Γιατί ο σκληρός πυρήνας των δανειστών ευνοεί τη δοκιμαστική έξοδο – Η αδημονία της επιχειρηματικής ελίτ και ο γρίφος του ΔΝΤ



Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

«Να βγει κανείς ή να μη βγει;» Το… διασκευασμένο αλά ελληνικά σεξπιρικό δίλημμα εξακολουθεί και βασανίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το κουαρτέτο, τις αγορές κι ένα πλήθος παραγόντων του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έχει εμπλακεί με ζήλο στη διχοστασία για το αν η Ελλάδα πρέπει να αποπειραθεί και πότε δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, όχι απλώς πολύ πριν την ολοκλήρωση του προγράμματος, αλλά ακόμη και τις προσεχείς εβδομάδες. Αν δεν επρόκειτο για μια συρρικνωμένη και καθημαγμένη από σχεδόν μια δεκαετία εξουθενωτικής λιτότητας οικονομία όπως η ελληνική, θα νόμιζε κανείς ότι το debate αφορά την Κίνα, τις ΗΠΑ ή τη Γερμανία που, όταν δανείζονται το κάνουν σε τεράστια μεγέθη, δεκάδων δισ., όχι 2-3 δισ.

Η διάταξη των δυνάμεων σ’ αυτή τη διχοστασία είναι αρκετά περίεργη. Η Κομισιόν, για παράδειγμα, παρουσίασε ευθέως την εισήγησή της για έξοδο της χώρας από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία βρίσκεται από το 2008, ως μια από τις προϋποθέσεις για την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Ο επίτροπος Ντομπρόβσκις μίλησε φανερά ενθαρρυντικά σε αυτή την κατεύθυνση. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, αν και δεν αναφέρθηκε ευθέως στα σενάρια δανεισμού από τις αγορές, υπογράμμισε με πολλούς τρόπους την «επιστροφή στην κανονικότητα».

Οι υπέρ και οι (σχεδόν) κατά
Ευπρόσδεκτη χαρακτήρισε μια έξοδο της Ελλάδας στις αγορές και ο Πολ Τόμσεν, επικεφαλής του ευρωπαϊκού βραχίονα του ΔΝΤ, παρότι το Ταμείο δεν έχει αλλάξει καθόλου τις εκτιμήσεις του για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Αυτή η δημόσια παρότρυνση από το κορυφαίο στέλεχος του ΔΝΤ προκαλεί ερωτήματα, όταν είναι γνωστό ότι εκκρεμεί η απόφαση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του (μέχρι τις 27 Ιουλίου) πάνω στο επίσημο πλέον αίτημα της Ελλάδας για χρηματοδότηση ύψους 1,6 δισ. ευρώ, με τους γνωστούς όρους, και με ένα Μνημόνιο διάρκειας κατά μερικές μέρες μικρότερης των 14 μηνών. Εντός της προσεχούς εβδομάδας η ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους (DSA) θα είναι στα χέρια των στελεχών του ΔΝΤ. Κι αν οι εκτιμήσεις για τη δυναμική του χρέους είναι αρνητικές, θα βρεθούν σε αντίφαση με τη δημόσια ενθάρρυνση να δοκιμάσει η Ελλάδα την εμπιστοσύνη των αγορών σε ένα χρέος που το ίδιο το ΔΝΤ δηλώνει πως δεν εμπιστεύεται.

Άλλο πεδίο αντίφασης στο επίμαχο δίλημμα είναι η στάση του τραπεζικού «καρτέλ». Τα στελέχη των συστημικών τραπεζών, σχεδόν στο σύνολό τους, δηλώνουν αισιόδοξα για τις αναπτυξιακές προοπτικές και τα μεγέθη της οικονομίας και «ψηφίζουν» υπέρ της αξιοποίησης του θετικού momentum της συνεχούς πτώσης στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Οι τραπεζίτες διαβεβαιώνουν εμμέσως ότι θα αγοράσουν ομόλογα, όποτε αυτά εκδοθούν. Και το ίδιο δηλώνουν εκπρόσωποι ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, με κυνικά επιχειρήματα του τύπου: «Ξεχάστε ό,τι κουτσομπολιά έχετε ακούσει για εγχώρια αστάθεια στην κυβέρνηση ή για τέταρτη διάσωση στα σκαριά. Η νέα έκδοση (σ.σ. ομολόγων) θα έχει ένα μεγάλο, ζουμερό κουπόνι πάνω από 4%, στο οποίο απλά δεν θα αντισταθείτε».

 Στον αντίποδα αυτής της αδημονίας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Στουρνάρας προειδοποιεί για δυσμενή αποτελέσματα μιας «βιαστικής εξόδου». Εικάζεται ότι η άποψή του απηχεί ευρύτερα την ηγεσία της ΕΚΤ, στελέχη της οποίας όμως έχουν πει ακριβώς το αντίθετο (Κερέ, Κονστάντσιο).
Τέλος, σταθερός στη γραμμή της σύντομης δοκιμαστικής εξόδου στις αγορές παραμένει ο Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ESM, κατόχου του 51% του ελληνικού χρέους πλέον και θεωρητικά βασικού εγγυητή της εξυπηρέτησής του.

Η επιλογή της «πολιτικής σταθερότητας»
Τι νόημα έχει όλη αυτή η διχοστασία; Οικονομικά, μια έκδοση πενταετών ομολόγων 2 δισ. ευρώ έναντι ενός χρέους 325 δισ., δεν έχει καμιά βαρύτητα, ακόμη κι αν αποτύχει. Ο πολιτικός συμβολισμός είναι προφανής: κατά κάποιο τρόπο οι αγορές, και για την ακρίβεια τα επενδυτικά κεφάλαια που κερδοσκοπούν εις βάρος του δημοσίου χρέους, καλούνται να επικυρώσουν σε «δημοψήφισμα» την ανακατασκευή του ελληνικού success story, που εξόκειλε μετά το 2014. Επίσης, καλούνται να επιβραβεύσουν τη διαδικασία πολιτικής πειθάρχησης και επιστροφής στον δρόμο της «μεταρρυθμιστικής αρετής» μιας κυβέρνησης που πριν δυο χρόνια θεωρήθηκε «παγκόσμια απειλή». Τα εγκώμια Γιούνκερ στη Θεσσαλονίκη είναι χαρακτηριστικά: «Σήμερα η εμπιστοσύνη, η σταθερότητα και η ανάπτυξη έχουν επιστρέψει».

Αυτή η στάση, για την οποία επιζητείται και η επιδοκιμασία των αγορών, σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των Ευρωπαίων δανειστών, συμπεριλαμβανομένης της γερμανικής ηγεσίας, δεν ευνοεί οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018. Αυτή η επιλογή συνιστά ένα πλεονέκτημα για την κυβέρνηση, παρά την κακή δημοσκοπική της εικόνα και το αντίστοιχο προβάδισμα της ΝΔ. Κατά κάποιο τρόπο, η έμμεση σύσταση των δανειστών προς την αντιπολίτευση είναι να βάλει λίγο νερό στο κρασί της.

Τα κίνητρα των δανειστών, βεβαίως, είναι λίγο πιο περίπλοκα από τον «ξαφνικό έρωτα» με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Πέραν του προφανούς σιωπητηρίου που επιβάλλουν οι γερμανικές εκλογές της 24/9, δεν θέλουν να διαταραχθεί από επεισόδια πολιτικής αστάθειας η θετική συγκυρία για την Ευρωζώνη, σε μια περίοδο μάλιστα που ανοίγει η συζήτηση για τη ριζική μεταρρύθμισή της (βλέπε συνομιλίες Μέρκελ – Μακρόν).

Για τις αγορές, από την άλλη πλευρά, αυτή η θετική συγκυρία επιφυλάσσει χρήμα, πολύ χρήμα: η πρωτοφανής ρευστότητα που έχουν συσσωρεύσει -χάρη και στο σχεδόν δωρεάν χρήμα της ΕΚΤ- αναζητεί κερδοσκοπικές διεξόδους σε ομόλογα και μετοχές. Κι ακόμη, για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους που επιχειρούν ανάδυση από τον βυθό της ύφεσης και της αποεπένδυσης, είτε έχουν περάσει σε άλλα χέρια είτε παραμένουν στους παλιούς ιδιοκτήτες τους, η πειραματική έξοδος της Ελλάδας στις αγορές χρησιμοποιείται ως «δόλωμα» για να επιτύχουν αμέσως μετά τη δική τους χρηματοδότηση με φθηνότερα επιτόκια, με τις δικές τους εκδόσεις εταιρικών ομολόγων.

Το ρίσκο του ΔΝΤ
Βεβαίως, το όλο σενάριο έχει ακόμη ένα υψηλό ρίσκο: τον παράγοντα ΔΝΤ, που θα πει την επόμενη λέξη του μέχρι το τέλος του μήνα. Ο Πολ Τόμσεν, πριν μερικές μέρες, διαβεβαίωσε ότι 20 του μηνός θα είναι έτοιμη η επικαιροποιημένη ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Θα δοθεί στη δημοσιότητα; Ή θα περιοριστεί στην εσωτερική πληροφόρηση των στελεχών του Ταμείου, σε μια κίνηση πολιτικής διευκόλυνσης των Ευρωπαίων δανειστών; Κι αν δοθεί στη δημοσιότητα και επαναλαμβάνει τα αναμενόμενα για το αβίωτο του ελληνικού χρέους, ποια πολιτική αξιοπιστία θα έχουν οι διαβεβαιώσεις των Ευρωπαίων δανειστών για την ετοιμότητα της Ελλάδας να δοκιμάσει την εμπιστοσύνη των αγορών; Το προφανές, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ότι το «πείραμα» παγώνει για αρκετούς μήνες. Το λιγότερο προφανές είναι ότι ανοίγει πάλι το παράθυρο για να μπει τέλος στη εταιρική σχέση Ευρωζώνης – ΔΝΤ. Άλλωστε, όπως υπενθύμισε ο επίτροπος Ντομπρόβσκις (σε συνέντευξη στο euro2day.gr), «η Συνθήκη του ESM λέει ότι εργάζεται σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, όταν και εφόσον χρειαστεί».

Δύο χρόνια μετά τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ



Η πρόσφατη επέτειος των δύο χρόνων από το δημοψήφισμα της 5 Ιουλίου 2015, σε συνδυασμό με το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, δίνει την ευκαιρία για μια ψύχραιμη εκτίμηση της κατάστασης της χώρας. Οι κυβερνώντες επιδιώκουν να παρουσιάσουν μια εικόνα δραστικής βελτίωσης, επειδή εφαρμόζουν τα μνημόνια με «φιλικό» τρόπο προς τον λαό. Η παραδοσιακή μνημονιακή παράταξη, που έχει ιδεολογικά θριαμβεύσει, ουσιαστικά συμφωνεί με την πολιτική της κυβέρνησης, αλλά επιδίδεται σε κλασικού τύπου αντιπολίτευση με ρητορικές κοκορομαχίες. Η πραγματικότητα επί του εδάφους είναι σκληρή και για τη χώρα και το λαό της.
           
Το πρώτο μέρος αυτού του κειμένου εξετάζει τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές προοπτικές της Ελλάδας, οι οποίες παραμένουν δυσοίωνες. Το δεύτερο μέρος αναλύει το ταξικό περιεχόμενο της κρίσης και των μνημονίων. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιόμορφη θέση, όπου τα εργατικά και μικρομεσαία στρώματα έχουν σηκώσει το βάρος της κρίσης, αλλά και ο ελληνικός αστισμός έχει δεχθεί μεγάλα πλήγματα και βρίσκεται σε κατάσταση ιστορικής χρεοκοπίας. Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει ανάγλυφα αυτή την ασταθή ταξική ισορροπία.


Ι. Η οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα

Οικονομική δυστοκία
Η εποχή της ραγδαίας συρρίκνωσης του ΑΕΠ και της εκτίναξης της ανεργίας έχει παρέλθει ήδη από το 2013. Τα μνημόνια σταθεροποίησαν τη Ελλάδα μέσα στην ΟΝΕ, αλλά παράλληλα δημιούργησαν συνθήκες αναπτυξιακής δυσπραγίας. Η χώρα έχει μπροστά της μια μακρά περίοδο με χαμηλή ανάπτυξη και συχνή επιστροφή στην ύφεση και τη στασιμότητα.

Πιο συγκεκριμένα, με την τελευταία αξιολόγηση, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να ασκήσει εξαιρετικά σκληρή λιτότητα μέχρι το 2022, και στη συνέχεια να επιβάλλει  σκληρή λιτότητα για δεκαετίες, ώστε να εξυπηρετείται το χρέος. Τα πλεονάσματα του 3,5% και 2%, αντιστοίχως, απαιτούν υψηλή φορολογία και περικοπές δαπανών. Οι υφεσιακές πιέσεις θα είναι ασφυκτικές, με αποτέλεσμα την υψηλή ανεργία για χρόνια. Θα υπάρξουν πλήθος αρνητικές παρενέργειες στις λιανικές πωλήσεις, στον εγχώριο κύκλο εργασιών της βιομηχανίας, στους μισθούς, τις συντάξεις και αλλού.

Η υφεσιακή πολιτική σε συνδυασμό με την προβληματική δομή της οικονομίας θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Η Ελλάδα έχει τεράστιο έλλειμμα αποταμίευσης, το τραπεζικό της σύστημα είναι κατάφορτο με προβληματικά δάνεια και χωρίς ρευστότητα, η εκπαιδευμένη νεολαία της μεταναστεύει μαζικά και η ανταγωνιστικότητά της δεν έχει ανακάμψει επαρκώς. Υπάρχουν βιομηχανικοί κλάδοι που ήδη δεν μπορούν να βρουν ειδικευμένο προσωπικό και πληρώνουν ακριβούς μισθούς, μέσα σε περιβάλλον υψηλότατης ανεργίας.

Η  αναπτυξιακή δυσπραγία που δημιούργησαν τα μνημόνια είναι εμφανής στο ισοζύγιο πληρωμών. Η λιτότητα απάλειψε το τεράστιο έλλειμμα του 2008-9 συντρίβοντας τις εισαγωγές, αλλά δεν υπάρχει εξαγωγικός δυναμισμός. Μόλις η οικονομία σημειώσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ανεβαίνουν οι εισαγωγές και επανεμφανίζεται έλλειμμα, όπως ήδη συμβαίνει το 2017.

Η ιδέα ότι η προοπτική αυτή μπορεί να ανατραπεί από ένα κύμα ξένων επενδύσεων, με την προϋπόθεση να δημιουργηθεί «φιλικό περιβάλλον» με ιδιωτικοποιήσεις και απορρύθμιση των αγορών, δείχνει παντελή άγνοια και της παγκόσμιας αγοράς και της αναπτυξιακής πραγματικότητας. Η ταχύρρυθμη ανάπτυξη βασίζεται σε εγχώριες δυνάμεις και απαιτεί άρση της λιτότητας και βιομηχανική-αγροτική πολιτική. Με τις σημερινές συνθήκες η Ελλάδα θα έχει χαμηλή και ευμετάβλητη ανάπτυξη για δεκαετίες.

Κοινωνική ανισότητα
Οι κοινωνικές επιπτώσεις είναι ήδη άμεσα ορατές. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την κατανομή του εισοδήματος δείχνουν ότι η αναλογία του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20% εκτινάχθηκε από 5,8 το 2009 στο 6,6το 2016, με την τελευταία αύξηση να συμβαίνει στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Για να γίνει η σύγκριση, το 2016 η αναλογία ήταν 3,6 στη Φινλανδία και 7,9 στη Βουλγαρία.

Η ραγδαία άνοδος της ανισότητας σημαίνει ότι όσοι βρίσκονται, για παράδειγμα, στο κατώτατο 5% της κατανομής, αντιμετωπίζουν ακόμη και το φάσμα της πείνας. Την ίδια στιγμή τα ανώτερα εισοδήματα, που δεν χτυπήθηκαν ουσιαστικά από την κρίση, έχουν αρχίσει και πάλι να επιδεικνύουν την άνεση και τον πλούτο τους. Μια σύντομη βόλτα στο κέντρο των μεγάλων αστικών κέντρων αρκεί για να το δείξει. Η συσσώρευση εκρηκτικού κοινωνικού υλικού θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, καθώς η ανεργία θα παραμείνει πολύ υψηλή και τα εισοδήματα θα δέχονται μεγάλες πιέσεις. 

Πολιτική κατάπτωση
Οι πολιτικές επιπτώσεις μεταφράζονται σε ένα τεράστιο κενό ανάμεσα στον ελληνικό λαό και στο πολιτικό του σύστημα. Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία είναι κατά των μνημονιακών προγραμμάτων. Ο ελληνικός λαός δεν θέλει την πορεία που ακολουθεί η χώρα. Ταυτόχρονα όμως δεν εμπιστεύεται καμία δύναμη για να τον οδηγήσει σε άλλη κατεύθυνση, ιδίως αν προβλέπεται ρήξη με την ΟΝΕ και την ΕΕ. Πρόκειται για μια αντίφαση που σφράγισε τα χρόνια της κρίσης και έχει γίνει ακόμη εντονότερη μετά το 2015.

Η σημερινή Βουλή έχει πολύ χαμηλό επίπεδο και δεν εκφράζει το εκλογικό σώμα, το οποίο σε μεγάλο βαθμό απορρίπτει συλλήβδην την «επίσημη» πολιτική. Είναι διάχυτη η εντύπωση ότι, όχι μόνο δεν υπήρξε πολιτειακή εξυγίανση με τα μνημόνια, αλλά γιγαντώθηκαν νέα επιχειρηματικά συμφέροντα, μερικά πολύ κοντά στην κοινή Μαφία. Η απαξίωση της πολιτικής αντανακλά την υποχώρηση της δημοκρατίας και τη συστηματική παράκαμψη της λαϊκής βούλησης, όπως εμφανώς συνέβη με το δημοψήφισμα του 2015.

Η απόρριψη της πολιτικής, τέλος, επιτείνεται από την απώλεια εθνικής κυριαρχίας και τη γεωπολιτική αδυναμία της χώρας Δεν είναι μόνο η καταφανής αλαζονεία των δανειστών, αλλά και η νεόκοπη συμμαχία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την ισχυρότερη και επιθετικότερη χώρα της Ανατολικής Μεσογείου. Η χώρα έχει γίνει αποικία χρέους και παίζει επικίνδυνα γεωπολιτικά παιχνίδια από θέση αδυναμίας.

Μια δομική και όχι κυκλική κρίση
Η γενικευμένη καθίζηση της Ελλάδας πήγασε από την κρίση που ξεκίνησε το 2008 και πήρε εκρηκτικές διαστάσεις μετά το 2010. Στην ελληνική Αριστερά, κυρίως στο ΚΚΕ, αλλά και στα «επίσημα» ΜΜΕ, υπάρχουν αρκετοί που ερμηνεύουν την κρίση με το παλαιομαρξιστικό σχήμα της πτώσης του ποσοστού κέρδους. Στη βάση αυτή υποτίθεται ότι τα μνημόνια θα επιφέρουν την καταστροφή μέρους του κεφαλαίου, ώστε να ανακάμψει η κερδοφορία, ιδίως του «μονοπωλιακού» κεφαλαίου κι έτσι θα ξεκινήσει ξανά δυναμικά η συσσώρευση.

Ελάχιστη σχέση έχει αυτό το αφηρημένο σχήμα με την εμπειρική και αναλυτική πραγματικότητα της παγκόσμιας κρίσης που ξέσπασε το 2007 και ακόμη λιγότερη με την ελληνική κρίση. Οι υποστηρικτές του εσφαλμένα νομίζουν ότι υπερασπίζονται το «δομικό» χαρακτήρα της κρίσης επειδή, υποτίθεται, ότι τη συνδέουν με την «υπερσυσσώρευση» στο πεδίο της παραγωγής και άρα «αποδεικνύουν» την ανάγκη ανατροπής του καπιταλισμού. Αποδίδουν στον εαυτό τους εύσημα επαναστατικότητας, ενώ στην πράξη χρησιμοποιούν τη θεωρία για να καλύψουν την αποχή τους από τη βαθύτατη αναταραχή που γνώρισε η χώρα μετά το 2010.

Η κρίση που βιώνει ο ελληνικός καπιταλισμός από το 2008 δεν οφείλεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, δεν είναι απόρροια «υπερσυσσώρευσης» και σίγουρα δεν είναι κυκλική. Είναι κρίση δομική και ιστορική που προήλθε από την απόφαση να ενταχθεί η Ελλάδα στην ΕΕ και στην ΟΝΕ, η οποία οδήγησε σε στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης και υπερχρέωση ιδιωτική και δημόσια. Τα μέτρα που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν ήταν τα «συνηθισμένα» μέτρα που παίρνονται για την ανάκαμψη της κερδοφορίας και την επανέναρξη της συσσώρευσης. Ήταν ιστορικές τομές που άλλαξαν την ταξική δομή της ελληνικής κοινωνίας και τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και στην παγκόσμια οικονομία.

ΙΙ. Οι ταξικές επιπτώσεις της κρίσης

Ο ταξικός χαρακτήρας των μνημονίων
Η αντιμετώπιση της κρίσης έγινε με σχέδιο των δανειστών και στόχευσε κυρίως στη διατήρηση της χώρας εντός της ΟΝΕ, με αποφυγή στάσης πληρωμών στο χρέος, σκληρή λιτότητα, μειώσεις μισθών, ιδιωτικοποιήσεις και απορρύθμιση αγορών. Τα κύρια ταξικά επίδικα της κρίσης ήταν το ευρώ και το χρέος, όχι το ποσοστό κέρδους. Εκεί μετρήθηκε ο ριζοσπαστισμός όλων των πολιτικών δυνάμεων. Φάνηκε ποιος όντως απειλεί την ταξική κυριαρχία στην Ελλάδα και ποιος απλώς κάνει θεωρίες περί αυτής.

Οι ταξικές επιπτώσεις της αντιμετώπισης της κρίσης είναι εμφανείς. Το κόστος του σχεδίου των δανειστών, όπως ήταν αναμενόμενο, έπεσε κυρίως στην εργατική τάξη με την εκτίναξη της ανεργίας και την καταβαράθρωση των μισθών. Έπεσε επίσης πάνω στα μικρομεσαία στρώματα με την κατάρρευση της συνολικής ζήτησης και την υπερδιόγκωση της φορολογίας. Τα μνημόνια δημιούργησαν νέα πληβειακά στρώματα στη χώρα, χωρίς φωνή, χωρίς εκπροσώπηση και χωρίς κοινωνική οργάνωση. Πέρασαν σαν οδοστρωτήρας πάνω από την κοινωνία, μετατρέποντας τα εργατικά στρώματα σε άμορφη μάζα ανέργων και προλεταριοποιώντας τα μικρομεσαία στρώματα, χωρίς όμως να δημιουργούν τις απαραίτητες θέσεις εργασίας.

Τα αστικά στρώματα αποδέχθηκαν το σχέδιο των δανειστών και τους συνέδραμαν, εν μέρει γιατί το κόστος επωμίστηκαν κυρίως τα άλλα στρώματα. Αλλά καταστράφηκε μεγάλο μέρος της κεφαλαιακής τους συσσώρευσης, ενώ αποδυναμώθηκαν ιστορικά και οι τράπεζες και η βιομηχανία. Για να συνεχίσουν να συμμετέχουν στην ΟΝΕ, χωρίς να κάνουν στάση πληρωμών στο χρέος, τα αστικά στρώματα αποδέχθηκαν την περιθωριοποίησή τους, με σημαντική απώλεια ισχύος στην τοπική περιοχή, και τη μετατροπή τους σε υποχείριο των δανειστών.

Η χρεοκοπία του ελληνικού αστισμού
Η πλήρης αποδοχή της επικυριαρχίας των δανειστών από την πλευρά του ελληνικού αστισμού είναι άκρως αποκαλυπτική. Δεν πρέπει καταρχήν να ερμηνεύεται με παρωχημένους όρους από τη δεκαετία του 1970 και νωρίτερα περί «μεταπρατών» και, υποτίθεται, όχι «πραγματικών» καπιταλιστών. Ο ελληνικός βιομηχανικός τομέας ήταν σημαντικός, αλλά αποδέχθηκε την ένταξή στην ΕΕ που οδήγησε στη σταδιακή του συρρίκνωση και στην υπερδιόγκωση των υπηρεσιών, με εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Αποδέχθηκε επίσης τη συμμετοχή στην ΟΝΕ που τελειωτικά κατέστρεψε την ανταγωνιστικότητα. Αποδέχθηκε, τέλος, την πολιτική των μνημονίων που συνέτριψαν τη βιομηχανική παραγωγή. Εκεί έπεσε το μεγάλο βάρος της προσαρμογής με την κατάρρευση (κυριολεκτικά) των επενδύσεων.

Εξίσου αποκαλυπτική για την εξέλιξη του ελληνικού αστισμού ήταν όμως και η πορεία των τραπεζών. Στη δεκαετία του 1990 και του 2000, καθώς τα απόνερα της παγκόσμιας χρηματιστικοποίησης έφτασαν και στη χώρα μας, οι ελληνικές τράπεζες επωφελήθηκαν από τη συμμετοχή στην ΕΕ και την ΟΝΕ για να εμφανιστούν ως σημαντικές δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Με το ξέσπασμα της κρίσης και την επιβολή των μνημονίων, την οποία στήριξαν ολόψυχα οι τράπεζες, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Σήμερα έχουν δραματικά συρρικνωθεί, ο διεθνής ρόλος τους είναι αμελητέος και οι προοπτικές τους εξαιρετικά δυσμενείς. Για να μείνουν στην ΟΝΕ και στην ΕΕ, αποδέχθηκαν την καταστροφή.

Η σημασία των μνημονίων για την ταξική δομή της Ελλάδας είναι λοιπόν σύνθετη. Από τη μια, οδήγησαν στη φτώχεια και κατέστρεψαν ευρύτατα λαϊκά στρώματα, μεγαλώνοντας την ανισότητα. Από την άλλη, τσάκισαν τη διεθνή παρουσία του ελληνικού αστισμού. Μετά τα μνημόνια η Ελλάδα ανήκει ανεπιστρεπτί στην περιφέρεια του Νότου της ΕΕ, μαζί με την Πορτογαλία και την Ισπανία. Πρόκειται για χώρες με αδύναμη βιομηχανία, χαμηλή παραγωγικότητα, και εξαγωγή ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στο κέντρο. Η εξάρτησή τους από τη Γερμανία είναι μεγάλη.

Στην περίπτωση της Ελλάδας το επιπλέον άχθος του χρέους και τα χτυπήματα από τα μνημόνια τη μεταμόρφωσαν σε νεο-αποικία της Γερμανίας. Είναι η πλέον εξαρτημένη και αδύναμη χώρα της περιφέρειας του Νότου. Ο ελληνικός αστισμός έχει πλήρως αποδεχθεί αυτή την κατάσταση παρά τα τεράστια πλήγματα που δέχθηκε. Δεν βρήκε ποτέ το κουράγιο, ή τις δυνάμεις, να διαχωρίσει τη θέση του από τους δανειστές. Απεναντίας, συντάχθηκε μαζί τους και έντυσε την υποταγή του με την ιδεολογία του Ευρωπαϊσμού. Η ιστορική του χρεοκοπία και η απώλεια νομιμοποίησης της κατοχής της εξουσίας δεν έχουν αντίστοιχο στην Ευρώπη. Αυτό ακριβώς έκανε τις πολιτικές εξελίξεις από το 2010 και μετά τόσο επικίνδυνες.

Το ταξικό περιεχόμενο της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ
Υπάρχουν αρκετοί που αντιλαμβάνονται τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ως απόδειξη του «πραγματικού» σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα του. Πρόκειται για φενάκη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια μικρή οργάνωση της Αριστεράς η οποία κατόρθωσε να εκφράσει την οργή και την ελπίδα των στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας που σήκωσαν το βάρος της κρίσης. Νίκησε κερδίζοντας την πληβειακή ψήφο, κυρίως των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Η μετάλλαξη του δεν εκφράζει καθόλου κάποια (φαντασιακή) σοσιαλδημοκρατική στροφή που έγινε καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ πλησίασε και πήρε την εξουσία. Οι σοσιαλδημοκρατικές στροφές απαιτούν τη διαμόρφωση σοσιαλδημοκρατικών αιτημάτων από τα ίδια τα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Γίνονται από κόμματα που έχουν οργανική σχέση με τα στρώματα αυτά. Στην Ελλάδα τα εργατικά και λαϊκά στρώματα ποδοπατήθηκαν από τα μνημόνια, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μόνο εκλογική σχέση μαζί τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποκρυσταλλώνει τη σημερινή ασταθή ταξική ισορροπία της ελληνικής κοινωνίας. Ο θυμός των εργατικών και μικρομεσαίων σωμάτων συγκρούστηκε με την αβουλία και την υποταγή του αστισμού απορρίπτοντας τα μνημόνια, αλλά δεν είχε τη δύναμη να βάλει τη χώρα σε νέα πορεία. Δεν υπήρχε η αυτόνομη οργάνωση, η κοινωνική επιρροή και η καθαρότητα σκέψης,ώστε τα στρώματα αυτά να παίξουν το ρόλο του ηγέτη της κοινωνίας και του έθνους. Χτυπημένα από τον οδοστρωτήρα των μνημονίων ακούμπησαν πάνω στην εκλογική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ με την ελπίδα της αλλαγής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ νίκησε γιατί, πρώτον, είχε την πολιτική αντίληψη να ταυτιστεί με το κίνημα των Πλατειών και, δεύτερον, ο αρχηγός του είχε την πολιτική φιλοδοξία να κυβερνήσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε γιατί είχε τελείως εσφαλμένη πολιτική στρατηγική. Η ηγετική του ομάδα πίστευε ότι  η δημοκρατική νομιμοποίηση και ο υποτιθέμενος «κίνδυνος» που αντιπροσώπευε η Ελλάδα για την Ευρωζώνη θα ανάγκαζε τους δανειστές να κάνουν πίσω. Αντιμέτωποι με τους δανειστές, οι οποίοι μέσα στην ΟΝΕ είχαν πλήρη έλεγχο της ρευστότητας μέσω της ΕΚΤ, οδηγήθηκαν στην συντριβή και την άνευ όρων παράδοση. Η μετάλλαξη σε κυβερνητικό κόμμα εκφράζει απόλυτα τη μνημονιακή ταξική ισορροπία: τα αστικά στρώματα είναι πλήρως χρεοκοπημένα, αλλά τα λαϊκά στρώματα δε μπορούν να παίξουν ηγετικό ρόλο.

Οδηγός για άλλη πορεία
Δεν υπάρχει κανένα θετικό μάθημα από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Τα συμπεράσματα που έχουν αξία αφορούν αυτά που δεν  πρέπει να κάνουν οι δυνάμεις που επιδιώκουν την ανάταξη της χώρας. Το αναντίρρητο συμπέρασμα είναι ότι πρόγραμμα ριζοσπαστικής αλλαγής υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου είναι απολύτως αδύνατον μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ΟΝΕ και της ΕΕ, όπου κυριαρχούν απόλυτα οι δανειστές.

Η οικονομική και κοινωνική πολιτική που απαιτείται πρέπει να είναι η αντίθετη του ΣΥΡΙΖΑ. Οι επεξεργασίες υπάρχουν, με πρώτες αυτές του ΕΔΕΚΟΠ - Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής. Βραχυπρόθεσμα απαιτείται άρση της λιτότητας, με μείωση των φόρων και αύξηση των δημοσίων δαπανών, ιδίως για επενδύσεις, ώστε να τονωθεί η συνολική ζήτηση. Μακροπρόθεσμα απαιτείται βιομηχανική και αγροτική πολιτική, στηριγμένη στον δημόσιο τομέα και με δημόσιες τράπεζες, ώστε να υπάρξει ανάταξη της δομής της οικονομίας με τόνωση του βιομηχανικού τομέα και σχετική μείωση των υπηρεσιών.

Το πρόγραμμα αυτό είναι απολύτως ανέφικτο εντός της ΟΝΕ και χωρίς σύγκρουση με την ΕΕ. Είναι επίσης ανέφικτο χωρίς στάση πληρωμών στο χρέος με προοπτική διαγραφής μεγάλου μέρους του, μετά από λογιστικό έλεγχο και δημοκρατική ενημέρωση του ελληνικού λαού. Δεν υπάρχει κανένα τεχνικό μυστήριο και στα ζητήματα αυτά, τα οποία έχουν δουλευτεί από καιρό, και έχουν τεκμηριωθεί στις μελέτες του ΕΔΕΚΟΠ .

Αυτή ακριβώς είναι η προοπτική της ρήξης που θα χτυπήσει την καρδιά των επιλογών του ελληνικού αστισμού. Είναι προοπτική με ριζοσπαστικό κοινωνικό χαρακτήρα που επιτρέπει την αποκοπή από τη γερμανική ηγεμονία με εδραίωση της λαϊκής κυριαρχίας και την πρωτοκαθεδρία των λαϊκών στρωμάτων. Στη βάση αυτή μπορεί να υπάρξει διεύρυνση της δημοκρατίας, με ουσιαστική αντιπροσώπευση και συμμετοχή. Η πολιτειακή αλλαγή θα φέρει και την πολυπόθητη αλλαγή στη δημόσια διοίκηση με νέα κρατική δομή και νέο πνεύμα δημόσιας προσφοράς.


Το κύριο πρόβλημα παραμένει η δημιουργία ενός μετωπικού πολιτικού φορέα που μπορεί να υλοποιήσει την προοπτική αυτή. Σε επόμενες αναρτήσεις θα αναλυθεί η μορφή και το περιεχόμενο που θα πρέπει να έχει αυτός ο φορέας, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες.

Μέσα η Ηριάννα και ο Περικλής, έξω ο Ρουπακιάς και η Σκορδέλη;



Και οι κρίνοντες κρίνονται, λέμε. Και ότι πρέπει να αφουγκράζονται την κοινωνία. Αλλά τι γίνεται όταν φαίνεται πως ακούει επιλεκτικά, βλέπει ό,τι θέλει και μιλάει με προκατάληψη;

Βαγγέλης Δεληπέτρος

Η Σκορδέλη είναι μια χρυσαυγίτισα που υποδυόταν την αγανακτισμένη κάτοικο του Άγιου Παντελεήμονα γυρνώντας από κανάλι σε κανάλι τότε που ένα ολόκληρο σύστημα πάλευε να στρώσει το έδαφος για την Χρυσή Αυγή. Μετά βρέθηκε στο σκαμνί για σειρά αδικημάτων μεταξύ των οποίων και η ηθική αυτουργία στο παρολίγον φονικό μαχαίρωμα ενός Αφγανού.

Χρόνια ολόκληρα πότε για τον έναν και πότε για τον άλλον λόγο η δίκη αναβαλλόταν μέχρι που, φέτος, εδέησε να φτάσει στο ακροατήριο και οι δικαστές τη καταδίκασαν. Μόνο που η τυφλή δικαιοσύνη τα έφερε από εδώ τα έφερε από εκεί και παρά την καταδίκη η χρυσαυγίτισσα που κατ' εξακολούθηση ανακατευόταν σε ρατσιστικές επιθέσεις έμεινε ελεύθερη, καθώς καταδικάστηκε μεν αλλά με αναστολή δε.

Η Ηριάννα όμως, άπαξ και καταδικάστηκε πρέπει να μείνει μέσα.
Γιατί δεν είναι χρυσαυγίτισσα, δεν συμμετέχει σε ρατσιστικές επιθέσεις και προπάντων δεν κάνει παρέα με σωστά άτομα, καθώς στον κύκλο της δεν υπάρχουν μέλη, υποστηρικτές ή χορηγοί της εγκληματικής συμμορίας. Άρα αρκούν μια δυο έωλες αναφορές, λχ γιατί δεν χώρισε τον σύντροφό της όταν βρέθηκε κατηγορούμενος πριν... αθωωθεί και ένα μερικό αποτύπωμα που δεν μπορούν να το υπερασπιστούν ούτε αυτοί που το χειρίστηκαν, για να βρεθεί πίσω από τα σίδερα και οι δικαστές του “Αναστολών” να πετάξουν το κλειδί.

Για τον Περικλή τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Γιατί δεν πιάστηκε επ' αυτοφώρω να δολοφονεί κάποιον επειδή απλά δεν του άρεσαν οι απόψεις και η στάση του. Γιατί επίσης δεν είναι χρυσαυγίτης και δεν βγάζει μεροκάματο “πηγαίνοντας στα γραφεία” και βγαίνοντας από εκεί για να τσακίσει μετανάστες, να σπάσει τα μαγαζιά τους, να σκοτώσει ακόμα “προς παραδειγματισμόν”, για να εγκατασταθεί ο φόβος στις εργατογειτονιές του Πειραιά.

Ο Περικλής δεν γινόταν να βγει από το κελί, γιατί απλά δεν είναι ο Ρουπακιάς.
Ο Ρουπακιάς λοιπόν μπορεί να είναι δολοφόνος, ακόμα και σύμφωνα με τα λεγόμενα της νεοναζιστικής συμμορίας που παίρνει αποστάσεις από αυτόν για να μείνει στο απυρόβλητο, μπορεί να είναι αμετανόητος, μπορεί να είναι ένα τυπικό “επαγγελματικό στέλεχος” της εγκληματικής οργάνωσης, μπορεί όλες οι παρέες του να είναι οι άλλοι... υπόδικοι χρυσαυγίτες, αλλά είναι ακόμα ελεύθερος.

Αν όλα αυτά τα δούμε μαζί, το ένα πλάι στο άλλο, το συμπέρασμα δεν είναι διόλου τιμητικό για τον εισαγγελέα που ζήτησε να απορριφθούν τα αιτήματα της Ηριάννας και του Περικλή, για τους τρεις δικαστές που ψήφισαν την πρότασή του αλλά και γενικότερα για τη Δικαιοσύνη.

Και για να δέσει καλύτερα αυτή η υπόθεση και να φανούν καλύτερα όλες οι διαδρομές της σκέψης των δικαστικών λειτουργών αυτής της κατηγορίας, αρκεί να προσθέσουμε ότι αυτός ο ίδιος Προβατάρης πριν από μερικά χρόνια είχε παραπέμψει στο Πειθαρχικό του Αρείου Πάγου συνάδελφό του κατηγορώντας τον για “ανάρμοστη σε δικαστικό λειτουργό συμπεριφορά” επειδή είχε διατυπώσει... αντιμνημονιακές απόψεις.
Άντε μετά, με αυτά και με εκείνα, να βρούμε το δίκιο μας.

*Ο Βαγγέλης Δεληπέτρος είναι δημοσιογράφος