Αργεντινή: Ο εφιάλτης επέστρεψε


- Αργεντινή, μία χώρα που οι εξαγωγές είναι διπλάσιες από τις εισαγωγές, με απίστευτους και ανεξάντλητους φυσικούς πόρους, που εξορύσσει καθημερινά πετρέλαιο σε διπλάσια ποσότητα από αυτήν που καταναλώνει, με βιομηχανία, με γεωργία, με ορυκτό πλούτο, με κτηνοτροφία και αλιεία που δεν έχει άλλη χώρα στον πλανήτη, χωρίς απειλές από γείτονες που να απαιτούν μεγάλες στρατιωτικές δαπάνες... είναι ξανά στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής, μετά την νέα νεοφιλελέ στροφή του 2015.

Η Αργεντινή 18 χρονιά μετά τον εφιάλτη της χρεοκοπίας του 2001 βρίσκεται πάλι μπλεγμένη στα δίχτυα μιας οικονομικής κρίσης, έχοντας μάλιστα προσφύγει για μια ακόμη φορά στο ΔΝΤ για ένα τεράστιο πρόγραμμα διάσωσης.
 Την ίδια στιγμή, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά θυμίζουν πολύ εκείνη την εποχή: από τη μια οι ολιγάρχες-γαιοκτήμονες συγκεντρώνουν όλο τον πλούτο αλλά και την επιρροή στα πολιτικά κέντρα. Αντίθετα η εργατική τάξη έχει μόνο τα συνδικάτα του να αντιτάξει απέναντι σε αυτή την κατάσταση.


Είναι αλήθεια βέβαια, όπως επισημαίνει σε εκτενές άρθρο της η Monde Diplomatique, πως οι αγορές είχε υποδεχθεί με μεγάλο ενθουσιασμό την εκλογή του Μαουρίτσιο Μάκρι το 2015, βλέποντας έναν επιχειρηματία να αναλαμβάνει τα ηνία μιας χώρας, η οποία μέχρι πρότινος (υπό την ηγεσία της Κριστίνα Κίρχνερ) τους απέφευγε «όπως ο διάβολος το λιβάνι».
 Είναι χαρακτηριστικό η αποστροφή των Financial Times, οι οποίοι έκαναν λόγο για την «απαρχή μιας καινούριας ελπιδοφόρας εποχής για την Αργεντινή», ενώ το οικονομικό φόρουμ του Νταβός είχε βρει έναν καινούργιο σταρ.

Μόνο που τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν τόσο ειδυλλιακά για τον νέο Αργεντινό πρόεδρο, ο οποίος αναγκάστηκε να προσφύγει στην αγκαλιά του ΔΝΤ. Ίσως βέβαια ο ίδιος να βλέπει τον εαυτό του ως ένα ακόμη θύμα της μοίρας της χώρα του, το οποίο υπαγορεύει: «Θα πέσεις, θα σηκωθείς, θα ξαναπέσεις, θα ξανασηκωθείς και πάει λέγοντας…».

Κι αυτό γιατί σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με την οικονομική ανάπτυξη στις περισσότερες χώρες, όπου βλέπουμε κορυφώσεις, καταποντισμούς, αλλά και πιο «συγκρατημένες περιόδους», το γράφημα ΑΕΠ της Αργεντινής θυμίζει καρδιογράφημα.
 Από την ύφεση 10,9 % το 2002, στην ανάπτυξη της τάξεως του 8,8% το 2003 και 7,7% το 2007, τη μηδενική ανάπτυξη το 2009, ένα ακόμη ζενίθ 7,9 %το 2011 και μια μετά βίας ανάπτυξη του 1% το 2012.

Γενικά, σε 60 χρόνια η Αργεντινή είχε τέσσερις χρεοκοπίες, 26 συμφωνίες με το ΔΝΤ αλλά και δυο περιόδους υπερπληθωρισμού.


Το εκκρεμές, οι ολιγάρχες και οι εργάτες

Το 1983 ο οικονομολόγος Μαρτσέλο Ντιαμάντ επεχείρησε να αναλύσει αυτή την ιδιαίτερη λειτουργία της αργεντίνικης οικονομίας, η οποία ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή οφείλεται στην ατέρμονη πολιτική διαμάχη μεταξύ δυο οικονομικών λογικών εντελώς ασύμβατες μεταξύ τους. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε πως έβλεπε την Αργεντινή σαν ένα εκκρεμές: η ταλάντευση του πιθανότατα μπορεί να ερμηνεύσει την εκλογή του Μάκρι, την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής του αλλά και πιθανότατα την εξέλιξη της προεδρικής εκλογής του 2019.

Στο ένα άκρο του εκκρεμούς βρίσκονται οι ολιγάρχες-γαιοκτήμονες, οι οποίοι είχαν επιβάλει τη δύναμή του με αποικιοκρατικούς όρους κι έβλεπαν τις γεωργικές εκτάσεις τους να αποδίδουν καρπούς και τον πλούτο τους να αυξάνεται μέσα από την εκμετάλλευση των εύφορων εκτάσεων της αργεντίνικης γης. Οι ίδιοι μπορεί να ζούσαν στην Αργεντινή, αλλά σκέφτονταν με ευρωπαϊκό τρόπο, εισήγαγαν ρούχα, έπιπλα και ιδέες από την Ευρώπη, όπου έστελναν και τα παιδιά τους για σπουδές.

Στο άλλο άκρο του εκκρεμούς βρίσκουμε τους εργάτες, που έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν κι άρχισε η ανάπτυξη του κατασκευαστικού κλάδου.

Ενώ όμως η ευφορία του εδάφους της Αργεντινής έδινε συγκριτικά πλεονεκτήματα, με αποτέλεσμα η παραγωγική βιομηχανία να αναπτυχθεί πιο γρήγορα σε σχέση με άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εξαγωγική δύναμη παρέμενε πολύ περιορισμένη. Κάπως έτσι και με δεδομένο ότι υπήρχε ανάγκη για ξένο συνάλλαγμα για να αγοραστεί ο απαραίτητος υλικοτεχνικός εξοπλισμός, αναγκάζονταν να στραφούν κι αυτοί στον μόνο πόλο έλξης δολαριων και στερλίνων: την αγροτική παραγωγή.

Ο Περόν και η αλλαγή των όρων του παιχνιδιού

Οι ολιγάρχες βέβαια, οι οποίοι έχτιζαν τα μεγάλα σπίτια τους με ευρωπαϊκά κατά βάση υλικά, δεν ήταν ιδιαίτερα θετικοί στην ιδέα να εμπλακούν στην ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας, που δε θα ήταν ιδιαίτερα επικερδής για τους ίδιους αλλά έδινε διέξοδο στις φτωχές μάζες. Όλα αυτά ίσχυαν μέχρι τη στιγμή που ο Χουάν Περόν, ένας απόστρατος στρατιωτικός και πρώην υπουργός, εξελέγη πρόεδρος το 1946. Ήταν τότε που το εκκρεμές άρχισε να κινείται.

Πολλοί οικονομολόγοι επισημαίνουν πως η άνοδος του Περόν στην εξουσία ήρθε την κατάλληλη στιγμή, καθώς ο πληθυσμός της Αργεντινής είχε διπλασιαστεί, με αποτέλεσμα να αυξηθούν κι οι ανάγκες. Είναι χαρακτηριστικό, όπως επισημαίνεται, ότι τη δεκαετία του 1930 ένα μεγάλο τμήμα του αργεντίνικου πληθυσμού ήταν αντιμέτωπο με το φάσμα της πείνας, τη στιγμή που η χώρα τους διέθετε μερικούς από τους μεγαλύτερους εξαγωγής φαγητού.

Τον Μάιο του 1946 ίδρυσε ο Περόν το Αργεντίνικο Ινστιτούτο Προώθησης Εμπορίου, με βασικό σκοπό την ανοικοδόμηση της οικονομίας της χώρας μέσω της de facto εθνικοποίησης του εξωτερικού εμπορίου. Παράλληλα, φρόντισε να εγκαθιδρύσει κοινωνικό κράτος, να δώσει στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου, αλλά και να διευρύνει την δυνατότητα του πληθυσμού στην αγορά κατοικίας.

Όλα τα αυτά δημιούργησαν βαθιά έχθρα στις τάξεις των ολιγαρχών απέναντί του, με αποτέλεσμα το 1955 να οργανωθεί στρατιωτικό πραξικόπημα με αποτέλεσμα την ανατροπή του. Το νέο καθεστώς φρόντισε να ανατρέψει πλήρως την πολιτική του, αλλά ήταν πια δεδομένο πως ο Περόν είχε αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού.

Από τα στρατιωτικά πραξικοπήματα μέχρι τον Μάκρι

Το εκκρεμές συνέχισε να κινείται από το ένα άκρο ως το άλλο. Τέσσερις φορές στρατιωτικά πραξικοπήματα (το 1955, το 1962, το 1966 και το 1976) επιστρατεύτηκαν για εκτροχιάσουν οποιαδήποτε απόπειρα δημιουργίας βιομηχανίας στη χώρα. Ακόμη και μετά την επιστροφή της δημοκρατίας, ο νεοφιλελευθερισμός ακλούθησε στον οδικό χάρτη των στρατιωτικών (ακόμη και με περονιστές στην εξουσία, όπως ο Κάρλος Μένεμ την περίοδο 1989-1999).

Από τη μεριά του, ο Μάκρι υποσχέθηκε πως αυτή η οικονομική κρίση θα είναι η τελευταία που αντιμετωπίζει η χώρα του. Ανάλογη υπόσχεση είχε δώσει για πρώτη φορά ο Αλφρέντο Ντε Οζ, υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης, που προέκυψε από στρατιωτικό πραξικόπημα του 1976. Ήταν τότε που η Αρεντινή πρωτομπήκε στην οικονομική άβυσσο. Κι ήταν αυτή η καταστροφική πορεία που προσπάθησε να αντιστρέψει για πρώτη φορά μετά το 1976 ο αριστερός περονιστής, Ντάνιελ Κίρχνερ, ο οποίος διατέλεσε πρόεδρος από το 2003 ως το 2007.

Η οικονομική ελίτ επιβάλλει τις απόψεις της, η οικονομία κατακρυμνίζεται

Από τη δική του μεριά, ο θεσμικός εκπρόσωπος της οικονομικής-αγροτικής ελίτ της χώρας, Ντανιέλ Πελεγκρίνα, εμφανίζεται πολύ αισιόδοξος, αποθεώνοντας πλήρως την πολιτική Μάκρι, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κατάργηση του φόρους στις εξαγωγές -θεσπίστηκε το 200-, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα στην κατακόρυφη πολλών προϊόντων.

Τόσο ο Μάκρι όσο και ο Πελεγκρίνα βρίσκονται σε απόλυτη σύμπνοια σε όλες του τις απόψεις. Για αυτούς το πρόβλημα είναι το μεγάλος δημόσιος τομέας στην Αργεντινή, ενώ και οι δυο καλούνε τον αργεντίνικο λαό να «σταμάτησει να ζει πάνω από τις δυνάμεις του».

Την ίδια στιγμή όμως, η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση: στους δρόμους των μεγάλων αργεντίνικων πόλεων η μαύρη αγορά συναλλάγματος ανθεί όλο και περισσότερο, ενώ την ίδια στιγμή οι περισσότερες αγοροπωλησίες σπιτιών η αυτοκινήτων γίνεται σε δολάρια.

Την ίδια ώρα, από τον Γενάρη μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2018 το αργεντίνικο πέσο έπεσε περίπου 18% μειώνοντας κατακόρυφα την αγοραστική δύναμη στη χώρα, η οποία ήδη είχε πληγεί από τον πληθωρισμό που φτάνει το 50%.

Όλα αυτά σε πλήρη αντίθεση με την προσπάθεια που είχε κάνει η πρώην πρόεδρος της Αργεντινής, Κριστίνα Κίρχνερ, να ελέγξει τη διακύμανση συναλλαγματικών ροών. Αλλά δεν είναι αυτή η μόνη διαφορά τους. Άλλωστε, ο Μάκρι είναι διατεθειμένος να εξαντλήσει όλες τις επιλογές του, προκειμένου να μην φορολογήσει τους γαιοκτήμονες-ολιγάρχες.

Ο άκρατος δανεισμός από τις αγορές και η προσφυγή στο ΔΝΤ

Κάπως έτσι, στράφηκε αρχικά στον δανεισμό από τις αγορές, οι οποίες τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, με δεδομένο ότι η Κίρχνερ είχε κόψει πλήρως τις γέφυρες μαζί τους. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν όσοι παρακολουθούνε τους αριθμούς, στα δυο πρώτα χρόνια της προεδρίας Μάκρι η Αργεντινή δανείστηκε περίπου 100 δισ. δολάρια, εκτοξεύοντας το χρέος τη χώρας από το 40 στο 75% του ΑΕΠ.

Το αδιέξοδο δεν άργησε να φτάσει, αλλά και εδώ ο Μάκρι είχε την «δική του απάντηση». Προσέφυγε στο ΔΝΤ για ένα πρόγραμμα διάσωσης-μαμούθ ύψους 57 δισ. ευρώ. Το τι θα ακολουθήσει πολλοί παρατηρητές ήδη το προβλέπουν, λαμβάνοντας υπόψη την τραυματική εμπειρία της ίδιας της Αργεντινής την δεκαετία του 1990 αλλά και την φαύλο κύκλο, στον οποίο εισήλθε η Ελλάδα μετά την επιβολή των μνημονίων.

Ο κοινωνικός αναβρασμός και ο ρόλος των συνδικάτων

Την ίδια ώρα, όμως η κοινωνία βρίσκεται ήδη σε αναβρασμό, με οργανώσεις και συνδικάτα να οργανώνουν μαζικές διαδηλώσεις κατά της κυβερνητικής πολιτικής. Κι όσο κι αν οι επιτελείς του Μάκρι αλλά και η οικονομική ελίτ της χώρας επιμένουν να ισχυρίζονται ότι πρόκειται για «βίαιες ομάδες αναρχικών, που αποσκοπούν στην αποσταθεροποίηση του κράτους», αποτυπώνουν πλήρως το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ένα πολύ μεγάλο μέρους του αργεντίνικου λαού.
- Σε αυτό το μέτωπο κατά του Μάκρι κεντρικό ρόλο παίζουν τα συνδικάτα, η συμμετοχή στα οποία είναι εξαιρετικά μαζική. Και παρά τις όποιες αδυναμίες τους, εξακολουθούν κινητοποιούν μεγάλες μάζες, διακηρύσσοντας μάλιστα ότι δεν επιζητούν την ιδεολογική καθαρότητα τόσο στο λόγο όσο και στη δράση τους. «Ο περονισμός μας διδάσκει πως πρέπει να είμαστε αποτελεσματικοί κι όχι ιδεολογικά καθαροί» αναφέρουν πολλοί συνδικαλιστές χαρακτηριστικά.

Το μετέωρο βήμα των περονιστών
Ένα βασικό πρόβλημα πάντως παραμένει το γεγονός ότι στο εσωτερικό των περονιστών ενυπάρχει ένα βαθύ ιδεολογικό-πολιτικό ρήγμα, δημιουργώντας ένα εμφανές έλλειμμα καθαρού στίγματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι για το χρίσμα των περονιστών στις επερχόμενες εκλογές του 2019 υπάρχουν δύο υποψήφιοι: από τη μια ο πολιτικός διάδοχος του νεοφιλελεύθερου περονιστή Κάρλος Μένεμ, Μιγουέλ Άνχελ Πικέτο, και από την άλλη η Κριστίνα Κίρχνερ , η οποία ως πρόεδρος την περιόδο 2007-2015 συγκρούστηκε τόσο με το εγχώριο όσο και με το διεθνές οικονομικό κατεστημένο. Είναι δε υπαρκτός ο κίνδυνος οι περονιστές να κατέλθουν όπως και το 2015 διχασμένοι σε μια εκλογική μάχη.

Για την Κριστίνα Κίρχνερ πάντως υπάρχει ένα επιπλέον πρόβλημα, καθώς εκκρεμούν τόσο σε βάρος της όσο και σε βάρος συνεργατών της κατηγορίες για διαφθορά και υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος. Είναι αυτές οι κατηγορίες, τις οποίες αξιοποιεί ο Μαουρίτσιο Μάκρι, που φαίνεται να τη θεωρεί ως τον βασικό του αντίπαλο, για να της επιτίθεται σε μόνιμη βάση, ενώ εκκρεμεί ψηφοφορία στη γερουσία σχετικά με το ενδεχόμενο άρσης της ασυλίας της

Σε κάθε περίπτωση, η Κιρχνερ δείχνει να διατηρεί τη δημοφιλία της μεταξύ των συνδικάτων αλλά κι ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. «Η Κριστίνα ποτέ δεν έκλεψε από τους εργαζόμενους, αντιθέτως τους έδωσε πολλά» αναφέρουν αρκετοί χαρακτηριστικά.

Πολλοί είναι πάντως εκείνοι που σημειώνουν ότι οι περονιστές δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου. Με τον Μάκρι να επιδεικνύει αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα παρά την πολιτική που ακολουθεί και τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών να είναι προγραμματισμένος για τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους θα πρέπει να καταλήξουν: με τον σοσιαλισμό και τις πλατιές μάζες των εργαζομένων ή με την οικονομική ελίτ και τον νεολεφιλευθερισμό.   

Δεν υπάρχουν σχόλια: