Το ΘΕΜΑ της ΑΥΓΗΣ πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ #skouries



Του Σαράντη Δημητριάδη, ομότιμου καθηγητή γεωλογίας ΑΠΘ

Στην ενότητα «ΘΕΜΑ» του χθεσινού (24/5) φύλλου της η ΑΥΓΗ αφιερώνει ένα τρισέλιδο όπου αναλύεται η σημερινή κατάσταση του «κινήματος των Σκουριών». Εκεί γράφονται πολλές αλήθειες (γνωστές από καιρό τώρα σε όσους κάπως συστηματικά παρακολουθούν τα σχετικά συμβαίνοντα) που αφορούν τα χαρακτηριστικά του κινήματος αυτού: τη σταδιακή απονεύρωσή του ειδικότερα και τις αιτίες που την προκάλεσαν. Τίποτα ή ελάχιστα όμως αναφέρονται για την εξέλιξη και αντιμετώπιση του καθαυτού θέματος: που είναι η μη νομιμότητα αφενός και η μη επωφελής για την εθνική οικονομία αφετέρου ήδη υφιστάμενη, κυρίως δε η επί θύραις επέκταση των στην ανατολική Χαλκιδική δραστηριοτήτων της Ελληνικός Χρυσός/Eldorado Gold. Και αυτά πέραν των πολύ σημαντικών αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που άρχισαν με την αποψίλωση και διάσπαση του συνεχούς της δασοκάλυψης της περιοχής και την απελπιστικά ορατή ήδη αποστράγγιση των υδροφορέων της.

Άρση των αιτίων του προβαλλόμενου σημερινού ΘΕΜΑΤΟΣ της ΑΥΓΗΣ δεν μπορεί να αποτελέσει η προτροπή: «το κίνημα πρέπει να επιστρέψει στα χαρακτηριστικά που είχε πριν, λαμβάνοντας αμεσοδημοκρατικά αποφάσεις και προχωρώντας σε δυναμικές κινητοποιήσεις». Δεν είναι το κίνημα το ίδιο που σάλπισε υποχώρηση και ξεφούσκωσε την όποια αρχική του δυναμική. Είναι η ασυνέπεια λόγων και έργων του ΣΥΡΙΖΑ που ξεφούσκωσαν το κίνημα αυτό -το κίνημα που όταν ο ΣΥΡΙΖΑ το χρειάστηκε του φούσκωσε τα πανιά προς την εξουσία.
 Με συνέπεια να είναι η «εγκληματική οργάνωση των Σκουριών» -το άλλο όνομα του κινήματος- η μεγαλύτερη τέτοια στην ελληνική ιστορία, αν όχι και στην παγκόσμια, από άποψη αριθμού υπόδικων κατηγορουμένων. Και πώς υπό αυτές τις συνθήκες να επιστρέψει το κίνημα σε δυναμικές κινητοποιήσεις; Εύκολο τόχετε;

Δεν είναι μόνο η μη εκπλήρωση του: «25 βγαίνουμε 26 κλείνουν τα μεταλλεία» -λίγοι μόνο αφελείς θα το έπαιρναν κατά γράμμα, αν και η αφέλεια δεν είναι από τα εν ανεπαρκεία είδη στον τόπο μας, που ιδίως εκείνον τον καιρό είχε μεγάλη πέραση. 
Είναι κυρίως το ότι τα περισσότερα επιχειρήματα που καταδεικνύουν την κατά παρέκκλιση από τη νομιμότητα, μη επωφελή για την εθνική οικονομία και βλαπτική για τη δημόσια υγεία πρακτική που ακολουθεί και σχεδιάζει και για το μέλλον η Ελληνικός Χρυσός/Eldorado Gold έχουν αναδειχθεί αφότου ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση. Και τα οποία επιχειρήματα -πλην ενός- ο ΣΥΡΙΖΑ αγνόησε παντελώς και σχεδόν πεισματικά αρνήθηκε να εκμεταλλευτεί και χρησιμοποιήσει υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και κατά της εταιρείας.
Ακόμα δε και το ένα σοβαρότατο επιχείρημα που χρησιμοποίησε σε κάποια κρίσιμη φάση -την αποδεδειγμένα μη εφαρμοσιμότητα της μεθόδου flash smelting- μοιάζει να κάνει στην παρούσα φάση το παν για να το υποβαθμίσει ή ακυρώσει. Καταφεύγοντας δια του νυν αρμόδιου υπουργού σε παντελώς αχρείαστες και προδήλως ύποπτες «Δρυλλεράκειες διαιτησίες» ώστε να παρακαμφθεί ο σκόπελος του flash smelting.

Η τοπική βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει στην ίδια ενότητα της ΑΥΓΗΣ πως «η σημερινή κυβέρνηση είναι μαζί με το κίνημα, με την πλευρά μας» και συνεχίζει: «στα δικαστήρια επί κυβέρνησης Σαμαρά, από τη μία πλευρά ήταν το κίνημα και από την άλλη η κυβέρνηση μαζί με την εταιρεία. Σήμερα είναι το ακριβώς ανάποδο. Η κυβέρνηση είναι στο πλευρό των αγωνιστών της Χαλκιδικής». Ο αγώνας δηλαδή τώρα δικαιώνεται κατά την κ. βουλευτίνα.

Μακάρι, αν και προσωπικά δεν το βλέπω καθόλου έτσι. Και εξάλλου, δουλειά της σημερινής κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι η δικαστική συμπαράσταση στους διωκόμενους μιας «εγκληματικής οργάνωσης», αλλά η δια της κοινοβουλευτικής οδού ανάδειξη και πιστοποίηση των παρατυπιών και παρανομιών της εταιρείας και η ως εκ τούτου αυτόματη κατάπτωση της κατηγορίας περί «εγκληματικής οργάνωσης» των αγωνιστών του εναντίον της κινήματος. Και η τοπική βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ έχει επ’ αυτού ιδιαίτερη ευθύνη ως μέλος του κυβερνώντος κόμματος, ιδίως όμως ως προεδρεύουσα της επιτροπής περιβάλλοντος της Βουλής.

Διαβάζω κάπου στο «ΘΕΜΑ»: «Υπάρχει όμως μια διαφορά μεταξύ των προηγούμενων κυβερνήσεων και της σημερινής. Οι προηγούμενες ήταν συνεπείς στις υποσχέσεις τους και στην πρακτική τους για το θέμα των Σκουριών. Σε αυτές ανήκει το δόγμα «η επένδυση θα γίνει με κάθε κόστος» που αποτέλεσε και το σύνθημα για τη βίαιη καταστολή που ακολούθησε». Δεν βρίσκω όμως σε ποια διαφορά αναφέρεται η φράση αυτή, μια που δεν συνεχίζει ώστε να αναδείξει ποια τα διαφορετικά των υποσχέσεων και της πρακτικής της σημερινής κυβέρνησης. Μια που δεν αναφέρει ποιο είναι το δικό της δόγμα. Και μια και δεν εξασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει βίαιη καταστολή «όταν το κίνημα ξανα-προχωρήσει σε δυναμικές κινητοποιήσεις».

Το ΘΕΜΑ είναι ένα. Και το πρόβλημα είναι του ΣΥΡΙΖΑ. Η δε λύση που υπονοείται από τη σχετική σημερινή αρθρογραφία της ΑΥΓΗΣ είναι τώρα πια ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ. Είναι υπεκφυγή και ανανδρία να αναζητείται αυτή δια της ανάκλησης στα όπλα και αποστολής στο μέτωπο ενός εξουθενωμένου κινήματος. Από εκείνους μάλιστα που έκαναν ότι μπορούσαν για να το αφοπλίσουν.





Φωτογραφία του χρήστη Επιτροπή Νεολαίας Κατά της Εξόρυξης.
https://www.facebook.com/epitropineolaias/photos/rpp.1717115238564071/1906915532917373/?type=3&theater

Οι δανειστές οδεύουν προς θρίαμβο



Για μια ακόμη φορά το δημόσιο χρέος προκαλεί βομβαρδισμό ανακοινώσεων, δηλώσεων και αναλύσεων που δημιουργούν σύγχυση στον ελληνικό λαό. Οι τεχνικές λεπτομέρειες είναι όντως πολύπλοκες. Η πραγματικότητα όμως είναι απλή: οι δανειστές έχουν επιβάλλει τη θέλησή τους, η κυβέρνηση παριστάνει το λιοντάρι, αλλά είναι έρμαιο στα χέρια τους, και οι προοπτικές για την οικονομία και την κοινωνία είναι καταθλιπτικές.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Το Γιούρογκρουπ της 22ας Μαΐου 2017

Μετά την τελευταία συνάντηση του Γιούρογκρουπ δεν υπήρξε ανακοινωθέν γιατί δεν υπήρξε συμφωνία, αλλά ο κ. Ντάισελμπλουμ ήταν σαφής. Συζητήθηκε με λεπτομέρεια η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τα μέτρα ελάφρυνσής του(αν χρειαστούν, είπε ο κ. Ντάισελμπλουμ) θα αποφασισθούν αργότερα στη βάση δύο αρχών:
1. Θα είναι μέσα στο γενικό πλαίσιο που έχει ήδη αποφασίσει το Γιούρογκρουπ.
2.     Η τελική απόφαση θα ληφθεί μετά το πέρας του σημερινού προγράμματος το καλοκαίρι του 2018.
Το γενικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Ντάισελμπλουμ είναι πλήρως γνωστό και έχει ανακοινωθεί από το Γιούρογκρουπ εδώ και ένα χρόνο.


Το Γιούρογκρουπ της 25ης Μαΐου 2016

Συγκεκριμένα, το Μάιο του 2016 το Γιούρογκρουπ αποφάσισε τα εξής:
1.     Η βιωσιμότητα του χρέους θα βασίζεται στον περιορισμό των συνολικών χρηματοδοτικών απαιτήσεών του (δηλαδή τόκοι και χρεολύσια) στο 15% του ΑΕΠ ετησίως.
2.     Η βιώσιμοτητα θα συνδέεται μεσοπρόθεσμα με την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% μετά το 2018. Η διασφάλιση της βιωσιμότητας θα απαιτήσει βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα.
3.     Τα βραχυπρόθεσμα, τα οποία ήδη εφαρμόζονται, περιλαμβάνουν μια σειρά βημάτων μικρής σημασίας για το επιτόκιο και το χρονοδιάγραμμα πληρωμών προς τον ESMκαι το EFSF, ώστε να διευκολύνεται η ομαλή αποπληρωμή τους.
4.  Τα μεσοπρόθεσμα (για τα οποία γίνεται η τωρινή συζήτηση) θα περιλαμβάνουν (αν η μελέτη βιωσιμότητας καταδείξει την αναγκαιότητά τους) μια σειρά πιο σημαντικών βημάτων, όπως η μείωση κάποιων επιτοκίων, η μεταφορά κερδών από ομόλογα, η πρόωρη αποπληρωμή ορισμένων χρεών και κυρίως η επιμήκυνση των δανείων και η αναπροσαρμογή των τοκοχρεολυσίων του EFSF.
5. Μακροπρόθεσμα αναμένεται ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει να αντιμετωπίσει το χρέος, αν βεβαίως συνεχίσει να εφαρμόζει τη μνημονιακή πολιτική. Αλλά σε κάθε περίπτωση υπάρχει η δυνατότητα για νέο πρόγραμμαπου φυσικά θα περιλαμβάνει νέο μνημόνιο.
Για να γίνουν κατανοητές οι σημερινές επιπτώσεις αυτής της απόφασης του Γιούρογκρουπ, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την περίφημη διαμάχη ΕΕ και ΔΝΤ.

Τι ζητάει το ΔΝΤ;

Το ΔΝΤ δεν είναι απλό ενεργούμενο κανενός και έχει δικούς του κανόνες λειτουργίας και εσωτερικές πιέσεις. Δύο παράγοντες είναι πολύ σημαντικοί. Πρώτον, η πασιφανής αποτυχία του ελληνικού προγράμματος μετά το 2010, η οποία έχει επιφέρει τεράστιο πλήγμα στην αξιοπιστία του. Δεύτερον, ο μεγάλος του δανεισμός στην Ελλάδα, ο οποίος ήδη το έφερε αντιμέτωπο με τον κίνδυνο μη αποπληρωμής. ΤονΙούνιο του 2015 η Ελλάδα αρνήθηκε να αποπληρώσει 1,5δις προς το ΔΝΤ. Ακόμη χειρότερα, οι φερέγγυοι «εταίροι» της χώρας μας στην ΕΕ δεν έδειξαν καμία προθυμία να αναλάβουν οι ίδιοι την αποπληρωμή, παρά τις εγγυήσεις που είχαν δοθεί.

Οι Ευρωπαίοι μπορεί να προσποιούνται ότι το έχουν ξεχάσει, το ΔΝΤ όχι. Δεν υπάρχει πλέον καμία εμπιστοσύνη ανάμεσα τους, πράγμα που σημαίνει ότι το κόστος θα το πληρώσει η Ελλάδα. Δεν έχουμε παρά να δούμε τις θέσεις του Ταμείου, όπως τις κατέγραψαν ο Μόρις Όμπστφελντ και ο Πόουλ Τόμσεν στην περιβόητη ανάρτησή τους τον Δεκέμβριο του 2016:
1.   Το ΔΝΤ θεωρεί ότι ο στόχος του 3,5% για το πλεόνασμα είναι ανέφικτος μακροπρόθεσμα και ζημιογόνος μεσοπρόθεσμα διότι επιφέρει αχρείαστη λιτότητα και θέτει σε κίνδυνο την ανάκαμψη. Προτείνει 1,5%, αλλά η ΕΕ,με τη συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης,απορρίπτει την πρότασή του.
2.    Το ελληνικό χρέος είναι απολύτως μη βιώσιμο και χρειάζεται ελάφρυνση. Εφόσον όμως η ελληνική κυβέρνηση έχει αποδεχθεί πλεονάσματα 3,5% για μερικά χρόνια, η ελάφρυνση που απαιτείται κατά το διάστημα αυτό θα είναι πολύ μικρότερη. Η Ελλάδα θα δημιουργεί μόνη της τους πόρους βιωσιμότητας.
3.   Έστω κι έτσι, για να συνεχίσει να συμμετέχει το ΔΝΤ απαιτεί επιπλέον μέτρα που θα δίνουν αξιοπιστία στο 3,5% για όσο διάστημα αυτός θα είναι ο στόχος. Τα επιπλέον μέτρα θα πρέπει να νομοθετηθούν εκ των προτέρων.
4.     Το ΔΝΤ, τέλος, θεωρεί ότι η Ελλάδα χρειάζεται διεύρυνση της φορολογικής της βάσης, προφανώς με μείωση του αφορολόγητου, και σοβαρή μείωση των συντάξεων.
Το πρόβλημα του κ. Σόιμπλε με αυτές τις θέσεις του ΔΝΤ ήταν εμφανές. Από τη μια, χρειαζόταν οπωσδήποτε τη συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα για να έχει πολιτική κάλυψη. Από την άλλη, δε μπορούσε (και δεν ήθελε) να κάνει την παραμικρή παραχώρηση στο χρέος, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο του Γιούρογκρουπ, διότι το πολιτικό κόστος πριν τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2017 θα ήταν πολύ μεγάλο.

Η λύση ήταν προφανής: να σηκώσει το βάρος η Ελλάδα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για μια ακόμη φορά αποδείχθηκε βολική, υπό την ηγεσία του αδίστακτου κ. Τσίπρα και με την τραγική φιγούρα του κ. Τσακαλώτου στη γραμμή του πυρός.

Ποιος επιβλήθηκε στη διαπραγμάτευση;

Το Γιούρογκρουπ της 22ας Μαΐου δεν έλαβε τελικές αποφάσεις και πολλά θα ξεκαθαρίσουν στις 15 Ιουνίου. Αλλά έχουμε ήδη αρκετά στοιχεία για να ξέρουμε ότι η Ελλάδα οδεύει προς μια ακόμη ήττα κατά κράτος. Δεν χρειάζεται παρά να δούμε το Συμπληρωματικό Μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς νόμους που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με τα νέα μέτρα το ΔΝΤ έχει ήδη ικανοποιηθεί στις κύριες άμεσες απαιτήσεις του, ώστε να υπάρχει περιθώριο να συνεχίσει να συμμετέχει στο πρόγραμμα για ένα διάστημα, χωρίς ίσως να συμβάλλει χρηματοδοτικά. Δεν χρειάζεται παρά κάποιες γενικόλογες διαβεβαιώσεις που να εμπίπτουν στο συμφωνημένο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο για το χρέος. Οι τελικές αποφάσεις μπορούν να ληφθούν αργότερα, δεδομένου ότι η ελληνική πλευρά έχει – με τόση γενναιοδωρία... – συμφωνήσει στα επιπλέον μέτρα.

Η γερμανική πλευρά δεν έδωσε τίποτε στο θέμα του χρέους στο Γιούρογκρουπ και επανέλαβε ότι όλα θα γίνουν μέσα στο πλαίσιο των ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Έχει πλέον το περιθώριο να κρατήσει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο διάστημα μέσα από κάποιες κοσμητικές παραχωρήσεις. Αρκεί να είναι λίγο προσεκτικός ο κ. Σόιμπλε.

Εκτός απροόπτου, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί με τον «μουντζούρη» στο χέρι – έχει ήδη ψηφίσει τα μέτρα, ενώ είναι άκρως απίθανο ότι θα λάβει κάτι σοβαρό στο χρέος μέχρι τις γερμανικές εκλογές. Από τον Οκτώβριο η Ελλάδα θα μπει ξανά σε διαδικασία διαπραγμάτευσης, πάντα μέσα στο πλαίσιο του Γιούρογκρουπ.

Η καταθλιπτική πραγματικότητα
 
Οι συζητήσεις στο Γιούρογκρουπ καλύφθηκαν από πέπλο μυστηρίου, πράγμα φυσικά απαράδεκτο για μια «κυβέρνηση της Αριστεράς». Ήρθε όμως το Ρόιτερς με μια διαρροή κειμένου του ESMνα μας πει ότι στο τραπέζι βρέθηκαν τρία σενάρια για το χρέος, την ανάπτυξη και τα πλεονάσματα μέχρι το 2060, για τα οποία δεν υπήρξε συμφωνία ΕΕ (δηλαδή Γερμανίας) και ΔΝΤ. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, εν μέρει γιατί δεν είναι επίσημο κείμενο. Δεν υπάρχει λόγος επίσης να επιτείνεται η σύγχυση με επιπλέον βομβαρδισμό στοιχείων τα οποία αναφέρονται σε μακρινές δεκαετίες στο μέλλον.

Κρατώ όμως δύο πράγματα που έχουν μεγάλη σημασία. Πρώτο, και τα τρία σενάρια προβλέπουν αυστηρή (έως φονική) λιτότητα για δεκαετίες. Δεύτερον και τα τρία σενάρια προβλέπουν μέσο όρο ανάπτυξης της Ελλάδας από 1% έως 1,3% μέχρι το 2060.

Η μεσοπρόθεσμη εικόνα της Ελλάδας που αναδύεται από τα στοιχεία αυτά είναι απλώς τραγική. Μια εξουθενωμένη, γηρασμένη και άνιση χώρα, με υψηλότατη ανεργία, που θα αγωνίζεται να πληρώσει ένα υπέρογκο χρέος. Ένα υποχείριο των δανειστών με περιορισμένη λαϊκή και εθνική κυριαρχία. Αυτή είναι η πραγματικότητα που προσπαθεί να καλύψει η ανόητη φιλολογία περί συμμετοχής μας στο «σκληρό πυρήνα» της ευρωπαϊκής «ολοκλήρωσης».

Εξίσου καταθλιπτική είναι όμως και η βραχυπρόθεσμη εικόνα. Η κυβέρνηση υπολογίζει να βγει στις ανοιχτές αγορές, ίσως και φέτος, ώστε να μπορέσει να απαλλαγεί από την επιτροπεία των Μνημονίων, όταν τελειώσει το πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2018. Όπως και οι δανειστές, νομίζει ότι οι ασκήσεις βιωσιμότητας και οι αποφάσεις που τελικά θα ληφθούν θα επιτρέψουν την ομαλή πρόσβαση στις αγορές. Αυτό που δεν λαμβάνουν υπόψη τους είναι η ψυχολογική επίπτωση του μεγάλου χρέους στους ιδιώτες δανειστές. 

Το δημόσιο χρέος της Ελλάδα θα κινηθεί γύρω στο 180% του ΑΕΠ το επόμενο διάστημα, όποια απόφαση και αν τελικά ληφθεί στο πλαίσιο του Γιούρογκρουπ

Με τέτοιο ύψος χρέους και δεδομένου ότι οι επίσημοι δανειστές διατηρούν ισχυρά νομικά ερείσματα αποπληρωμής, οι ιδιώτες δανειστές θα έχουν υψηλό ρίσκο, άρα θα απαιτήσουν υψηλό επιτόκιο. Θα είναι επίσης ιδιαίτερα νευρικοί όσον αφορά τις επιπτώσεις από μια άνοδο των διεθνών επιτοκίων στο άμεσο μέλλον, η οποία είναι ιδιαίτερα πιθανή. Στις συνθήκες αυτές θα χρειαστεί θαύμα για να μπορέσει η Ελλάδα να βγει με ανεκτούς όρους στην ανοιχτή αγορά. Το πιθανότερο είναι να χρειαστεί νέο πρόγραμμα μετά το καλοκαίρι του 2018.

Δεν υπάρχει καλόπιστος παρατηρητής που να μην αντιλαμβάνεται πια ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε παγίδα. Η κρίση της Ευρωζώνης έχει καταλαγιάσει, αλλά η Ευρώπη που έχει εμφανιστεί είναι βαθιά χωρισμένη σε κέντρο και περιφέρεια, με τη χώρα μας σε εξαιρετικά αδύναμη θέση. Το πολιτικό σύστημα και οι μηχανισμοί εξουσίας την έχουν κρατήσει με μανιασμένη επιμονή μέσα στην Ευρωζώνη, παρά το τεράστιο κόστος. Στην πράξη έχουν εγγυηθεί την ιστορική της περιθωριοποίηση. Μετά την ιλαροτραγωδία της αξιολόγησης, τίποτε δε μπορεί κανείς να περιμένει από τα στρώματα αυτά και την πολιτική τους εκπροσώπηση. 

Η μόνη ελπίδα για το μέλλον βρίσκεται στην πλευρά των δυνάμεων της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Απαιτείται νέα πολιτική εκπροσώπηση και πρόγραμμα ριζικής κοινωνικής αλλαγής.

Μητροπολικό Ιατρείο Ελληνικού: Τι συμβαίνει με τις ΜΚΟ;



Εύλογα ερωτήματα, σχετικά με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό ζήτημα, θέτει με ανακοίνωσή του το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού.

Όπως αναφέρεται, η ανάθεση της κοινωνικής πολιτικής σε ΜΚΟ συνδέεται με την υποχώρηση της επίσημης πολιτείας στο συγκεκριμένο τομέα και την κυριαρχία της λογικής του κέρδους. Τίθεται επίσης το (μάλλον ρητορικά) το ερώτημα, πώς γίνεται αυτές οι οργανώσεις να χρηματοδοτούνται αδρά από διάφορες πηγές, θεσμικές ή μη, και ταυτόχρονα να ζητούν από φορείς αλληλεγγύης όπως το ΜΚΙΕ ενίσχυση σε φάρμακα και άλλες παροχές.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση του Μητροπολιτικού Κοινωνικού Ιατρείου Ελληνικού:
Από τις αρχές του 2015, οπότε εμφανίστηκε ιδιαίτερα έντονο το προσφυγικό φαινόμενο και δοκιμάσθηκαν τα αυξημένα αντανακλαστικά και η αλληλεγγύη του λαού μας, οι εθελοντές του Μητροπολιτικού Κοινωνικού Ιατρείου Ελληνικού (ΜΚΙΕ) ανταποκρίθηκαν άμεσα. Με αίσθημα ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, με επιπλέον βάρδιες και πολλές ώρες δουλειάς, ξεκινήσαμε αποστολές στα νησιά που δοκιμάζονταν, και συνεχίσαμε με μεγάλες αποστολές και παραδόσεις φαρμάκων όπου παρουσιαζόταν ανάγκη (Ελληνικό, Νησιά, Ειδομένη, Λιμάνι Πειραιά κλπ.).

Παράλληλα γιατροί μας εργάσθηκαν εθελοντικά ενισχύοντας ιατρεία στα διάφορα σημεία συγκέντρωσης των προσφύγων. Επίσης εθελοντές μας πρωτοστάτησαν στην οργάνωση της διαμονής των προσφύγων όταν ακόμη η παρουσία της επίσημης Πολιτείας ήταν υποτυπώδης και γραφειοκρατική.
Όλο το 2016 και το 2017 συνεχίζουμε να στηρίζουμε με ορθολογική διαχείριση -ώστε να μην λείψουν φάρμακα από τους ασθενείς του ιατρείου μας- με αμεσότητα και άρτια οργάνωση, αιτήματα που έρχονται από διάφορες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό ζήτημα.

 Οι περισσότερες από αυτές είναι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που χρηματοδοτούνται και μάλιστα αδρά, αρκετές από τις οποίες προέρχονται από άλλες χώρες.

Η δημιουργία των ΜΚΟ από το ξεκίνημά τους συνδέθηκε με την υποχώρηση των κοινωνικών παροχών της επίσημης Πολιτείας και στη χώρα μας και αλλού. Τα αποτελέσματα αυτής της υποχώρησης στην κοινωνία προσπάθησαν να περιμαζέψουν ενεργοί πολίτες με τον εθελοντισμό και την αλληλεγγύη. Εν συνεχεία στα πλαίσια της παράδοσης των περισσότερων τομέων της κοινωνικής ζωής στην κυρίαρχη λογική του κέρδους, άρχισε γενναία χρηματοδότηση των ΜΚΟ από διάφορες πηγές, θεσμικές ή μη.

Τότε εμφανίστηκαν σαν τα μανιτάρια και ΜΚΟ με αμφιλεγόμενο προορισμό. Επίσης παρατηρήθηκε το φαινόμενο σε πολλές περιπτώσεις η έγκριση ίδρυσης να δίνεται με αδιαφανή κριτήρια και σκοπούς κυρίως την χρηματοδότηση χωρίς παραγόμενο έργο. Αυτή η εξέλιξη των ΜΚΟ γενικά, αλλοίωσε και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους. Στο τομέα του προσφυγικού ζητήματος προσφέρονται υπηρεσίες στεγνές, αφ’ υψηλού, χωρίς τη ζεστασιά της αλληλεγγύης και με βασικό κριτήριο την μείωση των εξόδων και την αύξηση των εσόδων τους.

Το φαινόμενο αυτό το ζούμε έντονα στο ΜΚΙΕ. Δεχόμαστε αιτήματα από κάποιες ΜΚΟ όχι μόνο για φάρμακα και ιατρικό υλικό, αλλά και για παροχές που εννοείται ότι έπρεπε να παρέχουν οι ίδιες στους ωφελούμενούς τους. Το θέμα απασχόλησε έντονα το σώμα της Γενικής μας Συνέλευσης και αποφασίσαμε ότι και σε αυτό το θέμα προτάσσουμε την ευαισθησία και την ανθρωπιά απέναντι στον απλό άνθρωπο που υποφέρει μαζί με την κοινοποίηση –καταγγελία της κατάστασης.

Εμείς δεν μπορούμε να τους ελέγξουμε φυσικά, ούτε επιθυμούμε έναν τέτοιο ρόλο. Είναι όμως χρέος μας να απαιτήσουμε από την πολιτεία να το κάνει με διαφάνεια, τόσο στο επίπεδο της πηγής χρηματοδότησής τους, όσο και στο επίπεδο των παροχών τους, ώστε να ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο των περίφημων ΜΚΟ.