Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Domenico Moro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Domenico Moro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η κρίση στην Ουκρανία και η τάση για πόλεμο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ

 από τον Domenico Moro

Η κρίση που εξελίσσεται στην Ουκρανία δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά θα πρέπει να εξεταστεί σε παγκόσμιο πλαίσιο. Στην πραγματικότητα, είναι μόνο μια πτυχή της τάσης προς τον πόλεμο που χαρακτηρίζει αυτή την ιστορική φάση. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν ορισμένα σημεία, και επειδή είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν τα διακυβευόμενα συμφέροντα και οι ευθύνες των επιμέρους κρατών.

 

Το βασικό πρόβλημα είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Αυτό χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους. Για το λόγο αυτό, το κάθε εθνικό κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από μια συνεχή τάση επέκτασης, επιδιώκοντας την επέκταση των αγορών διεξόδου των αγαθών και του πλεονάζοντος κεφάλαιο και τον έλεγχο των περιοχών προέλευσης των πρώτων υλών. Αυτό προκαλεί ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών που γίνονται φορείς των ειδικών συμφερόντων του κεφαλαίου τους. Ένα από τα εργαλεία αυτού του ανταγωνισμού είναι το στρατιωτικό.

Ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η άνιση ανάπτυξη των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών και οικονομιών. Οι χώρες που βρίσκονται κατά καιρούς στην κορυφή του παγκόσμιου συστήματος και είναι πιο προηγμένες τείνουν να επιβραδύνουν την ανάπτυξή τους. Αντίθετα, άλλα κράτη, πιο καθυστερημένα, τείνουν να αυξάνουν την ανάπτυξή τους. Ετσι, το σύστημα είναι πάντα ασταθές, γιατί χαρακτηρίζεται από μεταβαλλόμενες σχέσεις οικονομικής ισχύος μεταξύ κρατών και τμημάτων του κεφαλαίου.

Ο πόλεμος είναι επομένως εγγενές στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος όχι μόνο επειδή είναι το φυσικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών, αλλά και επειδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κυκλικά περνά βαθιές οικονομικές κρίσεις και οι στρατιωτικές δαπάνες δίνουν μια ανάσα στα εταιρικά κέρδη. ενώ, από την άλλη, οι καταστροφές που προκαλεί ο πόλεμος επιτρέπουν την ανοικοδόμηση, προσφέροντας έτσι άλλες ευκαιρίες για κέρδοι. Οι ΗΠΑ βγήκαν από την κρίση του '29 χάρη στις τεράστιες δαπάνες για εξοπλισμούς με αφορμή το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σήμερα, αυτό που συμβαίνει είναι η αλλαγή στην οικονομική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ΗΠΑ, ΕΕ και Κίνας. Ειδικότερα, η παγκόσμια ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών αμφισβητείται σοβαρά λόγω της εκρηκτικής ανάπτυξης της Κίνας. Οι ΗΠΑ είναι η κύρια απειλή για την ειρήνη, γιατί βρίσκονται σε παρακμή και προσπαθούν να αναπληρώσουν την απώλεια της οικονομικής ηγεμονίας αξιοποιώντας τα στρατιωτικά μέσα. Οι ΗΠΑ είναι μια αναγκαστικά ιμπεριαλιστική χώρα γιατί στηρίζονται στην κυριαρχία του δολαρίου, το οποίο, ως αποθεματικό νόμισμα και νόμισμα διεθνούς συναλλαγής, επιτρέπει στις ΗΠΑ να χρηματοδοτήσουν το τεράστιο διπλό έλλειμμά τους, του αμερικανικού δημοσίου και αυτό του εξωτερικού εμπορίου, απλά με την εκτύπωση δολαρίων. Στην πράξη, οι ΗΠΑ είναι ένα παρασιτικό έθνος σε σχέση με την παγκόσμια οικονομία.

Η ηγεμονία του δολαρίου δεν βασίζεται πλέον στην οικονομική ηγεμονία αλλά όλο και περισσότερο στην τεράστια στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών. Εξ ου και η τάση για πόλεμο που είναι χαρακτηριστική των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων η οικονομία εξαρτάται, πολύ περισσότερο από τις άλλες, από το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα και των οποίων οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες είναι άνευ συγκρίσεως σε παγκόσμιο επίπεδο, ίσες με 778 δισεκατομμύρια δολάρια (το 2020) , ένας αριθμός υψηλότερος από τις συνολικές δαπάνες των δέκα Κρατών που ακολουθούν τις ΗΠΑ στην παγκόσμια κατάταξη στρατιωτικών δαπανών. Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από μια σχεδόν αδιάκοπη σειρά αμερικανικών πολέμων: Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη κ.λπ.

Την εποχή της διάλυσης της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ υποσχέθηκαν στη Ρωσία ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτείνει τα σύνορά του, ενσωματώνοντας τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Πράγματι, όχι μόνο το ΝΑΤΟ, που προέκυψε σε αντίθεση με την ΕΣΣΔ, συνέχισε να υπάρχει μετά τη διάλυση του εχθρού του, αλλά το ακριβώς αντίθετο συνέβη με την επέκταση των συνόρων  του μέχρι τη Ρωσία, που βρίσκει τις βάσεις του ΝΑΤΟ και Αμερικανούς στρατιώτες μπροστά στην πόρτα της. Η σημερινή ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίαςπροκύπτει από το ενδεχόμενο ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Θυμόμαστε τι συνέβη όταν η ΕΣΣΔ προσπάθησε να στείλει πυραύλους στην Κούβα, λίγα χιλιόμετρα από τις αμερικανικές ακτές, και οι ΗΠΑ απείλησαν με παγκόσμιο πόλεμο.

Το ΝΑΤΟ είναι ένας τρόπος ελέγχου της Δυτικής Ευρώπης, συμπιέζοντάς την στις ΗΠΑ με έναν αντιρωσικό ρόλο. Ουσιαστικά, το ΝΑΤΟ χρησιμεύει για να εμποδίσει κάθε προσπάθεια της Ευρώπης να έχει μια αυτόνομη άμυνα και να συνάψει συμφωνίες με τη Ρωσία, όπως αυτή του αγωγού φυσικού αερίου Nord stream 2, που θα εξασφάλιζε άφθονη παροχή ενεργειακών πρώτων υλών στη Δυτική Ευρώπη. Η Ρωσία δεν αποτελεί άμεση απειλή για τις ΗΠΑ, καθώς η οικονομία της είναι πολύ μικρή και καθυστερημένη (με βάση τις εξαγωγές ενεργειακών πρώτων υλών), αλλά είναι ένας «χρήσιμος» εχθρός για τη διατήρηση της ηγεμονίας των ΗΠΑ στην υπόλοιπη Δύση.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία, είναι «αποικίες» των ΗΠΑ και ειρηνικές χώρες. Αντίθετα, είναι ιμπεριαλιστικές χώρες, που βρίσκονται στο κυρίαρχο κέντρο του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και ανταγωνιστές των ΗΠΑ και ως προς το νόμισμα, δεδομένου ότι το ευρώ έχει κατακτήσει το ρόλο του δεύτερου παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Επιπλέον, βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία επανεξοπλισμού και κατασκευής μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης στην οποία εμπλέκεται κυρίως η Γαλλία, η οποία, για παράδειγμα, στην Αφρική προωθεί ευρωπαϊκές στρατιωτικές αποστολές με στόχο τη διατήρηση της γαλλικής και ευρωπαϊκής επιρροής στις πρώην αποικίες. Μένει να δούμε αν η προσπάθεια της Γαλλίας να οικοδομήσει μια ενωμένη Ευρώπη σε στρατιωτικό επίπεδο θα είναι επιτυχής. Σε κάθε περίπτωση, η τάση επανεξοπλισμού της Ευρώπης είναι ανησυχητική και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Εάν η Ρωσία είναι ένας «χρήσιμος» αλλά στην πραγματικότητα όχι αποφασιστικός εχθρός, η Κίνα είναι ο πραγματικός εχθρός των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, η Κίνα είναι η μόνη χώρα που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως παγκόσμιος ηγεμόνας σε οικονομικό, άρα και πολιτικό επίπεδο. Αποφάσεις όπως αυτή που έλαβαν πρόσφατα ο Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ για την εμπορία του ρωσικού φυσικού αερίου στην Κίνα σε ευρώ και όχι σε δολάρια αποτελούν απειλή για την παγκόσμια ηγεμονία του δολαρίου και συνεπώς για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας μην ξεχνάμε ότι ένας από τους λόγους για την εισβολή στο Ιράκ ήταν η απόφαση του Σαντάμ Χουσεΐν να πουλήσει το πετρέλαιο του σε ευρώ. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι ΗΠΑ έχουν αναπτύξει μια πολιτική περιορισμού της Κίνας περιβάλλοντάς την με στρατιωτικές βάσεις και στρατιωτικές συμμαχίες, η τελευταία από τις οποίες είναι το Aukus, μεταξύ ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου και Αυστραλίας, που στοχεύει στον έλεγχο της περιοχής της Ινδίας - Ειρηνικού.

Εν κατακλείδι, στο πλαίσιο της γενικής πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, πρέπει να αναγνωρίσουμε τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ΗΠΑ ως καθοριστικός παράγοντας αποσταθεροποίησης και τάσης για πόλεμο σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό είναι σημαντικό να διευκρινιστεί, γιατί η Ιταλία είναι στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Σήμερα, για εμάς, η κύρια απειλή για την ειρήνη έρχεται από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αφενός, και, αφετέρου, από τον επανεξοπλισμό και την τάση προς μια ευρωπαϊκή αμυντική ένωση.

ΠΗΓΗ : La crisi in Ucraina e la tendenza alla guerra degli Stati Uniti e della NATO, Sinistra in rete (Η αριστερά στο διαδίκτυο)


Δύο εκλογές με σημαντικές ομοιότητες


                               

  του Domenico Moro

Την Κυριακή πραγματοποιήθηκαν δύο περιφερειακές εκλογές, στη Γερμανία και την Ιταλία. Οι δύο εκλογές αφορούσαν μικρές περιφέρειες, τη Θουριγγία και την Ούμπρια, οι οποίες έχουν δύο εκατομμύρια και 900 χιλιάδες κατοίκους, αντίστοιχα, σε σύνολο πληθυσμών 80 και 60 εκατομμυρίων. Ωστόσο, παρά τα μεγέθη και το γεγονός ότι οι δύο χώρες φαίνονται διαφορετικές από ορισμένες απόψεις, το εκλογικό αποτέλεσμα αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες ομοιότητες και μερικές εξίσου ενδιαφέρουσες διαφορές. 

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι οι δύο εκλογές είναι ενδεικτικές της πολιτικής κρίσης που πλήττει το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο. Μια κρίση που φαινόταν αποδυναμωμένη μετά τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών, οι οποίες είχαν καταγράψει μια μεγαλύτερη από το αναμενόμενο αντοχή των κόμματων που είναι υπέρ της λιτότητας και ανήκουν στις ομάδες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Πρώτον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα κόμματα που ήταν πρώτα στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος επί μεγάλο χρονικό διάστημα στις δύο περιοχές έχασαν την πρωτιά και πολλοί ψηφοφόροι τους μετακινήθηκαν προς άλλες πολιτικές δυνάμεις. Αυτές που τιμωρήθηκαν είναι οι δυνάμεις που συγκροτούν τον κυβερνητικό συνασπισμό σε εθνικό επίπεδο και οι οποίες ιστορικά προώθησαν τις ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας. Από την άλλη, αυτές που κέρδισαν ψήφους, είναι οι λεγόμενες ακροδεξιές ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις. Το εκλογικό  αποτέλεσμα, επομένως, φαίνεται να απορρίπτει τις αντίστοιχες κυβερνήσεις που εφαρμόζουν τη λιτότητα και τις φιλοευρωπαϊκές πολιτικές.

Στην Ούμβρια, μια παραδοσιακά κόκκινη περιοχή, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του '70, η αριστερά δεν βρίσκεται πλέον στην κυβέρνηση. Η ήττα του συνασπισμού Δημοκρατικού Κόμματος και Κινήματος 5 Αστέρων, η οποία υποτίθεται ότι θα έπρεπε να αναπαράγει σε τοπική κλίμακα τον συνασπισμό που υποστηρίζει την κυβέρνηση Κόντε, είναι μια πραγματική καταστροφή: είκοσι ποσοστιαίες μονάδες (57,55%) χωρίζουν την νέα κυβερνήτη υποψήφια της Λέγκας από τον υποψήφιο της κέντρο - αριστεράς (37,48%). 

Εξίσου σημαντικά είναι και τα εκλογικά ποσοστά των μεμονωμένων κομμάτων: το Δημοκρατικό Κόμμα  από 37,76% γκρεμίζεται στο 22,4% και το Κίνημα των 5 Αστέρων ακόμα περισσότερο, στο μισό, από το 14,55% στο 7,4%.

Και στη Γερμανία αυτοί που έχασαν ήταν οι εταίροι του κυβερνώντος συνασπισμού, η CDU (Χριστιανοδημοκράτες) και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD). Στη Θουριγγία, το CDU της Angela Merkel, από την πρώτη θέση πέφτει στην τρίτη, από το 33% στο 21,8% των ψήφων και το SPD από 12,4% στο 8,2%.
Αυτές που κέρδισαν, τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία είναι οι δυνάμεις της άλρας δεξιάς. 

Στην Ιταλία, σε συνθήκες όπου μεταξύ άλλων, η συμμετοχή στις εκλογές αυξάνεται, αυτή που επιβάλλεται είναι η Λέγκα του Σαλβίνι, υπερδιπλασιάζοντας τις ψήφους της από 13,99% το 2015 σε 37% το 2019. Στο ποσοστό της Λέγκα θα πρέπει να προστεθεί και το εξίσου θετικό αποτέλεσμα του κόμματος Φρατέλι ντ’Ιτάλια, το οποίο αύξησε και αυτό τις δυνάμεις του από 6,23% σε 10,4%. Το ίδιο και στη Θουριγγία όπου, το ξενοφοβικό και ακροδεξιό κόμμα Afd, υπερδιπλασίασε τις ψήφους του, από 10,6% σε 23,4%, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση, μπροστά  από τους Χριστιανοδημοκράτες του CDU.

Υπάρχει όμως σημαντική διαφορά μεταξύ της Θουριγγίας και της Ούμπρια. Ενώ στην Ούμπρια η πραγματική αριστερά, που δεν είναι η φιλελεύθεροδημοκρατική του Δημοκρατικού Κόμματος, απουσιάζει εντελώς, στη Θουριγγία οι εκλογές κατέγραψαν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα για το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, Die Linke, το οποίο αύξησε τις δυνάμεις του από 28,2% στο 31%, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση. 

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει περιθώριο για την αριστερά, υπό την προϋπόθεση ότι στην Ιταλία, όπως στη Γερμανία, θα προωθήσει τις θέσεις της με συνέπεια και θα έλθει σε αντίθεση με τον νεοφιλελευθερισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ το οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD, το οποίο εδώ και χρόνια ήταν ο εταίρος τζούνιορ της CDU στις γερμανικές κυβερνήσεις και πρακτικά εφαρμόζει νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές πολιτικές, δεν καταφέρνει να σταματήσει τη πτώση της εκλογικής του δύναμης.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ιταλία είναι σίγουρα παιδί της απογοήτευσης του εκλογικού σώματος του Κινήματος των 5 Αστέρων, το οποίο κατέβηκε στις εκλογές μαζί με το ΔΚ , δηλαδή με το κόμμα του οποίου ο τελευταίος κυβερνήτης αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω ενός σκανδάλου στον τομέα της υγείας. Για ένα κόμμα που είχε κάνει κεντρικό του σύνθημα την εντιμότητα, ήταν μια αντίφαση που είχε αρνητικό αποτέλεσμα. 

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η Ούμπρια είναι η περιοχή της Βόρειας- κεντρικής Ιταλίας με τα μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα και σε μικρή απόσταση από τα χαμηλά οικονομικά επίπεδα του Νότου με ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ μόλις 24.500 ευρώ έναντι του εθνικού μέσου όρου των 28.500. Το ίδιο ισχύει και για την περιοχή της Θουριγγίας,αλλά ακόμα πιο έντονα, μια περιοχή της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. 

Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, η επέτειος του οποίου γιορτάστηκε πριν από λίγες ημέρες, η απόσταση μεταξύ των δυτικών και ανατολικών περιοχών της Γερμανίας δεν έχει καλυφθεί και οι εμφατικοί εορτασμοί της κατάρρευσης του τείχους είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. 

Στην πραγματικότητα, μπορούμε μέχρι και σήμερα να δούμε πώς η ενοποίηση των δύο Γερμανιών υπήρξε μια πραγματική οικονομική προσάρτηση της ανατολικής Γερμανίας από τη Δυτική Γερμανία, όπως τεκμηρίωσε με τρόπο εξαιρετικό ο Vladimiro Giacché σε βιβλίο του πριν μερικά χρόνια και τώρα επανεκδόθηκε. 

Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η Eurostat πιστοποιεί ότι το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται στα όρια της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού στη Θουριγγία είναι από τα μεγαλύτερα στη Γερμανία, αντιπροσωπεύοντας το 22,3% έναντι του εθνικού μέσου όρου του 19%, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 28.900 ευρώ έναντι 39.600 του εθνικού μέσου όρου.

Η κρίση των παραδοσιακών δυνάμεων διπολισμού / δικομματισμού, της  κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, δεν έχει τελειώσει.Η οικονομική επιβράδυνση που πλήττει ολόκληρη την Ευρώπη, και τη Γερμανία, εκτός από μια απόδειξη ότι η δομική κρίση του κεφαλαίου δεν έχει τελειώσει αλλά επανεμφανίζεται, δείχνει επίσης και την αποτυχία των ευρωπαϊκών πολιτικών. Η πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε με τις περιφερειακές εκλογές στη Θουριγγία και την Ούμπρια είναι το αποτέλεσμα της διαρθρωτικής οικονομικής κρίσης του κεφαλαίου και του τρόπου αντιμετώπισής της από τις κυριότερες πολιτικές δυνάμεις.
 
Σε αυτές τις συνθήκες, η Λέγκα, όπως και το Afd, έπαιξαν καλά το παιχνίδι της προπαγάνδας. Η ακροδεξιά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί επισείοντας απλά το φόβητρο του φασισμού, γιατί οι πράξεις των κυβερνήσεων και ειδικότερα οι δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς (ΔΚ και Spd), τους παρέχουν ένα πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξή τους.
Η αντίθεση στη δεξιά περνάει μέσα από την ανασυγκρότηση μιας ριζοσπαστικής αριστεράς που δεν αφήνει την κριτική στην ΕΕ στα χέρια της δεξιάς και που μπορεί να αποτελέσει μια πραγματική εναλλακτική λύση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές λαϊκιστών και σοσιαλδημοκρατίας.

Η φύση της Ε.Ε. και η αμεταβλητότητά της

 La piramide del sistema capitalista


Ο καπιταλισμός μπορεί να θριαμβεύσει
μόνο όταν ταυτίζεται με το κράτος,
όταν είναι το κράτος 
Braudel



Για να μπορέσουμε να πούμε αν η ΕΕ είναι μεταρρυθμίσημη ή όχι θα πρέπει να έχουμε κατανοήσει τη φύση της, δηλαδή τη λειτουργία της και το λόγο της ιστορικής της ύπαρξης. Για να απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να κάνουμε αυτό που συνέστησε ο Arrighi, ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς κοινωνιολόγους του 20ού αιώνα. Ο Μαρξ έγραφε ότι, για να καταλάβει κανείς τον καπιταλισμό, θα πρέπει να κατέβει ένα επίπεδο κάτω από την αγορά, ακολουθώντας τον καπιταλιστή στο «μυστικό εργαστήριο» όπου έρχεται σε επαφή με τον κάτοχο της εργατικής δύναμης με σκοπό την παραγωγή κέρδους. 

Στη μελέτη αυτού του εργαστηρίου, του εργοστασίου, ο Μαρξ αφιέρωσε σημαντικά κεφάλαια του Κεφαλαίου. Ο Arrighi παραφράζοντας τον Μαρξ, λέει ότι για να κατανοήσουμε πλήρως τον καπιταλισμό είναι απαραίτητο να εισχωρήσουμε σε ένα άλλο «μυστικό εργαστήριο» που βρίσκεται στον επάνω όροφο σε σχέση με την αγορά, εκεί όπου ο κάτοχος του χρήματος, δηλαδή ο καπιταλιστής, συναντά έναν άλλο παράγοντα, τον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας [1].

Το επίπεδο κάτω από την αγορά είναι αυτό που ο μαρξισμός ονομάζει δομή, δηλαδή οι σχέσεις παραγωγής, ενώ το ανώτερο είναι το εποικοδόμημα, δηλαδή οι νομικές και πολιτικές σχέσεις, με μια λέξη το κράτος. Χωρίς το τελευταίο, η αγορά δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει. Επομένως, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την ΕΕ, πρέπει και εμείς να εξετάσουμε τόσο το κάτω επίπεδο όσο και το επίπεδο πάνω από την ενιαία αγορά, δηλαδή τη σχέση μεταξύ δομής και εποικοδομήματος. Η ΕΕ και το ευρώ δεν εξαλείφουν το κράτος, αλλά το αναδιαμορφώνουν με βάση τις αλλαγές στη δομή των σχέσεων παραγωγής.

Όσον αφορά τη δομή, η τρέχουσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από την τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους. Ενάντια στην τάση αυτή το κεφάλαιο κινητοποιεί «ανταγωνιστικά αίτια», όπως τα ονομάζει ο Μαρξ: τη μείωση των μισθών, την αύξηση της εκμετάλλευσης, τον βιομηχανικό εφεδρικό στρατό, την χρηματιστικοποίηση και, κυρίως την εξαγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίων .

Η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας και η παγκόσμια αγορά είναι το προϊόν της διαλεκτικής διαδικασίας στην οποία η πτώση του ποσοστού κέρδους διαπλέκεται με τα ανταγωνιστικά αίτια  [2]. Αλλά τι σχέση έχουν η ΕΕ και το ευρώ; Εχουν, επειδή διευκολύνουν ή επιτρέπουν την ενεργοποίηση των «ανταγωνιστικών αιτίων», την άρση των μέτρων προστασίας της εργασίας, τους περιορισμούς στην κίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίων, τις αναπτυξιακές δημοσιονομικές πολιτικές κ.λπ.

Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς την ανατροπή των σχέσεων πολιτικής εξουσίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας οι οποίες, από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70, είχαν μεταβληθεί υπέρ των κατώτερων τάξεων. Στην ουσία, η αναδιοργάνωση σε επίπεδο εποικοδομήματος, δηλαδή στο επίπεδο της λειτουργίας του κράτους, αποτελεί προϋπόθεση για την αναδιοργάνωση σε επίπεδο δομής. Ο στρατηγικός στόχος είναι η ακύρωση της ισχύος των κατώτερων τάξεων, και ειδικότερα της μισθωτής εργασίας, να επηρεάσουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τον δημόσιο προϋπολογισμό και τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές. Με μια λέξη, την αποδυνάμωση μέχρι και την κατάργηση της δημοκρατικής κυριαρχίας. Αυτό γίνεται μέσω μεταφοράς ορισμένων αρμοδιοτήτων του κράτους στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, προκειμένου να επιτευχθεί «κυβερνησιμότητα», δηλαδή η αποδυνάμωση των κοινοβουλίων και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή των κυβερνήσεων.

Στην πραγματικότητα, η φύση της ΕΕ είναι η διπλή φύση ενός διακυβερνητικού οργάνου και οργάνωσης της αγοράς. Αυτό που κυριαρχεί, ωστόσο, σε αντίθεση με αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως, είναι η πρώτη. Το κεντρικό όργανο της Ευρώπης είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από αρχηγούς κυβερνήσεων και κρατών, οι οποίοι, εκτός από ότι καθορίζουν τις γενικές και εξωτερικές κατευθυντήριες γραμμές, διορίζουν και εκλέγουν τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ. 

Αν η φύση της ΕΕ δεν ήταν ουσιαστικά διακυβερνητική, τότε η Γαλλία και η Γερμανία δεν θα μπορούσαν να υπογράψουν την πρόσφατη συνθήκη του Άαχεν ούτε το γαλλο-γερμανικό μανιφέστο για μια ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική [3], οι οποίες είναι διμερείς συμφωνίες, που, αφενός, επικαθορίζουν την ευρωπαϊκή διαδικασία λήψης αποφάσεων και, αφετέρου, πραγματώνουν μια «διπλή συμφωνία» μεταξύ δύο εθνικών κρατών σε επίπεδο αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής.

Επομένως, ακόμα και αν ορισμένες λειτουργίες του κράτους (νόμισμα και προϋπολογισμός) μεταβιβάζονται σε υπερεθνικά όργανα, άλλες λειτουργίες (εξωτερική πολιτική και άμυνα) ενισχύονται από τα μεμονωμένα κράτη. Τι είναι αυτό που συνδέει τις διάφορες πλευρές της αντίφασης; Αυτό που τις συνδέει είναι το ταξικό συμφέρον του κορυφαίου τμήματος του κεφαλαίου, του πιο διεθνοποιημένου, που απαιτεί διαφορετικές πολιτικές για τον ίδιο στόχο: την κερδοφορία σε παγκόσμια κλίμακα. Στο εσωτερικό, το κεφάλαιο απαιτεί τη συρρίκνωση του άμεσου μισθού, των συντάξεων και του έμμεσου μισθού, που μπορεί να γίνει μόνο χάρη στους εξωτερικούς περιορισμούς που επιβάλλει η ΕΕ και το ευρώ. 

Εξωτερικά, το κεφάλαιο απαιτεί την άμεση στήριξη του εθνικού κράτους, σε οικονομικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η κατάρρευση της εγχώριας αγοράς στις ευρωπαϊκές χώρες λόγω της λιτότητας και η επακόλουθη αύξηση του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών οδήγησε σε μια νέα παρέμβαση του κράτους υπέρ του «δικού του» τμήματος του κεφαλαίου.

Με αυτή την έννοια, η Γαλλία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: συρρίκνωση της οικονομίας στο εσωτερικό της και ανάπτυξη στο εξωτερικό. Στη χειρότερη φάση της κρίσης (2009-2015), οι γαλλικές εταιρείες αύξησαν τις πωλήσεις τους στο εξωτερικό κατά μέσο όρο 5,6% σε ετήσια βάση, έναντι 1,7% [4]. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι στο εξωτερικό αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 2,7% σε ετήσια βάση, ενώ στο εσωτερικό της χώρας μειώθηκαν κατά 0,6% [5]. 

Για να στηρίξει το «δικό του» κεφάλαιο, το γαλλικό κράτος αύξησε τα τελευταία χρόνια τις στρατιωτικές επεμβάσεις στην Αφρική, τον ιστορικό χώρο επέκτασης του και τη συμμετοχή του στο κεφάλαιο των πολυεθνικών στρατηγικής σημασίας. Όλα αυτά συμβαίνουν ενάντια στα συμφέροντα άλλων κρατών, ακόμη και αν αυτά ανήκουν στην ΕΕ και το ευρώ, όπως στην περίπτωση της επίθεσης κατά της Λιβύης, ένα είδος ιταλικού οικονομικού προτεκτοράτου, και στην περίπτωση της Airfrance σε βάρος  του εταίρου της KLM, στην οποία συμμετείχε το Ολλανδικό δημόσιο [6].
  
 Όπως είδαμε, όχι μόνο δεν υπάρχει μια Ευρώπη, τουλάχιστον όπως την εννοούν ορισμένοι, αλλά το κυριότερο δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη δημοκρατική μεταρρύθμισή της. Πρώτον, επειδή η ΕΕ είναι διαρθρωμένη ως ένας μη δημοκρατικός οργανισμός, όντας διακυβερνητικός οργανισμός, όπου το Κοινοβούλιο δεν έχει καμία ισχύ.

Εξάλλου, ακόμη και αν μετρούσε, το δημογραφικό βάρος των δύο μεγάλων χωρών, της Γερμανίας και της Γαλλίας, θα ήταν καθοριστικό στη δημιουργία πλειοψηφιών. Και δεύτερο, η Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ στο άρθρο 48 αναφέρει ότι οι όποιες αλλαγές στις συνθήκες θα πρέπει να επικυρώνονται από όλα τα κράτη μέλη. Αν έστω και ένα από τα κράτη μέλη δεν τις επικυρώσει, τότε το θέμα παραπέμπεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει ομόφωνα. Επομένως, αρκεί το Λουξεμβούργο να είναι αντίθετο για να μην εγκριθεί καμία αλλαγή.

Αν, όμως, μια κυβέρνηση ασκήσει πιέσεις στο Συμβούλιο ή προσπαθήσει να παραβιάσει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, τότε τίθεται σε ισχύ η δέσμευση που αντιπροσωπεύει το ευρώ, γεγονός που επιβάλλει την τήρηση των συνθηκών. Χωρίς να έχει τη δυνατότητα της ελευθερίας κινήσεων στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τα επιτόκια και χωρίς να έχει τη δυνατότητα έκδοσης χρήματος, η προσπάθεια της είναι καταδικασμένη να αποτύχει. 

Παραδείγματα, είναι η περίπτωση της Ελλάδας, η οποία υποχρεώθηκε να συμφωνήσει με τους πιστωτές, παρά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, και της Ιταλίας, η οποία είδε τα σπρεντς δανεισμού να εκτινάσσονται όταν η κυβέρνηση φάνηκε να υιοθετεί οικονομικά μέτρα ελαφρώς επεκτατικά.

Ως εκ τούτου, επίθεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σημαίνει επίθεση στο κομβικό ζήτημα της αναδιοργάνωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων που είναι υπέρ των καπιταλιστικών ελίτ. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση για το κεφάλαιο είναι ένα στοιχείο ισχύος, διότι χάρη σε αυτήν αποκτά ένα στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των κατώτερων τάξεων αλλά, ταυτόχρονα, είναι και σημείο αδυναμίας, επειδή αποδυναμώνει την ηγεμονική θέση του κεφαλαίου έναντι των μαζών, ενισχύοντας το σύστημα της πολιτικής διαμεσολάβησης και καθιστώντας την οικονομία περισσότερο ευάλωτη στις παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις.

Η έξοδος από το ευρώ και από την ΕΕ δεν είναι η σωτήρια λύση που θα λύσει όλα τα προβλήματα των εργαζομένων, αλλά αυτό που είναι βέβαιο είναι,ότι, εντός της ΕΕ και του ευρώ, δεν είναι καν δυνατόν να τεθούν οι βάσεις για την επίλυσή τους. Ετσι, το ζήτημα που θέτει η ΕΕ και το ευρώ, πιο πολύ και από οικονομικό, είναι πολιτικό: είναι το ζήτημα της δημοκρατίας ή, με άλλα λόγια, το ζήτημα της κυριαρχίας.

Αυτό που αμφισβητεί η Ευρώπη δεν είναι η εθνική κυριαρχία, αλλά η δημοκρατική και λαϊκή κυριαρχία. Το ζήτημα είναι ότι η κυριαρχία μεταβιβάζεται σε φορείς που εκφράζουν άμεσα και χωρίς διαμεσολάβηση τα συμφέροντα του μεγάλου πολυεθνικού κεφαλαίου. Σε αυτή την ιστορική φάση και στην Ευρώπη δεν νοείται αντικαπιταλιστικός αγώνας ,ούτε καν αγώνας για εργασία, ευημερία, καλύτερους μισθούς και ισορροπημένη ανάπτυξη, εάν δεν συνδέεται με την υπέρβαση της οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης.



[1] Giovanni Arrighi, Ο μακρύς 20ος αιώνας, il Saggiatore, Milano 1994.


[2] Karl Marx, Το Κεφάλαιο, Τόμος τρίτος, Κεφ. δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 1978.





[4]. Η διαφορά αφορά τον κύκλο εργασιών σε τρέχουσες τιμές. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό, δεν σημειώθηκε σχεδόν καμία μεταβολή στον κύκλο εργασιών των εταιρειών με έδρα τη Γαλλία κατά την περίοδο αναφοράς

[5] Domenico Moro, “Πολυεθνικές εταιρείες: διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και σχέσεις με ξένες χώρες”.



Domenico Moro,Η φύση της Ε.Ε. και η αμεταβλητότητά της, Εισήγηση στο συνέδριο Ε.Ε. : μεταρρύθμιση ή έξοδος, Ούντινε 30 Μαρτίου 2019