Η «Επιχείρηση πειθώ» εξαντλεί τα όριά της

Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*

«Καθήκον μας είναι να πείσουμε τους εταίρους μας ότι οι δεσμεύσεις μας είναι στρατηγικές και όχι τακτικιστικές, και η λογική μας υγιής. Καθήκον τους είναι να εγκαταλείψουν μια στρατηγική που έχει αποτύχει». Είναι η κατακλείδα άρθρου του υπουργού Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη στο Project Syndicate, με τίτλο «Ένα New Deal για την Ελλάδα». Σ’ αυτή τη φράση περικλείεται το βασικό λάθος της κυβερνητικής τακτικής στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές. Την αντιμετωπίζει ως υπόθεση πειθούς. Λες και οι δανειστές είναι παραπλανημένα πλάσματα, που με τα κατάλληλα πειστικά επιχειρήματα θα επανέλθουν στον ορθό δρόμο. Εδώ μπερδεύεται η επικοινωνία και η δημόσια ρητορική με τον «πόλεμο» συμφερόντων και πολιτικής ισχύος. 



Ακόμη κι αν αδιαπραγμάτευτος στόχος είναι ο «έντιμος συμβιβασμός»- η «εντιμότητα» του οποίου θα προκύψει μόνο αν οι αμοιβαίες υποχωρήσεις είναι ισάξιες- , η επίτευξή του είναι αδύνατη χωρίς εκβιασμούς, χωρίς αιφνιδιασμούς, χωρίς υπενθύμιση των εναλλακτικών λύσεων, της όποιας ισχύος διαθέτεις, χωρίς προβολή τού τι ζημιά μπορείς να προκαλέσεις στον αντίπαλο, χωρίς αξιοποίηση κάθε ρήγματος στο στρατόπεδό του. Μπορεί οι λέξεις «αντίπαλος», «πόλεμος» και «στρατόπεδο» να φαίνονται αταίριαστες μεταξύ εταίρων, αλλά οι πλευρές μιας διαπραγμάτευσης είναι εξ ορισμού αντίπαλες μέχρι να συμφωνήσουν. Όσο για τον «πόλεμο», ποιος άλλος χαρακτηρισμός ταιριάζει στον χρηματοδοτικό στραγγαλισμό που ασκούν οι δανειστές στην κυβέρνηση εδώ και τρεις μήνες;  



ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΜΟΝΩΘΗΚΕ;

Ο γερμανός ευρωβουλευτής, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ περιέγραψε χωρίς διπλωματικό σαβουάρ βιβρ το αποτέλεσμα αυτού του τρίμηνου «πολέμου»: «Δεν είναι η Γερμανία απομονωμένη στην Ευρωζώνη, είναι η Ελλάδα», δήλωσε, προσθέτοντας ότι σήμερα «υπάρχουν πιο σοβαρές συζητήσεις για μια έξοδό της από το ευρώ». Ο Βέμπερ συμπυκνώνει με σαρκασμό τον απολογισμό της «επιχείρησης πειθούς». Ο προεκλογικά διακηρυγμένος στόχος απομόνωσης της γερμανικής ηγεσίας ως βασικού εκφραστή της νεοφιλελεύθερης λιτότητας έχει προφανέστατα αποτύχει. Σήμερα βασιλικότεροι του βασιλέως στην εκστρατεία εκβιασμού της κυβέρνησης είναι πολλοί από τους εικαζόμενους συμμάχους. Με πρώτους το ΔΝΤ και την ΕΚΤ.



ΚΛΙΜΑΚΩΝΟΥΝ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟ BULLYING ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΟΙ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ – ΕΚΤ ΚΑΙ ΔΝΤ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΟΥΝ «ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ»


Το Eurogroup στη Ρίγα της Λεττονίας δεν πρόσθεσε πολλά στις γνώσεις μας για τις προθέσεις και την τακτική των δανειστών και κατέδειξε ότι η τακτική της «πειθούς» εξάντλησε τα όριά της. Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης, εκτός του ότι επιβάρυναν το κλίμα που είχαν «ελαφρύνει» οι συναντήσεις Τσίπρα με Μέρκελ, Ολάντ και Γιούνκερ στο περιθώριο της συνόδου κορυφής, πέταξαν και πάλι την μπάλα στην εξέδρα του Brussels Group και του… Atnens Group, ήτοι των εις Χίλτον καταλυόντων τεχνικών κλιμακίων. 

Εν ολίγοις, υποβαθμίζουν την πολιτική διαπραγμάτευση και αναβαθμίζουν την «τεχνική» διαπραγμάτευση, που αποδεικνύεται πιο πολιτική από την άλλη. Με τον τρόπο αυτό, εμμέσως, «ανασταίνουν» την τρόικα και δίνουν την πρωτοκαθεδρία στους κατ’ εξοχήν διαπραγματευτές που έχει απέναντί της η κυβέρνηση: την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Οι υπουργοί της Ευρωζώνης περιορίζονται σε λεκτικούς «προπηλακισμούς» εις βάρος του υπουργού Οικονομικών (σε μια μάλλον προφανή προσπάθεια να προκαλέσουν ακόμη και κυβερνητική κρίση), σε δηλώσεις περί «αργής προόδου με ευθύνη της Ελλάδας» και σε tweets απαξίωσης των ελληνικών θέσεων. Οι αληθινοί διαπραγματευτές παίρνουν τη σκυτάλη των πιέσεων.  



ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ

Η ΕΚΤ έδωσε απάντηση στην έκκληση Μέρκελ «να γίνουν τα πάντα για να μη μείνει η Ελλάδα από ρευστό». «Θα παρέχεται έκτακτη ρευστότητα (σ.σ. ELA), όσο οι τράπεζες παραμένουν φερέγγυες και έχουν επαρκή ασφάλεια», δήλωσε ο Ντράγκι. Ταυτόχρονα, απέκλεισε το ενδεχόμενο μερικής εκταμίευσης της δανειακής δόσης, όπως ζητεί η ελληνική κυβέρνηση. «Έχουμε συμφωνήσει σε πλήρες πακέτο εντός τεσσάρων μηνών», είπε, παραπέμποντας έμμεσα στο μακρύ χρονοδιάγραμμα Σόιμπλε για χρηματοδοτικό βασανιστήριο ακόμη και μέχρι και τις 30 Ιουνίου.
 

Ο Ντράγκι έθεσε και τις τρεις προϋποθέσεις για συμφωνία: Χρειάζεται «διαδικασία» (δηλαδή ολοκλήρωση της αξιολόγησης από τους θεσμούς της πρώην τρόικας), σύγκλιση στο δημοσιονομικό (ήτοι, πρωτογενές πλεόνασμα, στο οποίο έχει ήδη συμφωνηθεί «ευελιξία» στην περιοχή του 1,2%-1,5%) και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (δηλαδή, ιδιωτικοποιήσεις, παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό και στα εργασιακά, περαιτέρω απελευθερώσεις στις αγορές, που είναι τα πεδία στα οποία οι δανειστές θέλουν να υποχωρήσει η κυβέρνηση από τις κόκκινες γραμμές της). Το μίγμα που περιγράφει ο Ντράγκι, ο οποίος ελέγχει απόλυτα το παιχνίδι του χρήματος, είναι μια δόση λιτότητας και νεοφιλελεύθερης πνοής στην ελληνική λίστα μεταρρυθμίσεων. 

 

Ο ΒΑΣΙΚΟΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΗΣ

Ο δεύτερος «κακός μπάτσος» της διαπραγμάτευσης είναι το ΔΝΤ- παραδόξως, κι από αυτό υπήρχαν προσδοκίες «φιλικής» στάσης. Παρ’ ότι η δανειακή συμφωνία που το συνδέει με την Ελλάδα είναι αυτοτελής και δεν έχει σχέση με την παράταση της κύριας δανειακής σύμβασης που συμφωνήθηκε στις 20/2, παρότι η εκταμίευση των δικών του δόσεων ουδόλως εξαρτάται από απόφαση του Eurogroup, είναι αυτό που μπαίνει μπροστά και ζητά, στο πλαίσιο του Brussels Group, από την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις «κόκκινες γραμμές». 

Με εξαίρεση το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, ουσιαστικά απαιτεί συμμόρφωση στο μεταρρυθμιστικό πνεύμα του μνημονίου. Εξ ου και η ένταση με την οποία θέτει ιδιαίτερα το ασφαλιστικό και την περικοπή συντάξεων. 

Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: «Τι σε κόφτει εσένα, κυρία Λαγκάρντ, το με ποιους όρους οι Ευρωπαίοι δανειστές θα δώσουν τη δόση των 7,2 δισ. που τους αναλογεί, αφού εσύ δεν προτίθεσαι να βάλεις το χέρι στην τσέπη, όπως δεν έχεις κάνει εδώ κι ένα χρόνο;» 

Η απάντηση είναι ότι, όπως ο Ντράγκι κρατάει το κλειδί της ρευστότητας, έτσι και η Λαγκάρντ κρατάει το κλειδί της βιωσιμότητας του χρέους και, εμμέσως, της μεγάλης διαπραγμάτευσης που θα γίνει τον Ιούνιο, εφόσον τελεσφορήσει η ενδιάμεση συμφωνία. Όπως σωστά επισημαίνει η Wall Street Journal υπενθυμίζοντας την προϊστορία της ελληνικής «διάσωσης», «η πιο λάθος εκτίμηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ότι η συμφωνία κρινόταν στο Βερολίνο ή στις Βρυξέλλες… 



Το Βερολίνο κρύβεται πίσω από το ΔΝΤ στο θέμα των μεταρρυθμίσεων, αυτό εκπόνησε το πρώτο και το δεύτερο μνημόνιο, το ίδιο θα επιδιώξει και τώρα». Κι αυτό για δύο λόγους: πρώτον, διότι ήταν η ίδια η γερμανική ηγεσία που απαίτησε συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, θέτοντας τον όρο «no IMF, no deal», και δεύτερον διότι, ως εγγυητής της διεθνούς τοκογλυφίας και δεσμευμένο από τους κανόνες του, αυτό πρέπει να διαμορφώσει το πλαίσιο βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους εντός του οποίου θα γίνει η επόμενη αναδιάρθρωσή του, ήπια ή αυθεντική. Και, με πολλούς τρόπους, θα καθορίσει και το μεταρρυθμιστικό αντάλλαγμα αυτής της αναδιάρθρωσης.  



ΜΕΧΡΙ 30ης ΙΟΥΝΙΟΥ;

Αυτά τα δεδομένα πλαισιώνουν ένα ακόμη αγχωτικό και ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα που έχει μπροστά της η κυβέρνηση. Πρώτος σταθμός της το τέλος της επόμενης εβδομάδας, με την πιθανότητα ενός έκτακτου Eurogroup να έχει σχεδόν αποκλειστεί από τους δανειστές, παρότι η κυβέρνηση διαμηνύει ότι είναι αισιόδοξη για συμφωνία σύντομα. 

Επόμενος σταθμός η συνεδρίαση του Eurogroup της 11ης Μαΐου, μια μέρα πριν χρειαστεί να καταβληθεί στο ΔΝΤ σχεδόν 1 δισ. ευρώ. Τρίτος σταθμός η συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου, μια ανάσα από το τέλος του κατά Σόιμπλε χρονοδιαγράμματος, την 30η του Ιουνίου, οπότε και εκπνέει η τετράμηνη παράταση. 



Η τακτική των δανειστών σέρνει τα πράγματα προς αυτό το έσχατο σενάριο, που θα γεφυρώσει την ενδιάμεση με τη μεγάλη διαπραγμάτευση, αλλά με κάκιστους όρους για την ελληνική πλευρά. Αν η κυβέρνηση αντέξει μέχρι τότε χωρίς να υποκύψει στο δέλεαρ μιας αθέτησης πληρωμών προς το ΔΝΤ- και είναι πραγματικό δέλεαρ αυτό-, είναι βέβαιο ότι οι δανειστές θα ενεργοποιήσουν το αρχικό εναλλακτικό τους σχέδιο.

Μαζί με κάποιες διευκολύνσεις στην αποπληρωμή του χρέους (επιμήκυνση και μείωση επιτοκίων), θα επιδιώξουν να επιβάλλουν ένα νέο πακέτο δανεισμού, που θα ανακυκλώνει κυρίως τα μη εκταμιευθέντα, ύψους 25 δισ. και άνω. Το αντάλλαγμα που θα απαιτήσουν; Ένα ακόμη μνημόνιο, όπως κι αν δεχθούν να το ονομάσουν. 



Αυτός είναι ο οδικός χάρτης των δανειστών. Ο οδικός χάρτης της κυβέρνησης θα χρειαστεί προφανώς επαναχάραξη, εφόσον δεν επιβεβαιωθεί η αισιοδοξία της για συμφωνία τις επόμενες εβδομάδες. Μέχρι στιγμής ο κυβερνητικός οδικός χάρτης δεν έχει προβλέψει παρά μόνο συμβολικούς «αιφνιδιασμούς», όπως, για παράδειγμα το ταξίδι στη Μόσχα, τα αποτελέσματα του οποίου σπεύδει να εξουδετερώσει η Κομισιόν με μια διόλου τυχαία «αντιμονοπωλιακή» επίθεση στη Gazprom. Καιρός να δοκιμαστεί κι ένας πιο χειροπιαστός αιφνιδιασμός.


*Δημοσιεύθηκε στο "Δρόμο της Αριστεράς" (25/4) 
[--->]

Τα πρώτα δείγματα της νέας κυβερνητικής ναυτιλιακής πολιτικής....


Νταλακογεώργος Αντώνης

Πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ)
Γενικός Γραμματέας Εργατικού Κέντρου Πειραιά


Κριτήρια για να προβούμε σε μια χρήσιμη αλλά και ουσιαστική κριτική αποτίμηση της νέας κυβερνητικής ναυτιλιακής πολιτικής όπως αυτή εκφράζεται στα πρώτα βήματά της είναι τα παρακάτω:

Συνέπεια του προεκλογικού και προγραμματικού λόγου με αυτήν των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή και κυρίως εν τοις πράγμασι ασκούμενης πολιτικής όπως αυτή υλοποιείται στην παρούσα φάση.

Ταυτόχρονα πρέπει να επισημανθούν οι προτεραιότητες στην ασκούμενη πολιτική εάν αυτές αντιμετωπίζουν θετικά τα προβλήματα των εργαζομένων και υπάρχει ένας συγκεκριμένος σχεδιασμός τόσο για τα άμεσα όσο και για τα μεσομακροπρόθεσμα προβλήματα έτσι ώστε να φαίνεται και να αποδεικνύεται μια αριστερή πολιτική που κατατείνει στην επίλυσή τους.

Παράλληλα μιλώντας για την ναυτιλία είναι εξαιρετικά σοβαρό, επειδή εδώ είναι περισσότερο ευδιάκριτη και οξύτατη η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, τι μέτρα εξαγγέλλονται, σε ποια φάση υλοποιούνται και κατά πόσο σχεδιάζονται οι απαιτούμενες αλλαγές ώστε να υπάρχει όχι μόνο η αντιμετώπιση των ναυτεργατικών και εργατικών προβλημάτων αλλά και αν τίθενται οι βάσεις μέσα από τις αλλαγές στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώθηκε διαχρονικά την περίοδο μετά την μεταπολίτευση, ώστε το εφοπλιστικό κεφάλαιο = μεγάλος πλούτος να πληρώσει και να συμμετέχει επιτέλους ουσιαστικά στα οικονομικά βάρη που του αναλογούν, ιδιαίτερα αυτή την κρίσιμη περίοδο που διέρχεται ο τόπος, ο λαός και οι εργαζόμενοι. 


Συμπληρωματικά πρέπει να σημειώσουμε ως κριτήριο για την ασκούμενη πολιτική εάν και κατά πόσο η κυβέρνηση και οι συναρμόδιοι υπουργοί επιζητούν και επιδιώκουν την συνεργασία με το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα ώστε στηριζόμενοι στους εργαζόμενους να διαμορφώσουν ένα νέο ευνοϊκό πλαίσιο που θα συμβάλει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και κατά συνέπεια στην προώθηση πιο ριζοσπαστικών πολιτικών και αλλαγών στον χώρο της Ναυτιλίας.  
Ορισμένες βασικές διαπιστώσεις, όπως αυτές προκύπτουν κατά την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή για την ψήφο εμπιστοσύνης της νέας κυβέρνησης, είναι ότι οι προεκλογικές θέσεις του κόμματος, ιδιαίτερα για την ποντοπόρο ναυτιλία, έχουν υποστεί ριζική αλλαγή και αλλοίωση αφού σε αυτές δεν αναφέρεται ούτε λέξη για το σημερινό θεσμικό πλαίσιο που θεσπίστηκε την μεταπολεμική περίοδο, ενισχύθηκε και διευρύνθηκε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο απ όλες τις κυβερνήσεις με αποτέλεσμα το εφοπλιστικό κεφάλαιο να απολαμβάνει ένα σκανδαλώδες προνομιακό καθεστώς που αγγίζει και ξεπερνάει τα όρια της επιχειρηματικής ασυδοσίας.
 
Πράγματι προκαλεί οργή η προκλητική παράλειψη στις προγραμματικές δηλώσεις της οποιασδήποτε αναφοράς για την φοροασυλία των εφοπλιστών με τις 59 φοροαπαλλαγές τους και το σκανδαλώδες φορολογικό καθεστώς που απολαμβάνουν.

Υπενθυμίζουμε ότι τον Ιούνη του 2014 σε σχετική επερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Βουλή το σημείο αυτό ορθά είχε αναδειχθεί σε κεντρικό πρόβλημα και τονίστηκε ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση θα τερματίσει τη φορολογική ασυδοσία των εφοπλιστών και ταυτόχρονα θα επανεξετάσει από μηδενική βάση τις φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών. Ουδεμία αναφορά στις προγραμματικές για ναυτιλιακή πολιτική στα διεθνή φόρουμ που όλα αυτά τα χρόνια η εκάστοτε κυβέρνηση συμπορεύεται απόλυτα με τις θέσεις του εφοπλιστικού κεφαλαίου. 

Να υποθέσουμε ότι είναι τυχαία αυτή η παράλειψη ή ότι το θέμα παραπέμπεται για τις καλένδες ή στο αόριστο και μακρινό μέλλον; 

Δεύτερο κρίσιμο σημείο που αφορά τη διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στις προεκλογικές του δεσμεύσεις αφορά την απασχόληση Ελλήνων Ναυτικών με σαφή αναφορά σε αυτές ότι η επάνδρωση των ελληνικών πλοίων πρέπει να γίνεται με Έλληνες ναυτικούς καθώς επίσης να εφαρμόζεται απαρέγκλιτα η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση δουλειά στα ελληνικά πλοία.
Στις προγραμματικές δηλώσεις η θέση αυτή υπέστη οβιδιακή μεταμόρφωση και πλέον η αναφορά γίνεται ευχολόγιο περί "ενίσχυσης της απασχόλησης". Ο Αναπληρωτής Υπουργός Ναυτιλίας κ. Δρίτσας σε συνάντηση με εκπροσώπους συνδικάτων συνέστησε η αναμόρφωση της επάνδρωσης (οργανικές συνθέσεις) δεν μπορεί να γίνει με νομοθετική ρύθμιση αλλά πρέπει να αποτελέσει σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ εφοπλιστών και ναυτεργατών!!! 

Στην ουσία με τη θέση αυτή απεμπολεί την αυτονόητη πολιτική δέσμευση να εφαρμόσει τις προγραμματικές θέσεις, αγνοεί ότι οι μειώσεις των θέσεων εργασίας έγιναν όλες από το 1983 έως το 2006 με κυβερνητικές πολιτικές αποφάσεις, πετάει τη μπάλα στην εξέδρα όσον αφορά τις πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησης και του ίδιου προσωπικά και ταυτόχρονα στέλνει το μήνυμα στο εφοπλιστικό κεφάλαιο ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να μεταβάλει το θεσμικό πλαίσιο σε ότι αφορά την απασχόληση ελλήνων Ναυτικών!!! 
Κατά τα λοιπά τι αξία έχουν οι κορόνες περί ενίσχυσης της απασχόλησης;  Μόνο ως επικοινωνιακά τεχνάσματα μπορεί να ληφθούν υπόψη.
Άραγε πόσο γνωρίζει ο κ. Δρίτσας ότι η όποια αύξηση της απασχόλησης των ελλήνων ναυτικών θα έχει ουσιαστικά πολλαπλασιαστικά οφέλη για την χώρα και την εθνική οικονομία με την μείωση της μάστιγας της ανεργίας (που ξεπερνάει το 50% στη ναυτιλία), με την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών στα ταμεία των ναυτικών ΝΑΤ - ΚΕΑΝ κ.λπ (τα οποία επιδοτούνται σε ετήσια βάση από τον κρατικό προϋπολογισμό με ένα δις ευρώ), με την παραπέρα αύξηση του ναυτιλιακού συναλλάγματος το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος είναι από τους μισθούς των ναυτικών και σύμφωνα με επίσημα στοιχεία το 1/3 του συνολικού συναλλάγματος που εισέρχεται στη χώρα είναι το ναυτιλιακό!!

Τρίτο. Τις ίδιες ακριβώς παραμορφώσεις υπέστησαν και οι πάγιες θέσεις του κόμματος που αφορούν το καμποτάζ για τα κρουαζιερόπλοια, την επανασύσταση του Οίκου Ναύτη, την αυτοτέλεια των ασφαλιστικών μας Ταμείων.
 
Τέταρτο. Ένας άλλος κρίσιμος τομέας γύρω από τον οποίο υπάρχει σαφής μεταβολή των προεκλογικών θέσεων είναι η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ.  Ήδη η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή, σε αντίθεση με τα όσα διακήρυττε προεκλογικά, αποδέχθηκε DE FACTO τη σύμβαση και συμφωνία με την COSCO για την επέκταση της προβλήτας ΙΙ ενώ με δηλώσεις του ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης δήλωσε ότι η "ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ θα προχωρήσει όπως και η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου του 67%".

Οι έντονες αντιδράσεις που προκλήθηκαν σε κυβερνητικό - πολιτικό επίπεδο αλλά και η παρέμβαση συνδικάτων, αυτοδιοικήσεων, κοινωνικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων ανάγκασε τον κύριο Δραγασάκη σε μερική αναδίπλωση. 
Η αναδίπλωση αυτή, εάν και εφόσον δρομολογηθεί, ανατρέπει επίσης ριζικά τις πάγιες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα του ΟΛΠ και θεωρούσε το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας μας βασικό μοχλό για την ανάπτυξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα επίσημα έγγραφα προς τους θεσμούς αλλά και τις δεσμεύσεις στην Κινέζικη κυβέρνηση η διαδικασία θα συνεχισθεί για την πώληση ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΛΠ.  Η νέα αφήγηση περί πολυμετοχικότητας, κοινοπραξίες, συμπράξεις αποσκοπούν στο να κατευνάσουν τις αντιδράσεις και εκείνο που μένει είναι το ποσοστό που τελικά θα διατηρήσει το Δημόσιο.  

Εάν το ποσοστό που θα κρατήσει το Δημόσιο θα είναι 10% ή 17% ή η διάθεσή του γίνει σε δύο δόσεις ή εάν το τίμημα είναι πιο βελτιωμένο για το ξεπούλημα του ΟΛΠ ή ακόμη και αν διασφαλιστούν από τον επενδυτή - αγοραστή τα όσα διεκδικούσε και το μνημονιακό μπλοκ Ν.Δ - ΠΑΣΟΚ (Ακτοπλοΐα - εργατικά μισθολογικά θέματα κ.λπ) αυτό αποτελεί μια λεπτομέρεια μπροστά στο γεγονός ότι όλα δείχνουν ότι το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας θα περάσει σε ιδιωτικά μονοπωλιακά συμφέροντα και η κυβέρνηση θα βάλει τη δική της υπογραφή σε μια τέτοια επαίσχυντη πράξη η οποία θα έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις στη χώρα, στην οικονομία, στην κοινωνία του Πειραιά, στο περιβάλλον, στις εργασιακές σχέσεις αλλά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στην ουσία θα αποκόψει τις τοπικές κοινωνίες ακόμη και την πρόσβασή τους στον νέο ΟΛΠ των μονοπωλιακών ομίλων!!! 

Είναι πασιφανές ότι οι πολυεθνικές και τα μονοπώλια υπολογίζουν και επενδύουν για την ανάπτυξη και την ενίσχυση της κερδοφορίας  τους.

Η σύντομη επιγραμματική αυτή αναφορά αναδεικνύει και πείθει και τον πλέον δύσπιστο (και τέτοιοι υπάρχουν που διατυπώνουν ενστάσεις ότι δήθεν είναι πρόωρο και βιαστικό να βγάλουμε τόσο νωρίς συμπεράσματα για την ασκούμενη πολιτική στην Ναυτιλία) ότι οι παλινωδίες, οι παραπάνω μεταμορφώσεις, και οι μεταλλάξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή η κυβερνητική ναυτιλιακή πολιτική ούτε νέα είναι ούτε σε καμιά περίπτωση συνάδει με τις θέσεις της αριστεράς και αυτονόητο δεν είναι ούτε ανατρεπτική ούτε ριζοσπαστική. 

Προφανώς οι παραμορφώσεις αυτές οδηγούν σε μια διαχείριση της σημερινής κατάστασης και στη συνέχιση μιας πολιτικής η οποία αφήνει άθικτο και αλώβητο το εφοπλιστικό κεφάλαιο σε μια περίοδο που οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι, τα μικρομεσαία στρώματα υφίστανται τις συνέπειες της καταστροφικής μνημονιακής πολιτικής. 
   
Σχετικά με τις επιλογές των προσώπων που αποφάσισε η νέα πολιτική ηγεσία να πορευθεί δεν μας προκαλεί εντύπωση ότι στην βασική ομάδα συμμετέχουν πρόσωπα τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την αριστερά και τους αγώνες της αντίθετα έχουν διαπρέψει με τον δημόσιο λόγο τους να εξυμνούν το εφοπλιστικό κεφάλαιο και να θέτουν στην υπηρεσία των συμφερόντων του την επιστημονική γνώση και κατάρτισή τους ή ακόμη χειρότερα να έχουν προσφέρει τις υπηρεσίες τους απ ευθείας σαν στελέχη των εφοπλιστικών οργανώσεων!!!

Αφήσαμε για τελευταίο να σχολιάσουμε την σχέση που διαμορφώνει και οικοδομεί η νέα ηγεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας με τους βασικούς συντελεστές του λεγόμενου ναυτιλιακού "θαύματος", που είναι οι εργαζόμενοι και οι Ναυτεργάτες και οι οποίοι στην οργάνωση, στον σχεδιασμό, στην εκπόνηση και στην εφαρμογή της Ναυτιλιακής, Λιμενικής κ.λπ πολιτικής όχι μόνο δεν έχουν λόγο αλλά οι θέσεις, οι προτάσεις και οι παραινέσεις του αυτόνομου ταξικού κινήματος αγνοούνται παντελώς ενώ επιδιώκεται η προνομιακή επικοινωνία με δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού οι οποίες για άλλη μια φορά καλούνται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προκειμένου να μείνει ανέπαφο το αντιδραστικό και αντιδημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας τόσο στο συνδικαλιστικό επίπεδο όσο και στην Ναυτική νομοθεσία.

Αυτό αφορά όχι μόνο  την ναυτεργασία αλλά και τους εργαζόμενους στα ΝΠΔΔ και στο Υπουργείο Ναυτιλίας που διαπιστώνουν μια αδικαιολόγητη ολιγωρία στην λήψη αποφάσεων σε υπαρκτά και επείγοντα προβλήματα. Ταυτόχρονα η νοοτροπία, η πολιτική, αλλά και τα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση παραμένουν τα ίδια και απαράλαχτα.


Ουσιαστικά το μόνο σοβαρό θέμα που κλήθηκε να διαχειριστεί η ηγεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας ήταν αυτό της απλήρωτης ναυτικής εργασίας και τα δείγματα που έδωσε ως τώρα είναι μόνο αρνητικά, τόσο σε επίπεδο χειρισμών όσο και αποφάσεων, και εάν δεν κάνει δεκτές βασικές προτάσεις, που έχουν διατυπωθεί πολύ έγκαιρα και πολύ πριν κατατεθεί για διαβούλευση η νομοθετική διάταξη για το θέμα αυτό, προβλέπουμε ότι θα αναπαράγει τα αδιέξοδα αλλά και την μετωπική σύγκρουση με τους απλήρωτους Ναυτεργάτες και το συνδικαλιστικό κίνημα.

Δυστυχώς η πείρα των τριών τελευταίων ετών στο πρόβλημα αυτό για το οποίο έγιναν 7 απεργιακές κινητοποιήσεις και εκατοντάδες επισχέσεις εργασίας (μόνο η ΠΕΝΕΝ έκανε 42 επισχέσεις το 2014) δεν αξιοποιήθηκαν, δεν αξιολογήθηκαν ενώ η νομοθετική ρύθμιση που διατυπώθηκε κρίθηκε ανεπαρκέστατη και καθυστερεί τραγικά.

Από την σύντομη αυτή παρουσίαση (όσο και αν κάποιοι ενοχλούνται) το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι ότι η ακολουθούμενη πολιτική ούτε αριστερή είναι και πολύ περισσότερο ριζοσπαστική και ανατρεπτική. Προφανώς κινείται στην ίδια κατεύθυνση υπεράσπισης των προνομίων του εφοπλιστικού κεφαλαίου και των επιχειρηματικών τους συμφερόντων. 
  
Σε κάθε περίπτωση οι ιδέες, οι απόψεις, οι θέσεις του ταξικού κινήματος στη Ναυτιλία δεν πρόκειται να υποστούν ούτε αλλοιώσεις, ούτε την παραμικρή παραμόρφωση ούτε πολύ περισσότερο θα υποκύψει σε φωνές για μια "νέα συμφωνία με τον εφοπλισμό με βάση την ασκούμενη κυβερνητική ναυτιλιακή πολιτική"

Τον δρόμο του συμβιβασμού, της ταξικής συνεργασίας, την αποδοχή του δόγματος της ανταγωνιστικότητας  του εφοπλιστικού κεφαλαίου, την διατήρηση του σημερινού αποικιοκρατικού καθεστώτος το οποίο και η νέα κυβέρνηση αφήνει άθικτο θα βρει κατηγορηματικά αντίθετο τον κόσμο της εργασίας στον χώρο της Ναυτιλίας. Το αυτόνομο ταξικό ναυτεργατικό κίνημα θα την αντιπαλέψει με όλες τις δυνάμεις του!!!  

ακρότητες

Ακούγεται συνέχεια οτι δεν έγινε τίποτα με την Ελλάδα τόσο καιρό. Τίποτα δεν είναι η σωστή λέξη.

Λάθος ίσως είναι η σωστότερη. Και σε αυτό το λάθος υπάρχει και μέλλον απο ότι φαίνεται. 

Η πορεία του ελληνικού ΑΕΠ είναι στο πιο κάτω γράφημα και δείχνει την τόσο ακραία συμπεριφορά στην μεταβολή του. 

Αλλού  τα πράγματα είναι πιο ήπια, για αυτό και οι αντίστοιχες εντάσεις εκεί μικρότερες. Απλώς καμπύλες,σημεία και αναστάτωση...




 

ΑΕΠ Ελλάδας -25%
ΑΕΠ Ιρλανδίας -6%
ΑΕΠ Ισπανίας -5%
ΑΕΠ Πορτογαλίας -3%
ΑΕΠ Ιταλίας -1%

[--->] 

Γιατί να φωνάξει ο Ραχόι και ο Πορτογάλος πρωθυπουργός ;

Ασφαιρα:Πρόσεχε τι λες γιατί θα σε μαυρίσω

 Οι επιπτώσεις του ψηφιακού μονοπωλίου της Digea
digea-fb

Σήμερα το πρωί έπεσε το σήμα της Digea, του παρόχου δικτύου δηλαδή που πλήρωσε τα 18,6 εκατ. ευρώ και πήρε από το ελληνικό κράτος τον Φεβρουάριου του 2014, επί συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ το σύνολο των ψηφιακών συχνοτήτων για τα επόμενα 15 χρόνια. Το σήμα της Digea έπεσε για “τεχνικούς λόγους”, πρόβλημα στην τροφοδοσία και την ψηφιοποίηση σήματος, ανακοίνωσε η ίδια η εταιρεία στη σελίδα της στο face book. (παρακάτω η ανακοίνωση).

Η χαμένη τιμή του ΔΝΤ και το «λάθος» που ήταν caso pensato

Γιατί απολύσεις και συλλογικές συμβάσεις είναι προαπαιτούμενα

tου Γεράσιμου Ποταμιάνου
 
Είναι γνωστό ότι οι δανειστές στις διαπραγματεύσεις απαιτούν υιοθέτηση διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές εργασίας, που υποτίθεται ότι θα βελτιώσουν μακροπρόθεσμα τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Όμως η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (Απρίλιος 2015) αναιρεί την αξιοπιστία των μέτρων αυτών, τα οποία θα μειώσουν περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση, αυξάνοντας την ύφεση. Στη μελέτη (World Economic Οutlook) συμπεραίνεται πως δεν υπάρχει απόδειξη ότι μεταρρυθμίσεις που απορρυθμίζουν την αγορά εργασίας έχουν θετικά αποτελέσματα στην αύξηση της παραγωγικότητας και των αναπτυξιακών δυνατοτήτων σε μια οικονομία.

Το γεγονός ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας (ελάχιστος μισθός, κατάργηση συλλογικών διαπραγματεύσεων κ.λπ.) αποτελεί βασικό συστατικό των συνταγών του ΔΝΤ στις διαπραγματεύσεις προκαλεί σοβαρά ερωτηματικά για την αξιοπιστία των απαιτήσεων και την ύπαρξη πολιτικών σκοπιμοτήτων στον χειρισμό της ευρωπαϊκής κρίσης και των προγραμμάτων «διάσωσης».

Με βάση τη συνηθισμένη οικονομετρική μεθοδολογία, οι υπηρεσίες του ΔΝΤ διαπιστώνουν ότι η παραγωγικότητα και η οικονομική ανάπτυξη προωθούνται με εργατικό δυναμικό υψηλής κατάρτισης, με προώθηση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας, επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης και μείωση της ρύθμισης στις αγορές προϊόντων. Δεν διαπιστώνεται κανένας όμως συσχετισμός της παραγωγικότητας με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Το σημείο αυτό είναι σημαντικό, διότι από το 2000 με τη Στρατηγική της Λισσαβώνας, όταν η ΕΕ αποφάσισε να προωθήσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών, μερικοί άρχισαν να προωθούν την άποψη ότι η ελαστικότητα στην αγορά εργασίας είναι απαραίτητη για την προώθηση της καινοτομίας. Εάν δηλαδή οι επιχειρήσεις μπορούσαν να απολύουν εύκολα εργαζόμενους, τότε νέες και καινοτόμες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να προσλάβουν τους εργαζόμενους που χρειάζονται για να αναπτυχθούν.

Με την ίδια λογική, όσο μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις μισθών δημιουργούνται όταν η Ευρώπη απαλλαγεί από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας τόσο περισσότερο οι επιχειρήσεις απαλλάσσονται από τους εργαζόμενους σε παρακμάζοντες βιομηχανικούς κλάδους και μειώνουν τους μισθούς στις «επιχειρήσεις του μέλλοντος».

Βεβαίως, αυτή είναι η παλιά θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής» του Σουμπέτερ μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, η κυρίαρχη σκέψη στην οικονομική πολιτική που προωθήθηκε τα τελευταία χρόνια θεωρεί πως η λεγόμενη ακαμψία στην αγορά εργασίας ευθύνεται για την ανεργία. Και ότι η απορρύθμιση αποτελεί την κατάλληλη πολιτική. Αυτή η ορθοδοξία, ότι η απορρύθμιση είναι η παγκόσμια λύση για την ανεργία, έχει αμφισβητηθεί σοβαρά από πολλές μελέτες, που θεωρούν ότι στις αδύναμες οικονομίες, όπως η ελληνική, η ανεργία οφείλεται σε μακροοικονομικούς παράγοντες.

Είναι προς τιμήν, λοιπόν, της υπηρεσίας του ΔΝΤ που ανατρέπει τον μύθο στην έκθεση που αποτελεί τη ναυαρχίδα του χρηματοοικονομικού κόσμου. Ο ΟΟΣΑ, επίσης, το 2006, βρήκε πως δεν υπήρχε καμιά συσχέτιση μεταξύ ανεργίας και ρυθμίσεων για την προστασία της απασχόλησης και ότι το επίπεδο του ελάχιστου μισθού και οι κεντρικές συλλογικές διαπραγματεύσεις δεν έχουν στατιστική συσχέτιση με την ανεργία.

Όμως η Κ. Λαγκάρντ επιμένει ότι η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει την αδιέξοδη πολιτική λιτότητας. Η εξήγηση θα πρέπει να αναζητηθεί στο περίφημο «λάθος» του ΔΝΤ. Όταν τον Απρίλιο του 2010 οι ευρωπαίοι εταίροι συμφώνησαν με την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου για την αντιμετώπιση του ελληνικού «προβλήματος», κάλεσαν το ΔΝΤ να βοηθήσει με την τεχνογνωσία του σε χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Η απόφαση που τότε ελήφθη, υπό την πίεση των δανειστών, ήταν η μη άμεση αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά η μεταφορά του από τον ιδιωτικό τομέα στον δημόσιο. Ο ιδιωτικός τομέας ήταν σε ποσοστό σχεδόν 80% μια γερμανική (DB) και μια γαλλική (BNP) τράπεζα, ενώ ο δημόσιος τομέας οι ευρωπαϊκές χώρες και τα χρηματοοικονομικά εργαλεία τους (EFSF).

Η απόφαση του ΔΝΤ να προταθεί νέος δανεισμός με το Μνημόνιο ώστε να πληρωθούν οι τράπεζες στο ακέραιο με καθαρά χρηματοπιστωτικά κριτήρια ήταν λανθασμένη, καθώς ένα πρόβλημα αξιόχρεου αντιμετωπίσθηκε ως πρόβλημα ρευστότητας. Η απόφαση αυτή θεωρείται ότι ήταν προφανώς επηρρεασμένη από την επιθυμία διάσωσης των τραπεζών, παρά το γεγονός ότι η εξυπηρέτηση του χρέους δεν ήταν δυνατόν να γίνει χωρίς απάνθρωπη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Υπενθυμίζεται ότι τότε πολλοί ζήτησαν μια άμεση αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους. Μεταξύ αυτών ήταν και αρκετά μέλη του ΔΣ του ΔΝΤ (Ελβετία, Βραζιλία κ.λπ.) και ο Karl Otto Pohl, πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων και ένας από τους αρχιτέκτονες του ευρώ.

Σήμερα, το πρόβλημα που προσπέρασε το «λάθος» επανεμφανίζεται και αποτελεί τον πυρήνα της διαπραγμάτευσης. Οι ασιατικές οικονομίες, που έχουν την εμπειρία της κρίσης του 1987 και οι αναπτυσσόμενες χώρες, με την πείρα των ανελαστικών δανειακών όρων, θεωρούν πως κύριος στόχος του ΔΝΤ είναι η προστασία των διεθνών πιστωτών και όχι τόσο η ανάπτυξη και ανάκαμψη των χωρών που υποφέρουν από την κρίση. Είναι, αλήθεια, γεγονός πως το 95% των δανεικών της τελευταίας πενταετίας κατευθύνθηκε στους πιστωτές και αύξησε το δανειακό βάρος. Έτσι συνεχίζεται η διαπραγμάτευση και μετά τη Ρίγα, καθώς οι δανειστές δεν επιθυμούν να αναγνωρίσουν ότι το «λάθος» ήταν caso pensato.

  [--->]

Βλέπε και:  Η επισφάλεια  δεν αναπτύσσει την οικονομία. Αφού το παραδέχεται και το ΔΝΤ... 
                  Το μεγάλο λάθος του ΔΝΤ στην Ελλάδα