Στους ποταμούς της Βαβυλώνας

Του Wu Ming4. Η συμμετοχή του στο βιβλίο "Guerrilla" που κυκλοφόρησε στην Ισπανία..Τ.Ε.Λόρενς (ο Λόρενς της Αραβίας), Κλαούζεβιτς,στρατηγός Γκιαπ,Τσε Γκεβάρα,Ντελέζ-Γκουαταρύ, από τον WM4.Μπορεί να γίνουν μεγάλες ανατροπές με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες ;Μετάφρασα και δημοσίευσα το κειμενο  για το  τότε athens.indymeidia.org,στην ''καλή'' εποχή του

 


 Σημειώσεις για τη θεωρία του ανταρτοπόλεμου του T.E.Lawrence                                                         
                                 του Wu Μing 4





0. Προλεγόμενα: ο ποιητής με το σπαθί
1. Η γεωμετρία της εξέγερσης 
2. Οι τρεις παράγοντες                                            
3. Ο  στρατιώτης  και  ο  αντάρτης      
4. Οι δύο πυλώνες του αντάρτικου
5. Βιβλιογραφία


«Σύμφωνα με την δικιά μου διαμορφωμένη αντίληψη περί λαϊκού πολέμου, αυτός πρέπει να είναι σαν μια ουσία σε αέρια  κατάσταση και να μην πυκνώνει ποτέ παίρνοντας τη μορφή στερεού σώματος, ειδάλλως  ο εχθρός θα κατευθύνει ενάντια στους πυρήνες  αντίστασης μεγάλες δυνάμει, θα τους συντρίψει και θα πιάσει πολλούς αιχμαλώτους. Τότε η τόλμη θα μειωθεί, όλοι θα αρχίσουν να σκέφτονται πως ο αγώνας έχει κριθεί,ότι είναι μάταιη κάθε αντίσταση και ο λαός θα πετάξει τα όπλα του μακριά.»
                        (K.Von Clausewitz, Περί του πολέμου, κεφ.ΧΧVI-Ο λαϊκός πόλεμος,1832)


«Το σημάδι της νομαδικής ζωής,ο πιο βαθύς και πιο τραχύς τρόπος μάθησης μιας κοινωνίας,διέκρινε τον καθένα τους από την πρώτη κιόλας στιγμή που έβγαιναν στον κόσμο».
                                      (T.E.Lawrence,Οι επτά στύλοι της σοφίας, κεφ.ΙΙ,1926)


Προλεγόμενα: ο ποιητής με το σπαθί

Ο μύθος του Λόρενς της Αραβίας,ή Ελ Ορενς, έδωσε στην ιστορία μια μυθιστορηματική προσωπικότητα αρκετά μεγάλη. Άπειρες οι λογοτεχνικές, ψυχολογικές, ιστορικές μελέτες που αναφέρονται σαυτόν και τα  γραπτά του και αξέχαστη θα μείνει η υπερπαραγωγή του David Lean, του 1962, από το πασίγνωστο «ημερολόγιο» του για την Αραβία.
Ο λόγος ενός τέτοιου ενδιαφέροντος εντοπίζεται κυρίως στη γοητεία που ασκεί η σύνθετη προσωπικότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου, στοιχείο μιας αμφίσημης συνάντησης δύο αρχέτυπων: του Λόρενς της Αραβίας, του πειρατή της ερήμου και του ίδιου του Τόμας Έντουαρντ Λόρενς, του «ορφανού» της μεταβικτωριανής εποχής που δεν κατάφερε να συμβαδίσει με την εποχή του, του καταπιεσμένου θαυμαστή του εαυτού του, του  ισορροπιστή  μεταξύ μυθοποίησης και μυθομανίας.

Εννοείται πως από τα δύο αυτά πρόσωπα, το ένα είναι το αντίθετο του άλλου. Οι  δυο διαφορετικοί Λόρενς είναι ο Λόρενς ο ίδιος και παράγουν ερμηνείες που προστίθενται σε όλο και περισσότερα ερμηνευτικά σχήματα.

Πως θα μπορούσε  να είναι διαφορετικά, με τον γενναίο αυτό λοχαγό με τους  ίδιους ηθικούς ενδιασμούς του νεαρού Βέρθερου,αυτόν τον Σαντοκάν με τις αμφιβολίες ενός Αμλετ, τον αντάρτη αρχαιολόγο που μας αφηγείται την αιώνια σύγκρουση  ιδανικών και ιστορίας, θέλησης και πραγματικότητας, το ρομαντικό ήρωα του 1800 που αναγκάστηκε να τα βάλει με τη συνείδηση του νέου αιώνα,του αιώνα της μαζικής φρίκης και των παγκόσμιων πολέμων. Αυτόν που,το σημαντικότερο,κατάφερε να μεταφέρει όλα αυτά σ’ένα κομμάτι χαρτί.
Ο Λόρενς ο ίδιος, ανέλαβε να κατασκευάσει το μύθο του,όπλο χρήσιμο για το είδος του πολέμου που είχε στο νου του, γνωρίζοντας  καλά ότι οι ιστορίες που ακούγονταν στους καταυλισμούς των Βεδουίνων, στα στρατόπεδα των τούρκων και ίσως και στα λονδρέζικα σαλόνια, θα μπορούσαν να οφελήσουν τον αγώνα.

Αν και τις στρατιωτικές προαγωγές δεν ήξερε τι να τις κάνει  (στο ημερολόγιο του δεν κάνει σχεδόν καμιά νύξη), όχι μόνο δεν ήταν αντίθετος με τη  διάδοση  του θρύλου που αυθόρμητα καλλιεργήθηκε γύρω από το όνομα του και την αραβική εξέγερση  «του», αλλά, αντίθετα, ενσάρκωσε με επιτυχία,σαν έμπειρος ηθοποιός του σεξπηρικού θεάτρου, το ρόλο που του ανέθεσε η ιστορία με το ραντεβού τύχης και αρετής.

Η γνώση των αρχαίων πολιτισμών και της κουλτούρας τους, της αρχαίας μυθολογίας, η στενή φιλία του με τον Ρόμπερτ Γκρέιβς (του οποίου υπήρξε χρηματοδότης και ο οποίος έγραψε ένα μελό απολογισμό των κατορθωμάτων του Λόρενς στην  Αραβία),η ιδέα που είχε αυτός για τον εαυτό του και η ιστορία γιαυτόν, που την συναντάμε στα γραπτά του, είναι  στοιχεία που δείχνουν ένα επίπεδο συνειδητοποίησης. Συνείδηση πριν απ’ όλα της διπλής χρήσης του μύθου, ως κινητήρια δύναμη των λαών, συγκολλητικό υλικό  των αγώνων του, αλλά και σαν τέχνασμα της ίδιας της αφήγησης, έτοιμος πάντα να στραφεί ενάντια στους αφηγητές του.

Η καλλίτερη  σύνθεση και αντίφαση που χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του Λόρενς και για την οποία είχε σαφή επίγνωση που έφτανε μέχρι την παράνοια και την κρίση προσωπικότητας,ίσως να είναι αυτή του έξυπνου απατεώνα που περνούσε για απελευθερωτής των Αράβων, κάτι που ασφαλώς δεν ήταν, και του ηρωικού ηγέτη που ξεσήκωσε τους σκλάβους κατά του οθωμανικού ζυγού.

Η  σύνθετη αυτή κατάσταση που μόλις αναφέραμε ενισχύει μια συγκεκριμένη πρόθεση: δεν έχουν τόση σημασία η ψυχοσύνθεση, η λογοτεχνική αρτιότητα ή η αξιοπιστία των ιστορικών γεγονότων από τον Λόρενς, αλλά αυτό που έχει ακόμα  μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η ανάλυση της θεωρίας του περί πολέμου στην εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα στο λήμμα:Guerriglia (ανταρτοπόλεμος) του 1929, και στο βιβλίο του Επτά στύλοι της σοφίας που ξεκίνησε να το γράφει το 1919.

Το υλικό αυτό,αν το απομονώσουμε και το επεξεργαστούμε ξεχωριστά, μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τη διαφορά, όχι μόνο  μεταξύ της θεωρίας του Λόρενς και των κλασσικών θεωριών περί πολέμου,αλλά και μεταξύ αυτών των ίδιων των κλασσικών θεωριών για τον  ανταρτοπόλεμο και ειδικότερα τον επαναστατικό. Αναλύοντας σε βάθος τα γραπτά του, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο η προσωπική του εμπειρία τον  βοήθησε να επεξεργαστεί μια πρωτότυπη θεωρία, πρωτότυπη όχι μόνο ως προς όλες τις άλλες μέχρι τότε, αλλά και όσες ακολούθησαν.

1.Η γεωμετρία της εξέγερσης

«Μόνο στη συμπλοκή στηρίζεται η αποτελεσματικότητα του πολέμου.Στη συμπλοκή, η καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων είναι το μέσον με το οποίο θα επιτευχθούν οι στόχοι μας ακόμα κι όταν η συμπλοκή δεν εκδηλώνεται, αφού την απόφαση για καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων οφείλουμε να την  θεωρούμε  ούτως  ή  άλλως  ως  αναπόφευκτη.
Απ’αυτό  προκύπτει  ότι  η  καταστροφή  των εχθρικών  δυνάμεων  είναι η  λυδία  λίθος οποιασδήποτε  πολεμικής  δράσης,  το  σπουδαιότερο  στήριγμα  όλων  των  συνδυασμών  που βασίζονται  σαυτήν,  όπως  η καμάρα  της  γέφυρας  στα σημεία στήριξης της. Κάθε πολεμική δραστηριότητα γίνεται με την προϋπόθεση ότι ακόμα και σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, έχουμε αποφασίσει ότι η έκβαση της θα είναι νικηφόρα.»
                                               (K.Von Klausewitz, Περί του πολέμου,κεφ.ΙΙ) 

Με λίγα λόγια μπορούμε να πούμε ότι η Θεωρία του Λόρενς ανατρέπει από την αρχή μέχρι το τέλος αυτό το αξίωμα του Κλαούζεβιτς και περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη το καταδικάζει.
Οι μεγάλοι θεωρητικοί του επαναστατικού αντάρτικου του 20ου αιώνα, από τον Λένιν μέχρι τον Μάο Τσετουνγκ, από τον Χο Τσι Μιν  μέχρι τον Τσε Γκεβάρα, ιδεολόγοι και χαρισματικοί ηγέτες του λαϊκού πολέμου, επωφελήθηκαν από τις πολιτικές συνέπειες του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος του αιώνα τους. Και μόνο το γεγονός ότι τα κείμενα τους είναι πιο γνωστά απ’αυτά του Λόρενς,έρχεται να επιβεβαιώσει το περιβόητο αξίωμα του Κλαούζεβιτς που τοποθετεί την πολιτική και τον πόλεμο στο ίδιο επίπεδο,σαν δυό,δηλαδή, διαφορετικούς τρόπους επίτευξης του ίδιου στόχου.

Αν υιοθετούσαμε τον ορισμό του Γκεβάρα για τον αντάρτη, ως  τον ένοπλο κοινωνικό μεταρρυθμιστή, τότε θάπρεπε να παραδεχτούμε ότι ο Λόρενς, αφελής πολιτικά, δεν μπόρεσε να προωθήσει με άλλα μέσα κανένα «επαναστατικό» σχέδιο.Όμως μια τέτοια προσέγγιση θα σκίαζε την αξία της αιρετικής του άποψης, που βέβαια, καλά θα κάνουμε να μην το ξεχνάμε, δεν βγαίνει ποτέ έξω από τα πλαίσια του προβληματισμού για τον λαϊκό πόλεμο και αγώνα.
Μελετώντας σε βάθος τα κείμενα του, μπορούμε να εντοπίσουμε μια βασική του αντίθεση με τις θεωρίες περί πολέμου που παρήγαγαν οι μεγάλοι επαναστάτες ηγέτες του 1900.

Όλοι αυτοί συμφωνούν σ’ένα βασικό ζήτημα: σκέφτονται και εφαρμόζουν τον ανταρτοπόλεμο σαν μια μεταβατική κατάσταση προς την τελική σύγκρουση σε ανοιχτό πεδίο,προς την συγκρότηση του «τακτικού» επαναστατικού στρατού. Ο πόλεμος που διεξάγουν ολιγομελείς ομάδες, με συγκεκριμένα όμως συγκεκριμένα ηθικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, δεν είναι παρά το προοίμιο της γενικευμένης εξέγερσης και της τελικής μάχης κατά των εκμεταλλευτών. Η αρχική ιδέα που εκφράστηκε από τον Λένιν και τον Μάο, ότι δηλαδή στην πορεία της πολεμικής αντιπαράθεσης οι αντάρτικες ομάδες πρέπει να εξελίσσονται βαθμιαία σε τακτικό στρατό, την συναντάμε και πάλι στον Γκιάπ, όταν αυτός αποφασίζει να περάσει από το αντάρτικο στη ζούγκλα,στην τελική αντεπίθεση σε ανοιχτό πεδίο,πολιορκώντας το Ντιεν Μπιεν Φου:


«Στο κεντρικό μέτωπο, η αποστολή των τακτικών μας δυνάμεων δεν ήταν πια η περικύκλωση και αποκοπή των οχυρών, αλλά η αντεπίθεση και συγκέντρωση δυνάμεων για την καταστροφή του εχθρού.[…] Η Κεντρική Επιτροπή στηρίχτηκε πάντα στο εξής στρατηγικό αξίωμα: δυναμισμό,πρωτοβουλία,κινητικότητα, γλήγορες αποφάσεις μπροστά στις νέες συνθήκες,έχοντας πάντα σαν βασικό της στόχο την καταστροφή του εχθρού και καλλιεργώντας στο μάξιμουμ το επιθετικό πνεύμα του επαναστατικού στρατού».
                                            (V.N.Giap, Λαϊκός πόλεμος,λαϊκός στρατός,1960)


Την έννοια αυτή τη διευκρινίζει ακόμα καλλίτερα ο Γκεβάρα:

«Για να μιλήσουμε καθαρά, ο ανταρτοπόλεμος είναι μια φάση του πολέμου που δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στη νίκη και για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, είναι μια από τις πρώτες φάσεις που θα προχωρά και θα αναπτύσσεται μέχρις ότου οι αντάρτικες δυνάμεις, αυξανόμενες σταθερά, αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού.Τότε θα είναι έτοιμες να χτυπήσουν αποφασιστικά τον εχθρό και να νικήσουν. Η τελική νίκη θα είναι οπωσδήποτε το αποτέλεσμα της δράσης ενός τακτικού στρατού, ακόμα  κι αν  αυτός δημιουργήθηκε από αντάρτικες δυνάμεις».
                                             (Τσε Γκεβάρα,Ο ανταρτοπόλεμος,1961)

Ουσιαστικά, οι μεγάλοι επαναστάτες του περασμένου αιώνα, δεν ξεφεύγουν από την αντίληψη της πολεμικής σύρραξης ως σύγκρουσης σε ανοιχτό πεδίο, εκεί όπου οι δυνάμεις αναμετριούνται και νικούν ή ηττώνται ανάλογα με τις απώλειες που κατόρθωσαν  να προκαλέσουν στον αντίπαλο τους.Η λογική αυτή του αντάρτικου κινείται ακόμα μέσα στα κλασσικά πλαίσια. Στο τέρμα του ορεινού μονοπατιού βρίσκεται η ανοιχτή πεδιάδα όπου περιμένει ο Φον Κλαούζεβιτς.

Ο αντάρτης, αυτός ο «στρατηγός του εαυτού του» σύμφωνα με τον Τσε Γκεβάρα, είναι ασφαλώς στρατιώτης του τακτικού στρατού και εν δυνάμει αξιωματικός του.
Είναι  λοιπόν αυτό ακριβώς το αρχιμήδειο σημείο εξήγησης, προς το οποίο συγκλίνουν τόσο οι κλασικές αντιλήψεις περί πολέμου, όσο και αυτές περί ανταρτοπόλεμου, που φιλοδοξεί να  καταρρίψει ο Λόρενς.

Δεν προσπαθεί να καταρρίψει μόνο την άποψη ότι τη νίκη δεν μπορεί να τη φέρει παρά ένα μόνο τακτικό στρατιωτικό σώμα, κάτι που  την επαναλαμβάνουν εν χωρώ όλα τα εγχειρίδια πολέμου, αλλά κυρίως προσπαθεί να αποδείξει  πως αυτή μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να χυθεί πολύ αίμα.

Με άλλα λόγια, πώς ένας πόλεμος μπορεί να κερδηθεί χωρίς να διεξαχθούν μεγάλες μάχες.

Βασικά,πρόκειται για μια μετατόπιση του γεωμετρικού άξονα του πολέμου, και  εύκολα μπορεί να εντοπίσει κάποιος τη διαφορά αντιλήψεων  με τους σύγχρονους του, αλλά και με τους μεταγενέστερους.
 Ολοι αυτοί, για να πλήξουν τις δυνάμεις του αντίπαλου ακολουθούσαν τη μέθοδο της τίγρης που σκοτώνει λίγο-λίγο τον ελέφαντα και τον κάνει να πεθάνει από αιμορραγία, θεωρητικοποίησαν τον πόλεμο διαρκούς κίνησης  και μόνιμης αλλαγής στόχων, το διαρκές hit and run.
Ο Λόρενς ασπάζεται και χρησιμοποιεί και αυτός αυτή  την τακτική, την τόσο παλιά όσο και ο κόσμος,αλλά τις δίνει ένα εντελώς ριζοσπαστικό προσανατολισμό.
 Για τους μεγάλους επαναστάτες του 20ου αιώνα, ο ελέφαντας πρέπει οπωσδήποτε να χτυπηθεί, το αίμα του να κυλήσει λίγο-λίγο από τις πληγές του μέχρις ότου η τίγρη του δώσει τη χαριστική βολή. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός γιαυτούς,είναι το κριτήριο μέτρησης της πολεμικής δράσης,το κεντρικό σημείο όπου, διαλεκτικά, επικεντρώνεται η δραστηριότητα του αντάρτη.

Σαυτό ο Λόρενς δεν συμφωνεί. Κατά τη γνώμη του ο εχθρός δεν είναι παρά μια σύμπτωση του πολέμου και όχι ο στόχος αυτός καθαυτός.

Εδώ έχουμε μια διπλή  γεωμετρική μετατόπιση. Δεν διατυπώνεται μόνο μια  διαφορετική αντίληψη μεταξύ του πολέμου που διεξάγεται ανάμεσα σε τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις και βασίζεται στην ιδέα της γραμμής άμυνας ή επίθεσης, και τον ανταρτοπόλεμο, που αντίθετα βασίζεται στη δράση στο βάθος της διάταξης των εχθρικών δυνάμεων, στην ασυνέχεια, στην σταθερή διείσδυση στις γραμμές για την καταστροφή των επικοινωνιών του, αλλά κάτι περισσότερο.

Ο Λόρενς υποστηρίζει ότι η δράση στο βάθος της διάταξης του εχθρού και μπορεί και πρέπει να καταστρέψει εντελώς τον γεωμετρικό σχεδιασμό μιας εκστρατείας ενός τακτικού στρατιωτικού σώματος: αυτό που πιο πολύ αποπροσανατολίζει τον εχθρό, είναι η δράση στο γενικό πολεμικό του σχέδιο. Η νίκη προκύπτει κυρίως από μια ξαφνική αλλαγή των στόχων που δεν περιλαμβάνει την αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του εχθρού, αλλά διαψεύδει τις προβλέψεις του και τις αχρηστεύει. Αν κάποιο γεωμετρικό σημείο στο χάρτη των πολεμικών επιχειρήσεων έχει στρατηγική σημασία, ένα σημείο όπου ο εχθρός αισθάνεται άτρωτος, τότε η νίκη δεν προκύπτει υποχρεωτικά από την κατάκτηση αυτού του σημείου, αλλά βασικά από τη συνολική τροποποίηση του χάρτη οπότε   αυτό αποκτά  δευτερεύουσα σημασία.

Να μεταφέρουμε την δράση μας αλλού,να επιμένουμε σε άλλα σημεία,να μετακινιόμαστε σε άλλο μέρος και να αφήνουμε τον εχθρό να φυλάει ένα χώρο που του είναι πια τελείως άχρηστος.
Η «γραμμική» άποψη περί πολέμου, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συμφωνήσει μ’έναν τέτοιο συλλογισμό. Η ίδια η αντίληψη περί προώθησης των θέσεων και της γραμμής πυρός, οδηγεί αναγκαστικά στη λογική του να χτυπηθούν οι θύλακες αντίστασης στα μετόπισθεν. Ο εχθρός ή πρέπει να υποχωρήσει ή να ηττηθεί. Τα διάφορα σημεία των γραμμών, πρέπει να συνδέονται πάντα μεταξύ τους. Ετσι, ακόμα και ο λιγότερο ορθόδοξος διοικητής,αποδέχεται τον ανταρτοπόλεμο, μόνο σαν κίνηση τακτικής που  όμως,τελικά θα πρέπει να πετυχαίνει τους ίδιους στόχους: την αφαίρεση δηλαδή χώρου από τον εχθρό, την κατάκτηση και απελευθέρωση ενός συγκεκριμένου χώρου.

Με βάση αυτή τη θεωρία, το 1916 οι άγγλο-αραβικές δυνάμεις, πριν προωθηθούν προς την Παλαιστίνη και τη Συρία και  για να μην αφήσουν ακάλυπτο το δεξί πλευρό τους από οποιαδήποτε στρατιωτική δύναμη των τούρκων, θάπρεπε να κατακτήσουν το οχυρό της Μεδίνα.
Αυτό θα σήμαινε ότι οι βεδουίνοι θαπρεπε να επιτεθούν στις οχυρωματικές θέσεις των τούρκων που διέθεταν πολλά κανόνια και πολυβόλα. Ο Λόρενς, όμως, διέβλεψε σωστά, πως  από τη στιγμή που θα καταλάμβαναν τα λιμάνια στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και θα κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους τη σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε την πόλη με την υπόλοιπη οθωμανική αυτοκρατορία, η Μεδίνα όχι μόνο  θα έχανε την  όποια στρατηγική αξία, αλλά θα έφερνε και σ’ένα αδιέξοδο τις δυνάμεις των τούρκων.


«Κάποιο απόγευμα ξύπνησα από ανήσυχο ύπνο, ενώ ο ιδρώτας έτρεχε και οι ψύλλοι με είχαν καταφάει, κι αναρωτήθηκα τι διάολο όφελος θα είχαμε εμείς από τη Μεδίνα.[…]. Τώρα εμείς είχαμε αποκλείσει τη σιδηροδρομική γραμμή κι εκείνοι απλώς την υπεράσπιζαν. Η φρουρά της Μεδίνας, μειωμένη τόσο, ώστε να μην μπορεί να μας βλάψει ιδιαίτερα, καθόταν στα χαρακώματα και αφάνιζε τα ίδια τα μέσα μετακίνησης της, τρώγοντας τα ζώα που δεν μπορούσε πια να θρέψει. Τους είχαμε αφαιρέσει κάθε δυνατότητα να μας βλάψουν κι όμως θέλαμε να καταλάβουμε και την πόλη τους.Να  την  κάνουμε  τι;»
                                       (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.ΧΧΧΙΙΙ)

« Αν οι τούρκοι παρέμεναν εκεί, θα ήταν εντελώς ανίσχυροι. Αν τους πιάναμε αιχμάλωτους θα ανέβαινε το κόστος, αφού θάπρεπε να τους ταΐζουμε και να τους φυλάμε. Αν τους σπρώχναμε προς τα βόρεια, τη Συρία, θα ενωνόντουσαν με τις κύριες δυνάμεις τους στρατού τους που εμπόδιζε τους άγγλους να κινηθούν στο Σινάι. Απ’όποια πλευρά κι αν το εξέταζε κανείς, μας  συνέφερε να τους αφήσουμε να μείνουν εκεί που βρίσκονταν.Αυτοί ήθελαν να κρατήσουν τη Μεδίνα γιαυτό και την υπερασπίζονταν. Ας τους εκεί λοιπόν!»
                                                 (T.E.Lawrence,Guerriglia,1929)


Αυτός που υπερασπίζεται μια σταθερά οχυρωμένη θέση, έχει ήδη χάσει, αφού θεωρεί σαν δεδομένο το ειδικό βάρος της στο συνολικό πολεμικό σκηνικό. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιτίθεσαι σε  κάποιον που ήδη βρίσκεται σε θέση άμυνας, αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να μετακινείσαι  αλλού και ν’ αφήνεις τον εχθρό ν’ αμύνεται οχυρωμένος για θέσεις που αποκτούν περιφερειακή και μόνο σημασία και δεν επηρεάζουν.

Πρόκειται δηλαδή για μια αχρήστευση του συγκεκριμένου σημείου, σε επίπεδο γεωμετρικού σχεδιασμού του πολέμου, που γίνεται τροποποιώντας τον σχεδιασμό της επίθεσης  και μεταφέροντας  την  σε άλλο σημείο.

Η στρατηγική του Λόρενς είναι μια στρατηγική της αφαίρεσης. Δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε τον εχθρό, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε εκεί που βρίσκεται και να τον αποπροσανατολίσουμε.

Επιστρέφουμε λοιπόν στο αρχικό ερώτημα: είναι δυνατόν να κερδηθεί ένας πόλεμος χωρίς να χυθεί σχεδόν καθόλου αίμα;
Ο Λόρενς αυτό δείχνει να το πιστεύει ακράδαντα. Όλη του η αντίληψη  για το αντάρτικο βασίζεται στην απουσία, στην μάχη από απόσταση, στην αόρατη παρουσία που θα βοηθήσει τους αντάρτες να έχουν πάντα την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα την αφαιρεί αυτόματα από τον αντίπαλο. Αν ο εχθρός δεν σε βλέπει, τότε ποιόν θα πυροβολεί;


«Ο πόλεμος με την στενή του έννοια, φαίνεται ότι στην πραγματικότητα στοχεύει στη μάχη, ενώ ο ανταρτοπόλεμος στη μη-μάχη», θα γράψουν οι Ντελέζ-Γκουαταρί, με αφορμή τα γραπτά του Λόρενς».
             ( Deleuze-Guattari,Mille Plateaux,κεφ.12-Περι νομαδολογίας,1980).


Ουσιαστικά για τον Λόρενς, η κρίσιμη φάση στην οποία οι αντάρτες θα μεταβληθούν σε στρατιώτες ενός τακτικού στρατού και θα αντιμετωπίσουν τον εχθρό για να τον νικήσουν, έχει εντελώς δευτερεύουσα σημασία και θα μπορούσε και να μην έλθει ποτέ, επιπλέον οι αντάρτες δεν είναι υποχρεωμένοι να «γίνουν ορατοί» ή να τους δει ο αντίπαλος,αλλά  αντίθετα, καλλίτερα να μείνουν αόρατοι, αφού τα φαντάσματα μπορούν να φοβίσουν περισσότερο από ένα στρατό.



2. Οι τρεις παράγοντες

«Η πρώτη πηγή σύγχυσης, ήταν η δήθεν αντίθεση ανάμεσα στη στρατηγική, το στόχο δηλαδή ενός πολέμου, τη συνοπτική θεώρηση του να βλέπεις κάθε κομμάτι σε σχέση με το σύνολο, και την τακτική,τα μέσα υλοποίησης ενός στρατηγικού στόχου, το κάθε ξεχωριστό κομμάτι ενός παζλ, το κάθε ξεχωριστό κομμάτι μιας σκάλας.Εμένα αυτά μου φαινόντουσαν σαν διαφορετικές απόψεις από τις οποίες θα μπορούσε κάποιος ναξεχωρίσει  τους διάφορους  παράγοντες του πολέμου: τον αλγεβρικό παράγοντα ή παράγοντα των πραγμάτων, τον βιολογικό παράγοντα ή παράγοντα των έμβιων όντων και τον ψυχολογικό ή  ιδεολογικό παράγοντα».
                                   (T.E.Lawrence,Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.ΧΧΧΙΙΙ)


Ο Λόρενς θεωρεί  τον «αλγεβρικό» παράγοντα ως το κλειδί του πολέμου και της νίκης. Σε αντίθεση με τον μύθο που έπλασαν γύρω από το όνομά του, η θεωρία του δεν έχει κανένα στοιχείο ιδεαλισμού. Αρκεί να διαβάσει κανείς τον επίλογο του λήμματος στην Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα για να πειστεί: « Οι μαθηματικοί (αλγεβρικοί) παράγοντες είναι αυτοί που έχουν την μεγαλύτερη σημασία και όσο και να εξελίσσονται και να τελειοποιούνται τα μέσα και το πνεύμα δεν μπορούν να υπερισχύσουν».Αλγεβρικό είναι ό,τι μπορεί να μετρηθεί ποσοτικά με μαθηματική ακρίβεια: τα μέσα, οι άνθρωποι,οι πόροι, η διαμόρφωση του εδάφους. Από αυτή τη σκοπιά ο Λόρενς περιορίζεται στις στοιχειώδεις μαθηματικές πράξεις και αντιλαμβάνεται ότι το μυστικό του ανταρτοπόλεμου βρίσκεται στην ικανότητά του να δρα σαν  «μαγνητικό πεδίο», να είναι σαν τον άνεμο, να βρίσκεται παντού και πουθενά, πάντα σε κίνηση, πάντα αλλού για να μην δίνει στόχο στους εχθρούς του. Το κέρδος σε μια μάχη βρίσκεται στις βολές του εχθρού  που δεν βρήκαν το στόχο τους, συνεπώς ο χρυσός κανόνας είναι να μην γίνεσαι στόχος. Η κινητικότητα μετρά πιο πολύ κι από την δύναμη.


Άρχισα τεμπέλικα να λογαριάζω πόσα τετραγωνικά μίλια: εξήντα, ογδόντα, εκατό ίσως σαράντα χιλιάδες εκατό τετραγωνικά μίλια. Και πως θα τα υπερασπίζονταν όλα αυτά οι τούρκοι; Χωρίς αμφιβολία με μια γραμμή χαρακωμάτων, διαγώνια της κοιλάδας, αν ερχόμαστε σαν ένας στρατός με υψωμένη τη σημαία του(στμ.σαν τακτικός στρατός).Αν, όμως ,υποθέταμε ότι είμαστε (όπως θα μπορούσαμε κάλλιστα να είμαστε), μια επιρροή, μια ιδέα, κάτι το άτρωτο, χωρίς μέτωπο ή νώτα, που περιπλανιέται σαν μια αέρια μάζα; Οι στρατοί είναι σαν τα φυτά, ακίνητοι, σταθερά ριζωμένοι, που τρέφονται μέσα από τους βλαστούς τους που φτάνουν μέχρι την κορυφή. Θα γινόμαστε σαν τον ατμό και θα πηγαίναμε από δω κι από κει. Τα βασίλεια μας βρίσκονταν στο μυαλό του καθενός από εμάς και καθώς για να ζήσουμε δεν είχαμε ανάγκη από τίποτα το συγκεκριμένο κατά τον ίδιο τρόπο δεν θάπρεπε να δώσουμε κανένα συγκεκριμένο στόχο στον εχθρό.Σκεφτόμουν ότι ένας στρατιώτης του τακτικού στρατού, αφεντικό μόνο της τρύπας που τον προφυλάσσει και ικανός να υποτάσσει μόνο ότι μπορεί να σημαδέψει με το όπλο του, ένας τέτοιος στρατιώτης που δεν θα είχε τι να σημαδέψει, θα αισθανόταν σαν χαμένος.
Υπολόγισα μετά πόσοι άνδρες θα έπρεπε να πάρουν θέση σε όλο αυτό το έδαφος για να το υπερασπίσουν από μια  σε βάθος επίθεση μας, ενώ την ίδια στιγμή η εξέγερση θα φούντωνε σε κάθε ένα απ’αυτά τα εκατό χιλιάδες μίλια που έμεναν αφύλακτα.
Γνώριζα καλά τον  τούρκικο στρατό[…], αυτός θα χρειαζόταν μια οχυρωμένη θέση ανά τέσσερα μίλια και μια τέτοια θέση δεν θα μπορούσε να έχει λιγότερους από είκοσι άνδρες. Αν ήταν έτσι, θα χρειάζονταν εξακόσιες χιλιάδες άνδρες για ν’αντιμετωπίσουν την εχθρότητα όλων των αράβων και την ενεργητική αντίσταση λίγων ενόπλων».
                                        (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.ΧΧΧΙΙΙ)


Ένας λαϊκός πόλεμος μπορεί να βασιστεί στην υποστήριξη των τοπικών πληθυσμών, στην γενική εχθρότητα προς τα εχθρικά στρατεύματα. Οι αναλογίες που καθορίζονται με ακρίβεια από τον Λόρενς οδηγούν στο εξής συμπέρασμα:και μόνο το 2% του πληθυσμού να πάρει τα όπλα και το υπόλοιπο 98% να κρατήσει μια στάση παθητικής αντίστασης και ν’ασκήσει μια κατά κάποιο τρόπο ψυχολογική πίεση στον εχθρό, αυτό είναι ήδη πολύ. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι ένας στρατός άτακτων μπορεί να ζήσει και να αναπνεύσει κινούμενος και τροφοδοτούμενος μέσα στο ίδιο του το έδαφος.


«Αυτή είναι η βασική και προφανής διαφορά μεταξύ πολέμου και εξέγερσης. Μια εξέγερση είναι πρώτα απ’ όλα ένας απελευθερωτικός αγώνας, περιλαμβάνει δηλαδή το στοιχείο του ένστικτου  και της ηθικής ταυτόχρονα, που συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη όσων συμμετέχουν.
Ο τακτικός στρατός επειδή ακολουθεί πιστά τα παλιά στρατιωτικά δόγματα, αντιμετωπίζει την εξέγερση σύμφωνα με τους κανόνες πολέμου, με τη δύναμη δηλαδή του πυρός και τον έλεγχο του χώρου. Έτσι καταδικάζει από μόνος του τον εαυτό του στην ήττα, αφού αν προσπαθήσεις να καταπνίξεις μια εξέγερση κάνοντας πόλεμο μπαίνεις σε μια διαδικασία «δύσκολη και παραπλανητική, είναι σα να προσπαθείς να φας τη σούπα σου μ’ένα μαχαίρι».
                                       (T.E.
Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.ΧΧΧΙΙΙ)

Κι εδώ υπεισέρχεται ο δεύτερος παράγοντας, ο «βιολογικός». Αυτός έχει σχέση με την αξία που εμείς αποδίδουμε στην ίδια τη ζωή αλλά και με το ότι σ’ένα ανταρτοπόλεμο η ποιότητα υπερέχει της ποσότητας. Ο Λόρενς ξεκινά από μια απλή διαπίστωση: όποιος αγωνίζεται για την ελευθερία θέλει να μείνει ζωντανός, αφού σαν νεκρός δεν θα μπορούσε βέβαια να την απολαύσει. Αυτή του  η δέσμευση, λοιπόν, δεν επιτρέπεται να πάει χαμένη: ο αντάρτης δεν είναι  οσιομάρτυρας. Σαν να λέμε,η εθελοντική προσφορά του στον αγώνα δεν σημαίνει ότι πετάει μακριά τη ζωή του ή την παραδίνει στα χέρια άλλων, αλλά αντίθετα, ότι θα πρέπει να την ξοδέψει όσο το δυνατόν πιο καλά, πιο μυαλωμένα, και με μεγαλύτερη ευθύνη  απέναντί της.Ο αντάρτης είναι ένας άνθρωπος, με τη δικιά του ζωή βίο, τη δικιά του ιστορία του, βιογραφία,προσωπική προσφορά. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί σε καμιά περίπτωση σαν μια απλή μονάδα που μπορεί να αντικατασταθεί από μια άλλη στον γεωμετρικό σχεδιασμό της σύγκρουσης.


«Οι κυβερνήσεις έβλεπαν τους ανθρώπους μόνο σαν μάζα, αλλά οι άνδρες μας, καθώς δεν ανήκαν σε τακτικό στρατό, δεν αποτελούσαν απλούς στρατιωτικούς σχηματισμούς,αλλά ήταν άτομα. Ένας μεμονωμένος θάνατος, όπως το βότσαλο που πέφτει στο νερό, δεν θα δημιουργούσε παρά μόνο μία τρύπα, οι κύκλοι όμως της θλίψης όλο και πλάταιναν από κει και πέρα. Όχι, δεν μπορούσαμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας απώλειες».
                                     (T.E.Lawrence ,Οι επτά στύλοι της σοφίας,κεφ. ΧΧΧΙΙΙ)

Αν το αντάρτικο δεν συγκροτείται από τάγματα αλλά από ομάδες παρτιζάνων, από μικρές ευέλικτες κοινότητες διασκορπισμένες στο χώρο, τότε η κάθε μία απ’αυτές είναι απαραίτητη και σημαντική για μας και δεν μπορούμε να την στείλουμε για σφαγή. Ο κλασικός τύπος πολέμου βασίζεται στην σκακιστική λογική της θυσίας μονάδων που έχουμε στη διάθεση μας, ο ανταρτοπόλεμος στο ακριβώς αντίθετο. Από αυτό ο Λόρενς βγάζει το συμπέρασμα ότι ο αντάρτης δεν θα πρέπει να πεθάνει.
Έτσι ο τρόπος που επινόησε για να νικηθεί ο εχθρός, επικεντρώνεται αποκλειστικά στο σαμποτάζ και την παρεμπόδιση της παραγωγής και των επικοινωνιών του εχθρού παρά στην επιθετική δραστηριότητα με τη στενή της έννοια.

Εναν καλά εξοπλισμένο, χορτάτο, ξεκούραστο στρατιώτη, δύσκολα τον νικάς. Ενας πεινασμένος, κουρασμένος, παγωμένος από το κρύο στρατιώτης, έχει ήδη ηττηθεί. Συνεπώς έχεις καλλίτερα αποτελέσματα και παίρνεις λιγότερα ρίσκα, αν χτυπήσεις τα υλικά μέσα του εχθρού, παρά τους ίδιους  τους στρατιώτες.Αν δυσκολευτεί η μετακίνηση και ο ανεφοδιασμός του εχθρού, αυτό θα τον εξαντλήσει περισσότερο  και από μια επίθεση, επειδή για να μείνουν ζωντανοί, πρέπει να τραφούν από την οικονομία του αντίπαλου, που όμως δεν είναι ανεξάντλητη. Η σωστή κίνηση, επομένως,είναι να κάνεις  τη ζωή δύσκολη στον εχθρό και όχι να την αφαιρείς.


«Η επίθεση θα μπορούσε να είναι εικονική,αφου δεν στρεφόταν κατά ανθρώπων αλλά κατά υλικών μέσων, οπότε δεν θα έπρεπε να ψάχνουμε τα δυνατά ή αδύνατα σημεία του αντιπάλου αλλά τα πιο προσβάσιμα υλικά μέσα του»
                                                        (T.E.Lawrence,Guerriglia,1929)


«Εμείς δεν είχαμε υλικά μέσα για να πρέπει να τα υπερασπιστούμε κι έτσι η καλλίτερη γραμμή δράσης μας θα ήταν να μην υπερασπιστούμε τίποτα και να μη χτυπήσουμε κανένα.Τα ατού μας ήταν η ταχύτητα και ο χρόνος, όχι η δύναμη κρούσης»
                                               (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας, κεφ.ΧΧΧΙΙΙ)

Ιστορικά, όλη σχεδόν η πολεμική δραστηριότητα των αράβων επικεντρώθηκε στην καταστροφή των υποδομών(γέφυρες, δρόμοι, σιδηροδρομικές γραμμές,σταθμοί) και τα μέσα ανεφοδιασμού(τροφές,πολεμοφόδια, νερό, ζώα) προσβάλλοντας άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο τις ρίζες που θρέφουν το δένδρο, μέχρι να το ξεράνουν. Το να υποχρεώσεις τον εχθρό σε διαρκή συντήρηση και αποκατάσταση των γραμμών του και των μέσων επικοινωνίας του, ισοδυναμεί με το να κρατάς ανοιχτή μια τρύπα στο σύστημα ελέγχου του και σε τεράστια σπατάλη ενέργειας και χρημάτων που είναι όλο και πιο δύσκολο να τη  διαχειριστεί. Και όλα αυτά χωρίς να ρίξεις ούτε μια ντουφεκιά, άλλο μέρος, μακριά από τον εχθρό, και χωρίς αυτός να μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα.

Το κλειδί της νίκης για όποιον μάχεται ένα τακτικό στρατό, βρίσκεται στον τρόπο που εκμεταλλεύεται κανείς την «κανονικότητα» του αντιπάλου του, το πώς τον αναγκάζει να αιμορραγεί, ανεβάζοντας διαρκώς το κόστος της  άμυνας και της συντήρησης του μέχρι να τον γονατίσει ηθικά και οικονομικά.
Αυτή η άποψη έρχεται να ενισχυθεί όταν πάμε να  μελετήσουμε τον «ψυχολογικό» παράγοντα, δηλαδή το πνευματικό και ηθικό στοιχείο.

Ο αντάρτης πρέπει να παίρνει υπ’ όψη του την ψυχολογία του αντίπαλου, άλλά και την ψυχολογία όλων όσων  τον στηρίζουν ηθικά και υλικά καθώς και την ψυχολογία  όλων όσων κάθονται απλά και βλέπουν τον πόλεμο να διεξάγεται, των θεατών. Η χρήση των μέσων μαζικής επικοινωνίας είναι βασική. Ο Λόρενς ισχυρίζεται ότι το τυπωμένο χαρτί (αλλά και οποιοδήποτε άλλο μέσο επικοινωνίας) είναι το ισχυρότερο όπλο που διαθέτει ένας στρατιωτικός διοικητής. Ενώ ένας τακτικός στρατός, που στηρίζεται στη σιδερένια πειθαρχία και την υπακοή, έχει ένα κέντρο στο οποίο και αναθέτει την προπαγάνδα, ο στρατός των ανταρτών το ρόλο του κεντρικού προπαγανδιστή τον αναθέτει ΄στον κάθε μεμονωμένο αντάρτη. Αν κατορθώσεις και πείσεις την πλειοψηφία των κατοίκων μιας περιοχής ότι ο αγώνας σου είναι δίκαιος, τότε είσαι ήδη νικητής και η παρουσία ή απουσία του εχθρού αποκτά δευτερεύουσα σημασία, αφού από εκείνη τη στιγμή και ύστερα σε ότι κάνει θα βρίσκει αντίθετο όλο τον ντόπιο πληθυσμό και η κάθε του κίνηση θα στρέφεται τελικά εναντίον του.
Για μια ακόμα φορά, δηλαδή, υποστηρίζει το αξίωμα σύμφωνα με το οποίο ο εχθρός δεν είναι παρά κάτι που πρέπει απλώς να το  «παραπλανήσεις» και να το εξουδετερώσεις και όχι το διαλεκτικό σημείο αναφοράς της δράσης σου, επειδή η ιδέα της ελευθερίας που υποστηρίζει ο αντάρτης είναι σωστή ανεξάρτητα από την παρουσία η όχι του εχθρικού στρατού.

Συνεπώς, το πλεονέκτημα του αντάρτη βρίσκεται πιο πολύ στην ικανότητα του να μολύνει με τις απόψεις του τον πληθυσμό, παρά στην άμεση στρατιωτική δράση αυτή καθεαυτή.
Η σύγκρουση δεν είναι κυρίως φυσική αντιπαράθεση αλλά πολύ περισσότερο ηθική, πολιτική αντιπαράθεση.
Ο Λόρενς διατυπώνει τη θεωρία μιας επανάστασης πολύ ειδικού τύπου, όπου οι αντίπαλοι δεν έχουν οπτική επαφή μεταξύ τους, αλλά ούτε και φυσική αφού δεν συγκρούονται  ποτέ.


 
«Μια εξέγερση δεν είναι πόλεμος, αλλά μάλλον μια ενέργεια σαν κιαυτές που γίνονται εν καιρώ ειρήνης, μια εθνική απεργία, ίσως».
                                        (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.ΧΧΙΙΙ)


Με άλλα λόγια ο ανταρτοπόλεμος, έτσι όπως τον εννοεί ο Λόρενς, δεν είναι η οπλισμένη πρωτοπορία ενός πολιτικού και κοινωνικού κινήματος, όπως τον εννοούσαν οι επαναστάτες του 20ου αιώνα, αλλά το ίδιο το κίνημα και είναι σαν τον άνεμο, τον αέρα που αναπνέει ο αντάρτης και το δηλητηριώδες αέριο που σπρώχνει προς τα πνευμόνια του εχθρού.



3. Ο  στρατιώτης  και  ο  αντάρτης

Οι  κλασσικές θεωρίες πολέμου δεν μπορούν να ξεφύγουν από την έννοια της δύναμης πυρός, από την ποσότητα δηλαδή, των δυνάμεων που συγκεντρώνονται σε μια συγκεκριμένη στιγμή για να πλήξουν ένα στόχο.
Η θεωρία του αντάρτικου,αντίθετα, βασίζεται στη διαφύλαξη των δυνάμεων και τη διαρκή μετακίνηση τους. καθώς και σε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για το ρόλο του μαχητή.


 
«Η στρατιωτική επιστήμη θυσιάζει σκόπιμα τις ικανότητες του ατόμου για να περιορίσει το στοιχείο της αβεβαιότητας, τον βιονομικό παράγοντα, στους στρατευμένους».Κάτι τέτοιο, σ’έναν τακτικό στρατό, οδηγεί σε μια απόδοση εκατό τοις εκατό, όπου «οι ενενήντα εννιά πρέπει να κατέβουν στο επίπεδο του ενός, του πιο αδύναμου της ομάδας.Αυτό στοχεύει στο να γίνει η στρατιωτική μονάδα μια ομάδα και το άτομο ένας συγκεκριμένος τύπος με βάση τον οποίο να μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων τα αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης συλλογικής δράσης και να εξασφαλιστούν η ενιαία θέληση για αγώνα και ένας κοινός ιδεολογικός παρανομαστής. Όσο πιο απόλυτη είναι η πειθαρχία, τόσο περισσότερο μειώνονται  τα  ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  του  κάθε  μαχητή,  αλλά  και  τόσο  περισσότερο  εξασφαλίζεται  η αποτελεσματικότητα  της  συλλογικής  δράσης»
                                           (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.LIX)


Ποιος τύπος αγωνιστή  διαμορφώνεται σ’ένα τέτοιο περιβάλλον; Πάντως όχι αυτός που χρειάζεται ο ανταρτοπόλεμος. Αν το αντάρτικο έπεφτε  στο επίπεδο του εχθρού,αν γινόταν όπως αυτός ή  αν πήγαινε  εκεί όπου αυτός περιμένει, τότε,θα έβγαινε οπωσδήποτε χαμένο, επειδή οι δυνάμεις του, διατεταγμένες σε μια και μοναδική γραμμή και οργανωμένες σε ξεχωριστά τάγματα, δεν θα ήταν σε θέση να εξισορροπήσουν τη δύναμη πυρός του αντίπαλου. Για τον Λόρενς, οι αντάρτες δεν πρέπει να απεμπολούν την ιδιαιτερότητα τους και ούτε και να δέχονται να τους αφαιρούνται οι ευθύνες για την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά πρέπει να κάνουν ακριβώς το αντίθετο, να συμμετέχουν κάθε στιγμή σε όσα συμβαίνουν καθώς και στη λήψη των αποφάσεων. Ο αντάρτης δεν πρέπει να παραιτείται ποτέ από την άσκηση του δικαιώματος κριτικής και την έκφραση των απόψεων του.


Έτσι λοιπόν, για τον αντάρτικο στρατό η ισορροπία προκύπτει από  την «μέγιστη αταξία».
Ο μαχητής είναι ελεύθερος να γυρίζει σπίτι του όποτε αυτός θέλει, δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε εντολή των ανωτέρων του και ούτε και  κανένας θα τον τιμωρήσει σαν λιποτάκτη. Ο αντάρτικος στρατός δεν υπόκειται σε κανενός είδους πειθαρχία. Αν κάποιος προσπαθήσει να πειθαρχήσει με το ζόρι έναν εθελοντή, να τον αναγκάσει να ζήσει με τους άλλους εθελοντές, τότε, είναι σίγουρο πως θ’αποτύχει.Η υποχρεωτική συμβίωση καλύπτει  και συντρίβει τις διαφωνίες, τις διαφορετικές απόψεις, τις δυσαρέσκειες. Μπορεί βέβαια να απλοποιεί αρκετά τα πράγματα αφού εγγυάται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, αυτό όμως γίνεται σε βάρος της ατομικής απόδοσης ή καλλίτερα του ηθικού του κάθε ατόμου. Ο ανταρτοπόλεμος είναι πάνω απ’όλα ένας πόλεμος προσωπικοτήτων, όπου ο κάθε εθελοντής οφείλει να λογαριάζεται κατ’αρχάς με τον  ίδιο του τον εαυτό και δεν επιτρέπεται να αναθέτει σε κανένα άλλο είτε είναι ανώτερος του είτε κατώτερος του, την ευθύνη των πράξεων του. Ο ισχυρισμός ότι σ’ένα στρατό ατάκτων όλοι είναι στρατηγοί, σημαίνει πολύ απλά πως όλοι πρέπει να χρησιμοποιούν στο μέγιστο βαθμό τις νοητικές τους ικανότητες και δεν πρέπει να περιμένουν πότε θα τους δοθεί ή διαταγή ή πότε θα την δώσουν για να επιτεθούν στον εχθρό. Ο ανταρτοπόλεμος είναι μια σύνθετη κοινωνική και πολιτική διαδικασία, αλληλεξάρτησης, διαλόγου και αντιπαράθεσης.


«Ο πόλεμος που διεξάγεται από ένα στρατό ατάκτων είναι ασύγκριτα πιο εγκεφαλικός από μια απλή έφοδο με ξιφολόγχη, ασύγκριτα πιο δύσκολος από μια στρατιωτική θητεία στα πλαίσια του βολικού μοντέλου υπακοής ενός τακτικού στρατού. Οι αντάρτες έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους ένα ευρύτατο πεδίο δράσης. Στον ανταρτοπόλεμο αν ανατεθεί η ίδια αποστολή σε δύο ανθρώπους συγχρόνως, ο ένας τους σπαταλιέται άδικα. Ο απώτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η μετατροπή των μαχών σε μια σειρά μονομαχιών και των στρατιωτών μας σε μια χαρούμενη συμμαχία συνειδητών αρχιστρατήγων».
                                                (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.LIX) [1]



Ολα αυτά, όμως,ισχύουν κυρίως για τις «κοινότητες» που αποτελούν το δίκτυο των αντάρτικων δυνάμεων. Η μεγαλύτερη, ίσως, επιτυχία του Λόρενς είναι ότι κατόρθωσε να ενώσει τις διάφορες φυλές των Βεδουίνων που από παλιά πολεμούσε η μια την άλλη και αυτό,χωρίς βίαιους εξαναγκασμούς και πειθαρχία. Πέρα από τις μεγάλες διπλωματικές ικανότητες του ακολούθησε και μια αρκετά έξυπνη μέθοδο. Ανακατεύοντας διαρκώς τον χάρτη των πολεμικών επιχειρήσεων και εκμεταλλευόμενος την απόλυτη κινητικότητα των δυνάμεων που διέθετε, έριχνε στη δράση διαφορετικές κάθε φορά κοινότητες ανάλογα με τις περιοχές που σκόπευε να δράσει.


Η μέθοδος της διπλής μετατόπισης του γεωμετρικού άξονα σε όλο της το μεγαλείο.
Να διατηρείς την κινητικότητα των κοινοτήτων και την ίδια στιγμή να περιστρέφεις ολόκληρο το σκηνικό του πολέμου χτυπώντας ένα σημείο αντί άλλου, ρίχνοντας στον αγώνα μια κοινότητα στη θέση μιας άλλης χωρίς ποτέ να επικεντρώνεις μόνιμα την στρατιωτική σου δράση.
Ο στρατός των «ίσων και απείθαρχων» στον οποίο αναφέρεται ο Λόρενς δεν έχει βλέψεις «κοινοβουλευτικές» ή «εκπροσώπησης», δεν είναι ένας στρατός «δημοκρατικός» αλλά ένας στρατός οργανωμένος στη βάση των διαφορών και των ιδιαιτεροτήτων.
 Στο σκεφτικό του Λόρενς για τον αγώνα δεν γίνεται καμιά αναφορά για υποχρεωτική συστράτευση. Κατά τη γνώμη του είναι αρκετό να συμμετέχουν όλοι στην ίδια υπόθεση, ο καθένας με τα δικά του μέσα, ο καθένας στον τομέα του, εκεί όπου μπορεί να δώσει τα περισσότερα.
Αντί του Ελάχιστου Κοινού Παρονομαστή, μπορούμε να επιλέξουμε το Μέγιστο Κοινό Πολλαπλάσιο, που εκμεταλλεύεται τα ιδιαίτερα προτερήματα αντί της ποσότητας η οποία δεν κάνει καμιά διάκριση.


Η κατανομή των ομάδων επιδρομών γινόταν ανορθόδοξα. Δεν μπορούσαμε να ανακατέψουμε ή να συνδυάσουμε διαφορετικές φυλές μεταξύ τους, λόγω των διαφορών τους, ούτε και μπορούσαμε να τις βάζουμε να πολεμούν τη μια στο έδαφος της άλλης. Για να αντισταθμίσουμε τα πράγματα στοχεύαμε στο μέγιστο διασκορπισμό των δυνάμεων, ενώ  στην ικανότητα μετακίνησης μας,προσθέσαμε και το στοιχείο της συνεχούς παρουσίας χρησιμοποιώντας κάθε φορά και διαφορετική περιοχή για την πολεμική μας δράση, άλλη τη Δευτέρα, άλλη την Τρίτη, άλλη την Τετάρτη, κιαυτή η τακτική βελτίωνε ακόμα περισσότερο το προσόν της εύκολης κινητικότητας που διαθέταμε.


«Στη συνέχεια, οι γραμμές μας ξαναγέμιζαν από ξεκούραστους άνδρες κάθε φυλής, έτσι διατηρούσαν την αρχική τους ζωντάνια. Η ισορροπία μας, εξαρτιόταν κυριολεκτικά από την μεγαλύτερη αταξία»
                                         (T.E.Lawrence, Επτά στύλοι της σοφίας, κεφ.LIX)

Σύμφωνα με τους Ζυλ Ντελέζ και Φελιξ Γκουαταρί, ο τύπος αυτός αντάρτικου συνδέεται στενά με την νομαδική και αντικρατική φύση των πληθυσμών που χρησιμοποιούν την τεχνική του ανταρτοπόλεμου, αλλά και με το περιβάλλον που αυτός διεξάγεται.Οι νομαδικοί λαοί έχουν μια ανοικτή αντίληψη για το χώρο(την στέπα, την έρημο, τη θάλασσα) αντιλαμβάνονται δηλαδή τον χώρο σαν ένα κενό που μπορεί να φτάσει μέχρι το άπειρο, το οποίο όμως μπορεί κάποιος να το διασχίσει.

Οι Ντελέζ- Γκουαταρί πιστεύουν ότι ο Λόρενς είδε την έρημο σαν ωκεανό, επηρεασμένος από τους ναυτικούς πολέμους, με άλλα λόγια σαν ένα χώρο κενό δίχως όρια, μέσα στον οποίο ο οποιοσδήποτε  μπορεί να κινηθεί ελεύθερα και να πλήξει τα σύνορα του κράτους, την εμπροσθοφυλακή και τα οχυρά της αυτοκρατορίας. Μόνο ένας λαός νομάδων που κουβαλάει μαζί του τα απολύτως απαραίτητα και έχει αυτή την αντίληψη περί χώρου, μπορεί να διεξάγει  αυτό το είδος πολέμου.

Ο Λόρενς αυτό το εξηγεί καθαρά σε πολλά σημεία του έργου του και υποστηρίζει ότι  η αυτάρκεια  του άραβα μαχητή στις μετακινήσεις του,ήταν αυτή που τον έφερνε σε πλεονεκτική θέση έναντι του στρατιώτη του εχθρικού τακτικού στρατού ο οποίος ήταν αναγκασμένος, λόγω της ειδικής ,σαν το δένδρο, δόμησης του στρατού, να χρησιμοποιεί τις μεγάλες και ευπρόσβλητες γραμμές ανεφοδιασμού που ξεκίναγαν απ’τις ρίζες και έφταναν μέχρι τα πιο λεπτά κλαδιά του. Ενώ ο στρατός των αράβων ήταν ο καθρέφτης της κοινωνίας των νομάδων, μιας κοινωνίας που βρισκόταν σε διαρκή κίνηση, στο στρατό των τούρκων καθρεφτιζόταν η στατικότητα και η πολυπλοκότητα του κρατικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας με τις αμέτρητες, ιεραρχικού τύπου, απρόσωπες διακλαδώσεις της γραφειοκρατίας.
Στον ανοιχτό χώρο της ερήμου, όπως και στη θάλασσα, ο νομάς υπερέχει του στρατιώτη.
Ο αντάρτης λοιπόν, ουσιαστικά, είναι ένας νομάς και δεν θεωρεί αυτόν τον πόλεμο μέσο κατάκτησης και υπεράσπισς κάποιου χώρου, δεν επιδιώκει δηλαδή να κλείσει τον χώρο στα όρια της «ιδιοκτησίας» του, αλλά αντίθετα να τον διευρύνει και να μπορεί να τον διασχίζει.
Είναι  γεγονός, ότι εκεί όπου ο στρατιώτης του τακτικού στρατού δεν βλέπει παρά μόνο έρημο και τίποτα περισσότερο, ο αντάρτης βλέπει ένα δίκτυο μονοπατιών που μπορεί να το χρησιμοποιήσει στις μετακινήσεις του: ένα χώρο που μπορεί να τον γεμίσει με πλήθος ανθρώπους, ένα χώρο που ταυτίζεται με τον κόσμο του και συγχρόνως τον υπερβαίνει.


 
[...] είδαμε λοιπόν ότι η πολεμική μηχανή είναι η επινόηση του νομάδα επειδή στον πυρήνα της βρίσκεται ο ανοιχτός χώρος, η κατάληψη αυτού του χώρου, η μετακίνηση σαυτόν τον χώρο και η αντίστοιχη σύνθεση των πληθυσμών: αυτό είναι και το μοναδικό  θετικό αντικείμενο (νόμος, στμ.εδώ οι συγγραφείς χρησιμοποιούν την ελληνική λέξη:νόμος).
Ν’αυξάνεις τις έρημες εκτάσεις, την στέπα, σημαίνει το εντελώς αντίθετο από την πληθυσμιακή αποψίλωση τους».
                     (Deleuze-Guattari,Mille Plateaux(Millepiani), κεφ.12,Περί νομαδολογίας,1980)


Ο πόλεμος ενάντια σε κράτη, είναι  μία και μόνο συνέπεια της φύσης των νομάδων και η αιτία δεν έχει να κάνει με τη διάθεση για καταστροφή ή την κατάκτηση. Ο Λόρενς ισχυρίζεται ότι οι άραβες, αν και  περιφρονούσαν τους Τούρκους, παρ'όλα αυτά, δεν θα σήκωναν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι ενάντίον τους αν αυτοί έφευγαναπό  μόνοι τους και τους άφηναν να ορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους.
Αυτή  η στάση δεν ήταν διόλου αρνητική, αλλά,αντίθετα, πολύ θετική.



4. Οι δύο πυλώνες του αντάρτικου

Η διαφορά της θεωρίας του Λόρενς από τις άλλες θεωρίες,δεν βρίσκεται στην αντιπαράθεση μεταξύ τακτικού πολέμου και αντάρτικου, μια κληρονομιά που μας έχουν αφήσει οι θεωρητικοί του πολέμου, αλλά  είναι μάλλον μια διαφορετική «πολιτική» μορφή που εφαρμόστηκε στον αγώνα.
Οι επαναστάτες  αντάρτες αντιλαμβάνονται το λαϊκό στρατό τους σαν κίνημα ένοπλων πολιτών.
Η ιδιομορφία της άποψης του Λόρενς βρίσκεται στο ότι προτείνει  ένα μοντέλο αντάρτικου αντιδιαλεκτικό και αντιστρατιωτικό, με τη στενή έννοια του όρου. Η εξέγερση δεν έχει τίποτα το κοινό με τη διαλεχτική του πολέμου, αφού  εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κίνημα που βρίσκει στην ίδια του την ύπαρξη, στο δικό του δίκτυο κοινωνικών σχέσεων, τις μορφές και τι θετικές  αιτίες εδραίωσης του στον κόσμο. Δεν (αυτό)προσδιορίζεται από οποιονδήποτε εχθρό ούτε και κατευθύνεται εναντίον του. Η ήττα του αντίπαλου βρίσκεται στους ίδιους τους υλικούς και ιδεολογικούς στόχους του κινήματος, που σαν την παλίρροια γεμίζει και πλημμυρίζει τον ζωτικό(ωφέλιμο) χώρο του.Αυτό δεν σημαίνει ότι αρνιόμαστε τη σύγκρουση, κάθε άλλο, αλλά πολύ απλά σημαίνε ότι αρνιόμαστε να ταυτιστούμε με τον εχθρό, τους δικούς του κανόνες παιχνιδιού καθώς και ότι ενεργούμε στο έδαφος και τον χώρο που τον περιβάλλει, στην κοινωνία, μετασχηματίζοντας τον ριζικά.



«Ο ανταρτοπόλεμος είναι η ακραία απόδοση του ορισμού της στρατηγικής του Willisen, ως «μελέτη του δικτύου επικοινωνιών» ή ως επίθεση εκεί όπου δεν βρίσκεται ο εχθρός».
                                       (T.E. Lawrence, Guerriglia,1929)


Η αντικατάσταση  ή η νίκη κατά του  εχθρού, γίνεται μέσω μιας σταθερής ροής της αντικειμενικής  πραγματικότητας, μιας δραστηριότητας επικοινωνιακής «γλωσσολογίας», με την έννοια της  κοινωνικής δράσης, του πειραματισμού  και εξάσκηση της φαντασίας.

Η προσέγγιση σε αυτή τη στρατηγική ή μάλλον σαυτή τη πλήρη αποδυνάμωση στρατηγικής και τακτικής, αιτιολογείται από την ικανότητα των νομάδων να αποδιοργανώνουν την άποψη του αντίπαλου για το χώρο, τον κόσμο, αφού η δικιά τους γεωμετρική άποψη (στμ. γεωμετρία= υπόσταση του χώρου και των στοιχείων που βρίσκονται σε αυτόν)  για το χώρο  είναι τελείως διαφορετική. Μια άποψη που μετατρέπει το απίθανο σε εφικτό.

Η ένοπλη εξέγερση γίνεται έτσι ένα σχήμα φορτωμένο  με πολλά νοήματα, ένας φορέας χρήσιμος για τη μεταφορά της ίδιας της έννοιας της ρήξης με την εξουσία.Αυτή δεν είναι κυρίως,δυναμική αντιπαράθεση (αυτό κι αν είναι παράδοξο!) αλλά γλωσσολογικό και μυθοποιητικό φαινόμενο, που εισάγει μια τελείως διαφορετική αφήγηση του κόσμου.
Ετσι, ο στρατός των ατάκτων δεν είναι η ταξική πρωτοπορία ή η αναγγελία ενός γεγονότος που πρόκειται να συμβεί, αλλά φορέας άμεσης πολιτικής δράσης, σύμβολο μιας διαφορετικής σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους και συμπίπτει με τα προαπαιτούμενα της κοινωνίας που σκοπεύει να δημιουργήσει.
Ο αντάρτικος στρατός των νομάδων είναι το αντίθετο του τακτικού στρατού και  ο κόσμος των σημείων που αυτός μεταφέρει είναι αντιστρόφως ανάλογος με τη στρατιωτική του δύναμη. Αυτός πολεμά για να πείσει, όχι για να νικήσει, για τη διαφορετικότητα και όχι για την ταυτότητα, για να μετασχηματίσει πριν απ’όλα την ίδια του την ύπαρξη μέσα στον ανανεωμένο από τον άνεμο χώρο, φορέας του οποίου είναι, και όχι για να κάνει τον κόσμο κατ’εικόνα και ομοίωση του. Ο άνεμος δεν μπορεί να συντηρηθεί, παρά μόνο να συνεχίσει να φυσάει με διαφορετική ένταση,διαβρώνοντας και μετακινώντας τις άκαμπτες μορφές, και την ίδια στιγμή να αλλάζει πορεία χτυπώντας στην επιφάνεια τους.

Η ουσία συνεπώς του κινήματος των ατάκτων (guerriglia moviment) βρίσκεται στη δικτύωση και τη διαχεόμενη σαν τον ατμό, κίνηση του, στο βαθμό,βέβαια, που το δίκτυο επικοινωνίας του, συμπέσει με το δίκτυο του κοινωνικού γίγνεσθαι, με τις ζωντανές, δηλαδή, δυνάμεις που κινούνται στον κόσμο και όλους τους εφικτούς κόσμους.
Η αντίσταση του αντίπαλου εξασθενεί αφού ο εχθρός περικυκλώνεται από νέες διαμορφωμένες διαδρομές, νέους χάρτες του χώρου της «ερήμου» που πρέπει να κατοικηθεί και όπου μπορούμε να κινηθούμε σαν τον άνεμο αφήνοντας τον εχθρό αιχμάλωτο της στατικής του αντίληψης, να κάθεται και να φυλάει φαντάσματα.

Ολα αυτά δεν μειώνουν καθόλου τη σημασία των υλικών στόχων του αγώνα,ο Λόρενς όμως υποστηρίζει πως είναι προτιμότερο να παρεμβαίνουμε στο δίκτυο και τις επικοινωνίες, παρά στις ίδιες τις εχθρικές γραμμές, να κόβουμε τον ανεφοδιασμό του παρά να αποδεχόμαστε την σύγκρουση, να είμαστε απρόβλεπτοι, παρά να επαναλαμβανόμαστε ακόμα κιαν όσα κάναμε μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν πετυχημένα.


«Δεν έτυχε ποτέ να  συναντήσουμε  τις ίδιες συνθήκες, κιέτσι κανένα σχέδιο δεν μπορούσε να εφαρμοστεί δυο φορές, επιπλέον η ποικιλία των πολεμικών μας επιχειρήσεων, έριχνε τις υπηρεσίες πληροφοριών του εχθρού σε λάθος δρόμο. Τάγματα και μεραρχίες με συγκεκριμένο αριθμό ανδρών, βοηθούν τον εχθρό να κάνει τους υπολογισμούς του, μέχρι του σημείου να μπορεί να υπονοεί την ύπαρξη ενός σώματος στρατού, από τα πτώματα τριών λόχων. Η δικιά μας, όμως, δράση, καθοριζόταν κάθε φορά από τις διαθέσεις της στιγμής».
                                             (T.E.Lawrence  Επτά στύλοι της σοφίας, κεφ.LIX)


Συνεπώς, δύο είναι οι πυλώνες του κινήματος των ατάκτων: η κινητικότητα σαν ο καλλίτερος τρόπος άμυνας και η σκέψη σαν η καλλίτερη μορφή επίθεσης.

Να αφαιρείς τους στόχους από τον εχθρό και να  «μετασχηματίζεις  το κάθε άτομο σε φιλικά προσκείμενο». Να ποια είναι τα κλειδιά της νίκης.

Και με τριάντα περίπου λέξεις: να κάνουμε την κινητικότητα μας φορέα της κοινωνικής αλλαγής, να είμαστε εμείς οι ίδιοι οι φορείς της αλλαγής μεταδίδοντας το μικρόβιο της αλλαγής σε όλο το μήκος των μονοπατιών της ερήμου, αυτά που οδηγούν σε νέα εδάφη.



«Ενα τέτοιο κύμα(και όχι το πιο μικρό) σήκωσα και το έριξα μπροστά με δύναμη μέχρι που έφτασε στο απόγειο του κι ύστερα κύλησε προς τα κάτω κι έπεσε πάνω στη Δαμασκό. Ο παφλασμός αυτού του κύματος που τραβιέται προς τα πίσω γιατί βρίσκει αντίσταση σε κάτι το ακλόνητο, θα δώσει το υλικό για το επόμενο, όταν στο πλήρωμα του χρόνου η παλίρροια θα πλημμυρίσει και πάλι τα πάντα.
                                     (T.E.Lawrence, Οι επτά στύλοι της σοφίας,κεφ.ΙΙΙ)                             


5. Βιβλιογραφία
 K. von Clausewitz, Περί του πολέμου, 1832
G. Deleuze - F. Guattari,Mille Plateaux,1980
V.N. Giap, Λαϊκός πόλεμος,λαϊκός στρατός,1960,
E. Guevara, Ο ανταρτοπόλεμος,1961
T.E. Lawrence, Guerriglia, 1929
T.E. Lawrence, Οι επτά στύλοι της σοφίας, 1926
N. Lenin, Ο ανταρτοπόλεμος, 1906
Μάο Τσετούνγκ, Προβλήματα στρατηγικής του αντιγιαπωνέζικου αγώνα, 1938
Μάο Τσετούνγκ, Για τον παρατεταμένο πόλεμο, 1938

 
(*Super flumina Babylonis, ο τίτλος του βιβλίου από το οποίο,όπως λέει ο ίδιος ο Λόρενς εμπνεύσθηκε για να μελετήσει τη Μέση Ανατολή και τον αραβικό εθνικισμό,τα χρόνια φοίτησης του στην Οξφόρδη)

[1] Με αυτό το σκεπτικό ο Λόρενς,επιχειρεί να ανασυνθέσει τον πόλεμο σε μια σειρά  ενεργειών   που ο ίδιος χαρακτηρίζει «απλές». Κάνει  δηλαδή το αντίθετο από τον Κλαούζεβιτς που ξεκινούσε από την μονομαχία για να οικοδομήσει στη συνέχεια το σύνθετο οικοδόμημα του πολέμου. Πάντως, η βασική αντιστοιχία παραμένει ευδιάκριτη:
 
 
«Ας μην αρχίσουμε μ’ένα βαρύ και σχολαστικό επιστημονικό ορισμό του πολέμου, ας περιοριστούμε μόνο στην απλούστερη μορφή του, στην μονομαχία. Ο πόλεμος δεν είναι τίποτε άλλο από μια μονομαχία σε ευρύτερη κλίμακα. Αν θα θέλαμε να συγκεντρώσουμε σε μια και μόνο έννοια τις αναρίθμητες επιμέρους μονομαχίες από τις οποίες συντίθεται, καλά θα κάναμε να φέρναμε στο νου μας δύο πολεμιστές».
                                                 (K.V.KlausewitzΠερί του πολέμου, κεφ.Ι).