Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Στραβελάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Στραβελάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τεχνητή Νοημοσύνη Μύθος και Πραγματικότητα

Νίκος Στραβελάκης                          

Την περασμένη εβδομάδα η «τεχνητή νοημοσύνη» είχε την τιμητική της. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (FED) είχε διήμερο διαδικτυακό συμπόσιο για την εφαρμογή στις τράπεζες. Από κοντά και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών διεξήγαγε ημερίδα για τις εφαρμογές της «τεχνητής νοημοσύνης» στη βιομηχανία. Η «τεχνητή νοημοσύνη» είναι το κεντρικό στοιχείο του αφηγήματος των κυρίαρχων τάξεων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Θεωρούν ότι θα πυροδοτήσει μια νέα (πέμπτη) βιομηχανική επανάσταση η οποία θα μειώσει σημαντικά τις τιμές των εμπορευμάτων ενώ παράλληλα θα περιορίσει σημαντικά και το επενδυτικό κόστος. Αυτό πέρα από την αύξηση των αποδόσεων (ποσοστού κέρδους) θα οδηγήσει, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του αφηγήματος και, σε «εκδημοκρατισμό» του συστήματος. Το «ανθρώπινο κεφάλαιο», η «εφευρετικότητα», τα start ups θα καταστούν σημαντικότερα από το συσσωρευμένο πλούτο ανοίγοντας έτσι «παράθυρο ευκαιρίας» για τους νέους. Παρόλο που ο οικονομικός ρεαλισμός του αφηγήματος αμφισβητείται τόσο από ετερόδοξους αλλά και ορθόδοξους οικονομολόγους η ένταση με την οποία προβάλλεται κάνει αναγκαία την βαθύτερη επισκόπησή του.

Το πρώτο και βασικό ερώτημα είναι τι είναι τέλος πάντων η τεχνητή νοημοσύνη; Είναι η δυνατότητα εκμάθησης ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανημάτων γενικότερα ώστε να μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις. Τι σημαίνει αυτό στη πράξη; Σημαίνει ότι σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή παρέχονται δεδομένα και ένας αλγόριθμός επεξεργασίας τους που επιτρέπει την λήψη αποφάσεων από τον υπολογιστή. Παραδείγματος χάριν, η βασική εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης για τις τράπεζες που παρουσιάσθηκε στο  συμπόσιο της FED ήταν διαφορετικοί αλγόριθμοι επεξεργασίας δεδομένων για την αποδοχή ή απόρριψη δανειακών αιτήσεων. Οι εφαρμογές είναι δύο τύπων.  Χρησιμοποιούν είτε έναν «κλειστό αλγόριθμο» (black box) είτε κάποιον αλγόριθμό «στατιστικής εκμάθησης». Στην πρώτη περίπτωση δεν ξέρουμε πώς ο υπολογιστής καταλήγει  σε αποδοχή ή απόρριψη μιας αίτησης. Ο μόνος τρόπος να ελεγχθεί η διαδικασία είναι με ένα δεύτερο μοντέλο που να βγάζει διαφορετικό αποτέλεσμα και την αξιολόγησή τους μέσω της συμπεριφοράς των δανειοληπτών. Είναι μια ανορθόδοξη μέθοδος που μπορεί να οδηγήσει σε τελείως λανθασμένες αποφάσεις ιδιαίτερα στο σημερινό περιβάλλον των «κόκκινων δανείων».

Η διαδικασία της «στατιστικής εκμάθησης» είναι πιο βατή με την έννοια ότι ο υπολογιστής αναζητά τις συσχετίσεις δεδομένων (οικονομικών και άλλων) του επίδοξου δανειολήπτη από τη βάση δεδομένων των δανειοληπτών. Άρα μπορούμε να παρακολουθήσουμε πώς ο υπολογιστής έλαβε την μια ή την άλλη απόφαση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει καμία θεωρία αναφορικά με τις συσχετίσεις που επιλέγει ο υπολογιστής. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να επιλέξει «ψευδοσυσχετίσεις» και το χειρότερο να απορρίψει ή να εγκρίνει δάνεια με κριτήρια εθνικότητας, φύλλου κλπ.. Με άλλα λόγια ο υπολογιστής μπορεί επιβάλλει πρακτικές με ρατσιστικό ή σεξιστικό περιεχόμενο.

Τα παραδείγματα, από τη βιομηχανία προέρχονται επίσης από τη θεωρία της «στατιστικής εκμάθησης». Αφορούσαν, π.χ. την παρακολούθηση μια αυτόματης γραμμής παραγωγής ξυριστικών μηχανών της Ολλανδικής εταιρείας Philips. Ο υπολογιστής συσχετίζει κάποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη συμπεριφορά της γραμμής παραγωγής με την εμφάνιση βλαβών και ειδοποιεί τον επιστάτη. Το πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία είναι στατιστική και συχνά η ειδοποίηση δεν σημαίνει και βλάβη.

Οι πιο επικίνδυνες εφαρμογές που συζητήθηκαν είναι εκείνες που αφορούν τις υπηρεσίες υγείας. Για να περιορίσουν τους γιατρούς και τους νοσηλευτές στις βάρδιες επεξεργάζονται εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που ξεχωρίζουν π.χ. τις ακτινογραφίες ασθενών και δείχνουν στο γιατρό εκείνες που ο υπολογιστής θεωρεί ότι επισημαίνουν νόσο. Καταλαβαίνετε τι λάθη μπορεί να προκύψουν από μια τέτοια διαδικασία. Τέλος, ένας εισηγητής στο συμπόσιο της FED έδειξε διάλογο ανθρώπου με ψυχολογικά προβλήματα με υπολογιστή που έπαιζε το ρόλο των παλιών τηλεφώνων υποστήριξης. Από την οθόνη που μας παρουσίασε, ο παθών ρωτούσε αν πρέπει να αυτοκτονήσει και ο υπολογιστής του απάντησε «νομίζω πως ναι».

Είναι σαφές ότι η εξέλιξη της όλης διαδικασίας απέχει παρασάγγες από αυτό που κάποιος θα ονόμαζε βιομηχανική ή τεχνολογική επανάσταση. Με άλλα λόγια είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα. Σε αυτό συμφωνούν όλοι σχεδόν οι οικονομολόγοι. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι όπου προσπαθεί να εφαρμοστεί η τεχνητή νοημοσύνη αποσκοπεί κυρίως είτε στην αντικατάσταση ανθρώπων από μηχανές (π.χ. στις εφαρμογές ιατρικής φροντίδας) είτε το κυριότερο στην απο-ειδίκευση εξειδικευμένης εργασίας. Οι εγκριτικοί μηχανισμοί των τραπεζικών δανείων για παράδειγμα απαιτούν στελέχη με γνώσεις και εμπειρία. Με την εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης τη διαδικασία θα την υλοποιούν απλοί υπάλληλοι.

Όμως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές. Ο λόγος είναι ότι όλες οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης βασίζονται στην υπόθεση ότι το μέλλον είναι μια τυχαία επανάληψη καταστάσεων του παρελθόντος. Αυτό δεν είναι σωστό ακόμη και για ελεγχόμενες διαδικασίες όπως η παραγωγή ξυριστικών μηχανών όπου συγκεκριμένα μοτίβα άλλες φορές υποκρύπτουν και άλλες δεν υποκρύπτουν βλάβη. Για αυτό το λόγο έχουμε την επιστημονική θεωρία όπου προσπαθούμε να εξηγήσουμε τα πράγματα και όχι απλά να τα συσχετίσουμε όπως κάνει η «τεχνητή νοημοσύνη». Αυτός είναι και ο λόγος που η εργασία είναι και θα παραμείνει ο βασικός μηχανισμός ανταλλαγής/ επικοινωνίας του ανθρώπου με τη φύση και το θέμα είναι να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κινήτρου του κέρδους. Με άλλα λόγια σοσιαλισμός της τεχνολογίας δεν υπάρχει. Όταν υπάρξει θα είναι έργο της ανθρώπινης δράσης «τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής».                                      

Τεχνητή Νοημοσύνη Μύθος και Πραγματικότητα

 του Νίκου Στραβελάκη

Την περασμένη εβδομάδα η «τεχνητή νοημοσύνη» είχε την τιμητική της. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (FED) είχε διήμερο διαδικτυακό συμπόσιο για την εφαρμογή στις τράπεζες. Από κοντά και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών διεξήγαγε ημερίδα για τις εφαρμογές της «τεχνητής νοημοσύνης» στη βιομηχανία. Η «τεχνητή νοημοσύνη» είναι το κεντρικό στοιχείο του αφηγήματος των κυρίαρχων τάξεων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Θεωρούν ότι θα πυροδοτήσει μια νέα (πέμπτη) βιομηχανική επανάσταση η οποία θα μειώσει σημαντικά τις τιμές των εμπορευμάτων ενώ παράλληλα θα περιορίσει σημαντικά και το επενδυτικό κόστος. 

Αυτό πέρα από την αύξηση των αποδόσεων (ποσοστού κέρδους) θα οδηγήσει, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του αφηγήματος και, σε «εκδημοκρατισμό» του συστήματος.Το «ανθρώπινο κεφάλαιο», η «εφευρετικότητα», τα start ups θα καταστούν σημαντικότερα από το συσσωρευμένο πλούτο ανοίγοντας έτσι «παράθυρο ευκαιρίας» για τους νέους. Παρόλο που ο οικονομικός ρεαλισμός του αφηγήματος αμφισβητείται τόσο από ετερόδοξους αλλά και ορθόδοξους οικονομολόγους η ένταση με την οποία προβάλλεται κάνει αναγκαία την βαθύτερη επισκόπησή του.

Το πρώτο και βασικό ερώτημα είναι τι είναι τέλος πάντων η τεχνητή νοημοσύνη; Είναι η δυνατότητα εκμάθησης ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανημάτων γενικότερα ώστε να μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις. Τι σημαίνει αυτό στη πράξη; 

Σημαίνει ότι σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή παρέχονται δεδομένα και ένας αλγόριθμός επεξεργασίας τους που επιτρέπει την λήψη αποφάσεων από τον υπολογιστή. Παραδείγματος χάριν, η βασική εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης για τις τράπεζες που παρουσιάσθηκε στο  συμπόσιο της FED ήταν διαφορετικοί αλγόριθμοι επεξεργασίας δεδομένων για την αποδοχή ή απόρριψη δανειακών αιτήσεων. Οι εφαρμογές είναι δύο τύπων.

 Χρησιμοποιούν είτε έναν «κλειστό αλγόριθμο» (black box) είτε κάποιον αλγόριθμό «στατιστικής εκμάθησης». Στην πρώτη περίπτωση δεν ξέρουμε πώς ο υπολογιστής καταλήγει  σε αποδοχή ή απόρριψη μιας αίτησης. Ο μόνος τρόπος να ελεγχθεί η διαδικασία είναι με ένα δεύτερο μοντέλο που να βγάζει διαφορετικό αποτέλεσμα και την αξιολόγησή τους μέσω της συμπεριφοράς των δανειοληπτών. Είναι μια ανορθόδοξη μέθοδος που μπορεί να οδηγήσει σε τελείως λανθασμένες αποφάσεις ιδιαίτερα στο σημερινό περιβάλλον των «κόκκινων δανείων».

Η διαδικασία της «στατιστικής εκμάθησης» είναι πιο βατή με την έννοια ότι ο υπολογιστής αναζητά τις συσχετίσεις δεδομένων (οικονομικών και άλλων) του επίδοξου δανειολήπτη από τη βάση δεδομένων των δανειοληπτών. Άρα μπορούμε να παρακολουθήσουμε πώς ο υπολογιστής έλαβε την μια ή την άλλη απόφαση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει καμία θεωρία αναφορικά με τις συσχετίσεις που επιλέγει ο υπολογιστής. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να επιλέξει «ψευδοσυσχετίσεις» και το χειρότερο να απορρίψει ή να εγκρίνει δάνεια με κριτήρια εθνικότητας, φύλλου κλπ.. Με άλλα λόγια ο υπολογιστής μπορεί επιβάλλει πρακτικές με ρατσιστικό ή σεξιστικό περιεχόμενο.

Τα παραδείγματα, από τη βιομηχανία προέρχονται επίσης από τη θεωρία της «στατιστικής εκμάθησης». Αφορούσαν, π.χ. την παρακολούθηση μια αυτόματης γραμμής παραγωγής ξυριστικών μηχανών της Ολλανδικής εταιρείας Philips. Ο υπολογιστής συσχετίζει κάποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη συμπεριφορά της γραμμής παραγωγής με την εμφάνιση βλαβών και ειδοποιεί τον επιστάτη. Το πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία είναι στατιστική και συχνά η ειδοποίηση δεν σημαίνει και βλάβη.

Οι πιο επικίνδυνες εφαρμογές που συζητήθηκαν είναι εκείνες που αφορούν τις υπηρεσίες υγείας. Για να περιορίσουν τους γιατρούς και τους νοσηλευτές στις βάρδιες επεξεργάζονται εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που ξεχωρίζουν π.χ. τις ακτινογραφίες ασθενών και δείχνουν στο γιατρό εκείνες που ο υπολογιστής θεωρεί ότι επισημαίνουν νόσο. Καταλαβαίνετε τι λάθη μπορεί να προκύψουν από μια τέτοια διαδικασία. Τέλος, ένας εισηγητής στο συμπόσιο της FED έδειξε διάλογο ανθρώπου με ψυχολογικά προβλήματα με υπολογιστή που έπαιζε το ρόλο των παλιών τηλεφώνων υποστήριξης. Από την οθόνη που μας παρουσίασε, ο παθών ρωτούσε αν πρέπει να αυτοκτονήσει και ο υπολογιστής του απάντησε «νομίζω πως ναι».

Είναι σαφές ότι η εξέλιξη της όλης διαδικασίας απέχει παρασάγγες από αυτό που κάποιος θα ονόμαζε βιομηχανική ή τεχνολογική επανάσταση. Με άλλα λόγια είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα. Σε αυτό συμφωνούν όλοι σχεδόν οι οικονομολόγοι. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι όπου προσπαθεί να εφαρμοστεί η τεχνητή νοημοσύνη αποσκοπεί κυρίως είτε στην αντικατάσταση ανθρώπων από μηχανές (π.χ. στις εφαρμογές ιατρικής φροντίδας) είτε το κυριότερο στην απο-ειδίκευση εξειδικευμένης εργασίας. Οι εγκριτικοί μηχανισμοί των τραπεζικών δανείων για παράδειγμα απαιτούν στελέχη με γνώσεις και εμπειρία. Με την εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης τη διαδικασία θα την υλοποιούν απλοί υπάλληλοι.

Όμως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές. Ο λόγος είναι ότι όλες οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης βασίζονται στην υπόθεση ότι το μέλλον είναι μια τυχαία επανάληψη καταστάσεων του παρελθόντος. Αυτό δεν είναι σωστό ακόμη και για ελεγχόμενες διαδικασίες όπως η παραγωγή ξυριστικών μηχανών όπου συγκεκριμένα μοτίβα άλλες φορές υποκρύπτουν και άλλες δεν υποκρύπτουν βλάβη. Για αυτό το λόγο έχουμε την επιστημονική θεωρία όπου προσπαθούμε να εξηγήσουμε τα πράγματα και όχι απλά να τα συσχετίσουμε όπως κάνει η «τεχνητή νοημοσύνη». 

Αυτός είναι και ο λόγος που η εργασία είναι και θα παραμείνει ο βασικός μηχανισμός ανταλλαγής/ επικοινωνίας του ανθρώπου με τη φύση και το θέμα είναι να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κινήτρου του κέρδους. Με άλλα λόγια σοσιαλισμός της τεχνολογίας δεν υπάρχει.Όταν υπάρξει θα είναι έργο της ανθρώπινης δράσης «τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής».                                      

Μία ακόμη θλιβερή πρωτιά

 

-Όχι μόνο έχουμε το ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα σε όλη την Ευρώπη, αλλά οι τιμές αποκλίνουν όλο και περισσότερο από τον μέσο όρο


Του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ, Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών



 

Το γράφημα που προηγείται (πηγή Eurostat) δείχνει την τιμή της κιλοβατώρας του μη οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος για καταναλωτές κάτω των 2.000 μεγαβατωρών, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ το δεύτερο εξάμηνο του 2021. Είναι μια κατηγορία που περιλαμβάνει τις περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις.

   Όπως φαίνεται, η Ελλάδα είναι ακριβότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 40% περίπου. Αν είχαμε στοιχεία μέχρι σήμερα νομίζω ότι η διαφορά θα ήταν μεγαλύτερη, αφού στη χώρα μας ανακοινώνονται συνεχώς νέες ανατιμήσεις. Θα πει κανείς, τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα, όμως δεν είναι έτσι.

 

 


   

Το δεύτερο σχήμα (πηγή Eurostat) συγκρίνει την τιμή της κιλοβατώρας στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης από το 2017 μέχρι το 2021 σε εξαμηνιαία βάση. Βλέπουμε ότι οι τιμές είναι πολύ κοντά μέχρι και το πρώτο εξάμηνο του 2021 και στη συνέχεια αποκλίνουν βίαια. Με άλλα λόγια, η όξυνση της διεθνούς κρίσης δεν μπορεί να εξηγήσει από μόνη της την εξέλιξη των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα. Ένα μεγάλο μέρος των ανατιμήσεων μοιάζει να οφείλεται σε εγχώρια αίτια.


Τι έγινε λοιπόν το δεύτερο εξάμηνο του 2021, που να δικαιολογεί αυτές τις εξελίξεις; Το πρώτο ήταν η απόσυρση, σωρηδόν και συλλήβδην, όλων των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.Αυτό είχε σημαντικές, αρνητικές συνέπειες στη συνολική παραγωγή. Συγκεκριμένα, το 40% της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος βασίζεται πλέον στο φυσικό αέριο.Με δύο λόγια, προχωρήσαμε σε αναδιάρθρωση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κυριολεκτικά τη χειρότερη δυνατή στιγμή, λίγο πριν εκτιναχθούν στα ύψη οι τιμές του φυσικού αερίου.


Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της επιλογής ενισχύθηκαν και από τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες των κυβερνώντων και της ΕΕ. Από τον Νοέμβριο του 2020 δίπλα στο χρηματιστήριο ενέργειας (που λειτουργεί από το 2018) τοποθετήθηκαν και αγορές παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Είναι το περιβόητο target model που θεσμοθέτησε –ποιος άλλος;– ο κ. Κωστής Χατζηδάκης. Έτσι, μαζί με τη μείωση της παραγωγής και την αύξηση του κόστους ήρθε να προστεθεί και ο παράγοντας της κερδοσκοπίας, που σε μια ρηχή αγορά όπως η ελληνική επιτρέπει σε λίγους παίκτες να διαμορφώνουν τις τιμές καταπώς θέλουν εκείνοι, μέσα από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης.


Με το χρηματιστήριο ενέργειας επιβλήθηκε και μια σημαντική στρέβλωση. Τιμή εκκαθάρισης, ρυθμιστική τιμή με άλλα λόγια, ορίσθηκε η τιμή του λιγότερο παραγωγικού παραγωγού, η υψηλότερη τιμή. Με αυτό το ρικαρδιανής έμπνευσης μοντέλο εκκαθάρισης ο λιγότερο παραγωγικός παραγωγός νομιμοποιεί τα υπερκέρδη των υπολοίπων, αφού όλοι πουλάνε στις τιμές της αγοράς. Αυτό για να μη μας δουλεύει ο κ. Μητσοτάκης, που λέει ότι θα φορολογήσει και θα πατάξει την αισχροκέρδεια που η κυβέρνησή του θεσμοθέτησε. Η κυβερνητική υποκρισία αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν έβαλε πλαφόν στις τιμές της ενέργειας στο ελληνικό χρηματιστήριο ενέργειας, παρόλο που, υποτίθεται, πρότεινε ένα τέτοιο μέτρο στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Αντιθέτως, Ισπανοί και Πορτογάλοι προχώρησαν ήδη σε πλαφόν σε μονομερή βάση. 


Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές η συζήτηση έχει ανάψει εκ νέου για τα μέτρα που θα ληφθούν κατά της ακρίβειας.Είναι εξοργιστικό ότι έναν χρόνο μετά την πρώτη έκρηξη των τιμών στη Ελλάδα επί της ουσίας δεν έχει γίνει τίποτε στον τομέα αυτόν. Αντίθετα, στο ηλεκτρικό ρεύμα οι πολιτικές της κυβέρνησης θυμίζουν την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Πολιτεία της Καλιφόρνια, την εποχή που μεσουρανούσε ή Enron, το 2000 – 2001. Για τους νεότερους από εμένα, να θυμίσω ότι η Enron βύθιζε την πολιτεία στο σκοτάδι και παράλληλα κερδοσκοπούσε πάνω στο γεγονός στα χρηματιστήρια αξίων και ενέργειας των ΗΠΑ. Μέχρι που η Enron κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος το 2001, όταν αποκαλύφθηκε ότι «μαγείρευε» τα λογιστικά της βιβλία. 


Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ακουστεί δυνατά η φωνή των εργαζομένων και των συνδικάτων στον κλάδο της ενέργειας, απέναντι στην εγκληματική πολιτική της κυβέρνησης στον κλάδο. Η κοινωνία αλλά και η ΔΕΗ έχουν ανάγκη τη δυνατή φωνή των εργαζομένων, οι οποίοι, παρά τη κατασυκοφάντησή τους από τις διοικήσεις, ήταν οι μόνοι που προειδοποιούσαν την κοινωνία για το τι ερχόταν. Γιατί από πλευρά κυβέρνησης θα έχουμε μία από τα ίδια. Προτάσεις στους εταίρους, μελέτη των προτάσεων και εξαγγελίες για ψίχουλα μία εβδομάδα μετά.

 [---->]

Οικονομική κρίση και Εργασιακός Μεσαίωνας στο Φόντο των Γερμανικών Εκλογών

 

Νίκου Στραβελάκη

Η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι οδυνηρή. Με βάση τα στοιχεία τόσο του οικονομικού επιτελείου όσο και της εαρινής έκθεσης της commission το έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2021 θα φτάσει το 10% από το οποίο 7% είναι πρωτογενές έλλειμμα. Η πρόβλεψη του προϋπολογισμού ήταν για πρωτογενές έλλειμμα 3.2% και η απόκλιση των 6 δις καθιστά επιτακτική την αναθεώρησή του όπως επισημαίνει και η Ναυτεμπορική της 5ης Μαΐου 2021. Την ίδια ώρα το Ελληνικό δημόσιο έχει υποστεί και αναμένεται να υποστεί το αμέσως επόμενο διάστημα ζημίες της τάξης των 4 δις ευρώ από τη συμμετοχή του στις τράπεζες.

 Συγκεκριμένα, στις απώλειες της Τράπεζας Πειραιώς ήρθαν να προστεθούν και οι περιπέτειες της Τράπεζας Αττικής που εμφάνισε τεράστιες ζημίες για το μέγεθός της στις οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2020. Ζημιές που θα καλύψει το κράτος όπως κάνει τα τελευταία 10 χρόνια για όλες τις τράπεζες. Τέλος, τα νέα από τον τουρισμό δεν είναι ενθαρρυντικά αφού η χώρα μας παραμένει στους «πορτοκαλί» προορισμούς λόγω του χαμηλού ρυθμού εμβολιασμού του πληθυσμού και του υψηλού αριθμού κρουσμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση ταξιδιωτικών οδηγιών αποφυγής από χώρες που προέλευσης μεγάλου μέρους των επισκεπτών (Αγγλία, ΗΠΑ κλπ.) ενώ αρκετοί μιλούν για άνοιγμα μόλις του 15% των τουριστικών καταλυμάτων φέτος.

Το περίεργο είναι ότι ελάχιστοι συζητούν για όλα αυτά. Αντίθετα η κυβέρνηση επικεντρώνεται σε «ενέσεις αισιοδοξίας» γύρω από τα πολυαναμενόμενα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Έτσι από το βήμα του Νταβός από τα Lidl ή κατά κόσμο «Συνεδρίου των Δελφών» ο κ. Σταικούρας μας ενημέρωσε ότι αναμένεται να ανακοινωθεί εντός του Ιουνίου από πλευράς ΕΕ η προκαταβολή 4 δις έναντι των επιδοτήσεων του Ταμείου. Προσέξτε δεν είπε ότι θα εισπράξει είπε ότι θα «ανακοινωθεί ότι θα εισπράξει». 

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού το Ταμείο Ανάκαμψης είναι μέχρι στιγμής ένα άδειο ταμείο. Ο υπουργός δεν παρέλειψε βέβαια να επαναλάβει τις απογοητευτικές αναμενόμενες επιδόσεις του προγράμματος. Είναι απορία άξιο τουλάχιστον, μια επενδυτική δαπάνη 57 δις ευρώ να φέρει ένα συνολικό αποτέλεσμα 200.000 νέων θέσεων εργασίας. Δηλαδή, σύμφωνα πάντα με τη κυβέρνηση, για κάθε νέα θέση εργασίας απαιτούνται επενδύσεις της τάξης των 300.000 ευρώ.

Όμως δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά δεδομένων των εργασιακών σχέσεων που επιδιώκει να επιβάλλει η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη. Παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα το νομοσχέδιο επιβάλλει τη δεκάωρη εργασία μέσω ενός προγράμματος ανταλλαγής χρόνου χωρίς χρήμα ανάμεσα στην επιχείρηση και τον εργαζόμενο. 

Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο αναφέρει ότι οι εργαζόμενοι θα δουλεύουν χωρίς υπερωριακή αμοιβή μέχρι 10 ώρες ημερησίως. Οι εργοδότες αφού δηλώσουν την υπερωριακή εργασία στην Εργάνη θα δεσμεύονται να «επιστρέψουν» τις ώρες στον εργαζόμενο εντός έξι μηνών. Δηλαδή π.χ. θα τον βάλουν να δουλέψει 6 ώρες κάποια άλλη ημέρα. Για την παρακολούθηση δε αυτού του δαιδαλώδους συστήματος ανταλλαγών θα θεσπιστεί η ηλεκτρονική κάρτα εργαζομένου που θα ενημερώνει απευθείας το σύστημα.

 Την ευθύνη της εφαρμογής βέβαια δεν θα την έχει η οργανωμένη πολιτεία αλλά μια ανεξάρτητη αρχή που θα φτιαχτεί για το σκοπό αυτό στη θέση της Επιθεώρησης Εργασίας. Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση θα βγαίνει πάντα λάδι αφού η ευθύνη θα βρίσκεται στην ανεξάρτητη αρχή. Είναι η ίδια πρακτική που οδήγησε στην απώλεια δισεκατομμυρίων ευρώ των φορολογουμένων στις τράπεζες για την οποία δεν ευθύνονται υποτίθεται οι κυβερνήσεις αλλά το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Πάντως προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει πρεμούρα για την εφαρμογή του αντεργατικού νομοσχεδίου την ίδια ώρα που ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη χαλαρότητα. Άποψή μου είναι ότι αυτή η τακτική σχετίζεται με τις επικείμενες Γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2021. Οποιαδήποτε συζήτηση για το δημόσιο χρέος, το ταμείο ανάκαμψης τα δημοσιονομικά στην ΕΕ θα σημάνουν ακόμη μεγαλύτερη αποδυνάμωση τόσο των Χριστιανοδημοκρατών όσο και των Σοσιαλδημοκρατών. 

Οι Σοσιαλδημοκράτες εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα είναι τρίτο κόμμα αφού οι Πράσινοι είναι σίγουρα δεύτεροι μπορεί και πρώτοι αν οι Χριστιανοδημοκράτες χάσουν σημαντικό μέρος της δύναμής τους προς την Γερμανική άκρα δεξιά. 

Αυτός είναι και ο λόγος που επιδιώκουν να περιορίσουν στο ελάχιστο τις όποιες εξελίξεις σε επίπεδο ΕΕ. Η αποκάλυψη της αποτυχίας της πολιτικής των μνημονίων είναι βούτυρο στο ψωμί της ακροδεξιάς και γι’ αυτό οι Χριστιανοδημοκράτες ακολουθούν το δοκιμασμένο no news good news. 

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι τα πράγματα θα είναι τα ίδια και την επομένη των Γερμανικών εκλογών ιδιαίτερα αν οι Χριστιανοδημοκράτες είναι η ραχοκοκαλιά και της νέας κυβέρνησης. Είναι πολύ πιθανό ο εργασιακός μεσαίωνας να συμπληρωθεί και από νέα προγράμματα δημοσιονομικής λιτότητας. Σε αυτήν την προοπτική η κατάργηση του αντεργατικού νομοσχεδίου Χατζηδάκη εδώ και τώρα είναι η καλύτερη άμυνα για τους εργαζόμενους και την κοινωνία.

Αναδιάρθρωση του ESM-To «Μεγάλο Ξεκαθάρισμα» εν μέσω Πανδημίας

Του Νίκου Στραβελάκη

Όταν η πανδημία ήρθε να προστεθεί στη πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου  αιώνα αρκετοί θεωρήσαμε ότι αυτό θα σημάνει παράταση στη διάρκειά της και ένταση των συνεπειών της. Η επίσημη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης προεξάρχουσας της Γερμανίας ήταν ότι η όποια επιδείνωση θα είναι παροδική. Αφού η πανδημία είναι υπεύθυνη για τη κρίση, η κρίση θα φύγει μαζί με τη πανδημία. Στην πορεία έβαλαν νερό στο κρασί τους μπροστά στα διψήφια ποσοστά ύφεσης, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψαν αυτή τη λογική. 

Το τελευταίο Eurogroup (Δευτέρα 30/11/2020) είναι η απόδειξη. Σε αυτό αποφασίσθηκε η ανασυγκρότηση του ESM. Βασικό στοιχείο της ανασύστασης είναι η θεσμοθέτηση και λειτουργία στο τέλος του 2022 του «Ταμείου Ενιαίας Εξυγίανσης» ενός δανειστή τελευταίας καταφυγής για τις Ευρωπαϊκές συστημικές τράπεζες. 

Η υλοποίηση της αναδιάρθρωσης είχε μπλοκαριστεί από Ιταλικό βέτο το Μάρτιο του 2020 και βασικός λόγος ήταν η άρνηση της Γερμανίας και της Ολλανδίας στην έκδοση ευρωομολόγων. Στην πραγματικότητα η Ιταλία φοβόταν μια αναδιάρθρωση του Ιταλικού χρέους σε βάρος των ομολογιούχων με άλλα λόγια ένα PSI τύπου Ελλάδας. Έκτοτε το θέμα είχε παγώσει μέχρι την περασμένη Δευτέρα (30/11) που η αναδιάρθρωση εγκρίθηκε χωρίς ενστάσεις. 

Όπως κάθε τραπεζική αναδιάρθρωση έτσι και η συγκεκριμένη έχει σημαντικές επιπτώσεις για τις τράπεζες αλλά το κυριότερο έχει σημαντικές επιπτώσεις για την κοινωνία. Ας ψηλαφίσουμε τι σημαίνουν αυτά που αποφασίσθηκαν.

Ο επικεφαλής του Eurogroup κ. Ντόναχιου ανάφερε ότι η σύσταση του ταμείου «ήρθε δύο χρόνια νωρίτερα γιατί υπάρχει σημαντική πρόοδος στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων». Σε αυτές τις λίγες λέξεις κρύβεται και η ουσία της όλης αναδιάρθρωσης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν αποφασίσει ότι οι συστημικές τους τράπεζες θα έχουν απαλλαγεί από τα κόκκινα δάνεια που έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Δεν μοιάζει να τους απασχολούν οι προειδοποιήσεις της ΕΚΤ και του ΔΝΤ για πρωτοφανή αύξηση των κόκκινων δανείων λόγω COVID. 

Ποιος είναι ο λόγος που η ΕΕ παίρνει αυτή τη στάση εν μέσω πανδημίας; Άποψή μου είναι ότι έχει γίνει πλέον πασιφανές ότι η κρίση που ξεκίνησε το 2007/8 και διαρκεί με διαφορετική ένταση σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με μείωση των μισθών. 

Οι μισθοί μειώθηκαν, οι εργασιακές σχέσεις κατεδαφίσθηκαν όμως οι επενδύσεις δεν ήρθαν. Αυτό δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα ισχύει τηρουμένων των αναλογιών σε ολόκληρη την ΕΕ. 

Βασικός λόγος για αυτό το αποτέλεσμα είναι ότι η καταστροφή κεφαλαίου προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς λόγω του ότι είναι συνδεδεμένη με σημαντικές τραπεζικές ζημίες. 

Οι τελευταίες δεν είναι άλλες από την αναγνώριση των ζημιών από τα κόκκινα δάνεια. Η τρέχουσα τραπεζική αναδιάρθρωση λοιπόν σημαίνει ότι οι ρυθμοί απαξίωσης κεφαλαίου οι πλειστηριασμοί με άλλα λόγια θα επιταχυνθούν το επόμενο διάστημα. 

Έτσι εξηγείται και η επιτακτική απαίτηση των «θεσμών» για εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα στην Ελλάδα από 1/1/2021, οι εξελίξεις στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, με αιχμή την τράπεζα Πειραιώς, αλλά και τα εδάφια της έκθεσης Πισσαρίδη που αναφέρονται στο μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων που τις καθιστά αναποτελεσματικές στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Όλα συντείνουν στο ότι βρισκόμαστε μπροστά στο «μεγάλο ξεκαθάρισμα». 

Οι συνέπειες για τις κοινωνίες προβλέπονται τρομακτικές αφού οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν μοιάζει να ενδιαφέρονται ούτε καν για τη νέα γενιά κόκκινων δανείων που γεννά η νέα όξυνση της κρίσης στο πλαίσιο της πανδημίας. Το αντίθετο το κείμενο του Eurogroup προβλέπει αυξημένη «παρακολούθηση» και «εποπτεία». Η «παρακολούθηση» αφορά τους εθνικούς προϋπολογισμούς και η εποπτεία την επίβλεψη του ESM στις δανειακές γραμμές των κορωνοδανείων.

 

Κοντολογίς, η αναδιάρθρωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και η συνακόλουθη επιτάχυνση της πτώχευσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα λάβει χώρα ανεξάρτητα από την εξέλιξη της πανδημίας και των συνεπειών της. Μάλιστα είναι πιθανό η πανδημία να επιτάχυνε και τις διαδικασίες υλοποίησης των αναδιαρθρώσεων αφού έφερε μαζί της το περιβόητο «Ταμείο Ανάκαμψης» στο οποίο εναποτέθηκαν και όλες οι ελπίδες για την ανάκαμψη των Ευρωπαϊκών οικονομιών. 

Όμως το Ταμείο Ανάκαμψης ακόμη και αν υλοποιηθεί σύμφωνα με τα εξαγγελθέντα έχει σημαντικές προϋποθέσεις απορρόφησης των κονδυλίων τόσο για τα κράτη όσο και για τις επιχειρήσεις. Προϋποθέσεις που είναι πολύ δύσκολο να ικανοποιηθούν από τις περιφερειακές οικονομίες του νότου και από μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια η επόμενη φάση της κρίσης θα χαρακτηρισθεί από προλεταριοποίηση σημαντικού τμήματος των μεσαίων στρωμάτων και ένταση των εισοδηματικών και περιφερειακών ανισοτήτων

Σχέδιο Μέρκελ-Μακρόν - Αξίζει να δούμε τι πραγματικά έχει συμβεί



Του Νίκου Στραβελάκη

Όλη την περασμένη εβδομάδα κανάλια εφημερίδες και κοινωνικά δίκτυα προσκείμενα στην κυβέρνηση πανηγύριζαν για πολλά δις που πρόκειται να έρθουν στη χώρα στο πλαίσιο του σχεδίου Μέρκελ-Μακρόν που εξειδίκευσε η commission. Από κοντά και ο ΣΥΡΙΖΑ όπου τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο κ. Τσακαλώτος θεώρησαν την πρόταση της commission δικαίωση του προγράμματος «μένουμε όρθιοι» που ανακοίνωσε ο κ. Τσίπρας στο Ζάππειο την περασμένη Δευτέρα 25/5.

 Όπως πάντα η πληροφόρηση είναι συγκεχυμένη και αξίζει να δούμε τι πραγματικά έχει συμβεί. Αυτό που έγινε είναι ότι την περασμένη εβδομάδα κυκλοφόρησαν δύο σημαντικά κείμενα εργασίας του προσωπικού της commission προς το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. 
Παράλληλα διέρρευσαν στον τύπο δύο πίνακες από την πρόταση της commission αναφορικά με την υλοποίηση του σχεδίου Μέρκελ-Μακρόν. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. 

Το πρώτο κείμενο, με τίτλο «Προσδιορίζοντας τις Ανάγκες της Ανάκαμψης», επιβεβαιώνει την προηγούμενη εκτίμηση της commission για την ύφεση του 2020 (7.8% κατά μέσον όρο στην ευρωζώνη) και την υποτιθέμενη ανάκαμψη του 2021 (6.1%κατά μέσο). Παρόλα αυτά παραδέχεται για πρώτη φορά ότι οι επιπτώσεις θα είναι μακροχρόνιες και θα οφείλονται στις συσσωρευμένες ζημιές των επιχειρήσεων (υπολογίζουν από 750 – 1.2 τρις για τις 27 χώρες της Ένωσης) αλλά και στη συνολικότερη κατάρρευση των ιδιωτικών επενδύσεων (υπολογίζουν επενδυτικό κενό 1,5 τρις για 2021-22). 

Αντίστοιχα το δημοσιονομικό κενό, λόγω των σημαντικών ζημιών στις επιχειρήσεις και τις αντίστοιχης μείωσης των φορολογικών εσόδων, εκτιμάται στο 1.7 τρις για την “Ευρώπη των 27”. 
Οι παραδοχές αυτές συνιστούν πρόοδο, όμως η απάντηση που δίνεται παρά τα σημαντικά ποσά που προτείνεται να διατεθούν δεν ξεφεύγει από τα εσκαμμένα. 

Συγκεκριμένα, προτείνεται ένα «εργαλείο» συνολικού ύψους 750 δις ευρώ (5.1% του ΑΕΠ της Ένωσης) που επιμερίζεται σε επιδοτήσεις και δάνεια προς τα κράτη μέλη. Όμως τα χρήματα αυτά ανεξάρτητα από το εάν θα προέλθουν από δάνειο ή επιδότηση δεν αφορούν άμεσες κρατικές επενδύσεις αλλά κυρίως χρηματοδότηση/ επιδότηση επενδυτικών προγραμμάτων του ιδιωτικού τομέα.

Εδώ το σχέδιο αντιφάσκει με τον εαυτό του, από τη μια δέχεται ότι ο ιδιωτικός τομέας θα πραγματοποιήσει ζημιές και από την άλλη θεωρεί ότι θα προχωρήσει σε επενδύσεις. 
Επενδύσεις μάλιστα που σύμφωνα με το δεύτερο κείμενο εργασίας, που τιτλοφορείται «Η Στιγμή της Ευρώπης», θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν κατά 50% από τη χρηματοδοτούμενη επιχείρηση κατά τα πρότυπα του ΕΣΠΑ. 

Αντίστοιχα και η όποια δημόσια επένδυση θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί κατά 50% από τους εθνικούς προϋπολογισμούς και μάλιστα την ίδια ώρα που θα πρέπει να τηρούνται όλοι οι όροι του συμφώνου σταθερότητας, τα πρωτογενή πλεονάσματα κλπ. 
Είναι προφανές ότι χώρες όπως η Ελλάδα θα δυσκολευτούν πολύ να απορροφήσουν τέτοια κονδύλια. Κάποιοι θα πουν ότι όπως και να έχει η χρηματοδότηση ενός τέτοιου προγράμματος με ομόλογο που θα εκδώσει η commission συνιστά ένα βήμα προς την ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης και άρα είναι κάτι θετικό. 

Σίγουρα το συγκεκριμένο σχέδιο, σε σχέση με αυτά που συζητιόντουσαν μέχρι τώρα στην ΕΕ, δείχνει να προσπαθεί τουλάχιστον να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της κρίσης. Το ερώτημα είναι τα καταφέρνει; 

Το βασικό πρόβλημα που επικαλούνται οι Ευρωπαίοι για την υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων είναι ότι ο προϋπολογισμός της ένωσης είναι μόλις 158 δις ενώ θα συνάψει ένα χρέος 500 δις. 

Αυτό θα γίνει, σύμφωνα και με τους πίνακες που διέρρευσαν, με την παροχή εγγυήσεων για την κάλυψη του κεφαλαίου από τις χώρες μέλη. 

Η Ελλάδα, παραδείγματος χάριν, θα πρέπει να παρέχει εγγυήσεις 19 δις μέσα στην επόμενη επταετία για να καλύψει τα 22,5 δις των δυνητικών επιχορηγήσεων που θα λάβει από το 2021-2024. Αυτό δεν είναι κάτι το ουδέτερο αφού οι εγγυήσεις θα καταστούν τμήμα του δημόσιου χρέους το οποίο ενδέχεται μαζί με τα υπόλοιπα χρέη που θα γεννήσουν η ύφεση και οι τράπεζες να καταστήσουν το Ελληνικό χρέος «μη βιώσιμο» και με τη βούλα.

Αυτό θα έχει επιπλέον συνέπειες. Έτσι εξηγούνται οι ιδιαίτερα υψηλές προβλέψεις της commission για την οικονομική ανάπτυξη την τριετία 2021-24. 

Θέλουν να περιορίσουν έστω στα χαρτιά το λόγο χρέους /ΑΕΠ.  Όμως τα βάρη δεν σταματούν εδώ υπάρχουν επιπλέον και οι τόκοι του ομολόγου της commission. 
Αυτοί θα καλυφθούν, σύμφωνα πάντα με τα κείμενα που κυκλοφόρησαν, με φόρους και δασμούς που θα εισπράξει απ’ ευθείας. 

Συγκεκριμένα, θα υπάρξουν νέοι φόροι που θα αφορούν τις εκπομπές ρύπων CO2, τη φορολόγηση στη χρήση πλαστικών, το φόρο στις μεταφορές και τη φορολόγηση των υπηρεσιών διαδικτύου. 

Ειδικά για τις εκπομπές ρύπων, ο φόρος έχει τεράστιες επιπτώσεις για τη ΔΕΗ αλλά και για τα αυτοκίνητα της λαϊκής οικογένειας. Φαίνεται ότι υπάρχει ένα σχέδιο της Γερμανίας για μαζική παραγωγή και διάθεση ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην ένωση. 

Τέλος, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ανάμεσα στους δυνητικούς πόρους δεν υπάρχει ο φόρος στις τραπεζικές συναλλαγές. Επιχειρώντας μια ερμηνεία των εξελίξεων αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι ο πυρήνας της ΕΕ θεωρεί πλέον ότι οι αγορές της Κίνας και της Ρωσίας δεν μπορούν να τους καλύψουν. Τα μέτρα που εξαγγέλλονται δείχνουν ότι θα στηριχτούν στην αγορά των 27. 

Απ’ ότι φαίνεται ο καπιταλισμός του 21ου  αιώνα θα είναι πιο «κλειστός» από τον καπιταλισμό του 2020 αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι εξίσου άνισος. 
Αν οι της ΕΕ ήθελαν πράγματι να στηρίξουν την ανάκαμψη στη μετά τον κορονοϊό εποχή θα μπορούσαν να εκδώσουν κάποιο ομόλογο χωρίς λήξη (perpetuity) που να πληρώνει μόνο τόκους. Αυτά τα ομόλογα συνήθως δεν συμπεριλαμβάνονται στο δημόσιο χρέος και γι’ αυτό προτιμώνται σε έκτακτες συνθήκες. Τέτοια ομόλογα έχουν εκδώσει οι ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν το κόστος του 2ου  παγκοσμίου πολέμου και η Αγγλία το 19ο  αιώνα


Το Μνημόνιο Πέθανε ...Ζήτω το Μνημόνιο



 Του Νίκου Στραβελάκη

Στις 3 Μαΐου του 2010 ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Παπανδρέου διαπιστώνοντας ότι η χώρα δεν μπορούσε να δανειστεί από της αγορές χρήματος σε βιώσιμα επιτόκια υπέγραψε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής ή αλλιώς μνημόνιο με το ΔΝΤ την ΕΕ και την ΕΚΤ. 

Ο λόγος δημοσίου χρέους/ ΑΕΠ ήταν τότε στο 120% και τα δημοσιονομικά ελλείμματα σύμφωνα με την αναθεωρημένη εκτίμηση της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας   15%. Στόχος ήταν η βελτίωση του λόγου χρέους/ ΑΕΠ μέσα από τον περιορισμό των μισθών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η χώρα αναμενόταν να επιστρέψει στις αγορές μετά από δύο χρόνια.

 Έκτοτε πέρασαν 8 χρόνια,  δύο επιπλέον μνημόνια, ένα κούρεμα χρέους  από τους ιδιώτες δανειστές (Private Sector Involvement ή PSI),δύο ανακεφαλαιώσεις τραπεζών, περιορισμός των μέσων μισθών κατά 30% περίπου, μείωση του  ΑΕΠ κατά 25% και ποσοστά ανεργίας σταθερά πάνω από 20%. Το αποτέλεσμα είναι το δημόσιο χρέος να είναι σήμερα 328 δις έναντι 268 το 2010, παρά το κούρεμα και αντιπροσωπεύει το 180% του ΑΕΠ έναντι 120% που ήταν πριν. 

Πρόκειται για το πλέον αποτυχημένο πρόγραμμα του ΔΝΤ στην ιστορία του. Η κατάληξη ήταν η αναμενόμενη. Το Eurogroup της 21ης  Ιουνίου πιστοποίησε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να επιστρέψει στις αγορές και θα στηριχτεί για τους επόμενους 22 μήνες σε χρήματα των δανειστών, το λεγόμενο μαξιλάρι ασφαλείας, το ακριβές ύψος και οι όροι του οποίου θα διευκρινισθούν το επόμενο διάστημα.