Δύο δημοψηφίσματα πολύ διαφορετικά





του Marco Santopadre

Σε λίγες μέρες θα έχουμε δύο εκλογικά ραντεβού για παρόμοια εκ πρώτης όψεως ζητήματα, αλλά στην πραγματικότητα με τελείως διαφορετικό πρόσημο. Τον Οκτώβριο υποτίθεται ότι θα διεξαχθεί στην Καταλονία (το υποθετικό ύφος  είναι υποχρεωτικό) δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της από το ισπανικό κράτος, και στις 22 Οκτωβρίου σε Λομβαρδία και Βένετο θα ψηφίσουν για μεγαλύτερη αυτονομία από την κεντρική ιταλική κυβέρνηση.
Όπως είπαμε ήδη, με μια επιφανειακή ματιά οι δύο διαβουλεύσεις  μπορεί να φαίνονται ίδιες, αλλά οι
μεταξύ τους διαφορές  είναι σημαντικές.

Τα δημοψηφίσματα σε Λομβαρδία και Βένετο προωθούνται και υποστηρίζονται από την πλειοψηφία των κομμάτων, από τη Λέγκα του Βορά μέχρι το Δημοκρατικό Κόμμα, και προσπαθούν να επιτύχουν μεγαλύτερη αυτονομία, ιδίως στον δημοσιονομικό τομέα, για τις δύο περιοχές της βόρειας Ιταλίας. Πρόκειται λοιπόν για τη συνέχιση και εμβάθυνση των πολιτικών, οι  οποίες την τελευταία δεκαετία εφαρμοστήκαν αρχικά από κεντροαριστερές κυβερνήσεις και στη συνέχεια από κέντρο-δεξιές , οι οποίες και εισήγαγαν το λεγόμενο «φεντεραλισμό». 

Οι συνέπειες είναι εμφανείς σε όλους: οι φόροι και τα υψηλά τοπικά τέλη έχουν αυξηθεί σημαντικά, καθώς το κράτος παραχωρεί λίγο-λίγο  αρμοδιότητες σε τοπικούς φορείς  οι οποίοι με τη σειρά τους  χωρίς κρατική χρηματοδότηση αναγκάζονται να αυξήσουν τους φόρους και να  περικόψουν ή να αναθέσουν σε ιδιώτες σημαντικές υπηρεσίες. Με αποτέλεσμα σήμερα οι πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι να πληρώνουν πολύ ακριβότερα από πριν υπηρεσίες χειρότερης ποιότητας. Σε επίπεδο αυτοδιοίκησης, δηλαδή, δυνατότητας των τοπικών κοινωνιών να συμμετέχουν περισσότερο στις πολιτικές και τοπικές αποφάσεις, τίποτα δεν έχει αλλάξει, το αντίθετο μάλιστα.

Στην πραγματικότητα, τα δημοψηφίσματα στη Λομβαρδία και Βένετο στις 22 Οκτωβρίου, με πρωτοβουλία των δύο κυβερνητών  Maroni  και Zaia, εντάσσονται  στον οπισθοδρομικό επανασχεδιασμό του θεσμικού και συνταγματικού πλαισίου  που διευκολύνει μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση του βόρειου τμήματος της χώρας στην παραγωγική, οικονομική και πολιτική  δομή  της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Στις δύο περιοχές, βρίσκεται  το 22% των επιχειρήσεων που αντιπροσωπεύουν το 80% της προστιθέμενης αξίας και των εξαγωγών της χώρας. Πρόκειται για δύο περιοχές  τις οποίες οι Βρυξέλλες, το Παρίσι και το Βερολίνο ενδιαφέρονται να τις ενσωματώσουν και να τις εντάξουν στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η υπόλοιπη χώρα γίνεται όλο και λιγότερο ελκυστική, λιγότερο συμφέρουσα.

Πρόκειται, βέβαια, για δημοψηφίσματα συμβουλευτικού χαρακτήρα  για τα οποίο δεν αναμένεται να υπάρξει  απαρτία, και οι επιπτώσεις  μάλλον θα είναι μηδαμινές. Πρακτικά, έχουμε να κάνουμε με ένα είδος megaspot  (τεράστιο διαφημιστικο μήνυμα)υπέρ των δύο κυβερνητών και των  αντίστοιχων πλειοψηφιών, αν και τα δημοψηφίσματα έχουν την υποστήριξη του Δημοκρατικού Κόμματος και τις παραφυάδες του.

 Φυσικά, σε περίπτωση νίκης του Ναι  και μεγάλη  συμμετοχή στα δημοψηφίσματα, οι  υποστηρικτές  τους και οι χορηγοί τους - τα μικρομεσαία αφεντικά, οι  τοπικοί οικονομικοί κύκλοι που συνδέονται με ισχυρούς ευρωπαϊκούς κύκλους - θα μπορούν να απαιτούν περισσότερα από την κυβέρνηση και να κερδίσουν περισσότερα προνόμια . Για παράδειγμα, να συνάπτουν «αυτόνομες» συμφωνίες με τη γερμανική επιχειρηματική κοινότητα, να παίρνουν ειδική χρηματοδότηση για τη βελτίωση των υποδομών, φορολογικές ελαφρύνσεις ή κίνητρα σε εταιρείες ή  σε τοπικούς οργανισμούς.

Τα θετικά για τους ανθρώπους των δύο περιοχών θα είναι ασήμαντη. Αντίθετα, μετά την εισαγωγή του λεγόμενου «δημοσιονομικού φεντεραλισμού», οι διαδικασίες συγκέντρωσης της εξουσίας και του πλούτου στα χέρια όλο και λιγότερων και ολιγαρχικού τύπου θα επιταχυνθούν ακόμα περισσότερο.

Ενώ τα δύο δημοψηφίσματα στη Λομβαρδία και Βένετο λειτουργούν καθαρά υπέρ των συμφερόντων των τοπικών αφεντικών και του μηχανισμού ιεραρχικοποίησης του ευρωπαϊκού χώρου που τον διαχειρίζεται πολλές φορές απερίσκεπτα μια όλο και πιο υπερεθνική ευρωπαϊκή αστική τάξη, το καταλανικό δημοψήφισμα τον Οκτώβριο έχει πολύ πιο ενδιαφέρουσες επιπτώσεις και ρήξεις.
 
Το αίτημα της Καταλονίας  για ανεξαρτησία έχει μια μακραίωνη ιστορία και είναι σε αντίθεση με την κατασκευή  του ισπανικού έθνους, σε μια αυταρχική και σοβινιστική βάση, το οποίο  κατέφυγε στη δικτατορία δύο φορές στον εικοστό αιώνα (πρώτα με τον Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα  από το 1923-1930 και στη συνέχεια με τον Φρανσίσκο Φράνκο από το 1936 έως το στα τέλη της δεκαετίας του 1970). Οι ισπανικές άρχουσες τάξεις επέλεξαν τον τρόμο όχι μόνο για να καταστείλουν τα κινήματα των εργαζομένων και τις επαναστατικές εξεγέρσεις, αλλά και για να συντρίψουν τα αυτονομιστικά αιτήματα των Βάσκων, των Καταλανών και των άλλων εθνοτήτων τα οποία και ενσωμάτωσαν με τη βία σε ένα αυταρχικό και φεουδαρχικό κράτος.

Μετά το θάνατο του Φράνκο, στο εσωτερικό  του καθεστώτος κυριάρχησε η πιο εκσυγχρονιστική  και φιλελεύθερη πτέρυγα στα οικονομικά (αλλά όχι λιγότερο φασιστική) που ήθελε να εντάξει την Ισπανία στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και το ΝΑΤΟ. Έτσι, το καθεστώς δεν  αντιμετώπισε κλυδωνισμούς, αλλά απλά αυτόμεταρρυθμίστηκε, βάζοντας τα ρούχα του αλλιώς προκειμένου να συνεχίσει να εγγυάται, με νέες μορφές τώρα, την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της ολιγαρχίας, τη βάση του δικτατορικού καθεστώτος.

Ενώ το Κίνημα Απελευθέρωσης των Βάσκων  από επαναστατικές σοσιαλιστικές θέσεις, απέρριψε  και αμφισβήτησε επί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα  μια αυτομεταρρύθμιση του καθεστώτος η οποία όμως, έγινε αποδεκτή από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα της αριστεράς, το καταλανικό εθνικιστικό κίνημα ενσωματώθηκε χωρίς ιδιαίτερες δονήσεις μέσα στο λεγόμενο «κράτος των αυτονομιών». Η καταλανική αστική τάξη,πλήρως ενσωματωμένη σε κρατικό και διεθνές επίπεδο, κατάφερε να διαχειριστεί την πολιτική και οικονομική εξουσία σε τοπικό επίπεδο σχεδόν αδιάλειπτα από τις αρχές της δεκαετίας του '80.

Τα περιφεριακά και αυτονομιστικά κόμματα  της Καταλονίας - κυρίως  το κόμμα της Δημοκρατικής Σύγκλισης  της Καταλονίας, Convergència Democràtica de Catalunya  - έχουν προ πολλού υποβαθμίσει το αίτημα της αυτονομίας σε συμβολικό και μόνο επίπεδο, προκειμένου να αυξήσουν τη δική τους εξουσία και τη δική τους επηροή σε τοπικό επίπεδο με αντάλλαγμα τη στήριξη στις κεντρικές κυβερνήσεις οι οποίες σχηματίζονται εναλλάξ από τα δύο ισπανικά εθνικιστικά κόμματα, το Λαϊκό Κόμμα και το ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό κόμμα (sic!) , αλλά αυτή η ισορροπία ακυρώθηκε στην αρχή αυτής της δεκαετίας. 

Η αυταρχική και φιλελεύθερη διαχείριση της οικονομικής κρίσης από τις ισπανικές κυβερνήσεις – καθ’ υπαγόρευση της ΕΕ - και σε περιφερειακό επίπεδο είχε ως αποτέλεσμα την πολιτικοποίηση δεκάδων, αν όχι εκατοντάδων χιλιάδων Καταλανών οι οποίοι απείχαν από την αντιπαράθεση μεταξύ του στρατοπέδου της αυτονομίας και του εθνικισμού (ισπανικού) και τους κοινωνικούς αγώνες . Σε αντίδραση για τις μαζικές απολύσεις, τη χιονοστιβάδα των εξώσεων με τη χρήση της κρατικής βίας και τις περικοπές σε μισθούς και κράτος πρόνοιας οι πλατείες γέμισαν.
 Απεργίες, διαδηλώσεις, πικετοφορίες και συνελεύσεις ταρακούνησαν την Καταλονία. Εν τω μεταξύ μια πρώτη δειλή προσπάθεια μεταρρύθμισης  του Καταστατικού της Αυτονομίας το 1979, μετά την αυτομεταρρύθμιση του καθεστώτος Φράνκο, που προώθησαν οι αυτονομιστές και ορισμένες φεντεραλιστικές δυνάμεις της κεντροαριστεράς, συνάντησε  μια δυσανάλογη και βίαιη αντίδραση από το κράτος και τους θεσμούς του.

 Ένα κείμενο ήδη κουτσουρεμένο  σε μεγάλο βαθμό από τους ίδιους τους  καταλανούς που το πρότειναν  πετσοκόπηκε ακόμα περισσότερο από τους κρατικούς θεσμούς, αποδεικνύοντας έτσι την αδυναμία διαπραγμάτευσης μιας σταδιακής βελτίωσης της αυτονομία της Βαρκελώνης.

Η σύγκλιση των δύο διεργασιών - αντίδραση στη λιτότητα και αγώνας για μεγαλύτερη αυτονομία - σε συνδυασμό με την αυξανόμενη κοινωνική και πολιτική κινητοποίηση ενάντια στο κράτος και τον κατασταλτικό μηχανισμό του, καθώς και την καταπολέμηση της διαφθοράς και τον αυταρχισμό της περιφερειακής κυβέρνησης, έχει προκαλέσει μια ρήξη ιστορικής φύσης, στην Καταλανονία, με την αποδυνάμωση της ηγεμονίας του  κόμματος ' Convergència Democràtica de Catalunya – το οποίο εν τω μεταξύ μετατονομάστηκε σε Partit Democrata Europeu Català - και την ενίσχυση ενός πολύχρωμου αυτονομιστικού μετώπου που στηρίζεται στη μόνιμη κινητοποίηση αυτονομιστικών ενώσεων και τη σημαντική εκλογική παρουσία των διαφόρων δυνάμεων της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Ενότητας  (Cup,Υποψηφιότητα  Λαϊκής¨Ενότητας), αντι-καπιταλιστικών και αυτονομιστικών δυνάμεων.

 Η κινητοποίηση αριστεράς και αυτονομιστών έχει επηρεάσει τα περιφερειακά κόμματα της Καταλονίας αναγκάζοντάς τα να αγκαλιάσουν εθνικιστικά αιτήματα, που οδήγησαν  στο σχηματισμό μιας κυβέρνησης της οποίας δηλωμένος στόχος είναι να οδηγήσει την  Καταλονία στην αυτοδιάθεση μέσω μιας διαδικασίας  πολιτικής και θεσμικής « αποσύνδεσης»  από τη Μαδρίτη και τους μηχανισμούς της. Η στιγμή της επίσημης ρήξης θα είναι το δημοψήφισμα που πρόκειται να συγκαλέσει το κοινοβούλιο της Καταλονίας για την πρώτη Οκτωβρίου.

Αν το  δημοψήφισμα διεξαχθεί  πραγματικά και επίσημα – όπως για παράδειγμα  στη Σκωτία και το Κεμπέκ - μένει να το δούμε: τα ισπανικά εθνικιστικά κόμματα και ο κρατικός μηχανισμός δεν έχουν καμία διάθεση  να επιτρέψουν τη γιορτή της λαϊκής ψήφου , δεν αναγνωρίζουν  στους Καταλανούς την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και διεξάγουν ένα μποϊκοτάζ που θα μπορούσε να οδηγήσει στη επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας κατά των  υποστηρικτών του δημοψηφίσματος, στην αναστολή του καταστατικού αυτονομίας της Καταλονίας και στον αποκλεισμό των αυτονομιστών από τα θεσμικά όργανα  και τις δημόσιες υπηρεσίες, για να μην αναφέρουμε τους εκβιασμούς στο οικονομικό πεδίο. 

Αλλά αντιθέσεις υπάρχουν ακόμη και μέσα στο στρατόπεδο των Καταλανών: ο πρόεδρος της Ζενεραλιτάτ της Καταλονίας (της κυβέρνησης της Καταλονίας), Κάρλες Πουτζδεμόν, έχει ήδη χάσει σημαντικά τμήματα του πολιτικού κόμματος του και την υποστήριξη ορισμένων σημαντικών ηγετών του δικού του κόμματος . Μπροστά στην όξυνση της σύγκρουσης και όσο πλησιάζει η στιγμή της αλήθειας πολλοί από τους αυτονομιστές επιλέγουν να κάνουν ένα βήμα πίσω. Στο κάτω –κάτω ένα μέρος των κυρίαρχων τμημάτων της καταλανικής αστικής τάξης δεν αγκάλιασε ποτέ πλήρως το σύνθημα της απόσχισης  από τη Μαδρίτη και η επιλογή της  θα βασίζεται σ’ένα πραγματιστικό υπολογισμό κόστους / οφέλους.

Εάν η σύγκρουση με τη Μαδρίτη σκληρύνει πολύ, μεγάλα κομμάτια, ίσως και η πλειοψηφία, του  PDeCat (Partido Demócrata Europeo Catalán, Δημοκρατικό Ευρωπαϊκό Καταλανικό Κόμμα)  θα μπορούσε να αποσυρθεί, αναστέλλοντας ή αποδυναμώνοντας  την διαδικασία  «απόσχισης» με αντάλλαγμα, ίσως, περισσότερη δημοσιονομική και διοικητική αυτονομία που είναι και η ουσία των αυτονομιστικών αιτημάτων της καταλανικής μπουρζουαζίας.

Μια επιλογή αυτή, ωστόσο, που δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη για το φιλελεύθερο-συντηρητικό κόμμα της Καταλονίας, το οποίο τότε θα έχει να αντιμετωπίσει την επίθεση των γνήσιων δυνάμεων υπέρ της ανεξαρτησίας και κυρίως τα κόμματα της καταλανικής αριστεράς , Erc  και Cup .

Στη Βαρκελώνη αυτές τις εβδομάδες παίζεται ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι, με αποτελέσματα που δεν είναι προβλέψιμα και θα υπάρξει μεγάλος αντίκτυπος όχι μόνο στις εσωτερικές ισορροπίες του ισπανικού κράτος, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 Στην Καταλονία, στο μέτωπο της ανεξαρτησίας, συγκρούονται δύο διαφορετικές τάσεις: μια φιλοευρωπαϊκή, φιλελεύθερη, συντηρητική σε κοινωνικό επίπεδο που δεν αμφισβητεί  τις τρέχουσες διεθνείς συμμαχίες, και μία άλλη η οποία μαζί  με την ανεξαρτησία θέλει και την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη ρήξη με τις φιλελεύθερες πολιτικές και μια μεγάλη ασυνέχεια με τις τρέχουσες πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες.

Η αυταρχική ισπανική μοναρχία είναι δυνατό να χάσει ένα σημαντικό κομμάτι, και να γεννηθεί μια καταλανική Δημοκρατίας μέσα στην οποία τα προοδευτικά κοινωνικά  και πολιτικά κινήματα ή καθαρά ανταγωνιστικά θα μπορούν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο σε βαθμό που να αμφισβητήσουν την ηγεμονία της διαδικασίας οικοδόμησης του νέου κράτους,
από τις μετριοπαθείς δυνάμεις,  αλλάζοντας το συσχετισμό δυνάμεων, εισάγοντας στον πολιτικό διάλογο και στη διαδικασία αποφάσεων στοιχεία ρήξης με την υποταγή που επιβάλλει η διαδικασία κατασκευής του Ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού πόλου.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαλεκτικής στάσης προφανώς κάθε άλλο παρά είναι δεδομένο, αλλά  ότι η ρήξη της Βαρκελώνης με τη Μαδρίτη ανοίγει χώρους για να ταξικές διεκδικήσεις,αυτό είναι αναμφισβήτητο.
 
Γι αυτό και το να εξομοιώνει κανείς τα δημοψηφίσματα της Λομβαρδίας και του Βένετο με το Καταλανικό, είναι σοβαρό λάθος από τις δυνάμεις που αναφέρονται στην πρόοδο και την αλλαγή.
 
[--->]




[…] Αν στην περίπτωση των αυτονομιστικών περιοχών της Βόρειας Ιταλίας το αίτημα της Λέγκας είναι το αποτέλεσμα της κινητοποίησης και της έκφρασης μιας και μόνο πολιτικής οικογένειας, στην περίπτωση της Καταλονίας η κινητοποίηση για την ανεξαρτησία της Καταλονίας τέμνει εγκάρσια και αντιπροσωπεύει την προσδοκία ενός ολόκληρου λαού.

Επιπλέον, αν στην περίπτωση της  Λομβαρδίας και του Βένετο οι τοπικές επιχειρηματικές τάξεις υποστηρίζουν τη διαδικασία αυτονόμησης που θα μπορούσε να ενισχύσει και να δώσει νέα ώθηση στο ρόλο τους στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής οικονομίας όλο και πιο συγκεντρωτικής, στη Καταλονία η μεγάλη και η μεσαία αστική τάξη τάσσονται ανοικτά εχθρικά κατά της αυτονομίας και στο δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου, το οποίο βλέπουν ως ένα εμπόδιο για την ένταξή τους στην ισπανική αστική τάξη που τους εξασφαλίζει δύναμη και διεθνή προβολή (π.χ. στις πρώην αποικίες της Λατινικής Αμερικής ).


Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Συλλόγου Βιομηχανιών της Καταλονίας κατά της απόσχισης είναι με αυτήν την έννοια περισσότερο από σαφείς και αν δεν ληφθούν υπόψη θα πρόκειται για σοβαρό λάθος. Κανένας δεν μπορεί να μένει  αδιάφορος, όταν όλα σχεδόν τα καταλανικά συνδικάτα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων με ισπανική παράδοση, είναι ενάντια στο κράτος, ή όταν χιλιάδες λιμενεργάτες στα λιμάνια της Βαρκελώνης και της Ταρραγόνας μποϊκοτάρουν τον κατασταλτικό μηχανισμό που εγκατέστησε η Μαδρίτη στην Καταλονία.
 

Βάζοντας μαζί το ρόλο της ανεξαρτησιακής αριστεράς στη διαδικασία εθνικής χειραφέτησης του καταλανικού λαού, τον εχθρικό ρόλο της καταλανικής αστικής τάξης στο αίτημα της ανεξαρτησίας, την μεγάλη παράδοση σε δημοκρατικούς και αντιφασιστικούς αγώνες της Βαρκελώνης, τα αντικειμενικά προβλήματα που η απόσχιση από τη Μαδρίτη θα μπορούσε να δημιουργήσει σε ένα κράτος αυταρχικό και διεφθαρμένο, για να μην αναφερθούμε στην αστάθεια που δημιουργείται στα στενά πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούμε παρά να αξιολογήσουμε θετικά τις πιέσεις χειραφέτησης του καταλανικού λαού.

 Το να τάσσεται κανείς υπέρ του σημερινού στάτους κβο, υπερασπιζόμενος τη νομιμότητα - που είναι ο καρπός των σχέσεων εξουσίας που συχνά ελάχιστη σχέση έχει με τη δικαιοσύνη - θα ήταν ένα σοβαρό λάθος, κυρίως για τις δυνάμεις που επικαλούνται την αλλαγή και την κοινωνική πρόοδο. Η υπόθεση της Καταλονίας θα μπορούσε να είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για την αριστερά και τους κομμουνιστές, να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα το ζήτημα του εθνικού ζητήματος, ξεκινώντας από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Τα εθνικά αιτήματα όχι μόνο εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα,και ειδικότερα εντός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ιταλικού κράτους, αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης και της απώλειας νομιμότητας των μηχανισμών τυπικής δημοκρατίας που ακυρώθηκαν από τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανακτούν την ορμή τους και γίνονται τρομερό εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής κινητοποίησης. Το να κρύβει κανείς το  κεφάλι του στην άμμο ή να τάσσεται υπέρ  των κρατών και εναντίον των λαών δεν χρησιμεύει  σε τίποτε άλλο παρά να γίνεται η αριστερά ακόμη πιο περιττή και άχρηστη.
 

----------------------------------------------------------------------------------------------


 Μπούρδες= (παραπληροφόρηση)  γνωστού VIP  :

[...] Η αστική τάξη της Καταλονίας είναι δυνατή και σφόδρα φιλοευρωπαϊκή, και η περίπτωση έχει ομοιότητες με τις αποσχιστικές τάσεις στη Βόρεια Ιταλία (την… Παδανία που τη λένε οι ακροδεξιοί) αλλά και στη Φλαμανδία. Και στις τρεις περιοχές, στο αποσχιστικό κίνημα πρωτοστατούν συντηρητικές δυνάμεις, με βασικό έστω και υπόρρητο επιχείρημα «να μην πηγαίνουν οι φόροι μας στους τεμπέληδες (και μελαψούς) του νότου».


Επιστρέφουν οι φασίστες του Ιλινόις ;





Επιστρέφει ο ναζισμός στη Γερμανία, αν πιστέψουμε τους πιο απαισιόδοξους δημοκράτες γνώστες των πραγμάτων. Ωστόσο, το σκιάχτρο του ναζισμού είναι η πιο κλασική ιστορική απάτη. Όχι επειδή η αναμενόμενη  έκρηξη του νεο-ναζιστικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AFD) δεν είναι στην πραγματικότητα ένα πολιτικό πρόβλημα, αλλά λόγω της αύρας της μοναδικότητας που περιβάλλει το εκλογικό αποτέλεσμα: «Πρώτη φορά μετά από 72 χρόνια» ακούμε να λένε, ιδιαίτερα  στα «αριστερά», εκεί όπου φωλιάζει ακόμα η ακόρεστη διαστροφή  του« λαϊκού μετώπου ενάντια στον φασισμό ». Ωστόσο, η ανάγνωση ενός οποιουδήποτε βιβλίου σύγχρονης γερμανικής ιστορίας θα έπρεπε να μας κάνει πιο συγκρατημένους  ιστορικά και λιγότερο φιλελεύθερους κινδυνολόγους. 

Συνιστούμε, σε όλους, το βιβλίο του Alfred Wahl: Η δεύτερη ζωή του ναζισμού, που πρόσφατα επανεκδόθηκε. Εκεί θα ανακαλύψουμε , ότι οι Ναζί - οι αληθινοί, όμως, - με την κατάλληλη μετονομασία  του Deutsche Partei, συμμετείχαν στην πρώτη κυβέρνηση Αντενάουερ που σχηματίστηκε το 1949, καταλαμβάνοντας μάλιστα τα υπουργεία Μεταφορών και Ομοσπονδιακών Υποθέσεων. 

Στη δεύτερη κυβέρνηση Αντενάουερ, το 1953, τους δόθηκαν, ούτε λίγο ούτε πολύ τα υπουργείο Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Περιφερειακής Πολιτικής και, μέσω του BHE (του κόμματος των προσφύγων), το Υπουργείο Εξωτερικών των προσφύγων. Στην τρίτη κυβέρνηση Αντενάουερ, που σχηματίστηκε το 1957, κατείχαν τα Υπουργεία Μεταφορών και Περιφερειακών Υποθέσεων.

Όλα αυτά μέχρι το 1961("Π" το 1961 οι υπουργοί του Deutsche Partei προσχώρησαν στο CDU) , όταν, στο σχηματισμό της τέταρτης κυβέρνησής του, ο Αντενάουερ χωρίς πλέον  εκλογικούς αντιπάλους, αποφάσισε να απαλλαγεί από τη θεμελιώδους σημασίας στήριξη των  Ναζί. Αυτό για να αναφερθούμε στην ευφάνταστη «μοναδικότητα» του γερμανικού εκλογικού αποτελέσματος.Ετσι,οι Ναζί παρέμειναν στην εξουσία μέχρι το 1961.

 Ακόμη και η εφημερίδα Corriere  della Sera  το κατάλαβε στο προχθεσινό της φύλλο. Αλλά αυτή η δεύτερη ζωή του ναζισμού στη Γερμανία δεν είναι μόνο εκλογές, όπως μας λέει ο Wahl : «Οι Γερμανοί, [το 1945], δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν μια αυστηρή πολιτική αποναζιστικοποίησης. [...] Τον Αύγουστο του 1947, μια δημοσκόπηση των Αμερικανών που διεξήχθη στην αμερικανική ζώνη κατοχής αποκάλυψε ότι το 55% του πληθυσμού θεωρούσε το ναζισμό  μια καλή ιδέα που πολύ απλά εφαρμόστηκε λάθος, και μόνο to 35%, σαν μια θεωρία καταδικαστέα. Οι Γερμανοί δεν ήταν λοιπόν διατεθειμένοι να ζητήσουν  την καταδίκη αυτών που οι νικητές θεωρούσαν ενόχους  ή εγκληματίες».
 
Είναι δύσκολο  να ασχοληθούμε εδώ  με το θέμα της Volksgemeinschaft, την «κοινότητα του ενωμένου λαού»,  ένα από τα ιστοριογραφικά και φιλοσοφικά ζητήματα που δύσκολα επιλύονται ερμηνεύοντας το ναζισμό στη Γερμανία.
 Βέβαια, ιστορικά μιλώντας, για την πλειοψηφία των γερμανών το μόνο στοιχείο απόρριψης και βίαιης ρήξης με το παρελθόν  ήταν : «η στρατιωτική και ανθρωπιστική καταστροφή που αντιπροσώπευε η ήττα και είχε σαν συνέπεια να υπάρξει  μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ όλων των πολιτών, Ναζί και μη». 
 Αυτό απέβη σε βάρος της ίδιας της Δίκης  της Νυρεμβέργης, που επιβλήθηκε στρατιωτικά από τους συμμάχους, αλλά δεν την αποδέχθηκε η πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού : «η γερμανική κοινή γνώμη, που δεν αντιλαμβανόταν την ειδική φύση των εγκλημάτων των Ναζί και τα θεωρούσε ως φυσιολογικές συνέπειες ενός πολέμου μεταξύ συνηθισμένων αντιπάλων, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διαδικασίας, στην οποία διέβλεπε την πρόθεση των νικητών να τιμωρήσουν τους ηττημένους αντιπάλους τους».
 Το αποτέλεσμα ήταν να απουσιάζει μια πραγματική διαδικασία αποναζιστικοποίησης, ακόμη και ήπιας μορφής όπως έγινε σε χώρες όπως η Ιταλία, «Μόλις ανέβηκαν στην εξουσία, τα κόμματα άρχισαν, ακολουθώντας μια παλιά πρακτική, να υπερασπίζονται τα μέλη τους. 

Πολύ γρήγορα το CDU πέρασε την άποψη ότι υπήρχε μια προκατάληψη απέναντι στους Γερμανούς πριν και μετά το 1945, από τους Συμμάχους, και επομένως θα έπρεπε όλοι να θεωρούνται θύματα του ναζισμού, περιλαμβάνοντας έτσι ανάμεσα στα θύματα και τους ίδιους τους  Ναζί ». 

Αργότερα, θα δούμε τις συνέπειες της μη αποναζιστικοποίησης: «Από το 1947, οι αμερικανοί συντηρητικοί ενίσχυσαν  τις τάξεις των αντιπάλων της αποναζιστικοποίησης, την οποία θεωρούσαν όλο και πιο πολύ ως εμπόδιο για την ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας κάτι που θα ελάφρυνε την οικονομική επιβάρυνση των Αμερικανών. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με τους συντηρητικούς, η  αποναζιστικοποίηση  έβλαπτε τον κοινό αγώνα κατά του κομμουνισμού, στον οποίο έπρεπε να συμμετάσχουν και οι Γερμανοί - [...] Στο τέλος της επίσκεψής του [του Hoover, του Πρόεδρου των ΗΠΑ] στην Ευρώπη,με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου τα εγκλήματα του ναζισμού έπαψαν να αποτελούν βασικό λόγο ανησυχίας για τη  Δύση».

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που δεν ξεκίνησε ποτέ η αποναζιστικοποίηση του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού κρατικού μηχανισμού. Η Γερμανία ήταν το σύνορο μεταξύ της Δύσης και του κομμουνισμού, και με αυτή την έννοια πήγε πίσω η ανάγκη ξεκαθαρίσματος των ιστορικών λογαριασμών με το ναζισμό. Ο ναζισμός, με άλλα λόγια, αποτέλεσε ένα από τα όπλα στον αγώνα κατά του κομμουνισμού, ένα  όπλο που χρησιμοποιήθηκε και από το ίδιο το κόμμα, το CDU, το οποίο  σήμερα «ανησυχεί» για την άνοδο του νεο-ναζιστικού κόμματος AFD. 

Σύμφωνα με τον Wahl, «στο τέλος της αποναζιστικοποίησης το 1949, οι Γερμανοί γνώριζαν ότι η γιγαντιαία εκστρατεία εκκαθαρίσεων είχε μετατραπεί σε μία τερατώδη επιχείρηση αποκατάστασης των Ναζί.

Οι δυνάμεις κατοχής παραιτήθηκαν, και η αποναζιστικοποίηση θεωρήθηκε ως αποτυχία ή, μάλλον, ως μια «κωμωδία», γιατί, σε ορισμένες θέσεις της διοίκησης, τώρα υπήρχαν περισσότεροι Ναζί απότι την περίοδο πριν το 1945». 

Αλλά το παράδοξο της όλης υπόθεσης ήταν ότι, στα έδρανα των κατηγορούμενων τώρα καθόντουσαν οι αντιφασίστες αντιστασιακοί, τους οποίους δίκαζαν οι αποκαταστημένοι στο Δικαστικό σώμα Ναζί: «Πάνω από 750.000 άτομα πρώην ναζί επωφελήθηκαν από τα μέτρα αποζημίωσης το 1950 και η αποναζιστικοποίηση σταμάτησε την ίδια χρονιά. Αντίθετα, την ίδια στιγμή, τους αντιστασιακούς τους αποζημίωναν με τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση τους, όντας ακόμα υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν ότι δεν είναι κομμουνιστές ενώ οι πρώην Ναζί δεν είχαν καμία απολύτως υποχρέωση να κάνουν το ίδιο. Ο Αντενάουερ και η πλειοψηφία του είχαν ήδη εντάξει στην πρώτη θέση των εχθρών της Γερμανίας τους κομμουνιστές και όχι τους Ναζί :ένα ακόμη σημάδι της συνέχειας με το ναζισμό».

Αυτή είναι η ιστορία της φιλελεύθερης Γερμανίας από το 1949 και μετά. Μια ιστορία που οδήγησε τον πρώην καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ να δηλώσει το 2005 ότι «μετά το 1990 (ΣτΜ: με την πτώση της Λ.Δ.της Γερμανίας) αντιμετωπίσαμε τους κομμουνιστές με μεγαλύτερη αυστηρότητα από ό, τι τους Ναζί στις απαρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας».  Ο ιστορικός Alfred Wahl, αντίθετα, καταλήγει στο  εξής συμπέρασμα  «ο ιστορικός δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία στη μεταπολεμική περίοδο είναι σε μεγάλο βαθμό συνέχεια του ναζιστικού καθεστώτος»

Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία θα πρέπει να βάλλουν σε σκέψεις όποιον φλυαρεί σήμερα περί  «επιστροφής του ναζισμού», και μάλιστα «μετά από εβδομήντα δύο χρόνια». Αυτός βέβαια δεν είναι λόγος να υποτιμηθεί το πρόβλημα, άλλου τύπου σε σχέση με τη φιλελεύθερη απόκλιση αυτών των ωρών. 
Στην πραγματικότητα, είναι το γερμανικό καθεστώς  αυτό που έχει χρησιμοποιήσει και θα συνεχίσει προφανώς να χρησιμοποιεί τους Ναζί (ως υποχείρια, ως φόβητρα, ως ψευδή επιλογή) ως πηγή νομιμοποίησης και στήριγμα για τη δικιά του σταθερότητα. Με αυτή την έννοια, η αντίστιξη δεν μπορεί να βρίσκεται στην ψευδή εναλλακτική λύση μεταξύ AFD και CDU της  Άνγκελα Μέρκελ, δεδομένου ότι τα δύο κόμματα έχουν κάτι κοινό: τον αντικομμουνισμό. 

Φυσικά, σήμερα που δεν υπάρχει ίχνος κομουνισμού , τα δύο κόμματα εμφανίζονται ως επιλογή, αναπαράγοντας   στην αριστερά  το ψυχοπολιτικό τικ του «ενιαίου μετώπου» ενάντια στο ναζισμό (που μεταφράζεται στο φρικτό «καλύτερα Μέρκελ παρά Ναζί» , που θυμίζει το «καλύτερα ο Μακρόν παρά  Λε Πεν» και πάει λέγοντας).

Αλλά το ζήτημα, ακόμη και από αυτή την σκοπιά, δεν έχει εύκολη λύση. Η εκλογική συναίνεση στο Af D έχει να κάνει περισσότερο με το σύνθετο φαινόμενο του λαϊκισμού παρά με τον ίδιο τον νεοναζισμό. Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να το χειριστούμε με προσοχή γιατί , όπως λέγαμε πάντα, τα σεισμογενή ρήγματα που προκαλούν τις  λαϊκίστικες διαμαρτυρίες δημιουργούνται από ταξικές  αντιθέσεις που μας επηρεάζουν άμεσα. Ο λαϊκισμός πρέπει να καταπολεμηθεί, αλλά με  τα σωστά επιχειρήματα και συμμαχίες.


 Βλέπε και :


Γερμανικές εκλογές

 


Το γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι τόσο αποτελεσματικό ώστε να γνωρίζουμε το νικητής από το βράδυ των εκλογών, των εκλογών της προηγούμενης τετραετίας βέβαια. Κανένας, εκτός από λίγους αθεράπευτα ρομαντικούς σοσιαλδημοκράτες  ή παθιασμένους με την πολιτική επικοινωνία, δεν έθεσε ποτέ πραγματικά υπό αμφισβήτηση τα τελευταία τέσσερα χρόνια , την σίγουρη επανεκλογή της Μέρκελ στην καγκελαρία για την τέταρτο θητεία της.

Μια πρώτη ανάλυση του αποτελέσματος των εκλογών, η πιο απλή είναι: η Γερμανία κυριαρχεί, είναι οικονομικά ισχυρή, στα μάτια όλων είναι ο ηγεμόνας της ΕΕ, η ανεργία στη χώρα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και το κράτος πρόνοιας εγγυάται μια αξιοπρεπή ζωή. Για ποιο λόγο, λοιπόν, το γερμανικό εκλογικό σώμα να μη θέλει να ξαναψηφίσει την Άνγκελα προκειμένου να εξασφαλίσει άλλα τέσσερα (και ποιος ξέρει πόσα άλλα) χρόνια σιγουριάς και ανάπτυξης ;

Η αλήθεια που προκύπτει από τους αριθμούς, και που θα αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού για το άμεσο μέλλον, είναι όμως, πολύ πιο σύνθετη, και δείχνει ότι κάτι έχει διαταράξει τις βεβαιότητες των Γερμανών. Να ποια είναι η εικόνα: το CDU-CSU σε «ελαφρά» μείωση από 41,5% σε 33, μια πτώση κατά 9 σχεδόν ποσοστιαίες μονάδες, που όμως δεν την ρίχνει από την πρώτη θέση. Το SPD με επικεφαλής τον άνθρωπο της «ελπίδας» Μάρτιν Σουλτζ, ο οποίος σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ρομαντικούς θα αναζωογονούσε ολόκληρη την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, φέρνει το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας της (20,5%). 

Η ανησυχητική, φυσικά, αύξηση της εκλογικής δύναμης του Alternative fuer Deutschland  (Εναλλακτική για τη Γερμανία, AFD), που κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις ψήφους της άκρας δεξιάς, και προφανώς πολλούς δυσαρεστημένους του CDU, και να τις φέρει για πρώτη φορά στο 12,6%.  Ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι, η  Die Linke (Η Αριστερά) και οι Πράσινοι.

Δεν μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε τις υποθέσεις για το ποιος συνασπισμός κομμάτων θα βγει από αυτές τις εκλογές, όσο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι θα αλλάξει αν κάτι αλλάζει στη Γερμανία, αν είναι πιθανό να υπάρξουν αλλαγές  με την πάροδο του χρόνου, και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις και οι προκλήσεις για την εργατική τάξη, τόσο στη Γερμανία όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Θα είναι χρήσιμο και ενδιαφέρον να αναλύσουμε διεξοδικά τα δεδομένα ανά περιφέρεια και κοινωνική θέση όταν βγουν, αλλά μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις.

Η νίκη του  AFD είναι προφανής συνέπεια της αποδυνάμωσης του CDU. Για ποιο λόγο έχασε η Καγκελάριος (9 βαθμοί!); Λόγω κυρίως του  μεταναστευτικού. Η πολιτική της Μέρκελ, η οποία χειροκροτήθηκε από όλους ως «ανθρωπιστική» και «υπεύθυνη», ξέρουμε καλά ότι αποτελεί ένα εργαλείο διασφάλισης στους βιομήχανους φτηνού  ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, με προσεκτική επιλογή σύρων ειδικευμένων από την κάνουλα της συμφωνίας με την Τουρκία.

Το AfD κατάφερε να κερδίσει ψήφους από το μίσος που προκάλεσε αυτός ο αδήλωτος  ανταγωνισμός. Ποιος ανταγωνισμός ;

Κάποια αλήθεια αρχίζει να ξεπροβάλει από το πέπλο τελειότητας που καλύπτει τη Γερμανία. Πριν λίγες μέρες δημοσιεύσαμε ένα άρθρο για την κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή  θέση των ανειδίκευτων εργατών, η ζωή των οποίων είναι πλήρως ελεγχόμενη από τα γραφεία απασχόλησης: που τους υποχρεώνουν να δέχονται ανειδίκευτες θέσεις εργασίας και συχνά εξευτελιστικές με ποινή τη στέρηση όλων των επιδομάτων, καταδικάζοντάς τους σε ένα φαύλο κύκλο προσωρινών θέσεων εργασίας πολύ χαμηλής παραγωγικότητας (και μισθών), από την οποία δεν είναι δυνατόν να βγουν.

Οπότε και στη Γερμανία, η μετανάστευση γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος των κατώτερων τάξεων, που δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί φτωχαίνουν όλο και περισσότερο, ενώ όλοι λένε ότι η χώρα τους γίνεται όλο και πιο πλούσια.

Για αν κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το επικίνδυνο ξέσπασμα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο 2009, όταν ξεκίνησε μια βαριά εκστρατεία λασπολογίας που χρηματοδοτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας (Bundesbank ) και τον Σύνδεσμο Γερμανικών Επιχειρήσεων, με την υποστήριξη μεγάλου μέρους του συστήματος των μέσων ενημέρωσης, σε βάρος του ελληνικού λαού, ότι δήθεν «κλέβει τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων», οι οποίοι αναγκάζονται δια της «βίας» να καλύψουν τα χρέη τους.


 Η αλήθεια, βέβαια, ήταν αρκετά διαφορετική: η γερμανική κυβέρνηση, αφού διέσωσε τις τράπεζες της το 2008,με τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ (των Γερμανών φορολογούμενων), έσπευσε να εγγυηθεί τα δάνεια που είχαν δώσει στις ελληνικές τράπεζες: με λίγα λόγια, μια διπλή διάσωση , από τους φόρους των εργαζομένων (και αργότερα από το αίμα των Ελλήνων).

Ακριβώς όπως το 2009, ο μηχανισμός Bundesbank-ΣΓΕ-CDU κατάφερε να φορτώσει στον ελληνικό λαό την ευθύνη για εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που από τις τσέπες των εργαζομένων (ελεύθερων επαγγελματιών, μικρών επιχειρήσεων, κλπ) στις τράπεζες, έτσι και σήμερα το AFD ρίχνει στους μετανάστες τις ευθύνες για την φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων από τις κυβερνήσεις του Μεγάλου Συνασπισμού και τις φοβερές συμφωνίες ΣΓΕ και συνδικάτων.

 Υπ'αυτή την έννοια, το πολιτιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε ο νεοναζισμός του AFD  - ο στιγματισμός των αλλοδαπών – οικοδομήθηκε από τους ίδιους τους «φιλελεύθερους» θεσμούς. Το σενάριο είναι το ίδιο όπως στις μεσογειακές χώρες: τροφοδοτούν τον πόλεμο μεταξύ των φτωχών για να αποσπάσουν την προσοχή από κάθε δυνατότητα κοινωνικών συγκρούσεων ενάντια στους πραγματικούς ταξικούς εχθρούς, το κεφάλαιο με πολυεθνικές διαστάσεις (εταιρική μορφή όπου «τα αφεντικά» αντικαταστάθηκαν σχεδόν παντού από μάνατζερ).
 
 Ο «νούμερο ένα» εχθρός, φυσικά, παραμένει η περιβόητη «μεταρρύθμιση Hartz», ένα πρότυπο αναφοράς για κάθε απορύθμιση της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη, στην οποία η γερμανική αριστερά έχει δώσει  από καιρό ουσιαστική υποστήριξη αφού αυτή ήταν που τη θεσμοθέτησε επί κυβέρνησης σοσιαλδημοκρατών-πρασίνων και προεδρίας Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο Σουλτζ, τότε, είχε αποπειραθεί να ασκήσει κάποια δειλή κριτική, για να κλείσει την προεκλογική εκστρατεία αγκαλιά με τον πρώην καγκελάριο Σρέντερ, όταν είδε ότι στο SPD, έχανε έδαφος.

Τα συνδικάτα τότε,(αρχίζοντας από το ισχυρό συνδικάτο μετάλλου  IGM) πήραν σαν αντάλλαγμα τη βολική θέση της διαχείρισης των «επιχειρησιακών συμβούλιων» (δηλαδή να διαπραγματεύονται με την εταιρεία τους μισθούς των εργαζομένων) και δεν ήταν λίγες οι φορές που αρνήθηκαν πεισματικά να κινητοποιήσουν τους εργαζομένους για «πολιτικούς» λόγους (στην πραγματικότητα, για οποιοδήποτε λόγο, που δεν ήταν αυστηρά επαγγελματικός) .

Μένει η Die Linke, η οποία είχε ένα πρόγραμμα ανοικτής ρήξης, με προτάσεις υπέρ των εργαζομένων και του κράτους πρόνοιας, και από την οποία όλοι περίμεναν μια άνοδο, αλλά η οποία κέρδισε πολύ λίγες ψήφους και παρέμεινε στην πέμπτη θέση, πληρώνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την έλλειψη αποτελεσματικότητας στις διάφορες περιοχές όπου ήταν στην κυβέρνηση,αλλά και επειδή δεν μπόρεσε να δώσει μια πειστική απάντηση στο πρόβλημα τηςπαγκοσμιοποίησης, της οποίας οι Γερμανοί εργάτες τώρα αρχίζουν να αισθάνονται θύματα.

 Απέτυχε δηλαδή να δώσει αξιοπιστία στις προτάσεις της – οι οποίες στα χαρτιά ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες – εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντίθεσης στην υφιστάμενη κατάσταση, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σαν λόγια κενά περιεχομένου χωρίς καμία πραγματική πιθανότητα εφαρμογής, χωρίς να είναι σε θέση να υποδείξει ποιος και τι πρέπει να χτυπηθεί ώστε να μπορέσουν να υλοποιηθούν.


 Δεν κατάφερε δηλαδή να δείξει τον ταξικό εχθρό, ή, ακόμη χειρότερα, έδειξε τον λάθος εχθρό. Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο εφιστούμε την προσοχή, ακόμη και με κίνδυνο να φανούμε ότι επαναλαμβανόμαστε, δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση - για τους λαούς της Ευρώπης - έχει μία μορφή θεσμική πολύ συγκεκριμένη: αυτή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αν δηλαδή η εκμετάλλευση των Γερμανών εργαζομένων, η οποία κομψά αποκαλείται ανταγωνισμός ή μισθολογικό ντάμπινγκ, εγγυήθηκε στη Γερμανία (δηλαδή στους καπιταλιστές της) την ηγεμονική της θέση στην ΕΕ χάρη σε μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές και τον επανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού καταμερισμού της εργασίας γύρω από τον δικό της παραγωγικό ιστό, τότε θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι – αν η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να επωφεληθεί από ένα τεχνητά υποτιμημένο νόμισμα και μια ευρύτερη αγορά από την οποία να αγοράζει με χαμηλό κόστος ημιεπεξεργασμένα προϊόντα και στη συνέχεια να τα πωλεί ως επεξεργασμένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας - το νεομερκαντιλιστικό μοντέλο (υψηλά εγγυημένα κέρδη από τις εξαγωγές που με τη σειρά τους τις εγγυώνται οι χαμηλές αμοιβές) θα δεχόταν ένα ισχυρό πλήγμα.

 Μια ταξική ανάλυση θα πρέπει συνεπώς να παίρνει σοβαρά υπόψη της το εξής δίλημμα: η διάλυση της ΕΕ είναι πράγματι όπως κάποιοι εξακολουθούν να φοβούνται μια «υποχώρηση των διεθνιστικών θέσεων», ή, αντίθετα - δεδομένου ότι η δομή που διασφαλίζει την εκμετάλλευση των χωρών του κέντρου σε εκείνες της περιφέρειας είναι ακριβώς η ίδια που διασφαλίζει την εκμετάλλευση μιας τάξης σε μια άλλη- ο αγώνας ενάντια στην Ένωση, που διεξάγεται και σε κάθε μεμονωμένη κάθε χώρα, και στο βαθμό που δεν γίνεται κατορθωτό να γίνει με συντονισμένο τρόπο, δεν είναι στην πραγματικότητα  αγώνας και για ολόκληρη την εργατική τάξη της Ευρώπης

ΠΗΓΕΣ


https://www.jacobinmag.com/2017/05/die-linke-germany-afd-migrants-xenophobia-racism

 https://www.jacobinmag.com/2017/03/die-linke-germany-immigration-sahra-wagenknecht-oscar-lafontaine-afd-merkel/

[--->] 



 “Π” : Πάνω  από 500.000 ψήφοι διέρρευσαν από το Die Linke προς το AFD,αλλά αυτό μην το πείτε στους «ειδικούς» που έχουν τις λύσεις για το μέλλον της  αριστερά στο τσεπάκι