Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σταμάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σταμάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιατί ο Πούτιν ζητάει ρούβλια και όχι δολάρια για το φυσικό αέριό του από τους Ευρωπαίους;

  

Γνωρίζαμε από τα «έγκριτα» ΜΜΕ μέχρι σήμερα πως κανείς δεν γνωρίζει τι συμβαίνει στο μυαλό του Πούτιν. Ωστόσο, διάφοροι αστοί αναλυτές μάς πληροφόρησαν πως εκεί μέσα συμβαίνουν αλλοπρόσαλλα πράγματα. Ετσι, προσφάτως απαιτεί από τους Ευρωπαίους αγοραστές ρωσικού αερίου πληρωμή όχι σε δολάρια, αλλά σε ρούβλια, την οποία αυτοί αρνούνται. Θεός ξέρει γιατί εκείνος απαιτεί ό,τι απαιτεί και εκείνοι αρνούνται να εκπληρώσουν το απαιτούμενο. Εδώ, ακόμη και οι συντάκτες και αναγνώστες έγκριτων εφημερίδων σηκώνουν τα χέρια.

Δεν μας ενδιαφέρει τι προβλέπουν τα σχετικά συμβόλαια, αλλά τι ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των συναλλασσόμενων. Ας αρχίσουμε απ' αυτά των Ευρωπαίων αγοραστών: Τι τους κόφτει αν θα πληρώσουν σε δολάρια ή σε ρούβλια, αφού και τα μεν και τα δε πρέπει να τα αγοράσουν προηγουμένως στην αγορά συναλλάγματος, για να πληρώσουν στη συνέχεια το φυσικό αέριο; Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς πως επειδή η ισοδυναμία του ευρώ προς το ρούβλι αναμενόταν να εξελιχθεί ευνοϊκότερα για το ευρώ απ' ό,τι εκείνη του ευρώ προς το δολάριο, μια πληρωμή σε ρούβλια είναι πιο συμφέρουσα απ' ό,τι σε δολάρια.

 

Αυτές οι προσδοκίες επηρεάζονται μόνο έμμεσα από την απόφαση της 25ης Μαρτίου της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας να αγοράζει χρυσό από τις τράπεζες της χώρας στη σταθερή τιμή των 5.000 ρουβλιών ανά γραμμάριο, εισάγοντας έτσι εμμέσως - επειδή ο χρυσός εμπορεύεται και με δολάρια ΗΠΑ - μία κατώτατη ισοδυναμία ρουβλιού προς δολάριο. Αυτή η ρύθμιση ισοδυναμεί με κάλυψη του ρουβλιού μόνο έναντι των ημεδαπών (δηλαδή των ρωσικών τραπεζών) και όχι έναντι των αλλοδαπών. Αποσκοπεί να πείσει τις ρωσικές εταιρείες φυσικού αερίου, αλλά και τις ρωσικές εξαγωγικές εταιρείες γενικά, να πουλούν έναντι ρουβλιού χωρίς να φοβούνται μια πιθανή πτώση της ισοτιμίας του τελευταίου έναντι του δολαρίου, κατά της οποίας θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν μόνο συνάπτοντας ακριβές swap - πράξεις με αντίστοιχο κόστος. Διότι αυτή η μετατρεψιμότητα του ρουβλιού σε χρυσό προσφέρει τώρα χωρίς κόστος την ασφάλεια έναντι της πτώσης του ρουβλιού, την οποία θα έπρεπε κανείς διαφορετικά να την αγόραζε μέσω swap.

   

Με το μέτρο αυτό της Κεντρικής της Τράπεζας, η Ρωσία θέλει να προτρέψει τις εξαγωγικές της επιχειρήσεις να πωλούν έναντι ρουβλιού και όχι δολαρίου. Θέλει δηλαδή να περιορίσει το δολάριο στον ρόλο του ως νόμισμα διεκπεραίωσης των διεθνών εμπορευματικών συναλλαγών και να προάγει σ' αυτόν τον ρόλο - στο μέτρο του δυνατού - το δικό της νόμισμα.

Γιατί όμως οι Ευρωπαίοι επιμένουν να πληρώνουν σε δολάρια; Και από την πλευρά της η Ρωσία γιατί να μην επιθυμεί πληρωμή σε δολάρια, αφού με αυτά θα μπορούσε στη διεθνή αγορά συναλλάγματος να αγοράσει ρούβλια και να πάρει τα ρούβλια που απαιτεί τώρα ως πληρωμή από τους Ευρωπαίους αγοραστές για το πωλούμενο φυσικό αέριο; Για λόγους που μόλις αναφέραμε, ίσως έπαιρνε έτσι μάλιστα περισσότερα ρούβλια απ' ό,τι στην περίπτωση που πληρωνόταν άμεσα, όπως απαιτεί η ίδια, σε ρούβλια.

 

Πολλά ερωτήματα και εξήγηση καμία. Ωστόσο υπάρχει μία, την οποία θα εκθέσουμε και θα θέσουμε στην κρίση του αναγνώστη.

 

Η εξήγηση αυτή είναι σε κοινή θέα στην ανοιχτή παλάμη: Η πληρωμή σε δολάρια στηρίζει το δολάριο ως νόμισμα διεθνών εμπορευματικών συναλλαγών. Ενα μεγάλο μέρος της οικονομικής ισχύος των ΗΠΑ έγκειται σ' αυτόν ακριβώς τον ρόλο του νομίσματός τους. Ο ρόλος του αυτός ενέχει και την ικανότητα του να αγοράζει έγγραφες οφειλές, επιχειρήσεις και εμπορεύματα μέχρι ενός μη επακριβώς προσδιορίσιμου βαθμού χωρίς αντίκρισμα.

 

Αυτόν ακριβώς τον ρόλο του δολαρίου στηρίζει η πληρωμή του ρωσικού φυσικού αερίου σε δολάρια και τον ίδιο αυτόν ρόλο του περιορίζει η ίδια η πληρωμή σε ρούβλια. Διότι πριν πληρώσουν σε δολάρια οι Ευρωπαίοι, τα ζητούν και τα αγοράζουν στην αγορά. Στηρίζουν δηλαδή όχι μόνο την ισοτιμία του δολαρίου, αλλά και τον προαναφερθέντα ρόλο του στις διεθνείς συναλλαγές. Ενώ πριν πληρώσουν σε ρούβλια, τα ζητούν και τα αγοράζουν στην αγορά, στηρίζουν δηλαδή την ισοτιμία του ρουβλιού.

 

Θα αντιτείνετε: Την ισοτιμία του ρουβλιού στην αγορά θα μπορούσε να στηρίξει η Ρωσία και στην περίπτωση που πληρωνόταν για το φυσικό της αέριο σε δολάρια, πουλώντας τα δολάρια και αγοράζοντας ρούβλια. Αυτό όμως δεν συμβαίνει κατ' ανάγκην. Διότι η Ρωσία είναι δυνατόν να θέλει ένα μέρος των εισπραχθέντων δολαρίων ή το σύνολό τους να το χρησιμοποιήσει για την εισαγωγή εμπορευμάτων.

Για τον κίνδυνο που διατρέχει το δολάριο ως νόμισμα των διεθνών συναλλαγών, εάν το ρωσικό αέριο πληρώνεται όχι σε δολάρια αλλά σε ρούβλια, γι' αυτό το άκρως σημαντικό ζήτημα πρόκειται λοιπόν. Γι' αυτό και οι Ευρωπαίοι διακινδυνεύουν να μείνουν τα επόμενα χρόνια χωρίς Ενέργεια.

 

Πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα για τους Αμερικανούς και συνεπώς για τους διαχρονικούς συμμάχους τους, τους Ευρωπαίους, φάνηκε πριν μερικά χρόνια, όταν το Ιράν δήλωσε ότι στο εξής θα πουλάει το πετρέλαιό του όχι έναντι δολαρίων, αλλά 85% της ποσότητάς του σε ευρώ. Οι ΗΠΑ δήλωσαν τότε ότι αυτό θα αποτελέσει casus belli και το Ιράν δεν επανήλθε στο θέμα.

 

Τα τελευταία χρόνια, καθώς το μερίδιο των διεθνών συναλλαγών που διεξάγονται σε δολάρια έπεσε από το 70% σε 50%, Κίνα και Ρωσία έχουν συμφωνήσει τη διεξαγωγή των εμπορευματικών τους συναλλαγών στα νομίσματά τους. Αυτά ενδεικτικά μόνο. Είναι προφανές ότι το δολάριο θα υποκατασταθεί στον ρόλο του ως νομίσματος διεθνών συναλλαγών (εμπορικών και κεφαλαιακών) καθώς και ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα από ένα άλλο - μάλλον από το κινεζικό γουάν.

 

Για να είναι ένα εθνικό νόμισμα νόμισμα σχηματισμού αποθεματικών, καθώς και νόμισμα διεκπεραίωσης των διεθνών συναλλαγών, θα πρέπει να πληροί τους εξής όρους:

 

α) η οικονομία της χώρας που το εκδίδει καθώς και η ίδια η χώρα να είναι ισχυρές,

 

β) το νόμισμα αυτό να είναι διαθέσιμο στη διεθνή αγορά σε ποσότητες ικανές για την εκπλήρωση των λειτουργιών του που προαναφέραμε δηλαδή σε μεγάλες ποσότητες, πράγμα που συμβαίνει όταν η εν λόγω χώρα έχει μακροπρόθεσμα σημαντικά ελλείμματα στο ισοζύγιο εξωτερικών εμπορευματικών συναλλαγών, και

 

γ) να είναι σταθερό, όσον αφορά την ισοτιμία του με άλλα νομίσματα, και να έχει έτσι τη σχετική εμπιστοσύνη της αγοράς.

 

Δεν δύναται να λεχθεί πότε η Κίνα θα πληροί αυτούς τους όρους. Αυτό όμως δεν είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι το πότε ένα εθνικό νόμισμα που τους πληροί γίνεται και «ηγετικό», εξαρτάται και από τις περιστάσεις. Επίσης, η νέα κατάσταση δεν επέρχεται από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά εγκαθίσταται βαθμιαία. Η σχετική εξέλιξη έχει ήδη αρχίσει προ πολλού και εξελίσσεται ανεπαισθήτως. Δεν καταρρέει με γδούπο ο κόσμος (το δολάριο), αλλά με κλαψούρισμα, που λέει και ο ποιητής.


Η Κίνα παρακρατεί τεράστια ποσά rosa bonds (αμερικανικών ομοσπονδιακών ομολόγων). Μερικά τρισεκατομμύρια δολάρια. Πολλοί, σκεπτόμενοι ως λογιστές, φρονούν ότι η Κίνα δεν επιθυμεί την αποκαθήλωση του δολαρίου (και την ανάληψη του ρόλου του τελευταίου από το γουάν), επειδή κατά τη διάρκειά της η αξία αυτών των αμερικανικών ομολόγων θα μειούται συνεχώς και θα μειούται ακόμα περισσότερο, αν η Κίνα αρχίσει να απαλλάσσεται από αυτά. Αυτό είναι ορθό. Ομως μικρή θα ήταν η ζημιά. Και μικρή θα παρέμενε ακόμη και στην περίπτωση που το ένδοξο ΚΚ Κίνας αποφάσιζε να μοιράσει όλα αυτά τα ομόλογα σε στελέχη του κομματικού και επιχειρηματικού μηχανισμού για να ανάβουν τα πούρα τους, στους αγρότες για προσάναμμα και στους πανηγυριστές για να ανάψουν φωτιές του Αη Γιάννη του από Ανατολής!

 

Διότι εφάπαξ αυτή η ζημιά δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με το τρέχον όφελος που θα έχει από το ότι το εθνικό της νόμισμα θα είναι «παγκόσμιο» νόμισμα...

  

Γιώργος ΣΤΑΜΑΤΗΣ, Καθηγητής Οικονομικής Θεωρίας

[---->]

Γιώργος Σταμάτης: Γιατί δεν είναι δυνατή μια «αριστερή» κεϋνσιανή οικονομική πολιτική;


Από τις αρχές της δεκαετίας του '70 η ανεργία αυξάνεται. Οι καπιταλιστές και οι κυ­βερνήσεις εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να επιτύχουν μειώσεις μισθών, πολι­τική, συνδικαλιστική και εργασιακή πειθάρχηση των εργαζομένων και απορύθμιση της αγοράς εργασίας.
 
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οικονομολόγοι, όπως π.χ. τα μέλη της "Memorandum Groppe" στη Γερμανία και οι «Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για την Πλήρη Απασχόληση», οι οποίοι συνιστούν στις κυβερνήσεις την άσκηση μιας κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής για την καταπολέμηση της ανεργίας και την επίτευξη πλήρους απασχόλησης.

Σε τι συνίσταται μια τέτοια πολιτική; Απλά ειπωμένο, συνίσταται κυρίως σε αυξήσεις των δαπανών του Δημοσίου του ύψους και της διάρκειας που είναι αναγκαία για την απά­λειψη της ανεργίας.
Για τις ανάγκες της πραγμάτευσης του ζητήματος, αν είναι δυνατή μια τέτοια οικονομι­κή πολιτική, θα διακρίνουμε τέσσερα είδη δαπανών του Δημοσίου: α) Καταναλωτικές και επενδυτικές δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες, β) δαπάνες για προσωπικό, γ) μεταβιβαστικές πληρωμές και δ) πληρωμές τόκων1.
 
Οι αυξήσεις καθενός από τα τέσσερα παραπάνω είδη των δημοσίων δαπανών είναι δύο κατηγοριών: εφάπαξ αυξήσεις δαπανών και διαρκείς αυξήσεις δαπανών. Εφάπαξ αύξηση δαπανών είναι κάθε αύξηση δαπανών η οποία γίνεται για μια και μόνη περίοδο.

Αυτό ση­μαίνει ότι το Δημόσιο αυξάνει τις δαπάνες του σε μια περίοδο κατά ένα ορισμένο ποσό και την αμέσως επόμενη περίοδο τις μειώνει κατά το ίδιο ποσό. Διαρκής είναι κάθε αύξηση δα­πανών η οποία δε γίνεται, όπως μια εφάπαξ αύξηση, για μια και μόνη περίοδο, αλλά γίνε­ται για μια περίοδο και για όλες τις επόμενες περιόδους.

Αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο αυ­ξάνει τις δαπάνες του σε μια περίοδο κατά ένα ορισμένο ποσό, αλλά δεν τις μειώνει την αμέσως επόμενη περίοδο κατά το ίδιο ποσό, παρά τις κρατά σ' αυτό το αυξημένο ύψος τους και σε όλες τις επόμενες περιόδους.

Κάθε αύξηση των δαπανών του Δημοσίου, για αγαθά και υπηρεσίες που παράγει φυσικά ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας, σημαίνει ισόποση αύξηση της ζήτησης γι' αυτά τα αγαθά και αυτές τις υπηρεσίες και, συνεπώς, ισόποση αύξηση της παραγωγής των ιδίων αυτών αγαθών και υπηρεσιών κι έτσι και του εθνικού προϊόντος στην περίοδο που έγινε αυτή η αύξηση των δημοσίων δαπανών.

Αυτή η αύξηση της παραγωγής των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει ο ιδιωτικός τομέα; της οικονομίας δεν προϋποθέτει βέβαια κατ' ανάγκην και μια αύξηση της απασχόλησης και μια μείωση της ανεργίας. Διότι είναι δυνα­τόν οι καπιταλιστές που θα παράξουν αυτά τα αγαθά και αυτές τις υπηρεσίες να διαθέτουν υπο-απασχολούμενο εργατικό δυναμικό ή, αν δε διαθέτουν υπο-απασχολούμενο εργατικό δυναμικό, να προσφύγουν σε υπερωρίες ή και σε υπερεργασία (= εργασία σε ημέρες αργίας) του ήδη υπάρχοντος πλήρως απασχολούμενου εργατικού δυναμικού τους.

Χάριν απλού­στευσης όμως του πράγματος, εμείς θα δεχθούμε εδώ και στα ακόλουθα ότι για να πραγμα­τοποιήσουν οι καπιταλιστές την εν λόγω αύξηση της παραγωγής τους είναι αναγκασμένοι να προσλάβουν επιπρόσθετους εργαζομένους. Υπ' αυτήν λοιπόν την παραδοχή, κάθε αύξη­ση των δαπανών του Δημοσίου για αγαθά και υπηρεσίες αυξάνει την απασχόληση και ενδε­χομένως μειώνει την ανεργία.

Μια αύξηση της απασχόλησης δε μειώνει βέβαια κατ' ανά­γκην την ανεργία. Και πάλι όμως χάριν απλούστευσης του πράγματος θα δεχθούμε εδώ ότι κάθε αύξηση της απασχόλησης μειώνει την ανεργία. Θα δεχθούμε δηλ. ότι, συνεπεία της αύ­ξησης των εν λόγω δαπανών του Δημοσίου, η απασχόληση αυξάνεται ποσοστιαία περισσό­τερο από το εργατικό δυναμικό ή, απλούστερα, ότι το εργατικό δυναμικό παραμένει αμετά­βλητο, οπότε και κάθε αύξηση της απασχόλησης είναι ταυτόσημη με μια ισόποση μείωση της ανεργίας.


Η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και συνεπώς η απασχόληση δεν αυξάνονται όμως κατ' ανάγκην μόνον στην περίοδο στην οποία αυξήθηκαν οι εν λόγω δαπάνες, αλλά δύνα­νται να αυξάνονται και σε όλες τις επόμενες περιόδους.