευνητές στο χώρο της Βιοϊατρικής συμμετείχαν σε μία διάλεξη για το Πρόγραμμα (Ανάγνωσης) Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στο Xiang Shan, στα περίχωρα του Πεκίνου. Εκεί, όταν τέθηκε το θέμα, δόθηκε στους συμμετέχοντες μία μετάφραση ενός σχετικού άρθρου που είχε δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Science. Στο πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά αναφερόταν ότι ο Χu “θα αποκτούσε πρόσβαση σε 200 εκατομμύρια Κινέζους μέσω συνεργασίας με έξι κινέζικα ιατρικά κέντρα.” Η μετάφραση στα κινέζικα ήταν: “θα αποκτούσε δείγματα αίματος από 200 εκατομμύρια Κινέζους ”.

Το θέμα πήρε εθνικιστικές διαστάσεις και στο κοινό ανακοινωθέν των επιστημόνων δινόταν έμφαση στους ξένους που επιδιώκουν τη λεηλασία των γενετικών πόρων της Κίνας και που θέτουν σε κίνδυνο τις γενετικές έρευνες της χώρας, καθώς και στις άμεσες ενέργειες στις οποίες θα όφειλαν να προβούν οι Κινέζοι επιστήμονες για να ανακαλύψουν κι αυτοί γονίδια και να τα πατεντάρουν. Το θέμα τους ήταν ότι κάποιοι άλλοι πρόλαβαν να αρχίσουν τη λεηλασία πριν από αυτούς…

Τους επόμενους μήνες πολλοί από αυτούς σε άρθρα τους στράφηκαν κατά των κακών Δυτικών βιοπειρατών, παρομοιάζοντας τους με τους ιμπεριαλιστές που στο παρελθόν είχαν λεηλατήσει τη χώρα. Κάποιοι έστειλαν σχετικές επιστολές στην κυβέρνηση, κάνοντας λόγο για “πόλεμο γονιδίων”. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και ένα μεγάλο μέρος του Τύπου της Κίνας, ο οποίος ελέγχεται φυσικά από την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση πάγωσε για ένα χρόνο κάποια ξένα ερευνητικά προγράμματα γενετικής που διεξάγονταν στην Κίνα.
  

Τον Ιούνιο του 1998 η κινεζική κυβέρνηση πέρασε ένα νόμο με τον οποίο απαγορευόταν η εξαγωγή από τη χώρα γενετικών πόρων χωρίς την έγκρισή της. Ταυτόχρονα, άρχισαν να υλοποιούνται παρόμοια κινέζικα προγράμματα, με αρκετά μεγαλύτερες επιχορηγήσεις από αυτές που έπαιρναν πριν γίνει γνωστή η ιστορία αυτή. Η κυβέρνηση ίδρυσε δύο βιοτεχνολογικά (γονιδιωματικά) κέντρα, στο Πεκίνο και στη Σαγκάη. Το ντόπιο κατεστημένο έπαιρνε πίσω όχι μόνο το κομμάτι της πίτας που του είχαν υφαρπάξει οι Δυτικοί αλλά και μερικά κομμάτια ακόμα.

Στις επιθέσεις που είχε δεχτεί, ο Χu αμύνθηκε λέγοντας ότι είναι πατριώτης, ότι του φέρθηκαν άδικα σαν προδότη και ότι τα προγράμματα του ωφέλησαν τους Κινέζους επιστήμονες που πήραν μέρος σε αυτά. Δεν παρέλειψε να αναφέρει την καραμέλα των θέσεων εργασίας που δημιούργησαν τα προγράμματα. Απευθύνθηκε και σε υψηλά ιστάμενους στον κρατικό μηχανισμό, στέλνοντας τους ένα άρθρο που είχαν δημοσιεύσει στο Science o Guo και άλλοι Κινέζοι επιστήμονες που δεν κινούνταν στη σκληρή γραμμή των υπολοίπων. Δε συγκίνησε πολύ ο ρόλος του Κινέζου πατριώτη που ζει στα ξένα και φέρνει λεφτά στην πατρίδα του. Μαζί του τάχθηκαν τα καθεστωτικά μίντια που έγραψαν τις γνωστές παπαριές για τόνωση της τοπικής οικονομίας του Anhui, ενίσχυση των εγχώριου επιστημονικού δυναμικού και την ευκαιρία που είχε η Κίνα (χάρις στα προγράμματα αυτά…) να ξεπεράσει το επίπεδο βιοτεχνολογίας της Δύσης. Δεν έπεισαν και πολύ την Κυβέρνηση όλα αυτά.

Στο μεταξύ, στις ΗΠΑ (αλλά σε ένα βαθμό και στην Κίνα) είχαν διαρρεύσει κάποιες από τις ιστορίες που δημοσιεύσαμε πιο πάνω. Σε κάποια δημοσιεύματα χρησιμοποιήθηκε η λέξη βιοπειρατεία, με την έννοια όμως της κακοδιαχείρισης της κατάστασης από τους υπευθύνους του Harvard και τους Κινέζους συνεργάτες τους, και της μη δίκαιης αντιμετώπισης των ανθρώπινων «πειραματόζωων» από κάποιους κακούς και ανεπαρκείς επιστήμονες.

Το Μάρτιο του 1999, μετά από καταγγελίες μίας (πρώην πια) ερευνήτριας της Ιατρικής Σχολής του, της Gwendolyn Zahner, το Harvard στέλνει στην Κίνα μία επιτροπή από έξι δικούς του ερευνητές για να διαλευκάνει υποτίθεται την υπόθεση. Η Zahner είχε πάει τέσσερις φορές στην επαρχία Anhui για να συλλέξει στοιχεία για την καταγγελία της. Για τη δράση της αυτήανακρίθηκε δύο φορές από την κινεζική αστυνομία: “Η αστυνομία γνώριζε όλα τα μέρη που είχα πάει και όλους τους ανθρώπους στους οποίους είχα μιλήσει”. Η Zahner κατήγγειλε τον Xu και ένα ακόμα μέλος της αποστολής και καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου, τον David Cristiani, ότι είχαν εκμεταλλευτεί ασύστολα τους συμμετέχοντες στα γενετικά τους προγράμματα.

Δύο από τα μέλη της επιτροπής ήταν ο Weiss και ο Xu. Με άλλα λόγια το Harvard έλεγξε τον εαυτό του! Ο εκπρόσωπος τύπου του Harvard, Robin Herman, δήλωσε ότι “δεν έχει γίνει τίποτα στην Κίνα που να προκαλεί ανησυχίες”. Στις δύο μέρες που έμεινε στην πόλη Anging η επιτροπή αυτή δε βρήκε τίποτα το μεμπτό. Μάλιστα, ένα από τα μέλη της, ο τότε πρύτανης της Ιατρικής Σχολής James Ware δήλωσε σχετικά: “Όλοι οι Κινέζοι που συναντήσαμε ήταν καθαροί και καλοντυμένοι… Έφυγα άκρως εντυπωσιασμένος”.

Μπορεί η επιτροπή του Harvard να τα βρήκε όλα εντάξει και ο πρύτανης να εντυπωσιάστηκε από τους Κινέζους, η Millennium όμως μάλλον δεν είχε την ίδια άποψη. Κατάλαβε ότι με όλη αυτή τη φασαρία με τις παρατυπίες και τις ατασθαλίες θα έβγαινε χαμένη οικονομικά, και στα τέλη του 1999 αποφάσισε να μη συνεχίσει τη συνεργασία της με το Harvard. Βέβαια τα δείγματα DNA που είχε πάρει μέχρι τότε τα κράτησε στην τράπεζα γενετικού υλικού της για μελλοντικές χρήσεις.
   
Τον Οκτώβριο του 1999 το Τμήμα Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (DHHS) του ομοσπονδιακού Γραφείου Προστασίας του Ανθρώπινου Ερευνητικού Δυναμικού (OHRP) του Υπουργείου Υγείας των ΗΠΑ ξεκινά τη δική του «έρευνα» για να ελέγξει αν το διαπλεκόμενο με το αμερικανικό κράτος και κεφάλαιο Harvard είχε κάνει σωστά τη βιοπειρατεία, δηλαδή αν είχαν τηρηθεί οι όροι που είχε θέσει το Υπουργείο Υγείας για να τη χρηματοδοτήσει. Η «έρευνα» αυτή δεν έγινε λόγω της ευαισθητοποίησης της κυβέρνησης, αλλά εξ’ αιτίας των καταγγελιών της Zahner. Η «έρευνα» έγινε στις ΗΠΑ. Κανένας από το OHRP δεν πήγε ποτέ στην Κίνα…

Λίγους μήνες μετά την έναρξη της «έρευνας», στις αρχές του 2000, το OHRP αλλάζει διευθυντή. Ο νέος διευθυντής είναι ο Greg Koski, απόφοιτος του Harvard και μετέπειτα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και ερευνητής στα ερευνητικά κέντρα του Ιδρύματος. Συνολικά τρεις δεκαετίες είχε περάσει στο Harvard o Koski ως φοιτητής και ως καθηγητής. Για τα επόμενα τρία περίπου χρόνια που θα διαρκέσει η διεξαγωγή της «έρευνας» αυτής από ένα κυβερνητικό όργανο, ο επικεφαλής του οργάνου αυτού θα είναι ένα από τα καλύτερα τέκνα του Ιδρύματος. Τυχαίο; Ας δούμε την εξέλιξη της υπόθεσης πριν απαντήσουμε στο ερώτημα.

Το Δεκέμβριο του 2000 δημοσιεύονται στη Washington Post περισσότερα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το Harvard δεν είχε τηρήσει τους κανόνες που του είχε θέσει το ΝΙΗ για τις χρηματοδοτήσεις που είχε λάβει για τα προγράμματα γενετικής στην Κίνα. Πριν από τη δημοσίευση, ο ανταποκριτής της εφημερίδας στο Πεκίνο, John Pomfret, σε συνομιλία που είχεμε την Κινέζα δημοσιογράφο Lei Xiong δεν έδειχνε πολύ πρόθυμος να πάει στην Anhui για να καλύψει το θέμα. Όταν όμως τελικά πήγε εκεί και μίλησε με τους χωρικούς, άλλαξε γνώμη. Όταν δε ο Xu τον απείλησε ότι θα τον απελάσει από την Κίνα, ο ίδιος είπε: “Τότε το ενδιαφέρον μου αυξήθηκε”. Μίλησε με όλους τους Κινέζους δημοσιογράφους που είχαν καλύψει το θέμα και ανακάλυψε ότι ούτε ένας απ’ αυτούς δεν είχε πάει στην Anhui!

Λίγες μέρες μετά, στις αρχές του 2001, η αμερικανική πρεσβεία στην Κίνα εκδίδει μία οδηγία με την οποία συνιστά στους επιστήμονες από τις ΗΠΑ να μην πραγματοποιούν ιατρικές έρευνες σε κάποιες επαρχίες της κινέζικης επικράτειας. Συνιστά να γίνονται τέτοιες έρευνες μόνο στις πιο πλούσιες (prosperous) περιοχές… Δίνει κι άλλες συμβουλές, έστω και κατόπιν εορτής: “Οι τοπικοί αξιωματούχοι μπορεί μερικές φορές να έχουν τόσο μεγάλη αυθαίρετη δύναμη που οι αγρότες μπορεί να μην θέλουν να τους πει «όχι». Οι καλές διασυνδέσεις δεν πρέπει να αποτελούν λόγο για την επιλογή ενός τόπου για διεξαγωγή έρευνας σε μια υποανάπτυκτη περιοχή”. Η συμβουλή είναι μισή βοήθεια λέει μια παλιά φινλανδική παροιμία.

Ας δούμε όμως και μία άλλη συμβουλή, αυτή του David Cowig, πρώην επικεφαλής του Τμήματος Επιστημονικών και Περιβαλλοντικών θεμάτων της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Κίνα: “οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν τόσο λαμπρή ιστορία και έχουν και κάποιες σκοτεινές σελίδες στο θέμα των δηλώσεων συναίνεσης και της προστασίας των συμμετεχόντων (σε τέτοια προγράμματα). Σε αυτήν την περίπτωση, είναι μάλλον αναξιόπιστο να εξαρτάται κανείς από τη συνείδηση των Ηνωμένων Πολιτειών και των άλλων δυτικών χωρών για τη διαφύλαξη των βιοηθικών αρχών και των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων των απλών ανθρώπων ως συμμετεχόντων σε ερευνητικά έργα, καθώς και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας τους. Πρέπει να βασιστούμε σε εμάς τους ίδιους”.

 Το Μάρτιο του 2001 οι δύο Κινέζοι δημοσιογράφοι που αναφέραμε πιο πάνω, πραγματοποιούν επιτόπια μελέτη στην επαρχία Anhui. Δημοσιεύουν ένα άρθρο στο κινεζικό έντυπο Outlook Weekly, στις 26 Μαρτίου 2001, στο οποίο ενισχύουν τις αιτιάσεις της Washington Post και όσων κατηγορούσαν το Harvard. Η κινεζική κυβέρνηση τους κατηγορεί για “εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση”, “σπίλωση της φήμης” των Κινέζων επιστημόνων, και “αποκάλυψη στοιχείων”. Διατηρήσαμε την ορολογία που χρησιμοποίησε η μία από τους δύο, η Xiong Lei, σε ένα άρθρο της, περιγράφοντας τις κατηγορίες σε βάρος τους.

Ένα μήνα μετά, τον Απρίλιο του 2001, το Harvard και ο Xu δέχονται ένα ακόμα χτύπημα. Διεξάγεται στην Κίνα το Συμπόσιο της UNESCO για τη Βιοηθική, τη Βιοτεχνολογία και τη Βιοασφάλεια. H δημοσιογράφος Xiong Lei θα παρουσιάσει αναλυτικά την έκθεση που αναφέραμε πιο πάνω, η οποία  εκθέτει το Harvard και τους συνεργάτες του, Κινέζους και Αμερικάνους. Θα γίνει έντονη αντιπαράθεση μεταξύ της δημοσιογράφου και Κινέζων επιστημόνων από τη μία, και των συνεργατών και των δικηγόρων του Xu από την άλλη. Το θέμα έχει πάρει διαστάσεις, έχει γίνει πια ευρέως γνωστό. Τα πυρά έρχονται πια από παντού, ακόμα και εκ των έσω. Αυτό αφαιρεί από τους Αμερικάνους τη δυνατότητα να μιλήσουν για «θεωρίες συνωμοσίας». Εξάλλου, τότε, αυτό το κλισέ σχεδόν δεν υπήρχε. Άρχισε να παίρνει διαστάσεις φαινομένου και χρησιμοποιείται από τα μέσα μαζικής προπαγάνδας μερικά χρόνια μετά το τέλος αυτής της ιστορίας.

Στη διαμάχη παίρνει θέση και το κινέζικο κράτος, έστω και με καθυστέρηση. Τον Ιούνιο του 2001 η κινεζική κυβέρνηση, μέσω μιας επιτροπής του Γραφείου Διαχείρισης Ανθρώπινων Γενετικών Πόρων, ανακοινώνει τα συμπεράσματα της δικής της έρευνας πάνω στην υπόθεση. Ψάξαμε παντού να βρούμε στοιχεία για το πόρισμα της έρευνα αυτής, αλλά δε βρήκαμε τίποτα. Μάλλον θα ήταν έκπληξη να βρίσκαμε κάτι. Σε μεταγενέστερα δημοσιεύματαδιαβάσαμε ότι επιτροπή τα βρήκε όλα εντάξει. Με το που έβγαλε το πόρισμα της έσπευσε να το ανακοινώσει στην πρεσβεία των ΗΠΑ.

Το επόμενο στάδιο είναι ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Harvard και Xu. Στις 26 Ιουνίου 2001 ο κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Harvard έστειλε μία επιστολή στον Xu, στην οποία του επιτίθεται με σκληρό ύφος για τις δύο επιστολές που είχε στείλει ο Xu στην κινεζική κυβέρνηση χωρίς να το πει στα αφεντικά του. Στις επιστολές αυτές ο Xu ζητούσε από την κυβέρνηση να κλείσει το στόμα των επικριτών του και να πάρει αυστηρά κατασταλτικά μέτρα εναντίον της Lei Xiong. Το Harvard τον απείλησε πως αν συνέχιζε αυτήν την τακτική ενάντια στους επικριτές του, θα του έκοβε τις χρηματοδοτήσεις και θα του επέβαλλε “τις κατάλληλες κυρώσεις”.

Τον Ιανουάριο του 2002 το Ηarvard στέλνει στο ομοσπονδιακό Γραφείο Προστασίας του Ανθρώπινου Ερευνητικού Δυναμικού του Υπουργείου Υγείας των ΗΠΑ (OHRP) μερικά από τα έντυπα δήλωσης συγκατάθεσης που είχαν υπογραφεί από τους Κινέζους που συμμετείχαν στις αιμοληψίες. Συγκεκριμένα, στέλνει δύο κουτιά με μερικά μόνο από τα σχετικά έγγραφα. Θα αρχίσει μία αλληλογραφία μεταξύ των δύο πλευρών για το θέμα των παρατυπιών στην εκτέλεση των προγραμμάτων.
   
Το Μάρτιο του 2002, σε μία από τις επιστολές του ΟHRP στο Harvard, αναφέρεται ότι σε δεκατρία προγράμματα του στην Κίνα παρατηρήθηκαν “εκτεταμένες και σοβαρές παραβιάσεις” των όρων που είχε θέσει το ΝΙΗ για να τα χρηματοδοτήσει. Το ΟΗRP πρότεινε στο Harvard την υλοποίηση ενός σχεδίου επιτήρησης (ένα είδος μνημονίου) για να διασφαλιστεί η συμβατότητα τους με τους όρους αυτούς. 
Οι παραβιάσεις  αφορούσαν σε ζητήματα βιοηθικής, επίβλεψης, διαχείρισης, όπως το γεγονός ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων δεν ήταν αυτός που είχε δηλωθεί αρχικά στις αμερικανικές αρχές (π.χ. ο αριθμός των ασθενών με άσθμα που συμμετείχαν ήταν 16.686, ενώ είχε δοθεί άδεια για 2.000), το πολύπλοκο και μη κατανοητό λεξιλόγιο που είχε χρησιμοποιηθεί στα έντυπα δήλωσης συγκατάθεσης, οι κίνδυνοι στους οποίους είχαν εκτεθεί οι συμμετέχοντες και η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που δεν δόθηκε. Επίσης, μιλά για υποψίες ότι κάποιες υπογραφές στα έντυπα συγκατάθεσης μπήκαν εκ των υστέρων. 
Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Lei Xiong, ενώ το Harvard είχε δηλώσει ότι ένα από τα ερευνητικά προγράμματα δεν είχε πραγματοποιηθεί, το ΟΗRP βρήκε δημοσιευμένες μελέτες στις οποίες οι ερευνητές περιέγραφαν τα ευρήματα αυτού του υποτίθεται μη πραγματοποιηθέντος προγράμματος.

Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ανάγκασε τον Lawrence Summers, πρύτανη του Πανεπιστημίου του Harvard να πάει στην Κίνα Ο Summers ήταν οικονομολόγος, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και σύμβουλος των Κλίντον και Ομπάμα. Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης του στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, το Μάιο του 2002 δέχεται μία ερώτηση από ένα φοιτητή σχετικά με το πρόγραμμα βιοπειρατείας. Ο Summers απαντά ότι “κάποια πράγματα πήγαν λάθος, εντελώς λάθος”. 
Δεν διευκρινίζει όμως ποια ακριβώς ήταν τα πράγματα πήγαν λάθος, τους λόγους για τους οποίους έγινε αυτό, και βέβαια γιατί η επιτροπή του Harvard στην υποτιθέμενη έρευνα που είχε κάνει το 1999 είχε βγάλει πόρισμα ότι όλα είχαν πάει καλά. Αφού “κάποια πράγματα πήγαν εντελώς λάθος”, γιατί όταν το διαπίστωσε δεν το ανακοίνωσε δημοσίως; Και ο (πρώην πια) πρύτανης και το Harvard συνεχίζουν να σιωπούν μέχρι σήμερα σχετικά με την υπόθεση αυτή. Πόσο συμβατή είναι αυτή η στάση τους με την περίφημη επιστημονική δεοντολογία και το επιστημονικό ήθος, για τα οποία τόσο κόπτονται;

Σε νέα μακροσκελή επιστολή του, τον Ιούλιο του 2002, το OHRP απαντά στο Harvard λέγοντας ότι αναγνωρίζει ότι είχε γίνει μεγάλη πρόοδος από την πλευρά του Ιδρύματος σε όλα τα θέματα που είχε θίξει, και ότι οι διορθωτικές κινήσεις που είχαν γίνει ήταν ικανοποιητικές. Ήταν πλέον φανερό ότι το πήγαιναν για συγκάλυψη. Θυμίζουμε ξανά ότι ο διευθυντής του OHRP όλη αυτήν την περίοδο είναι ο Greg Koski.

Το Νοέμβριο του 2002 το θέμα της «έρευνας» του OHRP για τις παρατυπίες στα προγράμματα του Harvard στην Κίνα είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Ο διευθυντής του, Greg Koski, ανακοινώνει την παραίτηση του και επιστρέφει στο Harvard!

Λίγους μήνες αργότερα, στις 2 Μαΐου 2003, το OHRP στέλνει μία επιστολή στο Harvard, στην οποία ανακοινώνει ότι  “δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω ανάμιξη του Γραφείου στο θέμα”. Βρήκε μόνο μερικά “διαδικαστικά λάθη στην επιτήρηση και στην καταχώρηση των δειγμάτων, όμως κανένας από τους συμμετέχοντες δεν υπέστη βλάβη με κανένα τρόπο, γι’ αυτό και δεν μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις στη Σχολή”. Επίσης, συμπεραίνει ότι το Ίδρυμα «συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις» και κλείνει το θέμα.

  
Όταν έγινε η ανακοίνωση της «αθώωσης» του Ιδρύματος από το OHRP,  διευθυντής του τελευταίου ήταν ένας ουδέτερος με την υπόθεση. Για τα προηγούμενα τρία περίπου χρόνια όμως, διευθυντής του OHRP ήταν ο Koski. Λίγες μέρες μετά, στις 30 Μαΐου 2003, σε μία συνέντευξη τύπου η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Harvard ανακοινώνει την “ολοκλήρωση της έρευνας της αμερικανικής κυβέρνησης πάνω στις γενετικές έρευνες της Σχολής στην Κίνα”.

Η οργάνωση «Συμμαχία για την Προστασία του Ανθρώπινου Ερευνητικού Δυναμικού» (Alliance for Human Research Protection, AHRP), κατηγόρησε το OHRP ότι δεν έκανε καμία έρευνα για το θέμα όπως θα όφειλε, και ότι ούτε καν μίλησε με τους ανθρώπους που συμμετείχαν στο πρόγραμμα (χωρικούς, γιατρούς, υπεύθυνους του προγράμματος) πριν πάρει αυτή την απόφαση. Με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της, το κατηγόρησε επίσης ότι κατέστρεψε μερικά από τα έγγραφα που έλαβε από το Harvard.

Στις ΗΠΑ υπάρχει μία κυβερνητική υπηρεσία από την οποία μπορεί να ζητήσει κάποιος οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο αφορά στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Λέγεται Freedom of Information Act (FOIA). Στο άρθρο της η Συμμαχία υποστηρίζει ότι όταν ζητήθηκαν τα έγγραφα των δηλώσεων συγκατάθεσης, ο αρμόδιος υπάλληλος απάντησε γραπτώς τα εξής: 
“Έχω ενημέρωση ότι το OHRP παρέλαβε δύο κουτιά με υπογεγραμμένα έγγραφα δήλωσης συγκατάθεσης. Όμως, το ΟHRP τα κατέστρεψε όλα εκτός από μερικά για εξοικονόμηση χώρου και για να διασφαλίσει την ιδιωτικότητα των συμμετεχόντων”. Στο σχετικό λινκ που μας παραπέμπει η AHRP, τα κείμενα δεν εμφανίζονται. Το θέμα είναι ότι από τότε κανένας αρμόδιος δεν ασχολήθηκε με την καταγγελία αυτή. Διευθυντής του OHRP όταν έγινε εκείνη η “εξοικονόμηση χώρου” ήταν ο Greg Koski.

Αμέσως μετά η Xiong Lei δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “Η διαμάχη για τα κινέζικα γονίδια δεν έχει τελειώσει” (Scramble for Chinese genes not ended), στο οποίο μιλά για συγκάλυψη του θέματος και από την κινεζική κυβέρνηση. 

Η ιστοσελίδα που δημοσιεύτηκε είναι απαγορευμένη στην Κίνα. Στο άρθρο αναφέρεται ότι ένας από τους χωρικούς που είχαν μιλήσει στη Lei, όταν δέχτηκε επίσκεψη από τις κινεζικές αρχές, αναίρεσε όσα είχε πει και άλλαξε την ιστορία του. Επίσης, αναφέρεται ότι από τα δεκαπέντε προγράμματα του Harvard στην Κίνα που το ίδιο το OHRP είχε βρει «προβληματικά» (δώδεκα από αυτά ήταν του Xu), τελικά μόνο τρία εγκρίθηκαν. Αυτό έρχεται σε αναντιστοιχία με την απόφαση του να λήξει την έρευνα. Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, ο επικεφαλής της έρευνας της είχε πει ότι η έρευνα δεν ήταν επίσημη. 
Ο ίδιος δήλωσε στην αμερικανική πρεσβεία ότι δε βρέθηκε καμία παρατυπία στα προγράμματα. Ο Sun-Wei Guo σχολιάζει σχετικά με αυτό: “Είναι μάλλον περίεργο το γεγονός ότι τα αποτελέσματα αυτής της ανεπίσημης έρευνας, η οποία δε δημοσιοποιήθηκαν στα μέσα ενημέρωσης και στο κοινό, θα τα χρησιμοποιούσαν τότε οι Αμερικανοί για να αποδείξουν ότι δεν υπάρχουν παρατυπίες σε αυτά τα προγράμματα”.

Για τα μάτια του κόσμου ή για την τιμή των όπλων, το 2003 το κινεζικό Υπουργείο Υγείας εκδίδει μία εγκύκλιο που περιορίζει (περιορίζει, δεν απαγορεύει) την εξαγωγή από τη χώρα συγκεκριμένων ιατρικών ειδών που σχετίζονται με το ανθρώπινο γενετικό υλικό. Το πουλάκι όμως είχε πετάξει και οι Κινέζοι το γνώριζαν. Τα δείγματα γενετικού υλικού από τη βιοπειρατεία είχαν φτάσει προ πολλού στις ΗΠΑ.

  
Μετά το τέλος αυτής της ιστορίας, οι περισσότεροι Κινέζοι επιστήμονες που είχαν αναντιωθεί στον Xu, κυρίως εκείνοι που είχαν πάρει μέρος στο Συμπόσιο της Xiang Shan το 1996, αναβάθμισαν σημαντικά τη θέση τους στο χρηματιστήριο αξιών της γενετικής έρευνας στην Κίνα. Άλλωστε η ανέλιξη ήταν ο στόχος τους. Κάποιοι από αυτούς έφτασαν να γίνουν μέλη της Ακαδημίας Επιστημών της Κίνας. Αυτή είναι η ανώτατη διάκριση που μπορεί να πετύχει ένας επιστήμονας στη χώρα αυτή. Κάποιοι άλλοι έγιναν υψηλόβαθμα και υψηλόμισθα στελέχη κινεζικών εταιρειών βιοτεχνολογίας. Ο Huangmin Yang, ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους του Xu, έφτιαξε μαζί με άλλους επιστήμονες το Κέντρο Γονιδιακής Έρευνας της Κίνας. Μερικοί επιλέχτηκαν για το Thousand Talents Plan (TTP), ένα κινέζικο πρόγραμμα «στρατολόγησης» κορυφαίων επιστημόνων από όλον τον κόσμο.

Ο Xu και η ομάδα του δεν κατάφεραν να κλωνοποιήσουν ούτε ένα γονίδιο, παρά τις δεκάδες εκατομμύρια δολάρια που διαχειρίστηκαν από τότε για το σκοπό αυτό. Το 2000 έλαβε από το ΝΙΗ 4,2 εκατομμύρια δολάρια για οχτώ προγράμματα γενετικής. Λίγα χρήματα συγκριτικά με αυτά που έλαβαν άλλα παρόμοια προγράμματα. Λόγω των άκαρπων (και κυρίως μη προσοδοφόρων) ερευνών του και λόγω του ότι είχε «καεί» σαν ενδιάμεσος για βιοπειρατεία στην Κίνα, μάλλον βάρος παρά επένδυση ήταν για το Harvard. Το 2005 έφυγε από το Ίδρυμα και πήγε στην Ιατρική Σχολή του Illinois στο Chicago, όπου έγινε καθηγητής επιδημιολογίας, χωρίς να έχει δικαίωμα να λαμβάνει επιχορηγήσεις για ερευνητικά προγράμματα. 

Για το επόμενο στάδιο της καριέρας του μας πληροφορεί με γλαφυρό τρόπο ο Sun-Wei Guo: “ Το 2008, ο επιδημιολόγος που είχε μετατραπεί σε γενετικό επιδημιολόγο, πέρασε μια ακόμα φάση μεταμόρφωσης και έγινε επιχειρηματίας.” Για κάποια χρόνια ήταν στέλεχος και κατόπιν πρόεδρος μια φαρμακευτικής εταιρείας. Πολλοί από τους πρώην συνεργάτες του στην επιχείρηση βιοπειρατείας του Harvard, για να ανταμειφθούν για τις υπηρεσίες που του είχαν προσφέρει τότε, προσλήφθηκαν στην εταιρεία αυτή.

Το 2001, τρία χρόνια αφότου τελείωσαν τα προγράμματα γενετικής, η κατάσταση στον τομέα της Υγείας στην επαρχία Αnhui παρέμενε η ίδια με πριν. Η Lei Xiong σημειώνει ότι οι ιατρικές υπηρεσίες παρέμειναν ανεπαρκείς, και η κατάσταση με την έλλειψη φαρμάκων για τους ασθματικούς και όσους είχαν υψηλή πίεση παρέμεινε η ίδια.

Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές και κομπάρσοι της θλιβερής αυτής ιστορίας συνεχίζουν να κάνουν αυτό που πάντα έκαναν. Το μόνο πράγμα που ξέρουν να κάνουν: Business as usual.






Δεν υπάρχουν σχόλια: