Επιστρέφουν οι φασίστες του Ιλινόις ;





Επιστρέφει ο ναζισμός στη Γερμανία, αν πιστέψουμε τους πιο απαισιόδοξους δημοκράτες γνώστες των πραγμάτων. Ωστόσο, το σκιάχτρο του ναζισμού είναι η πιο κλασική ιστορική απάτη. Όχι επειδή η αναμενόμενη  έκρηξη του νεο-ναζιστικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AFD) δεν είναι στην πραγματικότητα ένα πολιτικό πρόβλημα, αλλά λόγω της αύρας της μοναδικότητας που περιβάλλει το εκλογικό αποτέλεσμα: «Πρώτη φορά μετά από 72 χρόνια» ακούμε να λένε, ιδιαίτερα  στα «αριστερά», εκεί όπου φωλιάζει ακόμα η ακόρεστη διαστροφή  του« λαϊκού μετώπου ενάντια στον φασισμό ». Ωστόσο, η ανάγνωση ενός οποιουδήποτε βιβλίου σύγχρονης γερμανικής ιστορίας θα έπρεπε να μας κάνει πιο συγκρατημένους  ιστορικά και λιγότερο φιλελεύθερους κινδυνολόγους. 

Συνιστούμε, σε όλους, το βιβλίο του Alfred Wahl: Η δεύτερη ζωή του ναζισμού, που πρόσφατα επανεκδόθηκε. Εκεί θα ανακαλύψουμε , ότι οι Ναζί - οι αληθινοί, όμως, - με την κατάλληλη μετονομασία  του Deutsche Partei, συμμετείχαν στην πρώτη κυβέρνηση Αντενάουερ που σχηματίστηκε το 1949, καταλαμβάνοντας μάλιστα τα υπουργεία Μεταφορών και Ομοσπονδιακών Υποθέσεων. 

Στη δεύτερη κυβέρνηση Αντενάουερ, το 1953, τους δόθηκαν, ούτε λίγο ούτε πολύ τα υπουργείο Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Περιφερειακής Πολιτικής και, μέσω του BHE (του κόμματος των προσφύγων), το Υπουργείο Εξωτερικών των προσφύγων. Στην τρίτη κυβέρνηση Αντενάουερ, που σχηματίστηκε το 1957, κατείχαν τα Υπουργεία Μεταφορών και Περιφερειακών Υποθέσεων.

Όλα αυτά μέχρι το 1961("Π" το 1961 οι υπουργοί του Deutsche Partei προσχώρησαν στο CDU) , όταν, στο σχηματισμό της τέταρτης κυβέρνησής του, ο Αντενάουερ χωρίς πλέον  εκλογικούς αντιπάλους, αποφάσισε να απαλλαγεί από τη θεμελιώδους σημασίας στήριξη των  Ναζί. Αυτό για να αναφερθούμε στην ευφάνταστη «μοναδικότητα» του γερμανικού εκλογικού αποτελέσματος.Ετσι,οι Ναζί παρέμειναν στην εξουσία μέχρι το 1961.

 Ακόμη και η εφημερίδα Corriere  della Sera  το κατάλαβε στο προχθεσινό της φύλλο. Αλλά αυτή η δεύτερη ζωή του ναζισμού στη Γερμανία δεν είναι μόνο εκλογές, όπως μας λέει ο Wahl : «Οι Γερμανοί, [το 1945], δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν μια αυστηρή πολιτική αποναζιστικοποίησης. [...] Τον Αύγουστο του 1947, μια δημοσκόπηση των Αμερικανών που διεξήχθη στην αμερικανική ζώνη κατοχής αποκάλυψε ότι το 55% του πληθυσμού θεωρούσε το ναζισμό  μια καλή ιδέα που πολύ απλά εφαρμόστηκε λάθος, και μόνο to 35%, σαν μια θεωρία καταδικαστέα. Οι Γερμανοί δεν ήταν λοιπόν διατεθειμένοι να ζητήσουν  την καταδίκη αυτών που οι νικητές θεωρούσαν ενόχους  ή εγκληματίες».
 
Είναι δύσκολο  να ασχοληθούμε εδώ  με το θέμα της Volksgemeinschaft, την «κοινότητα του ενωμένου λαού»,  ένα από τα ιστοριογραφικά και φιλοσοφικά ζητήματα που δύσκολα επιλύονται ερμηνεύοντας το ναζισμό στη Γερμανία.
 Βέβαια, ιστορικά μιλώντας, για την πλειοψηφία των γερμανών το μόνο στοιχείο απόρριψης και βίαιης ρήξης με το παρελθόν  ήταν : «η στρατιωτική και ανθρωπιστική καταστροφή που αντιπροσώπευε η ήττα και είχε σαν συνέπεια να υπάρξει  μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ όλων των πολιτών, Ναζί και μη». 
 Αυτό απέβη σε βάρος της ίδιας της Δίκης  της Νυρεμβέργης, που επιβλήθηκε στρατιωτικά από τους συμμάχους, αλλά δεν την αποδέχθηκε η πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού : «η γερμανική κοινή γνώμη, που δεν αντιλαμβανόταν την ειδική φύση των εγκλημάτων των Ναζί και τα θεωρούσε ως φυσιολογικές συνέπειες ενός πολέμου μεταξύ συνηθισμένων αντιπάλων, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διαδικασίας, στην οποία διέβλεπε την πρόθεση των νικητών να τιμωρήσουν τους ηττημένους αντιπάλους τους».
 Το αποτέλεσμα ήταν να απουσιάζει μια πραγματική διαδικασία αποναζιστικοποίησης, ακόμη και ήπιας μορφής όπως έγινε σε χώρες όπως η Ιταλία, «Μόλις ανέβηκαν στην εξουσία, τα κόμματα άρχισαν, ακολουθώντας μια παλιά πρακτική, να υπερασπίζονται τα μέλη τους. 

Πολύ γρήγορα το CDU πέρασε την άποψη ότι υπήρχε μια προκατάληψη απέναντι στους Γερμανούς πριν και μετά το 1945, από τους Συμμάχους, και επομένως θα έπρεπε όλοι να θεωρούνται θύματα του ναζισμού, περιλαμβάνοντας έτσι ανάμεσα στα θύματα και τους ίδιους τους  Ναζί ». 

Αργότερα, θα δούμε τις συνέπειες της μη αποναζιστικοποίησης: «Από το 1947, οι αμερικανοί συντηρητικοί ενίσχυσαν  τις τάξεις των αντιπάλων της αποναζιστικοποίησης, την οποία θεωρούσαν όλο και πιο πολύ ως εμπόδιο για την ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας κάτι που θα ελάφρυνε την οικονομική επιβάρυνση των Αμερικανών. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με τους συντηρητικούς, η  αποναζιστικοποίηση  έβλαπτε τον κοινό αγώνα κατά του κομμουνισμού, στον οποίο έπρεπε να συμμετάσχουν και οι Γερμανοί - [...] Στο τέλος της επίσκεψής του [του Hoover, του Πρόεδρου των ΗΠΑ] στην Ευρώπη,με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου τα εγκλήματα του ναζισμού έπαψαν να αποτελούν βασικό λόγο ανησυχίας για τη  Δύση».

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που δεν ξεκίνησε ποτέ η αποναζιστικοποίηση του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού κρατικού μηχανισμού. Η Γερμανία ήταν το σύνορο μεταξύ της Δύσης και του κομμουνισμού, και με αυτή την έννοια πήγε πίσω η ανάγκη ξεκαθαρίσματος των ιστορικών λογαριασμών με το ναζισμό. Ο ναζισμός, με άλλα λόγια, αποτέλεσε ένα από τα όπλα στον αγώνα κατά του κομμουνισμού, ένα  όπλο που χρησιμοποιήθηκε και από το ίδιο το κόμμα, το CDU, το οποίο  σήμερα «ανησυχεί» για την άνοδο του νεο-ναζιστικού κόμματος AFD. 

Σύμφωνα με τον Wahl, «στο τέλος της αποναζιστικοποίησης το 1949, οι Γερμανοί γνώριζαν ότι η γιγαντιαία εκστρατεία εκκαθαρίσεων είχε μετατραπεί σε μία τερατώδη επιχείρηση αποκατάστασης των Ναζί.

Οι δυνάμεις κατοχής παραιτήθηκαν, και η αποναζιστικοποίηση θεωρήθηκε ως αποτυχία ή, μάλλον, ως μια «κωμωδία», γιατί, σε ορισμένες θέσεις της διοίκησης, τώρα υπήρχαν περισσότεροι Ναζί απότι την περίοδο πριν το 1945». 

Αλλά το παράδοξο της όλης υπόθεσης ήταν ότι, στα έδρανα των κατηγορούμενων τώρα καθόντουσαν οι αντιφασίστες αντιστασιακοί, τους οποίους δίκαζαν οι αποκαταστημένοι στο Δικαστικό σώμα Ναζί: «Πάνω από 750.000 άτομα πρώην ναζί επωφελήθηκαν από τα μέτρα αποζημίωσης το 1950 και η αποναζιστικοποίηση σταμάτησε την ίδια χρονιά. Αντίθετα, την ίδια στιγμή, τους αντιστασιακούς τους αποζημίωναν με τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση τους, όντας ακόμα υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν ότι δεν είναι κομμουνιστές ενώ οι πρώην Ναζί δεν είχαν καμία απολύτως υποχρέωση να κάνουν το ίδιο. Ο Αντενάουερ και η πλειοψηφία του είχαν ήδη εντάξει στην πρώτη θέση των εχθρών της Γερμανίας τους κομμουνιστές και όχι τους Ναζί :ένα ακόμη σημάδι της συνέχειας με το ναζισμό».

Αυτή είναι η ιστορία της φιλελεύθερης Γερμανίας από το 1949 και μετά. Μια ιστορία που οδήγησε τον πρώην καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ να δηλώσει το 2005 ότι «μετά το 1990 (ΣτΜ: με την πτώση της Λ.Δ.της Γερμανίας) αντιμετωπίσαμε τους κομμουνιστές με μεγαλύτερη αυστηρότητα από ό, τι τους Ναζί στις απαρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας».  Ο ιστορικός Alfred Wahl, αντίθετα, καταλήγει στο  εξής συμπέρασμα  «ο ιστορικός δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία στη μεταπολεμική περίοδο είναι σε μεγάλο βαθμό συνέχεια του ναζιστικού καθεστώτος»

Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία θα πρέπει να βάλλουν σε σκέψεις όποιον φλυαρεί σήμερα περί  «επιστροφής του ναζισμού», και μάλιστα «μετά από εβδομήντα δύο χρόνια». Αυτός βέβαια δεν είναι λόγος να υποτιμηθεί το πρόβλημα, άλλου τύπου σε σχέση με τη φιλελεύθερη απόκλιση αυτών των ωρών. 
Στην πραγματικότητα, είναι το γερμανικό καθεστώς  αυτό που έχει χρησιμοποιήσει και θα συνεχίσει προφανώς να χρησιμοποιεί τους Ναζί (ως υποχείρια, ως φόβητρα, ως ψευδή επιλογή) ως πηγή νομιμοποίησης και στήριγμα για τη δικιά του σταθερότητα. Με αυτή την έννοια, η αντίστιξη δεν μπορεί να βρίσκεται στην ψευδή εναλλακτική λύση μεταξύ AFD και CDU της  Άνγκελα Μέρκελ, δεδομένου ότι τα δύο κόμματα έχουν κάτι κοινό: τον αντικομμουνισμό. 

Φυσικά, σήμερα που δεν υπάρχει ίχνος κομουνισμού , τα δύο κόμματα εμφανίζονται ως επιλογή, αναπαράγοντας   στην αριστερά  το ψυχοπολιτικό τικ του «ενιαίου μετώπου» ενάντια στο ναζισμό (που μεταφράζεται στο φρικτό «καλύτερα Μέρκελ παρά Ναζί» , που θυμίζει το «καλύτερα ο Μακρόν παρά  Λε Πεν» και πάει λέγοντας).

Αλλά το ζήτημα, ακόμη και από αυτή την σκοπιά, δεν έχει εύκολη λύση. Η εκλογική συναίνεση στο Af D έχει να κάνει περισσότερο με το σύνθετο φαινόμενο του λαϊκισμού παρά με τον ίδιο τον νεοναζισμό. Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να το χειριστούμε με προσοχή γιατί , όπως λέγαμε πάντα, τα σεισμογενή ρήγματα που προκαλούν τις  λαϊκίστικες διαμαρτυρίες δημιουργούνται από ταξικές  αντιθέσεις που μας επηρεάζουν άμεσα. Ο λαϊκισμός πρέπει να καταπολεμηθεί, αλλά με  τα σωστά επιχειρήματα και συμμαχίες.


 Βλέπε και :


Γερμανικές εκλογές

 


Το γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι τόσο αποτελεσματικό ώστε να γνωρίζουμε το νικητής από το βράδυ των εκλογών, των εκλογών της προηγούμενης τετραετίας βέβαια. Κανένας, εκτός από λίγους αθεράπευτα ρομαντικούς σοσιαλδημοκράτες  ή παθιασμένους με την πολιτική επικοινωνία, δεν έθεσε ποτέ πραγματικά υπό αμφισβήτηση τα τελευταία τέσσερα χρόνια , την σίγουρη επανεκλογή της Μέρκελ στην καγκελαρία για την τέταρτο θητεία της.

Μια πρώτη ανάλυση του αποτελέσματος των εκλογών, η πιο απλή είναι: η Γερμανία κυριαρχεί, είναι οικονομικά ισχυρή, στα μάτια όλων είναι ο ηγεμόνας της ΕΕ, η ανεργία στη χώρα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και το κράτος πρόνοιας εγγυάται μια αξιοπρεπή ζωή. Για ποιο λόγο, λοιπόν, το γερμανικό εκλογικό σώμα να μη θέλει να ξαναψηφίσει την Άνγκελα προκειμένου να εξασφαλίσει άλλα τέσσερα (και ποιος ξέρει πόσα άλλα) χρόνια σιγουριάς και ανάπτυξης ;

Η αλήθεια που προκύπτει από τους αριθμούς, και που θα αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού για το άμεσο μέλλον, είναι όμως, πολύ πιο σύνθετη, και δείχνει ότι κάτι έχει διαταράξει τις βεβαιότητες των Γερμανών. Να ποια είναι η εικόνα: το CDU-CSU σε «ελαφρά» μείωση από 41,5% σε 33, μια πτώση κατά 9 σχεδόν ποσοστιαίες μονάδες, που όμως δεν την ρίχνει από την πρώτη θέση. Το SPD με επικεφαλής τον άνθρωπο της «ελπίδας» Μάρτιν Σουλτζ, ο οποίος σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ρομαντικούς θα αναζωογονούσε ολόκληρη την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, φέρνει το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας της (20,5%). 

Η ανησυχητική, φυσικά, αύξηση της εκλογικής δύναμης του Alternative fuer Deutschland  (Εναλλακτική για τη Γερμανία, AFD), που κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις ψήφους της άκρας δεξιάς, και προφανώς πολλούς δυσαρεστημένους του CDU, και να τις φέρει για πρώτη φορά στο 12,6%.  Ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι, η  Die Linke (Η Αριστερά) και οι Πράσινοι.

Δεν μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε τις υποθέσεις για το ποιος συνασπισμός κομμάτων θα βγει από αυτές τις εκλογές, όσο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι θα αλλάξει αν κάτι αλλάζει στη Γερμανία, αν είναι πιθανό να υπάρξουν αλλαγές  με την πάροδο του χρόνου, και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις και οι προκλήσεις για την εργατική τάξη, τόσο στη Γερμανία όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Θα είναι χρήσιμο και ενδιαφέρον να αναλύσουμε διεξοδικά τα δεδομένα ανά περιφέρεια και κοινωνική θέση όταν βγουν, αλλά μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις.

Η νίκη του  AFD είναι προφανής συνέπεια της αποδυνάμωσης του CDU. Για ποιο λόγο έχασε η Καγκελάριος (9 βαθμοί!); Λόγω κυρίως του  μεταναστευτικού. Η πολιτική της Μέρκελ, η οποία χειροκροτήθηκε από όλους ως «ανθρωπιστική» και «υπεύθυνη», ξέρουμε καλά ότι αποτελεί ένα εργαλείο διασφάλισης στους βιομήχανους φτηνού  ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, με προσεκτική επιλογή σύρων ειδικευμένων από την κάνουλα της συμφωνίας με την Τουρκία.

Το AfD κατάφερε να κερδίσει ψήφους από το μίσος που προκάλεσε αυτός ο αδήλωτος  ανταγωνισμός. Ποιος ανταγωνισμός ;

Κάποια αλήθεια αρχίζει να ξεπροβάλει από το πέπλο τελειότητας που καλύπτει τη Γερμανία. Πριν λίγες μέρες δημοσιεύσαμε ένα άρθρο για την κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή  θέση των ανειδίκευτων εργατών, η ζωή των οποίων είναι πλήρως ελεγχόμενη από τα γραφεία απασχόλησης: που τους υποχρεώνουν να δέχονται ανειδίκευτες θέσεις εργασίας και συχνά εξευτελιστικές με ποινή τη στέρηση όλων των επιδομάτων, καταδικάζοντάς τους σε ένα φαύλο κύκλο προσωρινών θέσεων εργασίας πολύ χαμηλής παραγωγικότητας (και μισθών), από την οποία δεν είναι δυνατόν να βγουν.

Οπότε και στη Γερμανία, η μετανάστευση γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος των κατώτερων τάξεων, που δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί φτωχαίνουν όλο και περισσότερο, ενώ όλοι λένε ότι η χώρα τους γίνεται όλο και πιο πλούσια.

Για αν κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το επικίνδυνο ξέσπασμα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο 2009, όταν ξεκίνησε μια βαριά εκστρατεία λασπολογίας που χρηματοδοτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας (Bundesbank ) και τον Σύνδεσμο Γερμανικών Επιχειρήσεων, με την υποστήριξη μεγάλου μέρους του συστήματος των μέσων ενημέρωσης, σε βάρος του ελληνικού λαού, ότι δήθεν «κλέβει τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων», οι οποίοι αναγκάζονται δια της «βίας» να καλύψουν τα χρέη τους.


 Η αλήθεια, βέβαια, ήταν αρκετά διαφορετική: η γερμανική κυβέρνηση, αφού διέσωσε τις τράπεζες της το 2008,με τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ (των Γερμανών φορολογούμενων), έσπευσε να εγγυηθεί τα δάνεια που είχαν δώσει στις ελληνικές τράπεζες: με λίγα λόγια, μια διπλή διάσωση , από τους φόρους των εργαζομένων (και αργότερα από το αίμα των Ελλήνων).

Ακριβώς όπως το 2009, ο μηχανισμός Bundesbank-ΣΓΕ-CDU κατάφερε να φορτώσει στον ελληνικό λαό την ευθύνη για εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που από τις τσέπες των εργαζομένων (ελεύθερων επαγγελματιών, μικρών επιχειρήσεων, κλπ) στις τράπεζες, έτσι και σήμερα το AFD ρίχνει στους μετανάστες τις ευθύνες για την φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων από τις κυβερνήσεις του Μεγάλου Συνασπισμού και τις φοβερές συμφωνίες ΣΓΕ και συνδικάτων.

 Υπ'αυτή την έννοια, το πολιτιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε ο νεοναζισμός του AFD  - ο στιγματισμός των αλλοδαπών – οικοδομήθηκε από τους ίδιους τους «φιλελεύθερους» θεσμούς. Το σενάριο είναι το ίδιο όπως στις μεσογειακές χώρες: τροφοδοτούν τον πόλεμο μεταξύ των φτωχών για να αποσπάσουν την προσοχή από κάθε δυνατότητα κοινωνικών συγκρούσεων ενάντια στους πραγματικούς ταξικούς εχθρούς, το κεφάλαιο με πολυεθνικές διαστάσεις (εταιρική μορφή όπου «τα αφεντικά» αντικαταστάθηκαν σχεδόν παντού από μάνατζερ).
 
 Ο «νούμερο ένα» εχθρός, φυσικά, παραμένει η περιβόητη «μεταρρύθμιση Hartz», ένα πρότυπο αναφοράς για κάθε απορύθμιση της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη, στην οποία η γερμανική αριστερά έχει δώσει  από καιρό ουσιαστική υποστήριξη αφού αυτή ήταν που τη θεσμοθέτησε επί κυβέρνησης σοσιαλδημοκρατών-πρασίνων και προεδρίας Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο Σουλτζ, τότε, είχε αποπειραθεί να ασκήσει κάποια δειλή κριτική, για να κλείσει την προεκλογική εκστρατεία αγκαλιά με τον πρώην καγκελάριο Σρέντερ, όταν είδε ότι στο SPD, έχανε έδαφος.

Τα συνδικάτα τότε,(αρχίζοντας από το ισχυρό συνδικάτο μετάλλου  IGM) πήραν σαν αντάλλαγμα τη βολική θέση της διαχείρισης των «επιχειρησιακών συμβούλιων» (δηλαδή να διαπραγματεύονται με την εταιρεία τους μισθούς των εργαζομένων) και δεν ήταν λίγες οι φορές που αρνήθηκαν πεισματικά να κινητοποιήσουν τους εργαζομένους για «πολιτικούς» λόγους (στην πραγματικότητα, για οποιοδήποτε λόγο, που δεν ήταν αυστηρά επαγγελματικός) .

Μένει η Die Linke, η οποία είχε ένα πρόγραμμα ανοικτής ρήξης, με προτάσεις υπέρ των εργαζομένων και του κράτους πρόνοιας, και από την οποία όλοι περίμεναν μια άνοδο, αλλά η οποία κέρδισε πολύ λίγες ψήφους και παρέμεινε στην πέμπτη θέση, πληρώνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την έλλειψη αποτελεσματικότητας στις διάφορες περιοχές όπου ήταν στην κυβέρνηση,αλλά και επειδή δεν μπόρεσε να δώσει μια πειστική απάντηση στο πρόβλημα τηςπαγκοσμιοποίησης, της οποίας οι Γερμανοί εργάτες τώρα αρχίζουν να αισθάνονται θύματα.

 Απέτυχε δηλαδή να δώσει αξιοπιστία στις προτάσεις της – οι οποίες στα χαρτιά ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες – εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντίθεσης στην υφιστάμενη κατάσταση, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σαν λόγια κενά περιεχομένου χωρίς καμία πραγματική πιθανότητα εφαρμογής, χωρίς να είναι σε θέση να υποδείξει ποιος και τι πρέπει να χτυπηθεί ώστε να μπορέσουν να υλοποιηθούν.


 Δεν κατάφερε δηλαδή να δείξει τον ταξικό εχθρό, ή, ακόμη χειρότερα, έδειξε τον λάθος εχθρό. Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο εφιστούμε την προσοχή, ακόμη και με κίνδυνο να φανούμε ότι επαναλαμβανόμαστε, δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση - για τους λαούς της Ευρώπης - έχει μία μορφή θεσμική πολύ συγκεκριμένη: αυτή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αν δηλαδή η εκμετάλλευση των Γερμανών εργαζομένων, η οποία κομψά αποκαλείται ανταγωνισμός ή μισθολογικό ντάμπινγκ, εγγυήθηκε στη Γερμανία (δηλαδή στους καπιταλιστές της) την ηγεμονική της θέση στην ΕΕ χάρη σε μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές και τον επανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού καταμερισμού της εργασίας γύρω από τον δικό της παραγωγικό ιστό, τότε θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι – αν η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να επωφεληθεί από ένα τεχνητά υποτιμημένο νόμισμα και μια ευρύτερη αγορά από την οποία να αγοράζει με χαμηλό κόστος ημιεπεξεργασμένα προϊόντα και στη συνέχεια να τα πωλεί ως επεξεργασμένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας - το νεομερκαντιλιστικό μοντέλο (υψηλά εγγυημένα κέρδη από τις εξαγωγές που με τη σειρά τους τις εγγυώνται οι χαμηλές αμοιβές) θα δεχόταν ένα ισχυρό πλήγμα.

 Μια ταξική ανάλυση θα πρέπει συνεπώς να παίρνει σοβαρά υπόψη της το εξής δίλημμα: η διάλυση της ΕΕ είναι πράγματι όπως κάποιοι εξακολουθούν να φοβούνται μια «υποχώρηση των διεθνιστικών θέσεων», ή, αντίθετα - δεδομένου ότι η δομή που διασφαλίζει την εκμετάλλευση των χωρών του κέντρου σε εκείνες της περιφέρειας είναι ακριβώς η ίδια που διασφαλίζει την εκμετάλλευση μιας τάξης σε μια άλλη- ο αγώνας ενάντια στην Ένωση, που διεξάγεται και σε κάθε μεμονωμένη κάθε χώρα, και στο βαθμό που δεν γίνεται κατορθωτό να γίνει με συντονισμένο τρόπο, δεν είναι στην πραγματικότητα  αγώνας και για ολόκληρη την εργατική τάξη της Ευρώπης

ΠΗΓΕΣ


https://www.jacobinmag.com/2017/05/die-linke-germany-afd-migrants-xenophobia-racism

 https://www.jacobinmag.com/2017/03/die-linke-germany-immigration-sahra-wagenknecht-oscar-lafontaine-afd-merkel/

[--->] 



 “Π” : Πάνω  από 500.000 ψήφοι διέρρευσαν από το Die Linke προς το AFD,αλλά αυτό μην το πείτε στους «ειδικούς» που έχουν τις λύσεις για το μέλλον της  αριστερά στο τσεπάκι

Υποχρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και βελτίωση του δεν πάνε μαζί




Όλο το καλοκαίρι η κυβέρνηση και συγκεκριμένα το Υπουργείο Υγείας επιδόθηκαν σε έναν εντατικό αγώνα «πληροφόρησης» της κοινωνίας γύρω από την πολυδιαφημισμένη μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) με τη δημιουργία Τοπικών Μονάδων Υγείας (ΤΟΜΥ). Τα θεμέλια όμως πάνω στα οποία στηρίζεται μια ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν υπάρχουν. Αυτά είναι η εξασφάλιση διαρκούς χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό και η ύπαρξη υγειονομικού χάρτη.

Με δημόσια παραδοχή του Υπουργού Υγείας οι ΤΟΜΥ θα χρηματοδοτηθούν για 4 χρόνια από «Ευρωπαϊκές Πηγές γιατί από δημόσιες δαπάνες δεν είναι εφικτό». Και όλο αυτό το σχέδιο έχει φυσικά πρώτα την έγκριση των «θεσμών». Με λίγα λόγια θα χτιστεί ένα νέο πρωτοβάθμιο σύστημα υγείας με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση μόνο για 4 χρόνια και φυσικά για όσο καιρό συμφωνούν οι «θεσμοί», και για αυτό το «κατόρθωμά» το Υπουργείο Υγείας πανηγυρίζει.

Εκτός όμως της ελλιπούς χρηματοδότης και της απουσίας υγειονομικού χάρτη, η ίδια η φιλοσοφία του gatekeeping (η διαδικασία μέσω της οποίας κάποιος αποφασίζει ποιος θα έχει πρόσβαση και που), καθώς και η απουσία των συλλόγων των ασθενών τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην ίδια την λειτουργία της ΠΦΥ, καθιστούν αυτή τη μεταρρύθμιση επικίνδυνη για την δημόσια υγεία.

Για το 2017 στην εκτέλεση του προϋπολογισμού διαπιστώνουμε πως η χρηματοδότηση των νοσοκομείων και του ΥΠΕ-ΠΕΔΥ ήταν κατά 200 εκ. ευρώ μειωμένη έναντι του στόχου. Το ίδιο δυστυχώς ισχύει και για το 2018 όπου η μείωση φαίνεται ότι θα είναι επιπλεόν 500 εκ. ευρώ. Αντί δηλαδή να ενισχυθεί ο προϋπολογισμός των νοσοκομείων για τις ελλείψεις, την λειτουργία των ΜΕΘ, την νοσηλεία των ανασφάλιστων κλπ., μειώνεται! (*1 & *2)

Η κυβέρνηση πέρσι ψήφισε έναν νόμο για τους 3 εκατομμύρια ανασφάλιστους συμπολίτες μας, δίνοντας τους την δυνατότητα να έχουν δωρεάν πρόσβαση στο ΕΣΥ (Εθνικό Σύστημα Υγείας), όσον αφορά τις ιατρικές υπηρεσίες. Αυτό όμως έγινε χωρίς ουσιαστική αύξηση του προϋπολογισμού για το ΕΣΥ με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο σύστημα υγείας, που πρέπει να καλύψει πολύ μεγαλύτερο αριθμό ασθενών από πριν, στα δε νοσοκομεία υπολειτουργούν άλλες υπηρεσίες προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα τόσο για την νοσηλεία των ανασφάλιστων ασθενών, όσο και την λειτουργία τμημάτων ζωτικής σημασίας όπως πχ οι ΜΕΘ.

Λιτότητα υπάρχει ακόμα και στην πληροφόρηση των ασθενών. Πολλοί συμπολίτες μας δεν γνωρίζουν καν τα δικαιώματα τους. Απλές λύσεις, όπως η δημιουργία μιας τηλεφωνικής γραμμής ενημέρωσης των πολιτών, δεν έχουν δοθεί. Οι ασθενείς αναγκάζονται να ψάχνουν από το ένα δημόσιο νοσοκομείο στο άλλο για να βρουν που θα μπορέσουν να κάνουν μια εξέταση δωρεάν, π.χ. μια αξονική. Και πρέπει να ψάξουν μόνοι τους σε όλα τα νοσοκομεία, και στο τέλος πολύ λίγοι καταφέρνουν να βγάλουν άκρη. Δημοσίως καλούμε το υπουργείο υγείας να μας πει σε πόσους ανασφάλιστους ασθενείς συνταγογραφήθηκαν ηλεκτρονικά παραπεμπτικά για διαγνωστικές εξετάσεις τον τελευταίο χρόνο όπως αξονικές, μαγνητικές, σπινθηρογραφήματα, υπερηχογραφήματα, και πόσες από αυτές τις εξετάσεις έγιναν τελικά. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε εάν υπάρχει πρόσβαση και στην πράξη στους ανασφάλιστους ασθενείς στις διαγνωστικές εξετάσεις.

Την ίδια ώρα το Υπουργείο Υγείας πανηγυρίζει για την χορηγία 200 εκ. ευρώ προς το ΕΣΥ από το Ίδρυμα Νιάρχος για αγορά εξοπλισμού. Εμείς θεωρούμε τέτοιου είδους κινήσεις ως μια μεγάλη παγίδα πολύ απλά γιατί αυτοί το κάνουν ζητώντας, ή καλύτερα απαιτώντας, ανταλλάγματα. Αλλά βασικότερο όλων, εθίζεται η κοινωνία μας στην ιδέα ότι η λειτουργία της υγείας (ή αύριο της παιδείας) δεν είναι υποχρέωση της εκάστοτε κυβέρνησης αλλά εξαρτάται από το κάθε ίδρυμα Νιάρχος, δηλαδή από την «φιλανθρωπία» και την «γενναιοδωρία» αυτών των ιδρυμάτων.

Θα μπορούσε η ίδια η πολιτεία να αγοράσει αυτόν τον εξοπλισμό πετυχαίνοντας την αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας, χωρίς τον εθισμό μας στον κάθε «φιλάνθρωπο». Η απόσβεση των χρημάτων της αγοράς θα γινόταν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Στην απλή ερώτηση «που θα βρεθούν τα χρήματα» εμείς απαντάμε «Ας ρωτήσουν τον ΕΟΠΥΥ πόσα εκατομμύρια ευρώ πληρώνει τόσα και τόσα χρόνια σε μεγάλα ιδιωτικά κέντρα – αλυσίδες. Αυτά ξέρουν να τα βρίσκουν;».

Τα δημόσια νοσοκομεία υπολειτουργούν και ασθενείς με σοβαρές παθήσεις όπως οι καρκινοπαθείς αναγκάζονται να περιμένουν 3 έως 6 μήνες για να ξεκινήσουν τις ακτινοθεραπείες τους. *3 Αναλώσιμα υλικά όπως γάντια (!) είναι είδος προς εξαφάνιση και οι νοσηλευτές αναγκάζονται να χρησιμοποιούν σακούλες στα χέρια τους για να καθαρίσουν τους ασθενείς ή να αγοράσουν τα γάντια μόνοι τους. *4

Το κοκτέιλ, υποχρηματοδότηση, δυσανάλογα λίγοι διορισμοί σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες, επιβαλλόμενος σχεδιασμός της ΠΦΥ από τους δανειστές και τον ΠΟΥ (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) ενός μοντέλου αποτυχημένου, χωρίς υγειονομικό χάρτη, χωρίς ουσιαστική δημόσια χρηματοδότηση, καθώς και η απόλυτη έλλειψη κάθε έννοιας προληπτικής ιατρικής, επιβάλλουν την συνέχιση του αγώνα που δίνουν τα κοινωνικά ιατρεία.

Τα κοινωνικά ιατρεία αγωνίζονται από την αρχή της μνημονιακής περιόδου διεκδικώντας τόσο την ύπαρξη νόμου για την πρόσβαση των ανασφάλιστων ασθενών στην δημόσια υγεία, αλλά και την ανάλογη χρηματοδότηση για την ουσιαστική υλοποίηση του νόμου. Ας μη ξεχνάμε πως οι δανειστές, μετά από τους εντατικούς αγώνες των κοινωνικών ιατρείων και το ανάλογο πολιτικό κόστος που υπήρξε, με το δεύτερο μνημόνιο ζητούσαν την κάλυψη των ανασφάλιστων ασθενών, απαιτώντας όμως στο ίδιο μνημόνιο τη συνέχιση της λιτότητας. Γιατί το έκαναν αυτό; Γιατί γνώριζαν πως οποιοδήποτε νομοσχέδιο χωρίς χρηματοδότηση είναι ανώφελο, δεν τους κοστίζει απολύτως τίποτα και επιπλέον κάλυπταν τα νώτα τους από πιθανές ποινικές περιπέτειες στο μέλλον εάν κληθούν να απολογηθούν για τις ολέθριες συνέπειες που προκάλεσε η επιβαλλόμενη από αυτούς λιτότητα.

Πρέπει επιτέλους η δημόσια υγεία να βγει από τον »γύψο» των μνημονίων και να φτιαχτεί μια ΠΦΥ με γνώμονα τις Ελληνικές ιδιαιτερότητες. Κοινωνική πολιτική και δίπτυχο λιτότητα/μνημόνια είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Το μόνο που μπορεί να παράξουν αυτές οι πολιτικές είναι τους σύγχρονους καιάδες, συνεχίζοντας να χτίζουν τα θεμέλια μιας νέου τύπου, γενοκτονίας.

Ακόμη και όταν εκφράζεται βούληση για κοινωνική πολιτική, και «υλοποιείται» όπως πχ η πρόσβαση των ανασφάλιστων ασθενών στην δημόσια υγεία, ή «η μεταρρύθμιση της ΠΦΥ», οι μνημονιακές δεσμεύσεις δεν επιτρέπουν την ανάλογη χρηματοδότηση και η βούληση και τα νομοσχέδια μένουν κενά γράμματα και πολιτική εντυπώσεων που αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει.

Τέλος η μείωση των δαπανών πρόνοιας κατά 0.5% επί του ΑΕΠ ανά έτος (900 εκ. ευρώ) ή 2,7 δις ευρώ για τα χρόνια 2016-17-18, (3ο μνημόνιο) *5, εξηγεί την τραγωδία που ζουν σήμερα τα Άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) και οι οικογένειες τους.
 Εκεί δεν υπάρχει καμία ευαισθησία από τους κατά τα άλλα λαλίστατους επί ανουσίων θεμάτων υπουργών ή από την «αξιωματική αντιπολίτευση». 

Πώς να υπάρξει άλλωστε από αυτούς που ψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο, και μόνη της η αξιωματική αντιπολίτευση το 2ο, δηλαδή τα μνημόνια του στραγγαλισμού της Υγείας και της Πρόνοιας.

Πηγές στοιχείων:
1) http://www.iatronet.gr/eidiseis-nea/perithalpsi-asfalisi/news/37859/prosxedio-propologismoy-2017-ti-provlepei-gia-ta-nosokomeia-to-pedy-kai-ton-eopyy.html
2) http://news.in.gr/economy/article/?aid=1500154142
3) http://www.capital.gr/epikairotita/3234085/poedin-13-xil-karkinopatheis-apokleiontai-apo-tis-aktinotherapeies-kathe-xrono
http://www.dimokratiki.gr/23-08-2017/poedin-13-000-karkinopathis-apoklionte-apo-aktinotherapies/
http://www.huffingtonpost.gr/2016/03/28/kindyno-karkinopathwn-aktinotherapeies_n_9555534.html
http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1436686
4) https://www.thepressroom.gr/ellada/katantia-giatroi-kai-nosileytes-toy-nosokomeioy
http://www.athina984.gr/2017/08/02/poedin-apokalyptika-stichia-gia-tis-ellipsis-sta-kentra-ygias/
5) Σελίδα 53 του 3ου Μνημονίου (Αύγουστος 2015) ή σελίδα 323 επί του αρχικού κειμένου https://camerastyloonline.files.wordpress.com/2015/08/cebccebdceb7cebccf8ccebdceb9cebf-3-ceb7-ceb4ceb1cebdceb5ceb9ceb1cebaceae-cf83cf8dcebcceb2ceb1cf83ceb7.pdf
http://www.newsbomb.gr/oikonomia/ergasia/story/803929/vazoyn-telos-oi-daneistes-se-epidomata-anapirias-kai-se-koinonikes-paroxes
http://www.athina984.gr/2017/06/27/psalidi-sta-proniaka-epidomata-pii-thigonte/