Η διαστροφή του Λόγου και πώς αντιμετωπίζεται...

«Λόγος», έγραψε ο Ευάγγελος Παπανούτσος, «σημαίνει και τη σκέψη την ίδια και την έκφρασή της με τη γλώσσα. Ορθά· γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο: σκεπτόμαστε με λέξεις (έστω και αν δεν τις προφέρουμε), και οι λέξεις έχουν νόημα, δηλαδή είναι προϊόντα και φορείς σκέψεων»*.
Τούτων όλων δοθέντων, η μεγαλύτερη ίσως απειλή των ημερών είναι το γιγάντιο εγχείρημα διαστρέβλωσης και παραχάραξης λέξεων και νοημάτων -και η απειλή είναι τεράστια διότι αν χάσουμε το νόημα των λέξεων (αν λέγοντας «μέρα» αρχίσουμε να εννοούμε «νύχτα»), τότε δεν μπορούμε ούτε να επικοινωνούμε ούτε όμως και να σκεπτόμαστε.

Το «ΟΧΙ» που έγινε «ΝΑΙ»
Η πρώτη συστηματική διαστροφή που δραματικά βιώθηκε από το σώμα της ελληνικής κοινωνίας ήταν η ιλαροτραγική παραχάραξη του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, ήδη από τα πρώτα λεπτά της ανακοίνωσής του: Ο λαός είπε ένα βροντερό «ΟΧΙ», και το πολιτικό σύστημα (ολόκληρο το πολιτικό σύστημα) άρχισε πάραυτα, με ανερυθρίαστο θράσος και ανυπομονησία, να υλοποιεί το ακριβώς αντίθετο, μια εντολή «ΝΑΙ».

Το σημείο πρέπει εμφαντικά να τονιστεί, και πρέπει να το κραυγάσουμε. Όταν ο λόγος και η λογική διαστρέφονται, η κραυγή, εκτός από λυτρωτική, είναι και απαραίτητη, είναι καθήκον. Αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος της ομαδικής παράκρουσης -στην οποία με «χέρι υγρό», με λόγο ή σιωπή, συνεργούν δυστυχώς και πολλοί «πνευματικοί άνθρωποι».
Το διάβημα της συνειδητής παραχάραξης ήταν απολύτως αναμενόμενο από τα συστημικά ΜΜΕ αλλά, για το μεγαλύτερο μέρος του λαϊκού 61,3%, απολύτως αναπάντεχο όταν εκδηλώθηκε και από την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο αμήχανος πρωθυπουργός όχι μόνο δε χάρηκε για το «ΟΧΙ» αλλά έσπευσε να το ξορκίσει με μισόλογα, υπερβαίνοντας σ' αυτό ακόμα και τον ως τότε βασικό του αντίπαλο, τον Αντώνη Σαμαρά που, κάτω από το βάρος της στρατηγικής αποτυχίας του να εμπνεύσει φόβο, είχε στο μεταξύ προλάβει να παραιτηθεί.

Για όποιον ήθελε να δει, τις επόμενες ώρες έγινε σαφές ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έλεγε μεν «ΟΧΙ», όμως ήδη από την ημέρα της προκήρυξης του δημοψηφίσματος έλπιζε -και πίστευε ακράδαντα- ότι το αποτέλεσμα θα ήταν «ΝΑΙ»! 

Για το «ΝΑΙ» είχε προετοιμαστεί, και σ' αυτό είχε προσαρμόσει όλη της τη στρατηγική και τη ρητορεία. (Το ομολόγησε μάλιστα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, ο υφυπουργός Σγουρίδης σε ένα τηλεοπτικό κανάλι το βράδυ του δημοψηφίσματος, καμαρώνοντας μάλιστα μπροστά στις κάμερες ότι «είχε μιλήσει με το Δραγασάκη από την Τετάρτη».)

Ότι ο πρωθυπουργός θα πήγαινε σε εθνικό μέτωπο υποταγής ήταν, λοιπόν, απόφαση ειλημμένη ήδη πριν το δημοψήφισμα.
 Εδώ δεν είχαμε απλώς αντιδημοκρατική παραχάραξη της λαϊκής βούλησης, μια πραγματικά εφιαλτική εκτροπή, είχαμε και διαστροφή της λογικής.

Ο λαός είχε στρέψει την πλάτη του στα συστημικά ΜΜΕ -τώρα όμως άρχισε να βλέπει και να ακούει τα ίδια επιχειρήματα από την κυβέρνηση, τους παρατρεχάμενούς της φιλοκυβερνητικούς κύκλους καθώς και απολογητές «διανοούμενους».

Ενός κακού, βέβαια, μύρια έπονται. Το τι γράφτηκε και ειπώθηκε την επαύριο αυτής της δραματικής αντιδημοκρατικής εκτροπής, κυριολεκτικά δε λέγεται -συγκροτεί όχι μόνο αυτούσιο θέμα διδακτορικής διατριβής, ίσως συγκροτεί και αυτόνομο ερευνητικό πεδίο. Ο πιο φορεμένος απολογητικός άξονας ήταν η «ευρωπαϊκή υπόσταση της Ελλάδας» - λες και η σύγκρουση με το νεοφιλελευθερισμό (το πάνδημο αυτό αίτημα όλης της σοβαρής ευρωπαϊκής διανόησης , της νεολαίας και των εργαζομένων) καταδικάζει κάποιον στο περιθώριο, ενώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

 Έγραψαν όμως και άλλοι για την ανάγκη της «προσαρμοστικότητας της κοινωνίας» [resilience], της πιο μπανάλ κοινοτοπίας της τελευταίας περιόδου στη δυτική διανόηση διότι -ως γνωστόν- όποιος οργανισμός δεν προσαρμόζεται αποθνήσκει -ένα εγχείρημα θεωρητικού εξωραϊσμού της υποταγής, και για το αγαθό της «εθνικής ενότητας» (επαίνους για το γεγονός ότι το 83,7% της βουλής επέτυχε να ακυρώσει το 61,3%).

Σε ένα πιο καθαρά πολιτικό πεδίο οργίασαν (και εξακολουθούν να οργιάζουν) απόψεις περί «Αποστασίας» -με το λογικά έωλο επιχείρημα ότι όποιος εντός του ΣΥΡΙΖΑ δεν συντάσσεται με την εγκατάλειψη των αρχών του ΣΥΡΙΖΑ (κάτι που επέβαλε και υλοποίησε η ηγετική ομάδα), προδίδει τον ΣΥΡΙΖΑ!

Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίχτηκαν πολλά: έσωσε, λέει, ο Τσίπρας την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, μάς κράτησε στο ευρώ (λες κι αυτή θα απειλούνταν αν κάποιος δεχόταν όσα αυτός δέχτηκε)· απέτρεψε την ελληνική γεωπολιτική απομόνωση (ενώ, ας θυμηθούμε, ακόμα και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέλεξε έξοδο της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ -δηλαδή την «απομόνωση»- προκειμένου στοιχειωδώς να την προστατέψει)· απελευθέρωσε μια δυναμική «εθνικής ενότητας» -ωραία πράγματι εικόνα το τόσο επίμονα να υμνεί τον «αριστερό» πρωθυπουργό ο Άδωνις Γεωργιάδης.

Ο μουσικός σηκώνει εδώ τα χέρια, δίνοντας τη θέση του στον ευθυμογράφο.
Κατά βάθος, όμως, όλα αυτά δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Είναι γνωστό από την ιστορική εμπειρία πως η λογική παραχάραξη δε γνωρίζει όρια, ειδικά σε περιστάσεις όπου βρίσκεται να υπερασπίζει εγχειρήματα αντιδραστικά -με την ιστορική, την ηθική και την πρακτική έννοια του όρου.
Ο παραλογισμός πηγάζει από ένα κεντρικό αντιδραστικό αφήγημα, το γνωστό ΤΙΝΑ: Τι άλλο μπορούσε να γίνει; Δεν υπήρχε εναλλακτική! Ας υπερασπιστούμε λοιπόν την υποταγή με κάθε πρόσχημα, όσο λογικά πορώδες και πρόχειρο και αν είναι αυτό. Πρόκειται για διαπίστωση που μας πάει κατευθείαν στη δεύτερη λογική διαστροφή: στο ότι η επάρατη συμφωνία ήταν -κατά το έτερο διάχυτο δημοσιογραφικό μοτίβο- «λευκός καπνός», μια ανακούφιση.
Η καταστροφή που ονομάστηκε λύτρωση...
Πρέπει κανείς εδώ να μιλήσει απλά και απερίφραστα. Το Μνημόνιο 3 είναι απολύτως καταστρεπτικό. Όποιος δεν το καταλαβαίνει, δεν το αναγνωρίζει και δεν τον αντιμάχεται είναι είτε απελπιστικά βραδυφλεγής, είτε ιδιοτελής.

Τα πιο προβεβλημένα στελέχη των ιδεολογικά Μνημονιακών κομμάτων -της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού- ήδη προσέχουν τις διατυπώσεις τους, αφήνοντας μόνη της τη νέα Μνημονιακή προσθήκη, την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

 Ενώ κάποιοι στην ομάδα αυτή φαντασιώνονται ένα εθνικό μέτωπο διάρκειας, οι νεοφιλελεύθεροι καιροφυλακτούν.  

Κάποιοι κλιμακώνουν την επίθεση στο αντιστασιακό διάβημα (υποστηρίζοντας ότι αιτία των δεινών ήταν η παρατεταμένη διαπραγμάτευση -άρα δεν πρέπει ποτέ και κανείς να αντιστέκεται), κάποιοι άλλοι καλούν τον πρωθυπουργό να αφήσει τα μισόλογα και να εφαρμόσει το Μνημόνιο με αποφασιστικότητα και σιδηρά πυγμή. Πρέπει όμως να αναλογιστεί κανείς -εξ ανάγκης συνοπτικά- για το τι ακριβώς σημαίνει αυτή η συμφωνία.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, σημαίνει, πολύ απλά, καταστροφή! Σημαίνει πως η Ελλάδα θα υποστεί περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ, με άμεση συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, την επίταση της ανθρωπιστικής κρίσης, την περαιτέρω διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Σημαίνει συνέχιση της κοινωνικής και οικονομικής ερήμωσης που ζούμε.

Σημαίνει απώλεια κάθε δυνατότητας ελέγχου και έλλογης παρέμβασης στην πορεία της χώρας για δυο τουλάχιστον γενιές (με σύμβολο τη απώλεια της εθνικής κυριαρχίας στα χέρια του επιτηρούμενου ΤΑΙΠΕΔ, ακόμα κι αν αυτό έχει την έδρα του στην Ελλάδα κι όχι το Λουξεμβούργο).
Σημαίνει εκτόξευση του χρέους σε νέα απίστευτα επίπεδα, τα οποία θα το καθιστούν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία μη βιώσιμο, αλλά το οποίο θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε για δεκαετίες -αν δεν μπορέσει ο λαός μας με κάποια άλλη κυβέρνηση να πει ένα πραγματικό «ΟΧΙ» και να σταματήσει να το πληρώνει.
Όσοι αφελώς ευελπιστούν πως η καταβαράθρωση της εργασίας θα προκαλέσει επενδυτική κινητικότητα και «ανάπτυξη», το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να αναλογιστούν τη βιωμένη εμπειρία της τελευταίας πενταετίας.
Το Μνημόνιο 3 είναι δρόμος αδιέξοδος, ένας δρόμος χωρίς αύριο.
Κι όμως! Υπήρξαν πολλοί (στην κυβέρνηση αλλά, προπαντός, στην de facto συμπλέουσα αντιπολίτευση που ανέλπιστα βλέπει το πρόγραμμα και το σκεπτικό της να υλοποιούνται ερήμην της) που προσπάθησαν να υποστηρίξουν ότι η συμφωνία δίνει διέξοδο. Την άποψη, δηλαδή, ότι αν η χώρα και οι εργαζόμενοί της υποταχθούν, όλα θα πάνε καλά. Πρόκειται για κορυφαίο παραλογισμό, που θα ήταν απλώς ιλαρός αν οι επιπτώσεις του δεν ήταν τόσο τραγικές.

Στο πλαίσιο αυτό, αποκαλυπτική είναι επίσης η στάση που κρατούν τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Αν παρακολουθήσει κανείς με προσοχή τα δελτία τους, διαπιστώνει δυο βασικές ενότητες. Στην πρώτη εκθειάζεται ο Τσίπρας, ως πανίσχυρος και χαρισματικός πρωθυπουργός, που μόνο αυτός είναι ικανός να διαστρέψει τη λαϊκή βούληση (την ώρα που ταυτόχρονα δαιμονοποιούνται όσοι αντιτίθενται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ) ενώ σε μια δεύτερη καταγγέλλονται με τόνο δραματικό οι επιπτώσεις της συμφωνίας -με συνεντεύξεις εξοργισμένων παραγωγικών φορέων, επαγγελματιών και απλών πολιτών που αναρωτιούνται πώς θα καταφέρουν να επιβιώσουν μέσα στη νέα ύφεση και πώς θα μπορέσουν να πληρώσουν κι άλλους φόρους.

Από αυτό και μόνο αντιλαμβάνεται κανείς τι ακριβώς επιφυλάσσεται στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όταν θα έχει ολοκληρώσει τη βρώμικη δουλειά του συστήματος.

Και εμείς; Τι κάνουμε;

Όπως και προηγουμένως επισημάνθηκε, αμφότερες οι παραπάνω διαστροφές Λόγου -το «ΟΧΙ που έγινε «ΝΑΙ» και η καταστροφή που έγινε «λευκός καπνός»- βασίζονται, και εναγωνίως πασχίζουν να αναπαραγάγουν την άποψη ΤΙΝΑ. Το ψευδές επιχείρημα που στο πλαίσιο αυτό διαρκώς προτάσσεται είναι, βέβαια, ότι συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση δεν υπήρξε ποτέ! («Δεν υπάρχει Plan B» αναφώνησε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΡΤ στις 14/7.)

Τι μέγιστη ανακρίβεια! Εναλλακτική υπάρχει και έχει εδώ και καιρό κατατεθεί. Ας δούμε συνοπτικά τους βασικούς της άξονες:
Το χρέος δεν είναι δικό μας -αποτελεί αντανάκλαση συστημικών αδιεξόδων που στα καθ' ημάς προέκυψε από την κρατική κάλυψη στην τοξική κερδοσκοπία ιδιωτικών τραπεζών. Το χρέος είναι επονείδιστο και γι' αυτό απαιτούνταν άμεση στάση πληρωμών·

Η κοινωνία είχε και έχει τη δυνατότητα να ανασυνταχθεί, αν προβεί/ προέβαινε σε
-άμεση εθνικοποίηση των τραπεζών·
-έξοδο από την ευρωζώνη - δρομολόγηση μετάβασης σε εθνικό νόμισμα
-έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου· και
-σχεδιασμό της παραγωγής -με στόχο την αξιοποίηση:
-της διατροφικής μας επάρκειας (πάνω από 90%, σύμφωνα με άκρως πρόσφατα στοιχεία της ΠΑΣΕΓΕΣ) και ώθηση σε οικολογικές εξαγωγές,
των υποδομών σε σειρά βιομηχανιών (κατασκευαστική, χημική, εξορυκτική) και, βέβαια,
-του τουρισμού· δράσεις, βέβαια, που προϋποθέτουν
-κοινωνικό έλεγχο των στρατηγικών τομέων της οικονομίας -με διαδικασίες που έμπρακτα θα υλοποιούν το πάνδημο αίτημα του πραγματικού, του γνήσιου εκδημοκρατισμού για να ελέγχει και έλλογα να αξιοποιεί η κοινωνία τους καρπούς του μόχθου της.

Με πρώτο και κύριο τον πρωθυπουργό, όλα τα παραπάνω θα όφειλε να τα λάβει σοβαρά υπόψη του το πολιτικό ρεύμα που υποστηρίζει ότι στα «δύσκολα» η Αριστερά επιλέγει το νεοφιλελεύθερο μονόδρομο -πρόκειται, βέβαια, για άλλη μια λογική διαστροφή (τα πολιτικά ρεύματα, όλα τα πολιτικά ρεύματα, προκύπτουν για να αναμετρηθούν ακριβώς με αυτό, με τα «δύσκολα»).
Και είναι απολύτως εξοργιστικό να αναλογίζεται κανείς ότι το βασικό επιχείρημα που προτάσσεται ως δικαιολογία για την αποδοχή του νέου ήταν η έλλειψη συναλλαγματικών αποθεμάτων τη στιγμή που ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του:
-άφησαν επί πεντάμηνο το τραπεζικό σύστημα στα χέρια των ίδιων ιδιωτών που το χρεοκόπησαν·
-έδωσαν αφειδώς 7 δισ. στους δανειστές·
-δεν προετοίμασαν (ούτε και είχαν καμιά πρόθεση να προετοιμάσουν) σοβαρά την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Όσο περισσότερο όμως ακούει κανείς τα επιχειρήματα αυτής της πολιτικής τερατογένεσης του αριστερού νεοφιλελευθερισμού, τόσο περισσότερο πείθεται περί της αλήθειας του ρητού «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απωλέσαι».

Βιώνουμε μια κατάσταση πραγμάτων που θέτει όλους ενώπιον των ευθυνών τους. Η πραγματική Αριστερά, αυτή που έχει εδώ και καιρό καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις και το πολιτικό πλαίσιο που προϋποτίθεται για την εφαρμογή τους, πρέπει άμεσα να αναδυθεί και να παρέμβει -πάντα εμπνεόμενη, αλλά και με το καθήκον περαιτέρω να εμπνεύσει, τη λαϊκή ενεργοποίηση.

Με εύρωστους προγραμματικούς όρους, με εσωτερική δημοκρατία και κινηματική ετοιμότητα, επωμίζεται την ευθύνη, το αμέσως επόμενο διάστημα, να διαρρήξει τη σιωπή των αμνών, αυτή τη συντριπτική συνωμοσία της άλογης σιωπής.

Μόνον έτσι μπορεί να αποκατασταθεί και το νόημα κάποιων λέξεων που έχει προ πολλού χαθεί: κατάργηση της εκμετάλλευσης, κοινωνική δικαιοσύνη, διεθνική αλληλεγγύη
Ο αγώνας για την ενδυνάμωση των απλών ανθρώπων και τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, το περισσότερο από ποτέ επίκαιρο σοσιαλιστικό όραμα είναι σε κάθε περίπτωση ισχυρότερο από κάθε μορφή εξουσιαστικού παραλογισμού.

* Λογική, Αθήνα 2008/[Πρώτη έκδοση, 1971], Εκδόσεις Νόηση, σ. 13.
[--->]