Κορονοϊός και κατάρρευση της νεωτερικότητας


                  
           
του cybergodz

Προτείνουμε ένα κείμενο από τον κύκλο Γερμανών διανοούμενων που κινούνται γύρω από την «Κριτική της αξίας» [1]. Οι συντάκτες του κειμένου, Roswitha Scholz και Herbert Böttcher,πιο συγκεκριμένα, ανήκουν στο χώρο που έχει σαν σημείο αναφοράς το περιοδικό Exit και τον ιστότοπο www.exit-online.org.

Η κριτική της αξίας βασίζεται στη θέση σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός, που είναι ουσιαστικά αξιοποίηση της αξίας, έχει φτάσει στο ακραίο όριό του, πέρα ​​από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει. Αυτό οφείλεται κυρίως στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, ο οποίος οδήγησε τον κόσμο σε αυτό που ονομάστηκε «τρίτη βιομηχανική επανάσταση», και χαρακτηρίζεται από παραγωγικότητα με κινητήριο δύναμη την υπερανάπτυξη της τεχνολογίας και την μικροηλεκτρονική.

Οι νέες απαιτήσεις αυτής της ακραίας καπιταλιστικής παραγωγικότητας απαιτούν έναν ισχυρό εξορθολογισμό του κόστους, επομένως η μαζική αποβολή  του «εργατικού δυναμικού» (όπως ορίζει η καπιταλιστική οικονομία αυτούς που εργάζονται) από την παραγωγή, αλλά και τους ανθρώπους γενικά εάν όχι από την ανθρώπινη κοινότητα, σίγουρα από την κοινωνική ζωή και τα οφέλη της - όταν υπάρχουν. 

Η απίστευτα υψηλή παραγωγική ικανότητα αγαθών με εξαιρετικά χαμηλό κόστος υπερφορτώνει τις υπάρχουσες αγορές, οι οποίες δεν μπορούν πλέον να απορροφήσουν τα παραγόμενα αγαθά βγάζοντας κέρδος, και δεν επιτρέπει να ανοίξουν νέες, λόγω της έλλειψης της αναγκαίας κερδοφορίας. 

Ταυτόχρονα υπονομεύει τη «ζήτηση» (για να χρησιμοποιήσουμε και πάλι αυτή τη μισητή εμπορική ορολογία) καθώς υπονομεύει την αγοραστική δύναμη της δυνητικής καταναλωτικής βάσης, λόγω ακριβώς - όπως ήδη υπογραμμίστηκε – του εξοβελισμού  της από το «παραγωγικό πλαίσιο», εννοούμενο με την ευρεία έννοια. Όλα αυτά γεννούν, σύμφωνα με την κριτική της αξίας, μια κρίση χωρίς επιστροφή. 
Προφανώς, μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να υποχρεώσει το καπιταλιστικό θηρίο να αλλάξει κατεύθυνση ή να επανεξετάσει τις προϋποθέσεις ύπαρξης του συστήματος. 
Αλλά αντίθετα, αντιπροσωπεύει ακόμα μια φορά ένα όριο που πρέπει να ξεπεράσει (το οποίο όμως αυτή τη φορά είναι αξεπέραστο, πράγμα που καθιστά αυτήν την κρίση ιδιαίτερα επικίνδυνη και ασταθή).

Τίποτα δεν μπορεί ούτε και πρέπει να εμποδίζει την τρελή πορεία του καπιταλισμού προς το τίποτα, ούτε αργόσχολα επιχειρήματα οικολογικού τύπου ή ακόμα χειρότερα, ηθικού, πόσο μάλλον η πιο άγρια ​​απτή πραγματικότητα της τεράστιας μάζας κεφαλαίων που δεν βρίσκουν τρόπο να αξιοποιηθούν (παρά μόνο στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κάτι που, ωστόσο, δεν αποτελεί λύση από καπιταλιστική άποψη, αλλά ένα σημάδι ανησυχητικό της επιδείνωσης της ίδιας της κρίσης, καθώς το τελικό αποτέλεσμα είναι η διόγκωση τεράστιων οικονομικών φουσκών που δεν μπορούν να κρατήσουν για πάντα και οι επιπτώσεις τους όταν σκάσουν θα είναι καταστροφικές, όπως συνέβη για παράδειγμα το 2008 με την κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων).

Η κρίση του κορονοϊού που ονομάζεται COVID-19 εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, τονίζοντας το καθεστώς κρίσης ειδικά από οικολογική άποψη. Ο καπιταλισμός σε κρίση, ένα «τρελό θηρίο», αδιαφορεί πλήρως για τη φύση όπως και για τον άνθρωπο (και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, διαφορετικά δεν θα ήταν καπιταλισμός, δηλαδή - επαναλαμβάνουμε – ένα κοινωνικό σύστημα που σαν Μοναδικό του σκοπό έχει την αξιοποίηση του κεφαλαίου, επομένως του ίδιου του εαυτού του) όπως μας επισημαίνει η μαρξική έννοια του «αυτόματου υποκειμένου»), που δεν μπορεί παρά να προκαλέσει τεράστιες καταστροφές.

 Ο COVID-19 αντιπροσωπεύει τη σημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης από περιβαλλοντική άποψη αλλά πολλά άλλα φαινόμενα των τελευταίων ετών (οι διάφοροι πόλεμοι, η ολοένα και πιο διαδεδομένη φτώχεια, η κατεδάφιση των ελάχιστων κοινωνικών εγγυήσεων, ο ανεξέλεγκτος ρατσισμός και σεξισμός κ.λπ.) δεν είναι παρά διαφορετικές πτυχές, που όμως όλες ανάγονται σε αυτή την μοναδική «αιτία», δηλαδή στο σύστημα του κεφαλαίου και τον μηχανισμό λειτουργίας του [1].

Το κείμενο της Roswitha και του Herbert προσπαθεί να τονίσει ξανά όσα ειπώθηκαν πιο πάνω, εστιάζοντας την προσοχή σε συγκεκριμένες πτυχές, όπως το καταστροφικό έργο των νεοφιλελεύθερων ιδιωτικοποιήσεων, το ρόλο των γυναικών στην κρίση, την ολοένα και πιο επιτακτική ανάγκη για καπιταλισμό σε κρίση να πειθαρχήσει τις μάζες , την επιστροφή του (κοινωνικού) κράτους. Ακριβώς σε αυτό το τελευταίο σημείο αξίζει ίσως να σταθούμε για λίγο.

Το κράτος πρόνοιας, όπως υποστηρίζουν οι δύο συγγραφείς - αλλά για να είμαστε ειλικρινείς όχι μόνο αυτοί – ξαναέγινε της μόδας. Αφού υπέστη τα πάνδεινα και αφού χλευάστηκε από το νεοφιλελεύθερο ρεύμα, σήμερα όλοι επιστρέφουν για να χτυπήσουν την πόρτα του και, σαν άσωτοι ιυοί, αφού κατασπατάλησαν τον πλούτο του, έρχονται να ζητήσουν και πάλι τη βοήθειά του. 
Αυτό τουλάχιστον φαίνεται, κάτι που θα μας έκανε να πιστέψουμε ότι το κράτος πρόνοιας μπορεί για άλλη μια φορά να σώσει το σύστημα. Τα πράγματα,όμως, δεν είναι τόσο απλά, δυστυχώς (επειδή όλοι θα ήθελαν να έχουν έναν καλό αρχηγό οικογενείας ο οποίος, την κατάλληλη στιγμή, θα αναλάμβανε τα ηνία και θα οδηγούσε σε ασφαλή προσγείωση). 

Το κράτος πρόνοιας, στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι διαφορετικό από το σύστημα που το δημιούργησε. Το Welfare State (το κράτος πρόνοιας), ή Etat providence (κράτος πρόνοιας στα γαλλικά) ή κεϋνσιανισμός ή όπως αλλιώς ονομάζεται στις διάφορες γλώσσες και κουλτούρες,  γεννήθηκε σαν ένα σημαντικό δεκανίκι για την ορθή λειτουργία του καπιταλισμού.

 Ο Foucault, στα έργα του ειδικά στις διαλέξεις του στο Collège de France, [2] υπογραμμίζει λεπτομερώς αυτό το εδάφιο, και από ένα σημείο και μετά το θεωρεί απαραίτητο για την καπιταλιστική επέκταση. 
Το κράτος πρόνοιας εκτός από ότι στηρίζει το σύστημα, ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται και αυτό το ίδιο το σύστημα επειδή αντλεί πόρους από αυτό. 

Δημιουργείται λοιπόν ένας φαύλος κύκλος όπου το σύστημα ζητάει βοήθεια από το κράτος πρόνοιας επειδή δεν μπορεί πλέον να ανταπεξέλθει οικονομικά ή κοινωνικά και το κράτος δεν ξέρει πώς να το κάνει γιατί, για να βοηθήσει το σύστημα, θα πρέπει να αντλήσει πόρους ακριβώς από αυτό το σύστημα που καταρρέει και δεν μπορεί πλέον να του προσφέρει τίποτα. Είναι ένα σκυλί που δαγκώνει την ουρά του, ένα ακόμη πρόβλημα χωρίς λύση.

Το κράτος πρόνοιας που επικαλούμαστε, επομένως, δεν μπορεί πια να σώσει κανέναν, γιατί δεν υπάρχει πια πίσω του η καπιταλιστική κερδοφορία που να το στηρίζει. Αυτό, όπως και το κράτος γενικά, δεν μπορεί να είναι η λύση του προβλήματος (δεν ήταν ποτέ), αλλά τώρα ούτε καν σαν παρηγοριά. Η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού, έχοντας βέβαια κατά νου ότι δεν μπορεί να ανατεθεί σε ένα είδος επίκλησης στην «ανθρώπινη φύση» που από μόνη της θα δημιουργούσε ένα εναλλακτικό κοινωνικό σύστημα. Αλλά, αντίθετα, έχει έλθει η στιγμή να σκεφτούμε μια κοινωνική οργάνωση τουλάχιστον για μία φορά «συνειδητή», που να μπορεί να σχεδιάζει λογικά, πάνω σε αρχές ριζικά διαφορετικές από την «αξιοποίηση του κεφαλαίου» .[3] Αλλά από αυτή την άποψη, η πορεία είναι ακόμα μακρά και βασανιστικό. Καλή ανάγνωση

                                   ****************

Κορονοϊός και κατάρρευση της νεωτερικότητας

Roswitha Scholz & Herbert Böttcher

O κορονοϊός  είναι ο καταλύτης και όχι η αιτία της κλιμάκωσης της κρίσης. Θα επιταχύνει μόνο την κατάρρευση του καπιταλισμού. Σε σύγκριση με την κρίση του 2007/8, που επηρέασε κυρίως τις «συστημικές» τράπεζες, τώρα και η πραγματική οικονομία χρειάζεται δισεκατομμύρια ευρώ βοήθεια. Ακόμα μια φορά, καλείται να βοηθήσει το (κοινωνικό) κράτος, το οποίο κράτος όσο θριάμβευε ο νεοφιλελευθερισμός είχε απαξιωθεί ως «δημόσιο τεμπελχανείο» και ως βαρίδι για τον ανταγωνισμό. Αυτός ο εθνικός καπιταλισμός, στο κυνήγι των επενδυτών, και με ατμομηχανή το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, που είχε παρουσιαστεί ως πετυχημένο μοντέλο , δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια στρατηγική αναβολής της κρίσης του καπιταλισμού. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο κορονοϊός βρίσκει μπροστά του ένα μερικώς ιδιωτικοποιημένο και υποχρηματοδοτούμενο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, και στις περιοχές της κρίσης σε πλήρη σχεδόν κατάρρευση των δομών του κράτους και της αγοράς.

Ήδη από τα πρώτα νεοφιλελεύθερα πειράματα της δεκαετίας του '70, που ο Αύγουστος Πινοσέτ – με την υποστήριξη των Chicago Boys,του περιβάλλοντος του Milton Friedman - είχε εφαρμόσει στη Χιλή σε καθεστώς στυγνής στρατιωτικής δικτατορίας, οι πιο προσεκτικοί παρατηρητές είχαν παρατηρήσει πως το σύνθημα της ήταν :  «το κοινωνικό κράτος σκλαβώνει, το αστυνομικό κράτος απελευθερώνει». 
Πρακτικά, η ιστορία του νεοφιλελευθερισμού συνδέεται με την εντατικοποίηση της καταστολής, ειδικά ενάντια σε ανθρώπους που είναι πλέον περιττοί από την άποψη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης: άνεργους, προσωρινά εργαζόμενους, πρόσφυγες, ασθενείς, μη επικερδείς ηλικιωμένους. Ο αποκλεισμός και η καταστολή δεν είναι απλά προϊόντα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά μια έκφραση της στενής σύνδεσης μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας, μεταξύ φιλελευθερισμού και καταστολής, που αποτελεί και το θεμέλιο της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης». Τις τελευταίες δεκαετίες, η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» γίνεται ολοένα και περισσότερο «κανονικότητα», ειδικά για τους πρόσφυγες. 

Υπό την πίεση της κρίσης του κορονοϊού έχουν ήδη υπάρξει συλλογικές αναγκαστικές επαναπροωθήσεις από την Ελλάδα στην Τουρκία. Υπάρχει φόβος ότι η ήδη γνωστή κρατική καταστολή θα ενταθεί σε αυτήν την κρίση - μαζί με την αυξανόμενη αγριότητα της αστυνομίας και του δικαστικού σώματος (διαφθορά, δεσμοί μαφίας κ.λπ.)

Όπως και το 2015 με τη λεγόμενη «κουλτούρα υποδοχής», έτσι και αυτή τη φορά οι διάφορες διακηρύξεις περί αλληλεγγύης δεν είναι αξιόπιστες. Κανένας πολιτικός δεν έχει σκεφτεί ποτέ σοβαρά να βελτιώσει τη θέση των άστεγων και των ζητιάνων κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης. Οι πιθανότητές τους να επιβιώσουν χάρη στις δωρεές από περαστικούς ή τη συλλογή τροφίμων εδώ και εκεί είναι πολύ περιορισμένες. Ούτε και έχει επιδειχθεί πολιτική αλληλεγγύη υπέρ αυτών που εξαρτώνται από το  πρόγραμμα Hartz IV [4] και τη βασική φροντίδα στα γηρατειά, ή που αντιμετωπίζουν επιδείνωση των συνθηκών διατροφής τους λόγω της κερδοσκοπίας στα προϊόντα χαμηλού κόστους, τόσο  που να μπορεί να προκαλέσουν την κατάρρευση των συσσιτίων για τους φτωχούς. Η πολιτική αλληλεγγύη επεκτείνεται, στην καλύτερη περίπτωση, σε όσους είναι αξιοποιήσιμοι και «σημαντικοί για το σύστημα» και, το πολύ,-πολύ στους ηλικιωμένους που πρέπει να ξεκουραστούν όπως τους αξίζει μετά από μια ζωή δουλειάς.

Σε αυτήν την περίπτωση, εκτιμάται ειδικότερα ο ρόλος των γυναικών ως «ο τελευταίος προμαχώνας» ενάντια στην κρίση. Σε αυτόν τον ρόλο λαμβάνουν, αυτήν τη στιγμή, πολλού επαίνους. Πρέπει να θυμόμαστε, όμως, ότι αυτή η αναγνώριση έρχεται σε μια στιγμή που η καπιταλιστική πατριαρχία διαλύεται. Για αυτόν τον λόγο, οι γυναίκες είναι τώρα εκείνες που πιέζονται περισσότερο στον αγώνα για επιβίωση. Επομένως, η σημασία και ο ρόλος τους θα πρέπει να εξετάζετε σε αυτό το πλαίσιο, αντί να απαιτούν απλώς την επανεκπαίδευση της εργασίας των γυναικών και μια κατάλληλη αμοιβή. Θα ήταν σημαντικό να εξεταστεί τώρα η τρέχουσα διαδικασία διαρθρωτικής κρίσης στο σύνολό της ως σημείο εκκίνησης για μια ανάλυση, καθώς και για προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο παρέμβασης.

Εν τω μεταξύ, αυξάνονται οι φωνές που ζητούν «φιλελεύθερα» δικαιώματα και ταυτόχρονα υπογραμμίζουν την ανάγκη προετοιμασίας για την επιστροφή στην κανονικότητα για το συμφέρον της οικονομίας. Για το λόγο αυτό, είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τους ανθρώπους στο βωμό της κοινωνικο-Δαρβινικής τρέλας. 

Συγκεκριμένα, οι ηλικιωμένοι είναι αυτοί που βλέπουν να τους στερείται το δικαίωμα στη ζωή.[5 ] Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ακόμη και οι λεγόμενοι «ηθικοί επιχειρηματίες», όπως ο Dominik H. Enste στο Tagesspiegel της 24ης Μαρτίου, έχουν πολλά να πουν επ’ αυτού. Η ωφελιμιστική  λογική επισημαίνει ότι η υγεία δεν πρέπει να αντιπροσωπεύει ένα υπερβολικό κόστος. Το σημείο αναφοράς είναι οι Βρετανοί, οι οποίοι «έχουν καθορίσει με σαφήνεια πόσο μπορεί να κοστίσει μια επέκταση της ζωής: 30.000 στερλίνες, με εξαιρέσεις μέχρι 70.000 στερλίνες ή 80.000 στερλίνες». Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να φανταστεί κανείς πώς τα αιτήματα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον παράγοντα «ανθρώπινο κόστος» θα συνεχίσουν να αυξάνονται στο μέλλον.

Όλα θα  πρέπει να είναι έτοιμα για τη στιγμή που θα γίνει εφικτή η επανεκκίνηση της υποτιθέμενης κανονικότητας του καπιταλισμού και της οικονομίας. 
Πρέπει να φοβόμαστε ότι αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω κοινωνικούς περιορισμούς και αναταραχές, οι οποίοι θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε αναταραχές και λεηλασίες, όπως συμβαίνει ήδη στη Σικελία. Για το λόγο αυτό, η αστυνομία και ο στρατός βρίσκονται ήδη σε κατάσταση συναγερμού προκειμένου να  αντιμετωπίσουν την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». 

Ως προς την εφαρμογή των μέτρων, για παράδειγμα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ήδη έτοιμο ένα σχέδιο για επ 'αόριστον κράτηση των συλληφθέντων χωρίς παραπομπή σε δίκη.[6] Πρακτικά,δηλαδή, επεκτείνεται το Γκουαντάναμο σε ολόκληρη την κοινωνία. Οι τρέχουσες διαμάχες στη Γερμανία δείχνουν την τάση να διασφαλιστεί ότι υπάρχει μια χαλάρωση της γενικής κοινωνικής «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» υπέρ μιας «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» για τους ηλικιωμένους και τις ομάδες υψηλού κινδύνου δηλαδή της απομόνωσής τους.

Στην απομόνωση και σε περαιτέρω κύματα φτώχειας καταστολής και βαρβαρότητας είναι εκτεθειμένοι ειδικά αυτοί που έχουν μετατραπεί σε «Εγώ Α.Ε.», [ 7] καθοδηγούμενοι από την ανταγωνιστικότητα στο πλαίσιο της εξατομίκευσης . Κυρίως, τα μέλη της μεσαίας τάξης που είναι διχασμένα μεταξύ άγχους, το οποίο έχει γίνει σχεδόν σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης και επιταγών χαλάρωσης από τη βιομηχανία αυτογνωσίας, όπου η «χαλάρωση» γίνεται κορυφαία απόδοση, χωρίς εξ αυτού να είναι και πραγματικά υγιής. Οι κοινωνικο-ψυχολογικές συνέπειες της απομόνωσης ήδη εκδηλώνονται με τη μορφή της κατάθλιψης και της κλιμάκωσης της βίας, ειδικά κατά των γυναικών, σε καταστάσεις όπου οι άνθρωποι απορρίπτουν τον εαυτό τους και το άμεσο περιβάλλον τους. Όσο λιγότερο διαφαίνεται η επιστροφή στην κανονικότητα και όσο περισσότερο εξαπλώνεται η φτώχεια και η κοινωνική παρακμή, τόσο περισσότερο το υποκείμενο του ανταγωνισμού που έχει σαν στόχο τη «μάχη όλων εναντίων όλων» απειλεί να διεξάγει έναν πόλεμο κοινωνικού δαρβινισμού που δεν λαμβάνει καν υπόψη τις απώλειες .

Αυτό που ο Robert Kurz περιέγραψε σε πολλά από τα βιβλία του, και αυτό που γνωρίζουμε κυρίως από τις περιοχές του κόσμου σε αποσύνθεση, κατά πάσα πιθανότητα θα το βιώσουμε τώρα κι εμείς και με έναν τρόπο πραγματικά αισθητό. Τόσο τα κοινωνικά κινήματα όσο και η αριστερά αγνοούν εντελώς ή δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις θεωρίες της κρίσης και της κατάρρευσης, καθώς και την κριτική της αξίας και της σεξουαλικότητας. Αντ 'αυτού, κυκλοφορούν αμφιλεγόμενες φαντασιώσεις συνωμοσίας όπως αυτές του συμβούλου επενδύσεων Dirk Müller ("Mr. Dax") [8 ] και αναλύσεις για την κατάρρευση, όπως αυτές του Friedrich / Weik, [9 ] οι οποίοι μετά το «μεγαλύτερο κραχ όλων των εποχών» αγωνίζονται τώρα για ένα καπιταλισμό νέο και τελειοποιημένο. Η αριστερά επιδίδεται σε έναν υπερ-σοσιαλδημοκρατισμό με συνθήματα όπως Green New Deal, ανακατανομή, απαλλοτρίωση κ.λπ. Ολόκληρη η ανθρωπότητα ερμηνεύεται εδώ ως «εργατική τάξη» ενάντια στο «ένα τοις εκατό» των κατόχων του πλούτου και οποιαδήποτε καταστροφή δεν αποδίδεται στον καπιταλισμό και στην εγγενή του  «αντίφαση σε εξέλιξη», αλλά στον νεοφιλελευθερισμό.

Ανάλογα με την πορεία της κρίσης, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να καταλαμβάνουμε από καιρό σε καιρό τους πόλους της αγοράς ή του κράτους, καθώς η κρίση στην πορεία της επιδεινώνεται και ολοένα και πλησιάζει όλο και πιο καθαρά τα εσωτερικά της όρια. Μια επιστροφή στο Κράτος έθνος θα ήταν μοιραία. Το κλείσιμο των συνόρων δείχνει ανικανότητα και είναι μάλλον πράξη αναδίπλωσης. Αντίθετα, θα χρειαστεί ο ρεαλισμός και η διεθνής συνεργασία για την αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης από τον κορονοϊό. Η έρευνα, η μεταφορά αγαθών, η παραγωγή ζωτικών αγαθών θα πρέπει να ρυθμίζονται ξέχωρα από τα εθνικά σύνορα με έναν μη γραφειοκρατικό και ελεύθερο τρόπο ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω βαρβαρότητες. Η κατάσταση ανάγκης απαιτεί αμοιβαία βοήθεια και συνεργασία. Ωστόσο, ο ρεαλισμός αυτός και η συνεργασία δεν πρέπει να συγχέονται ανόητα με την εμφάνιση μιας άλλης κοινωνίας. Αυτή η κοινωνία θα δει το φως μόνο όταν η σκέψη και η δράση οδηγήσουν σε ρήξη με τις μορφές κοινωνικοποίησης της αξίας.

 Roswitha Scholz & Herbert Böttcher , (για το «EXIT»),γράφτηκε στα τέλη Μαρτίου του 2020
                                                          ΠΗΓΗ : EXIT

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σε όσους υποστηρίζουν ότι οι ιογενείς κρίσεις που έχουν αποδεκατίσει την ανθρωπότητα υπήρχαν από πάντα (βλ. Για παράδειγμα William Hardy McNeill, Η πανούκλα στην ιστορία), μπορούμε να τους ανταπαντήσουμε ότι, αν και ένα τέτοιο πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο την «Κεφαλαιόκαινο» ,όπως ονομάζεται από ορισμένους,ωστόσο, σήμερα, θα μπορούσαμε να έχουμε ένα μεγάλο πλεονέκτημα αφού έχουμε τις δυνατότητες μιας αποτελεσματικής αντιμετώπισης τέτοιων προβλημάτων, χάρη στην επιστημονική έρευνα που, όταν δεν γίνεται δούλα των καπιταλιστικών επιθυμιών, καταφέρνει συχνά να εντοπίζει σχετικά έγκαιρα ορισμένα προβλήματα και να δίνει τη δυνατότητα πρόληψης ανεπιθύμητων παρενεργειών, τουλάχιστον σε κοινωνικό επίπεδο.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του COVID-19, κάτι που πολλοί είχαν αντιληφθεί πολύ νωρίτερα και υπό μία έννοια ήταν μέχρι και αναμενόμενη, στο βαθμό που είναι γνωστή η διαταραχή του φυσικού περιβάλλοντος από την ολοένα και πιο μαζική και επεμβατική βιομηχανική εκτροφή ζώων.
Αλλά, το ενδιαφέρον γι αυτά τα ζητήματα, τα οποία πάνω από όλα έχουν ένα κόστος, είναι κάτι που δεν αφορά τον «ώριμο» καπιταλισμό, ειδικά σε περιόδους δομικής κρίσης. Αντίθετα, αυτό που θεωρείται ότι θα πρέπει να γίνει είναι να διευκολυνθεί η κατάληψη ακαλλιέργητων εκτάσεων για αγροτικές επιχειρήσεις, η μαζική αποψίλωση δασών, η μη βιώσιμη γεωργία και… «όλα θα πάνε καλά» - όπως λέει και ένα πάντα επίκαιρο σύνθημα. Και μετά, όταν ξεσπάσει μια οικολογική κρίση όπως αυτή, τότε : έχουμε δει πολλές, μία πάνω, μία κάτω... Το παιχνιδάκι όμως αυτό κάποια μέρα μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχό μας, και μάλλον αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

[2] Σ’ αυτά τα μαθήματα ο Foucault δομεί κάπως καλύτερα κυρίως την έννοια της «βιοπολιτικής», απαραίτητη για να γίνει κατανοητό αυτό το θεμελιώδες βήμα του καπιταλισμού. Μέσα σε αυτήν την έννοια, ενυπάρχει πλήρως αυτή του «κράτους πρόνοιας», πιθανότατα ως η πιο ακραία κατάστασή του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τη «Βιοπολιτική»  ο Foucault δεν θέλει απλώς να διακρίνει μια προσέγγιση της εξουσίας από τα σώματα και μόνο, για να την «περιγράψει». Αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να καταλάβει το λόγο που η εξουσία, η οποία ιστορικά παίρνει σίγουρα διάφορες μορφές, αλλά ως θεμελιώδες παράδειγμα παραμένει «πανομοιότυπη», από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά αντί να «κάνει κομμάτια» τα σώματα, αρχίζει να «τα φροντίζει». Για ποιο λόγο γίνεται αυτό το βήμα, τι συμβαίνει; Μήπως η εξουσία γίνεται καλή; Κάθε άλλο! 

Αντίθετα, η εξουσία ανακαλύπτει ότι τα σώματα μπορούν να αξιοποιηθούν και ότι μπορεί να αξίζουν πολύ. Αυτό το βήμα συμπίπτει με την έλευση της νεωτερικότητας, που την ονομάζει «κλασική εποχή» ακολουθώντας μια δική του συγκεκριμένη χρονολογία, μια έλευση που δεν συμπίπτει συμπτωματικά και με τη γέννηση του καπιταλισμού. Κάνουν την εμφάνισή τους τα κράτη, τα κοινοβούλια, οι νόμοι, η (αφηρημένη) εργασία, γεννιούνται «θεσμοί καταναγκασμού» όπως φυλακές, άσυλα κ.λπ. Ο Foucault αναλύει αυτό το βήμα αξιοθαύμαστα, ειδικά στα μαθήματα με τίτλο Η τιμωρητική κοινωνία, Υπεράσπιση της κοινωνίας, Ασφάλεια, επικράτεια ,πληθυσμός , Η Γέννηση της Βιοπολιτικής, και το Περί της κυβέρνησης των ζωντανών. Η Βιοπολιτική είναι επομένως η λέξη που περιγράφει αυτήν την «εποικοδομητική» προσέγγιση της εξουσίας πάνω στα σώματα.

[3]  Θεωρούμε αυτονόητο ότι δεν θέλουμε να προτείνουμε ένα είδος «υπαρκτού νεο-σοσιαλισμού», πόσο μάλλον ένα είδος μετα-καπιταλιστικής φιλο-Οργουελιανής κοινωνίας όπου όλα «κατασκοπεύονται», «παρακολουθούνται» και «κανονικοποιούνται» (αυτή μάλλον  φαίνεται να είναι η τελική κατάληξη του καπιταλισμού της κρίσης, όπως φαίνεται να δείχνει η τρέχουσα εμπειρία που σχετίζεται με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω του COVID-19). Για να κατανοηθεί λίγο καλύτερα τι σημαίνει μη καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, ικανή να σχεδιάζει ορθολογικά τους «πόρους» (ίσως θα πρέπει να αρχίσουμε να τους αποκαλούμε με άλλο όνομα, επειδή η υπέρβαση του καπιταλισμού περιλαμβάνει και την υπέρβαση της αντικειμενοποίησης της σκέψης και της γλώσσας ), ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθεί ένα εκτενές απόσπασμα από συνέντευξη του Robert Kurz στο «μακρινό» 2010 για ένα συλλογικό τόμο που θα δημοσιευτεί στη Γαλλία (πρωτότυπο κείμενο εδώ: https://www.exit-online.org/druck.php ? tables = autoren & posnr = 449, tr.it.https: //www.sinistrainrete.info/marxismo/3615-robert-kurz-la-te--marx-the-crisis-and-the-bolition-of-capitalism.html ).

Βλέποντας κριτικά τον αφελή και ηθικολογικό αντιβιομηχανισμό, ο συντάκτης ρωτά τον Kurz τι πιστεύει πως είναι μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Και η απάντηση είναι η εξής: «Ο Μαρξ, σωστά είπε, ότι ο αφηρημένος αντιβιομηχανισμός είναι αντιδραστικός, επειδή απορρίπτει τις δυνατότητες κοινωνικοποίησης και, όπως και οι απολογητές του καπιταλισμού, μπορεί μόνο να φανταστεί ένα γενικό πλαίσιο κοινωνικής αναπαραγωγής με τις μορφές του κεφαλαίου. Ο αντιβιομηχανισμός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αυτοδιάθεση του ανθρώπου μπορεί να υπάρξει μόνο σε βάρος της «αποκοινωνικοποίησης», σε μικρά δίκτυα που βασίζονται σε μια οικονομία επιβίωσης (το μικρό είναι όμορφο) [….] Το ζήτημα, ωστόσο, είναι να ελευθερώσουμε την κοινωνική αναπαραγωγή από το φετίχ του κεφαλαίου και τις βασικές του μορφές. Οι δυνατότητες της κοινωνικοποίησης στον καπιταλισμό καθορίζονται ,όμως,με καθαρά αρνητικό τρόπο, ως υποταγή των ανθρώπων στον αυτοσκοπό της αξιοποίησης. Ακόμη και η υλική πλευρά της βιομηχανικής παραγωγής υπακούει σε αυτή την επιτακτική ανάγκη του «αυτόματου υποκείμενου» (Mαρξ). Για αυτό και το υλικό περιεχόμενο της βιομηχανικής κοινωνικοποίησης δεν μπορεί να ξεπεραστεί θετικά, αλλά θα πρέπει να καταργηθεί μαζί με τις φετιχιστικές μορφές του κεφαλαίου. Αυτό δεν αφορά μόνο τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής αλλά και τη σχέση με τη φύση. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι δεν θα υπάρξουν ρήξεις με την καπιταλιστική βιομηχανία και τον εγγενή σε αυτή παραγωγισμό. Ωστόσο, μια εξίσου αφηρημένη «αντιπαραγωγικότητα», ή η οπισθοδρόμιση σε μια ειδυλλιακή φτώχεια μιας οικονομίας επιβίωσης και η κοινωνικά καταπιεστική ατμόσφαιρα των συγχυσμένων «κοινοτήτων», δεν είναι εναλλακτική λύση, αλλά η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος.

Επομένως, στόχος είναι η ανατροπή των υλικών συνθηκών παραγωγής σε παγκόσμιο κοινωνικό επίπεδο και η ικανοποίηση των αναγκών, καθώς και η διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορεί πλέον να συνεχιστεί η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη σύμφωνα με το γενικό και αφηρημένο κριτήριο του λεγόμενου ορθολογισμού της οικονομίας των επιχειρήσεων […] Αυτή η λογική της αξίας, η οποία μετατρέπει τις παραγωγικές δυνάμεις σε δυνάμεις καταστροφής, θα πρέπει επίσης να αλλάξει ριζικά και στη βιομηχανία. Όπου ζωτικοί τομείς παροπλίζονται λόγω πτώσης της «κερδοφορίας». Επομένως, δεν θα πρέπει να σταματήσει ο κόσμος να  μετακινείται, ή να γίνεται με κάρα που θα τα τραβούν γαϊδουράκια, αλλά μάλλον, ξεκινώντας από την καταστροφική μορφή των μεμονωμένων μεταφορών με αυτοκίνητο, και τον μετασχηματισμό της σε ένα ποιοτικά νέο δίκτυο δημόσιων μεταφορών. Τα «απορρίμματα της παραγωγής» (Μαρξ) δεν μπορούν να συνεχίσουν να βρίσκονται διάσπαρτα στη φύση, αντί να ενσωματώνονται σε ένα βιομηχανικό κύκλωμα. Και η καπιταλιστική «κουλτούρα των καυσίμων» δεν μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται, αλλά απαιτείται μια διαφορετική χρήση της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα. Τέλος, οι στιγμές της αναπαραγωγής, οι οποίες διαχωρίστηκαν από την επίσημη κοινωνία και ανατέθηκαν ιστορικά στις γυναίκες (οικιακές δραστηριότητες, πρόνοια, φροντίδα κ.λπ.),πρέπει να οργανωθούν με τρόπο συνειδητά κοινωνικό και αποσυνδεδεμένες από τον σεξουαλικό χαρακτηρισμό τους.

Αυτή η ευρεία διαφοροποίηση της βιομηχανικής παραγωγής και των υπηρεσιών,με καθαρά ποιοτικά κριτήρια, είναι κάτι διαφορετικό από έναν αφηρημένο αντιβιομηχανισμό. αλλά απαιτεί την κατάργηση της καπιταλιστικής λογικής, της σύνθεσης μέσω της αξίας και τον προκύπτοντα επιχειρηματικό οικονομικό υπολογισμό.

Ωστόσο, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο ως κοινωνική διαδικασία, μέσω ενός κοινωνικού αντι-κινήματος από την ίδια την κοινωνία και όχι μέσω ψευδο-ουτοπικών «μοντέλων», τα οποία το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να γενικευτούν [...] Αυτό που μπορεί να αναπτύξει η θεωρία, ως κριτική στον καπιταλιστικό οικονομισμό, είναι τα κριτήρια για μια διαφορετική κοινωνικοποίηση. Εδώ, καταρχάς, περιλαμβάνεται ο συνειδητός σχεδιασμός των πόρων, ο οποίος πρέπει να αντικαταστήσει την τυφλή δυναμική των «καταναγκαστικών νόμων του ανταγωνισμού» (Μαρξ). Ο κοινωνικός σχεδιασμός έχει δυσφημιστεί, ακόμη και στα αριστερά, επειδή η ιδέα του δεν έχει γίνει ποτέ κατανοητή πέρα ​​από τον εξαφανισμένο γραφειοκρατικό κρατικό σοσιαλισμό. Όμως αυτός ο σοσιαλισμός δεν αποτελούσε εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, αλλά ουσιαστικά, έναν «καθυστερημένο εκσυγχρονισμό» στην περιφέρεια της παγκόσμιας αγοράς, ο οποίος χρησιμοποιούσε τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους. Η λογική της αξίας δενείχε καταργηθεί, αλλά απλώς εθνικοποιήθηκε […] Επρόκειτο απλώς για τη συμμετοχή των περιφερειακών περιοχών στην παγκόσμια αγορά με ίσα δικαιώματα, μια συμμετοχή που κατέληξε σε αποτυχία. Επομένως, αυτός ο σχηματισμός παρέμεινε δέσμιος της αμηχανίας ενός «σχεδιασμού της αξίας», ο οποίος από τη φύση του δεν μπορεί να σχεδιαστεί, αλλά συνεπάγεται τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις ενός αφηρημένου παραγωγισμού. Αν σήμερα η αρνητική κοινωνικοποίηση μέσω της αξίας προσκρούσει σε ιστορικά όρια σε παγκόσμια κλίμακα, ένα νέο πρότυπο κοινωνικού σχεδιασμού βρίσκεται στην ατζέντα, πέρα ​​από την αγορά και το κράτος, την αξία και το χρήμα ».

[4]  Το Hartz IV είναι μια φάση του λεγόμενου «σχεδίου Hartz», που εφαρμόζεται στη Γερμανία από τον Ιανουάριο του 2003. Ο Peter Hartz, σύμβουλος του Γερμανού Καγκελάριου Gerhard Schröder κατά τη δεύτερη θητεία του (2002-2005), είχε μία σύντομη ευνοϊκή δημόσια παρουσία στη Γερμανία, ιδίως στις αρχές του 21ου αιώνα, αρχικά ως διευθυντής προσωπικού της Volkswagen, στη συνέχεια ως μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και του συνδικάτου IG Metall. Σκοπός του σχεδίου Hartz, ήταν η μείωση του κόστους εργασίας χωρίς θεωρητικά να βλάψει τους εργαζόμενους και τους μη εργαζόμενους. 

Το αποτέλεσμα όμως ήταν καταστροφικό και οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι στη Γερμανία πληρώνουν τις συνέπειες μέχρι σήμερα. Για να κατανοήσετε την προσωπικότητα του Hartz, ίσως είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα κείμενο του Robert Kurz, το das Weltkapital, το οποίο είναι προς δημοσίευση στην Ιταλία, όπου περιγράφεται η φοβερή μορφή του εν λόγω τύπου: «… 
Τον Ιούλιο του 2005 ο  Hartz  αποκαλύφθηκε ότι συμμετείχε σε σκάνδαλο διαφθοράς που έπληξε τη Volkswagen και το οποίο ο εισαγγελέας άρχισε να διερευνά. Το ζήτημα αφορά παράνομες εταιρείες φαντάσματα, για παράδειγμα στην Ινδία, στο οποίο συμμετείχε και ο επικεφαλής της εσωτερικής επιτροπής Volkert, στενός φίλος του καγκελάριου Schröder. Για να μην αναφέρουμε δωροδοκίες και παραστατικά διογκωμένων και μη τεκμηριωμένων δαπανών προς όφελος αξιωματούχων της συνδικαλιστικής οργάνωσης, για την ευχαρίστηση των οποίων η εταιρεία προσέλαβε πόρνες υψηλού επιπέδου στη Βραζιλία με δικά της έξοδα. Ο Hartz υποχρεώθηκε να παραιτηθεί, μαζί με τον Volkert» και προσθέτει  σαν υποσημείωση «Το 2007 ο Hartz καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών για διαφθορά  και υπόθαλψη πορνείας».



[5] [σημείωση των Roswitha Scholz & Herbert Böttcher ] πρβ. Klaus Benesch: Money before Lives, Telepolis , 26.3.2020

[6] [ σημείωση των Roswitha Scholz & Herbert Böttcher] πρβ. Florian Rötzer: US-Justizministerium will im Notstand unbegrenzt ohne Prozess inhaftieren können (μετάφραση : Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ζητά τη  , την επαόριστο κράτηση χωρίς την παραπομπή σε δίκη για όλη την περίοδο έκτακτης ανάγκης). Telepolis , 23.3.2020

[7]  Αυτός ο όρος μεταφράζει τη γερμανική έκφραση "Ich AG", δηλαδή «μονοπρόσωπη εταιρεία» (AG στην κυριολεξία σημαίνει Aktiengesellschaft, το αντίστοιχο της «Α.Ε.» στα γερμανικά) και εισήχθη στη γερμανική νομοθεσία από τον πανταχού παρόντα Peter Hartz ( βλ. σημείωση 4). Ως εργαλείο για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας που είχε αρχίσει να γίνεται πιεστική στη Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε φιάσκο, έως ότου γίνει ένα είδος φάρσας.

[8]  Γνωστός στη Γερμανία κυρίως για το βιβλίο του Crashkurs, που κυκλοφόρησε το 2009 μετά τη μεγάλη κρίση, ο σύμβουλος επενδύσεων Dirk Müller είναι ένας από τους πολλούς υποστηρικτές της οικονομικής συνωμοσίας ενάντια στον καλό καπιταλισμό, ο οποίος, διαφορετικά, θα κρατούσε γερά και θα οδηγούσε τις υπέροχες τύχες του κόσμου στην ομαλότητα και τη συλλογική ευτυχία. Κ. Dax είναι το παρατσούκλι που του κόλλησαν τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, επειδή το γραφείο του βρίσκεται κοντά σε αυτό του πιο σημαντικού χρηματιστηριακού δείκτη στη Γερμανία, του DAX (Deutscher Aktienindex), και φαίνεται ότι οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούσαν εικαστικά τις εκφράσεις του προσώπου του για να δείξουν αν αυτός ο δείκτης σημείωνε άνοδο ή κάθοδο.

[9]  Πολύ γνωστοί «συνωμοσιολόγοι-οπαδοί της εθνικής κυριαρχίας» σύμβουλοι επενδύσεων στη Γερμανία και όχι μόνο. Για να πάρετε μια ιδέα δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε τον ιστότοπό τους (στα γερμανικά): http://www.friedrich-weik.de/


ΠΗΓΗ :  [--->]

Δεν υπάρχουν σχόλια: