Ακυβέρνητες Πολιτείες: 1"Λέσχη" 2."Αριάγνη",... Στρατής Τσίρκας


Κάτω απ' τον γενικό τίτλο «Ακυβέρνητες Πολιτείες» περιλαμβάνονται τρία μυθιστορήματα του Στρατή Τσίρκα που εκδόθηκαν αντίστοιχα «Η Λέσχη» 1961, «Αριάγνη» 1962 και «Η Νυχτερίδα» 1965. Μια τριλογία λοιπόν μυθιστορημάτων που αναφέρονται και σε μια τριλογία θεμάτων (Ιστορία, πολιτική, έρωτας), σε μια τριλογία πόλεων (Ιεροσόλυμα, Κάϊρο, Αλεξάνδρεια, σε μια τριλογία λαών (Έλληνες, Ευρωπαίοι-Εγγλέζοι, Αιγύπτιοι) γραμμένων όλων αυτών σε μια τριλογία αφηγηματικών προσώπων (α! πρόσωπο, β! ενικό, γ! πρόσωπο).

Πιο συγκεκριμένα ο αφηγηματικός χρόνος και των τριών μυθιστορημάτων περιστρέφεται κυρίως γύρω απ' τα δραματικά γεγονότα του Β! Παγκοσμίου Πολέμου που βίωσαν οι Έλληνες που βρέθηκαν στη Μέση Ανατολή τότε και τα οποία αποτέλεσαν την απαρχή άλλων πιο δραματικών γεγονότων που έζησαν οι Έλληνες μετά την απελευθέρωση τους από τους Γερμανούς!

Γεγονότα λίγο πολύ άγνωστα στο ευρύ κοινό, που επέλεξε να απαθανατίσει με τη γραφή του ο Στρατής Τσίρκας (1911-1980) ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηανδρέου, όντας ο ίδιος Αιγυπτιώτης και ζώντας από κοντά τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, που τον σημάδεψαν.

Ως μέλος του αριστερού κινήματος στέκεται κριτικά απέναντι σε πρακτικές και πρόσωπα που ανήκαν τόσο στο δεξιό όσο και στον αριστερό πολιτικό χώρο της εποχής του. Προβληματίζεται επίσης γύρω από το δίλημμα (πολιτική) Δράση ή Τέχνη, το οποίο παρουσιάζεται στη «Αριάγνη» και στη "Νυχτερίδα".


Με τη γραφή του ο Τσίρκας ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την Ιερουσαλήμ, το Κάϊρο και την Αλεξάνδρεια μέ το φυσικό και κοινωνικό τους περιβάλλον μεταδίδοντας μας όλη εκείνη την ιδιαίτερα χρωματισμένη ατμόσφαιρα των πόλεων αυτών της Μέσης Ανατολής, οι οποίες είχαν καταντήσει ακυβέρνητες πολιτείες κατά τη διάρκεια του πολέμου λόγω των πολλών εξουσιών που υπήρχαν εκεί τότε και οι οποίες νέμονταν την περιοχή.
Τίτλος παρμένος από το ποίημα «ο Στρατής ο Θαλασσινός στη Νεκρά θάλασσα» του Σεφέρη, «Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία/ Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς», όταν κι οι δυο βρέθηκαν εκεί ως πρόσφυγες εγκαταλείποντας το Κάϊρο που κινδύνευε. Ο Σεφέρης  ήταν επικεφαλής του Γραφείου Τύπου της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.

Ο Τσίρκας είχε δηλώσει ότι δεν γράφει ιστορικό μυθιστόρημα αλλά καταγράφει με ευαισθησία τις επιπτώσεις της Ιστορίας στον ψυχισμό και στη συμπεριφορά των ανθρώπων που βίωσαν το Β! Παγκόσμιο στη Μέση Ανατολή.

Άλλοι ήρωες του συμμετέχουν στα γεγονότα και προσπαθούν να τα επηρεάσουν, άλλοι απλώς  παρακολουθούν τις εξελίξεις με αγωνία ενώ οι μεγάλες μάζες των απλών ανθρώπων  μένουν σχετικά αδιάφοροι απορροφημένοι από την καθημερινότητα τους.


Η Ιστορία όμως είναι παντού παρούσα. Τα ιστορικά γεγονότα (στρατιωτικά, πολιτικά, διπλωματικά) φτάνουν στον αναγνώστη μέσα από τα λόγια των ηρώων της τριλογίας «εκτίθενται αποσπασματικά με μεγάλα άλματα ή με παλινδρομήσεις στο χρόνο ή διασκευάζονται για τις ανάγκες του μύθου» όπως σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης Χρύσα Προκοπάκη στο Φιλολογικό Σημείωμα που συνοδεύει την τριλογία.

Αυτό δυσκολεύει τον αναγνώστη να κατανοήσει αμέσως το ιστορικό πλαίσιο του έργου, γι αυτό συνοδεύεται η τριλογία κι από ιστορικό Σημείωμα. Για τις ανάγκες λοιπόν κατανόησης της τριλογίας παραθέτω βασικά ιστορικά στοιχεία που δεν ξεφεύγουν από το πνεύμα του παραπάνω ιστορικού Σημειώματος.

Το Μέτωπο της Μέσης Ανατολής αποτελούσε νευραλγικό σημείο για τους εμπόλεμους του Β! Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της γεωγραφικής του θέσης ως σταυροδρόμι ηπείρων και λόγω των αραβικών πετρελαίων της περιοχής.
Οι γερμανικές δυνάμεις υπό τον Ρόμελ απειλούν να κατακτήσουν την Αίγυπτο και μετά τα Ιεροσόλυμα ενώ οι Συμμαχικές δυνάμεις υπό τον Μοντγκόμερυ αμύνονται. Η νικηφόρα για τους Συμμάχους μάχη του Ελ Αλαμέιν (Οκτώβρης 1942) έξω από την Αλεξάνδρεια καθώς και η νίκη των Ρώσων στο Στάλινγκραντ λίγους μήνες αργότερα (Γενάρης 1943) ανατρέπουν το σκηνικό υπέρ της νίκης των Συμμάχων.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα τώρα το ΕΑΜ κι ο ΕΛΑΣ πρωτοστατούν στην Αντίσταση κατά των Γερμανών απελευθερώνοντας τμήματα της ορεινής Ελλάδας με αποτέλεσμα να κερδίσουν με το μέρος τους μεγάλες μάζες του πληθυσμού και να  σχηματίσουν την ΠΕΕΑ, αλλιώς «κυβέρνηση του βουνού» το Μάρτη του 1944.

Αντίθετα η επίσημη κυβέρνηση Τσουδερού με το βασιλέα έχει εγκαταλείψει την Ελλάδα κι έχει εγκατασταθεί στο Κάϊρο από τον Απρίλη του 1941 ως τον Απρίλη του 1944. Έχουν μετακινήσει μαζί τους στη Μέση Ανατολή και τους περισσότερους αξιωματούχους του ελληνικού Στρατού, οι οποίοι είναι χωρισμένοι κυρίως σε βασιλομεταξικούς και βενιζελικούς, κι όλοι μαζί απαρτίζουν την Πρώτη και τη Δεύτερη Ελληνική Ταξιαρχία.

Οι Ταξιαρχίες αυτές ήρθαν στη Μέση Ανατολή για να συνεχίσουν τον πόλεμο τώρα δίπλα στους Συμμάχους κατά των φασιστικών δυνάμεων του Άξονα. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β! κι όσοι τον στήριζαν και τους στήριζε (μεταξικό καθεστώς και Άγγλοι) ήθελαν να τις χρησιμοποιήσουν όμως ως μέσον για να επιβάλλουν τις πολιτειακές επιλογές του (δηλαδή τη μοναρχία) στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση της.  

 Γι αυτό η τύχη των Ταξιαρχών αποτέλεσε πεδίο ίντριγκας και ένα από τα βασικά θέματα της τριλογίας "Ακυβέρνητες Πολιτείες" του Τσίρκα.  


Ειπώθηκε προηγουμένως ότι κατά τα μέσα του πολέμου άρχισε να διαφαίνεται η ήττα του Χίτλερ και η ισχυροποίηση των αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα, και το ζήτημα που ετέθη τότε ήταν: ποιο θα είναι το πολιτειακό και πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας μετά την απελευθέρωση της από τους Γερμανούς;

Η εξόριστη κυβέρνηση που έχει την υποστήριξη αστικών δυνάμεων και της Αγγλίας ή η κυβέρνηση του βουνού που στηρίζεται στις αριστερές δυνάμεις; Χάσμα ιδεολογικό και πολιτικό χωρίζει τις δυο κυβέρνήσεις. Ή μια τρίτη λύση μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας; τελικά Μοναρχία ή Δημοκρατία;

Το ζήτημα είναι φλέγον απασχολεί τους Εγγλέζους και τον Τσώρτσιλ,  τον βασιλιά Γεώργιο Β! της Ελλάδας και τους προσκείμενους του φιλομεταξικούς αξιωματικούς του στρατού αλλά και την ελληνική Αριστερά, το ευρωπαϊκό αριστερό κίνημα, τη Μόσχα ακόμα και γενικά κάθε Έλληνα, διότι η επιλογή αυτή θα καθορίσει το μέλλον της Ελλάδας και τις σφαίρες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων της εποχής!

Αυτό το κρίσιμο σημείο της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας από τα μέσα περίπου του Β! Παγκοσμίου πολέμου ως το τέλος του επιλέγει ο Τσίρκας να μας αφηγηθεί. Η Λέσχη λειτουργεί ως προοίμιο της τριλογίας, κατά τη γνώμη μου, ενώ στην "Αριάγνη" και στην "Νυχτερίδα" παρουσιάζεται όλο το παρασκήνιο των πολιτικών ζημώσεων για το "ελληνικό ζήτημα" που ο έλεγχος ή μη των Ελληνικών Ταξιαρχιών θα καθόριζε και θα σημάδευε τη μεταπολεμική ελληνική ιστορία!


1. «Η ΛΕΣΧΗ»

Βρισκόμαστε στα Ιεροσόλυμα, Ιούνης 1942, ενόσω μαίνεται ο Β! Παγκόσμιος Πόλεμος. Με επίκεντρο την πανσιόν της γερμανίδας Άννας Ρόζενταλ-Φέλντμαν στη γερμανική συνοικία (!) της πόλης παρουσιάζεται το ετερόκλητο πλήθος που έχει καταφθάσει στην ελεύθερη ακόμα Ιερουσαλήμ από διαφορετικές φυλές του κόσμου, ο καθένας με τη δική του διαδρομή και το δικό του στόχο.

Πολωνοεβραίοι πρόσφυγες σαν τη Ρόζα Χλιάσκα με τα παιδιά και την πεθερά της, ο πρώην υπουργός της Αυστρίας, θαυμαστής των Αψβούργων Χανς Μπομπρετσμπεργκ  με την πανέμορφη νεαρά γυναίκα του Έμμη, η γαλλορουμάνα Μισέλ Ραπέσκου, ένα νεαρό ζευγάρι από την Υεμένη, ο Έλληνας Μάνος Καλογιάννης, ψεύτικο όνομα του Σιμωνίδη αστού από την Κηφισιά με αριστερές πεποιθήσεις όμως, εκ των πρωταγωνιστών σε ολόκληρη την τριλογία, κι άλλοι.

Γύρω από αυτούς κινείται πάλι ένα ετερόκλητο πλήθος  αξιωματούχων και πρακτόρων του αμερικάνικου στρατού, της αγγλικής Ιντέλλιτζενς Σέρβις αλλά και Άγγλοι που προβληματίζονται για τα πολιτικά ζητήματα της εποχής τους, όπως ο καθηγητής ελληνιστής Ρούμπυ Ρίτσαρντς, η λαίδη Νάνσυ Κάμπελ κι ο εραστής της Ρον Φίλποτ.



Επίσης ξεχωρίζουν οι Έλληνες Αδάμ, άτομο υπόπτου ηθικής υποστάσεως (μαυραγορίτης, ρουφιάνος) και ο αριστερός Γαρέλας που τίμησε την Αριστερά σε αντίθεση με το λεγόμενο "Ανθρωπάκι" που τυχαίνει να είναι στέλεχος του Κόμματος, με σταλινική νοοτροπία.



«Μια Βαβέλ της εμπόλεμης ανθρωπότητας» αποτελούν όλοι αυτοί, σχολιάζεται στο ιστορικό Σημείωμα, που συναντώνται σ’ αυτό το «στρατόπεδο τράνζιτο», όπως αποκαλεί ο συγγραφέας τα Γεροσόλυμα «όπου κανένας δεν ξέρει με τί ανθρώπους γνωρίζεται, μήτε μπορεί να διαλέξει, μήτε να κρατήσει κοντά του εκείνος που προτιμάει [...] που άλλοι αποφασίζουν για τις αφίξεις, τις συναντήσεις, τις αναχωρήσεις, πάνω σε σχέδια που μήτε καν τα φανταζόμαστε, κι ωσότου να το καταλάβουμε ήτανε πια πολύ αργά».’Ερωτες, φιλίες, πάθη, συμφέροντα υλικά και πολιτικά, συμπάθειες κι  αντιπάθειες δένουν τους ανθρώπους αυτούς γι ένα χρονικό διάστημα που ο φόβος του πολέμου το χρωματίζει διαφορετικά!

Πρωταγωνιστής, θα έλεγα, είναι η ίδια η πόλη της Ιερουσαλήμ ως φύση κι ως ιστορία του παρελθόντος και του παρόντος της. Με αυτό το ετερόκλητο πλήθος των κατοίκων της από διαφορετικές φυλές, θρησκείες, γλώσσες, ιδεολογίες που συνωστίζονται στις αγορές της, που συναντώνται στα μεγάλα ξενοδοχεία της ή τις πανσιόν της.


Μέσα από τις περιγραφές του Τσίρκα ζωντανεύει η παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ εντός των τειχών της με τις Πύλες της Δαμασκού και της Γιάφας -η έξοδος των οποίων  οδηγεί στις ομώνυμες πόλεις- και το δαίδαλο των στενοσόκκακων της δίπλα στο κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο της. Και πιο έξω τα Γεροσόλυμα με τη μεσογειακή του βλάστηση, τα σπίτια με τις αυλές γεμάτες συκιές και μουριές και με τους πορτοκαλεώνες του.


Τα Γεροσόλυμα με τα καλοκαίρια του γεμάτα καυτά μεσημέρια και γλυκές φεγγαρόλουστες βραδιές αλλά και με το χαμσίνι του κάποτε, αυτόν τον καυτόν άνεμο που έρχεται από την αραβική έρημο συμπαρασύροντας σύννεφα άμμου στο διάβα του κι αναγκάζοντας τους κατοίκους να κλείνονται στα σπίτια τους.


Τα Ιεροσόλυμα, η άγια πόλη, με την πλούσια θρησκευτική ιστορία τριών θρησκειών, την οποία υπενθυμίζουν οι τοποθεσίες και το πλήθος των ιερών κτηρίων της. Απ’ τη μια το όρος των Ελαιών, ο ναός της Αναστάσεως ...απ’ την άλλη ο ναός του Σολομώντος με το εναπομείναν σήμερα τείχος των Δακρύων και πιο πέρα το μουσουλμανικό τέμενος για να θυμίζει το Μωάμεθ που σ’ αυτήν την πόλη αξιώθηκε να δει μέρος του Παραδείσου!

Οι Άγιοι Τόποι κέντρο των λογισμών και των διεκδικήσεων  των Σταυροφόρων, και των Ναϊτών που απέμειναν εκεί για αρκετά χρόνια αλλά και χώρος διεκδικήσεων από τους Εβραίους της Διασποράς και τους Άραβες στον 20ο αιώνα.

Όλο αυτό το  βάθος της ιστορίας της πόλης κι ο μυστικισμός των θρησκειών δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που υποβάλλει τον επισκέπτη γι αυτό προσήλκυσε περιηγητές σαν τον συγγραφέα Φλωμπέρ στα Ιεροσόλυμα γύρω στα 1850.

Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να σταθεί και σ’ άλλα τοπία της Παλαιστίνης που έχουν σχέση με την Ορθοδοξία και την παρουσία των Ελλήνων εκεί. Το μοναστήρι του Αϊ Σάββα κτισμένο στην απότομη πλαγιά μιας χαράδρας «εκκλησιές και κτίσματα σκαρφαλώναν, κολλούσαν σαν στρείδια μέσα στο βράχο, πότε πάνω, πότε κάτω, δίχως καμμιά σειρά.

Μα στις ταράτσες, σπαρτά και δέντρα ήταν μια ξεκούραση από τον άγονο κόσμο που στέγνωνε την ψυχή μας». Βαμμένα με λουλακί χρώμα κι ασβέστη θύμιζαν την πατρίδα και τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά της. Εκεί κοντά η σπηλιά του Αι- Γιάννη του Δαμασκηνού τον κάνει να ανακαλεί στη μνήμη του στίχους από τους ύμνους του, πάντα επίκαιρους «άρα τίς εστί βασιλεύς ή στρατιώτης;» «πώς παρεδόθημεν τη φθορά;»

Αναφέρει ο συγγραφέας σ. 69 «χίλιες μυστικές εξουσίες κυβερνούν τούτη την ακυβέρνητη πολιτεία: άσε τις Αρχές, άσε τους Συμμάχους,άσε τους Άραβες και τους μπεντουβίνους που έχουν κι αυτοί τις οργανώσεις τους, άσε τους Ναϊτες, τους προτεστάντες,τους κατόλικους, τους Αρμεναίους, τους δικούς μας, τους Ρώσους, τις λογής λογής αποστολές που σφάζονται με τα μαχαίρια για να κερδίσουν ψυχές, οπαδούς στον άλλον κόσμο.

Οι πιο καλά οργανωμένοι είναι οι Οβριοί. Αυτοί βάλθηκαν στα σοβαρά να κάνουν δική τους την Παλαιστίνη. Είναι οι Νίλι αυτοί σκοτώνουν, το Ιργκούν που μαζεύει όπλα για ύστερα από τον πόλεμο (τούτον), οι Τσβάϊ  Πεούμι, οι ορθόδοξοι, η Χαγκάνα που παίρνει καραβιές τα αμερικάνικα δολάρια, οι Χισταντρουτ που βαστούν όλη την εργατιά, οι σιωνιστές και τα κόμματα, οι πρόσκοποι και οι κουμμουνιστές που γυρνάνε τώρα στα καφενεία και λένε στον κόσμο να φορέσει το χακί να πολεμήσει τον Χίτλερ»
Η Παλαιστίνη και τα Ιεροσόλυμα λοιπόν βρίσκονται την εποχή αυτή πάνω στο μεταίχμιο της Ιστορίας τους. 

Αν και βρίσκονται υπό Αγγλική Εντολή (διοίκηση) από το τέλος του Α! Παγκοσμίου Πολέμου, η τύχη τους είναι αβέβαιη, διότι πολλοί ερίζουν γι αυτές.

Οι Εβραίοι  απαιτούν την ίδρυση δικού τους κράτους στην περιοχή, στην οποία κατοικούν οι Άραβες τώρα, οι οποίοι αγωνίζονται για τα δικά τους εθνικά δίκαια.
Οι Αμερικανοί θέλουν τον έλεγχο της περιοχής εκδιώκοντας τους Άγγλους και οι εκπρόσωποι των τριών μεγάλων θρησκειών και των υποδιαιρέσεων τους διεκδικούν να έχουν τον πρώτο λόγο στην άγια πόλη.
Κι ο πόλεμος ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να ξεκαθαριστούν οι παλιοί λογαριασμοί. Αναφέρεται σ.135 «τι Πύργος της Βαβέλ, τι σύγχυση! Όλοι κατασκοπεύουν, όλοι προδίδουν. Ορίστε ο κόσμος που πολεμάει για να σωθεί απ’ τον κατακλυσμό» και πιο κάτω σ.142 « τα Γεροσόλυμα είναι στ’ αλήθεια η πιο αλλόκοτη πολιτεία.

Κάθε καμπαναριό και μια αίρεση. Κάθε χάβρα, κάθε τζαμί. Ένα κουβάρι πνευματικές ανησυχίες, που ετοιμάζεται να ξεμπλέξει ο Χίτλερ με μια κλοτσιά» υπονοώντας φυσικά αν κερδίσει τον πόλεμο. 

Και στη σ.305 «Ιδού λοιπόν η Άγια Πόλη ο αφαλός της Γης με τους 130.000 κατοίκους της τότε κι άλλους τόσους στρατιώτες –μια επιτομή της ανθρωπότητας και των παθών της, χωρισμένη σε έθνη, χωρισμένη σε φυλές, χωρισμένη σε θρησκεύματα,, χωρισμένη σε δόγματα, χωρισμένη σε τάξεις  και σε κάστες, σε συνοικίες, σε φύλα, σε ηλικίες. Ένα φρικτά κομματιασμένο μπακλαβαδωτό».


Ποιες δυνάμεις κυβερνούν πραγματικά τους ανθρώπους αναρωτιέται κι ο Μάνος, αυτός ο ουμανιστής αριστερός που αισθάνεται προδομένος από τη γυναίκα που ερωτεύτηκε κι από συντρόφους του μέσα στο κόμμα.


Ο συγγραφέας στο πρόσωπο του Μάνου Καλογιάννη – Σιμωνίδη,  παρουσιάζει τον τύπο του αριστερού διανοούμενου που αμφισβητεί τη στενή κομματική πειθαρχία, που έχει πολιτική σκέψη, που ξέρει να χαίρεται τη ζωή, άτομο με ευαισθησίες και παιδεία.

Αστός στην καταγωγή,  συνδυάζει τη δράση και τη θεωρία. Πολέμησε στην Αλβανία όπου παρασημοφορήθηκε και τραυματίστηκε στο μέτωπο της Κυρηναϊκής. Είναι ο συντάκτης του περιοδικού της Αριστεράς που εκδίδεται στην Μέση Ανατολή « ο Μαχητής» και τα άρθρα του διαβάζονται για τη διεισδυτικότητα με την οποία αναλύει την κατάσταση στο μέτωπο.


Μέχρι και οι Άγγλοι αναζητούν ποιος κρύβεται πίσω από τα άρθρα αυτά. Αναγνωρίζει ότι η αριστερή ιδεολογία του έδωσε στόχους κι οράματα αλλά το αριστερό κόμμα με συγκεκριμένα  στελέχη και καθοδηγητές  τον απογοήτευσαν.

Στο άλλο άκρο βρίσκεται το λεγόμενο Ανθρωπάκι, σύμβολο όλων των κομμουνιστών με τη ξύλινη γλώσσα και τη σταλινική νοοτροπία, που παρόλα αυτά έχουν καταφέρει να αναρριχηθούν στην κομματική ιεραρχία.

 "Κομμένες κεφαλές" αποκαλούνται επίσης, επειδή κατά τη γνώμη μου, έχοντας αποκοπεί από το υπόλοιπο σώμα έχουν χάσει την οργανική ενότητα σώματος, ψυχής, πνεύματος, απομένοντας μόνο κεφαλές με την ξερή λογική τους.

Αυτοί λοιπόν έχουν αναγάγει το Χρέος του κομμουνιστή να σώσει την ανθρωπότητα από την σαπίλα σε ανώτατη αξία.

Τα «πρέπει» έχουν αντικαταστήσει την επιχειρηματολογία. Το άτομο πρώτα είναι αγωνιστής και μετά άνθρωπος. Οι ιδέες του,  τα συναισθήματα του, οι επιθυμίες του έχουν συρρικνωθεί κάτω από την κομματική πειθαρχία. Μεγαλεπήβολα, ανέφικτα σχέδια και ρητορισμοί -που λένε πολλά και δεν εννούν τίποτα- χαρακτηρίζουν το Ανθρωπάκι.
Καχυποψία για όσα μέλη έχουν αστική καταγωγή, πιστοί στο δόγμα του κόμματος και μόνο. Πίσω λοιπόν από τα κόμματα και κάθε είδους οργανώσεις κρύβονται άνθρωποι με πάθη, με συμφέροντα αλλά σπάνια  και με οράματα που μας κυβερνούν καταλήγει ο Μάνος.

Άλλη γνώμη όμως έχουν τα μέλη της Λέσχης Μιραντόρ, ονομαζόμενη έτσι από τη λέξη σκοπιά στα γαλλικά, η οποία σημαίνει επιβλέπω.

Εδώ η Λέσχη επιβλέπει το «στρατόπεδο τράνζιτο» της Ιερουσαλήμ, και αποτελείται από έναν αξιωματικό από κάθε Συμμαχική δύναμη, από τον εκπρόσωπο των τοπικών Αρχών, από τον εμπνευστή - θεωρητικό της Λέσχης κι από μία γυναίκα, ερωμένη  πολλών μελών της Λέσχης, άτομα όλα με πάθη ή αδυναμίες.


Το πεδίο δράσης της Λέσχης είναι σαφές: ο σαρκικός έρωτας. Τα μέλη της Λέσχης παίζουν  βάζοντας στοιχήματα για τις ερωτικές κατακτήσεις των μελών της, τα οποία είναι αναγκασμένα να υπακούουν μόνο στους κανόνες του παιχνιδιού που έχουν ορίσει οι ίδιοι και πιότερο ο θεωρητικός τους.


Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μια αλληγορία του συγγραφέα με την οποία τονίζει ότι αυτοί που κυβερνούν αποτελούν μια Λέσχη μεταφορικά -εξ ου και ο τίτλος του έργου- που παίζει με τις τύχες των λαών, ορίζοντας οι ίδιοι τους κανόνες του παιχνιδιού.

Είναι ένα παιχνίδι που τους προσφέρει ηδονή σαν να πρόκειται για ερωτικές κατακτήσεις. Ο σαρκικός έρωτας αποτελεί βασικό στοιχείο στην πλοκή του μύθου της Λέσχης, αρρωστημένος θα έλεγα, όπως παρουσιάζεται και ίσως ο συγγραφέας εκεί να απέβλεπε.

Ο μύθος υστερεί κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν συνεπαίρνει τον αναγνώστη αλλά αυτό οφείλεται μάλλον στις τεχνικές γραφής που είναι ένας συνδυασμός μοντέρνων και παραδοσιακών μεθόδων. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πολυπρόσωπη αφήγηση με τρεις αφηγητές σε πρώτο ενικό (όταν αφηγείται ο Μάνος), σε δεύτερο ενικό (όταν αφηγείται η ιδιοκτήτρια της πανσιόν Άννα) και σε τρίτο ενικό (όταν αφηγείται ένας απρόσωπος αφηγητής).

Η πολυπρόσωπη αφήγηση μπορεί να προσφέρει πλούτο οπτικών και περισσότερη αντικειμενικότητα στο κείμενο αλλά «σπάει» τη ροή της αφήγησης.  Επίσης ο συγγραφέας χρησιμοποιεί συχνά αναδρομές στο παρελθόν στο πρόσφατο και στο πιο μακρινό που σε συνδυασμό με το ετερόκλητο πλήθος των ηρώων του και την αποσπασματική μνεία των ιστορικών γεγονότων κουράζουν τον αναγνώστη που δυσκολεύεται να παρακολουθήσει το νήμα της αφήγησης και να έχει την αίσθηση ότι αυτή τον συνεπαίρνει.

Ακόμα οι διάλογοι των ηρώων δεν δηλώνονται τυπογραφικά όλοι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν οι εμφανείς διάλογοι που δηλώνονται με την εναλλαγή της παύλας και άλλοι διάλογοι που δηλώνονται εντός εισαγωγικών.

Όταν όμως μονολογεί στον εαυτό της η ιδιοκτήτρια της πανσιόν, η Άννα, ενθυμούμενη διαλόγους με άλλα πρόσωπα ή διαλεγόμενη με τον εαυτό της τότε ο συγγραφέας  χρησιμοποιεί τις φράσεις «κι εσύ είπες» «κι αυτός είπε» χωρίς να ακολουθεί πλάγιος λόγος αλλά ευθύς εντός εισαγωγικών.Το έργο ανταμείβει όμως τον αναγνώστη με κείνες τις ωραιότατες περιγραφές ρεαλιστικές και λυρικές τοπίων, φύσης, αντικειμένων...τις έξυπνες παρομοιώσεις που αποδίδουν το ιδιαίτερο χρώμα της πόλης που περιγράφει.




2. «ΑΡΙΑΓΝΗ»
Αν στη «Λέσχη» η πρωταγωνίστρια πόλη ήταν η Ιερουσαλήμ, τώρα στην «Αριάγνη» είναι το Κάϊρο του 1943, κι όχι μόνο, επί βασιλείας Φαρούκ, όταν οι Άγγλοι είχαν μετατρέψει την Αίγυπτο κατ’ ουσίαν σε προτεκτοράτο τους. 


Κτισμένο δίπλα στις όχθες του ποταμού Νείλου «που κυλούσε πλατύς, γεμάτος δύναμη και χρόνια» -στο ύψος των νησιών της Ρόντας και της Γκεζίρας και λίγο πριν αρχίσει αυτός να διακλαδίζεται στο Δέλτα του- με τα γεφύρια του απ’ τα οποία ξεχώριζε το μεγάλο γεφύρι της Γκίζας που οδηγούσε στην ομώνυμη περιοχή δίπλα στις Πυραμίδες, πρόσφερε στον επισκέπτη του ποικίλα τοπία και πολύ διαφορετικές εντυπώσεις.

Απ’ τη μια το αριστοκρατικό Κάϊρο, όπου έπνεε ένα ευρωπαϊκός αέρας κι απ’ την άλλη το λαϊκό Κάϊρο με τις φτωχοσυνοικίες με τα στενοσόκκακα και τους μαχαλάδες του όπου κατοικούσαν οι Αραπάδες κύρια  (ονομασία Αιγυπτίων χωρίς υποτιμητική διάθεση) αλλά και άλλοι διαφορετικών εθνικοτήτων.

Εκεί λοιπόν στο αριστοκρατικό Κάϊρο με τη συνοικία Γκάρντεν Σίτυ με τις επαύλεις, την Αγγλική Πρεσβεία που ο πίσω κήπος του έβγαινε στην ανατολική όχθη του Νείλου, με τις πολυτελείς πολυκατοικίες της οδού Κασρελνίλ, με τα μεγάλα ξενοδοχεία Σέπερντς, Σεμίραμις, Σαιντ Τζαίημς, την πλατεία της Όπερας με τον ανδριάντα του Ιμπραήμ και τα Μουσεία του, εκεί λοιπόν κατέφυγε η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση Τσουδερού με το βασιλιά Γεώργιο Β! και πολλούς αξιωματούχους τον Απρίλη του 1941, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα.

Τι έκανε η κυβέρνηση Τσουδερού στο Κάϊρο ή τι μπορούσε να κάνει, μεσούντος του πολέμου, κι όταν στην κατεχόμενη Ελλάδα υπήρχε γερμανόφιλη κυβέρνηση και στα απελευθερωμένα μέρη της από το στρατό του ΕΛΑΣ η κυβέρνηση του βουνού ή αλλιώς ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Απελευθερωμένης Ελλάδας);

Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάϊρο λοιπόν διαβουλευόταν σε ποιους να δοθούν τα υπουργεία σε κάθε ανασχηματισμό που έκανε. «καθημερινά τρια υπουργεία σχηματίζονταν στα παρασκήνια, ένα στο (ξενοδοχείο) Σέπερντς, ένα στο Σεμίραμις, ένα στο Σαιντ Τζαίημς. Αρχιτέκτονες: ο συρφετός των αργόσχολων καραβανάδων, των πολιτικάντηδων, των ανταποκριτών και των σπιούνων».

Ακόμα ερχόταν σε επαφή με την Αγγλική Πρεσβεία και την Ιντέλλιτζενς Σέρβις, τις οποίες συμβουλευόταν. Έλληνες πολιτικοί συγχρωτίζονταν καθημερινά με παράγοντες ή πράκτορες Άγγλους είτε στα σαλόνια καταστρώνοντας σχέδια για την αναρρίχηση τους στην εξουσία (παράδειγμα το ζεύγος Μερτάκη), είτε διασκεδάζοντας κάνοντας βόλτες στα ανατολίτικα παζάρια του Καϊρου.

Η μόνη δύναμη της εξόριστης κυβέρνησης ήταν οι δυο  ελληνικές Ταξιαρχίες που είχαν σχηματιστεί εκεί από αξιωματικούς και στρατιώτες που είχαν καταφύγει στη Μέση Ανατολή, αποτελούνταν από 4.500 άντρες κι αντιπροσώπευαν τις ένοπλες ελληνικές δυνάμεις, δηλαδή τον επίσημο τακτικό ελληνικό στρατό.

Η σύνθεση όμως των ταξιαρχιών δεν εξασφάλιζε τη συνοχή του στρατεύματος, διότι άλλοι αξιωματικοί ήταν δημοκρατικοί βενιζελικοί κι άλλοι βασιλομεταξικοί και υπήρχε σύγκρουση μεταξύ τους για το ποιοι θα ελέγχουν τις Ταξιαρχίες.

 Εδώ παίχτηκε ένα ακόμα ελληνικό δράμα με συνέπειες οδυνηρές για την πολιτική ζωή του τόπου. Το ζήτημα που ετέθη από τους Εγγλέζους,  την εξόριστη κυβέρνηση και το βασιλιά Γεώργιο Β! ήταν: γιατί τις χρειάζονταν τις Ταξιαρχίες; Για να πολεμήσουν τους Γερμανούς και το φασισμό; Και μετά τη νίκη στο Ελ Αλαμέϊν, ποιος θα ήταν ο ρόλος τους;

Αναφέρει ο συγγραφέας «η περίεργη συμπεριφορά μερικών αξιωματικών (βασιλομεταξικών) δεν ήταν τυχαία μήτε σποραδική [...] ο πεμπτοφαλαγγιτισμός ορισμένων αποδειχνόταν με στοιχεία. Πώς παρακινούσανε και δωροδοκούσανε στρατιώτες πριν και πάνω τη μάχη του Αλαμέϊν για να λιποταχτήσουν.

Ένας γνωστός φασίστας είχε σταθεί πάνω από τους τάφους των σκοτωμένων τους μούντζωσε και είπε: “πόλεμο θέλατε, ορίστε φάτε άμμο τώρα”» Αργότερα οι βασιλομεταξικοί αξιωματικοί εκβίασαν με παραίτηση τους από το στρατό, αν δεν απομακρυνθούν, μετατεθούν οι δημοκράτες αξιωματικοί, απειλή την οποία πραγματοποίησαν.

Η κυβέρνηση Τσουδερού πιεζόμενη όμως από το βασιλιά και τους Άγγλους αργότερα ανακάλεσε τις παραιτήσεις τους δίνοντας τους ξανά τον ίδιο βαθμό που είχαν πριν παραιτηθούν! Σκάνδαλο, εν καιρώ μάλιστα πολέμου να παραιτούνται αξιωματικοί και να τους δέχονται ξανά σαν να μη συμβαίνει τίποτα!



Τελικά ο βασιλιάς και οι Άγγλοι έβλεπαν τις δυο Ταξιαρχίες ως μέσον για να επιβάλλουν τη δική τους πολιτική τάξη μετά την απελευθέρωση στην Ελλάδα και η κυβέρνηση Τσουδερού δεν είχε την πυγμή να επιβάλλει τη δική της θέληση, αν και προσπάθησε να φερθεί με μετριοπάθεια με τον Π. Κανελλόπουλο.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πολιτικός και συγγραφέας με πίστη στις δημοκρατικές αρχές είχε συλληφθεί από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Τον Απρίλη του 1942 έρχεται στο Κάϊρο και σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης αναλαμβάνει αντιπρόεδρος και τα τρία υπουργεία του πολέμου, Στρατιωτικών, Ναυτικού κι Αεροπορίας και υπόσχεται να σχηματιστεί προσωρινή κυβέρνηση μετά την απελευθέρωση στην οποία θα συμμετέχουν όλες οι οργανώσεις και τα κόμματα.


Ο Κανελλόπουλος όμως καταπολεμήθηκε κι απ’ τους φασίστες, κι απ’  τους βενιζελικούς κι απ’ τους αριστερούς για διαφορετικούς λόγους απ’ τον καθένα.


Μετά το ονομαζόμενο "μικρό Κίνημα" στο στρατό το Μάρτη του 1943, όπου παραμερίζονται οι βασιλομεταξικοί αναγκάζεται σε παραίτηση από την κυβέρνηση τον Ιούνη του 1943.


Στα σαλόνια του Καϊρου λοιπόν κάποιοι Έλληνες μιμούμενοι την αδυναμία του να προφέρει το ρο  σχολιάζουν ειρωνικά το λόγο του που μετέδωσε το ΒΒC.


Σχολιάζουν επίσης και την απάντηση που έδωσε ο Άρης Βελουχιώτης στον συναγωνιστή του Άγγλο Έντυ Μάγερς, όταν ο τελευταίος του πρόσφερε ένα σακουλάκι με χρυσές λίρες, ως δώρο για την επιτυχία της ανατίναξης  της γέφυρας του Γοργοπόταμου. «όχι αύριο να μας το γυρεύετε με αποκλεισμούς, με πιέσεις, με αποκλεισμούς της οικονομίας μας, όπως κάματε με κάτι παλαιότερα, που αν και σας τα ‘χουμε ξοφλήσει έξι φορές ως τώρα, σας τα χρωστάμε ακέρια πάντοτε με το δικό σας λογαριασμό».


Στη συνέχεια όμως για διάφορους λόγους που είχαν σχέση και με την ισχυροποίηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Ελλάδα η στάση των Άγγλων απέναντι στο ελληνικό ζήτημα σκληραίνει.
Οι δημοκρατικοί αξιωματικοί και στρατιώτες  αντιστέκονται στο φασισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται, δυσκολεύοντας έτσι τον έλεγχο των Ταξιαρχιών από τους φασίστες του Μεταξά.


Μετά τη μάχη στο Αλαμέϊν λοιπόν η κυβέρνηση Τσουδερού ανακαλεί την Πρώτη Ταξιαρχία από το μέτωπο της Βόρειας Αφρικής όπου πολέμησε νικηφόρα  στο πλευρό των Συμμάχων και τη στέλνουν στο Λίβανο, δήθεν για ασκήσεις «ορεινού αγώνα» στην πραγματικότητα όμως για να τιμωρήσουν και να εξοντώσουν τους ανυπάκουους δημοκρατικούς.!
Εκεί στέλνουν και τη Δεύτερη Ταξιαρχία που βρισκόταν στην Παλαιστίνη.

Διατάσσουν λοιπόν να διασχίσουν την απόσταση Χαλέπι Συρίας ως τη Ράκκα της Μεσοποταμίας, δίπλα στον Ευφράτη ποταμό διασχίζοντας την πυρωμένη έρημο της Παλμύρας, απόσταση 300 χιλιομέτρων μέσα σε 10 μέρες, κι όποιος επιζούσε! Κάποιοι από την κυβέρνηση Τσουδερού έφεραν αντίρρηση αντιτείνοντας ότι έτσι θα αχρηστεύονταν τα τεσσερα πέμπτα του ελληνικού στρατού αλλά τελικά συμφωνήθηκε να γίνει η πορεία.

Ο συγγραφέας αφιερώνει ολόκληρο το προτελευταίο κεφάλαιο  του βιβλίου γι αυτή την «πορεία θανάτου» των δυο ελληνικών Ταξιαρχιών.

Οι συνθήκες της πορείας ήταν κατάλληλες πραγματικά για να εξοντώσουν το στρατό με το ακμαίο ηθικό που αντιστεκότανε.
Ξεκίνησαν αρχές καλοκαιριού του 1943 με 38 βαθμούς υπό σκιά, ντυμένοι με πλήρη εξάρτυση εκστρατείας (κράνος, άρβυλα, προσωπίδα, χλαίνη, γυλιό, παλάσκες, παγούρι, καραβάνα, οπλισμό), συντεταγμένοι κατά τριάδες εις φάλαγγα, όλοι με τα πόδια ακόμα και οι γιατροί και οι τραυματιοφορείς εκτός των διοικητών ταγμάτων και των Άγγλων συνδέσμων που τους επέβλεπαν πάνω σε οχήματα.

Βυτία με νερό θα κυκλοφορούσαν στις στάσεις των 10 λεπτών που θα έκαναν κάθε ώρα. Ο καύσωνας τους παρέλαβε από την αρχή «τα κράνη καίγανε σαν πυρωμένα τηγάνια και η άσφαλτος άρχιζε να βουλιάζει, οι αμασχάλες πονούσαν από το τράβηγμα του γυλιού.

Βυτίο φώναζαν. Μα το νερό ήταν ζεστό. Είχε σηκωθεί και σκόνη. Τα μάτια καίγανε απ’ το αλάτι, οι πατούσες πρήζονται [...]τελείωσε η άσφαλτος και μπαίναμε στην άμμο (της ερήμου) φυσούσε λίβας. 

Ο ξερός αέρας μας μαστίγωνε το πρόσωπο. Είδα τα σκονισμένα ρουθούνια του υπολοχαγού να στάζουν αίμα που αμέσως στέγνωνε. Ένας σύντροφος τρελάθηκε, έβγαλε τα ρούχα του κι ολόγυμνος  έτρεχε φωνάζοντας «θάλασσα, θάλασσα» ενώ άλλοι κείτονταν ξαπλωμένοι στην άμμο χωρίς δύναμη να σηκωθούν... ενώ οι Άγγλοι με τα τζιπ επιθεωρούσαν  και φώναζαν κάθε τόσο «βέρυ γκουντ»!

Μετά τα 50 χιλιόμετρα η πορεία συνεχίζεται τη νύχτα ενώ τη μέρα κοιμούνται. Οι Ταξιαρχίες φτάσανε τελικά στη Ράκκα! Και παρά τις απώλειες τους, το γεγονός αυτό ήταν μια πράξη αντίστασης και ψυχικής δύναμης απέναντι σε αυτούς που θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να τους εξοντώσουν.

«Εδώ στο Κάϊρο έχεις ευρύτερη θέα. Θα δεις πως τα ζητήματα είναι σύνθετα, πολύπλοκα, δεν σηκώνουν δογματισμούς» αναφωνεί ο Έλληνας πολιτευτής Μερτάκης και πράκτορας της εγγλέζικης Ιντέτλιτζενς Σέρβις, ο οποίος κατάφερε να υπουργοποιηθεί σε κάποιο ανασχηματισμό της κυβέρνησης Τσουδερού, σε συμπατριώτη του που μόλις έφτασε από την Ελλάδα στο Κάϊρο.

Πράγματι οι μεγάλες κοσμοπολίτικες πόλεις της Μέσης Ανατολής που αναφέρονται στην Τριλογία «Ακυβέρνητες πόλεις» και γενικότερα η γύρω περιοχή ήταν ο πλέον κατάλληλος χώρος –κοντά στην Ελλάδα, ελεύθερη από Γερμανούς κατακτητές, βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής των Εγγλέζων-  για πολιτικές ζυμώσεις.  

Στην Αίγυπτο λοιπόν που υπήρχε και πλούσια ελληνική παροικία κατέφευγαν όσοι ήθελαν να βρίσκονται μέσα στα πολιτικά πράγματα.  Στο  Κάϊρο βρέθηκε κι ο Μάνος Σιμωνίδης μετά τον τραυματισμό του στην Κυρηναϊκή και φιλοξενήθηκε στο σπίτι της Αριάγνης, μάνας του φίλου και ομοϊδεάτη του Μιχάλη.

Η Αριάγνη με τον άντρα της Διονύση, γκαρσόνι στα μεγάλα ζαχαροπλαστεία του Καϊρου, και τα 6 παιδιά της έμενε σε μια λαϊκή φτωχοσυνοικία, την επονομαζόμενη Λαβύρινθο για το πλήθος των στενοσόκκακων της, που όποιος ξένος έμπαινε μέσα χανόταν.

Οι περισσότεροι κάτοικοι στο Λβύρινθο ήταν Αραπάδες που έμεναν σε χαμόσπιτα με στέγες από καλάμια ή σκουριασμένους τενεκέδες και παλιοσάνιδα, με ακαθαρσίες σύρριζα στους τοίχους και γούβες με αποπλύματα, που «ποτέ δεν τα σάρωνε λίγος αέρας (τα στενοσόκκακα).

Στις παρυφές του Λαβύρινθου έμεναν Έλληνες, Εβραίοι... σε στενόχωρα, κακοφτιαγμένα δίπατα σπίτια που από κει έβλεπαν το δρόμο που ανέβαινε στο Τζαμί και στους πάνω μαχαλάδες.

Τα παιδιά αν και διαφορετικής εθνικότητας παίζαν μονιασμένα μεταξύ τους, αν εξαιρέσουμε μικρούς διαπληκτισμούς που σπάνια υπέκρυπταν κι εθνικιστικά στερεότυπα.

Ωραίες εικόνες από τις φτωχογειτονιές του Καϊρου, όπου οι μανάδες πάντα ίδιες ανεξάρτητα από φυλές κι εθνικότητα, Αραπίνες κι Ελληνίδες, μόλις ερχόταν το σούρουπο, καλούσαν τα παιδιά τους να μαζευτούν σπίτια τους από το ολημερίς παιχνίδι τους.

Η Αριάγνη με το όνομα της -παραφθορά της Αριάδνης του αρχαίου μύθου από τους κατοίκους της Νάξου στην οποία την εγκατέλειψε ο Θησέας- δημιουργεί συνειρμούς με το μίτο της συνονόματης της που οδήγησε στην έξοδο από τον λαβύρινθο τον Θησέα. Ο ανθρωπισμός όμως είναι ο δικός της μίτος που οδηγεί στην έξοδο από τα αδιέξοδα του κάθε λαβύρινθου που μπορεί να βρεθεί ο άνθρωπος.   

Πίσω από τα πάθη που βασανίζουν τα άτομα η Αριάγνη βλέπει τον άνθρωπο, σε όποια φυλή κι εθνικότητα κι αν προέρχεται. Χωρίς ίχνος ρατσισμού ξέρει να αποδίδει το δίκαιο, να βοηθάει τον πάσχοντα, να λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

Φιλόξενη, απλή, δημοκρατική καταδικάζει το ρατσισμό των Ευρωπαίων κατά των Αραπάδων και προλέγει ότι αυτός θα οδηγήσει στο ξεριζωμό τους Έλληνες, που τόσες γενιές είχαν ζήσει εκεί. «Ακούς εκεί γουμάρια (οι Αραπάδες).

Εκεί που είναι ο πόνος, ο ιδρώτας και τα δάκρυα εκεί δεν είναι ο άνθρωπος ;

Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε;


Πού θα σας βγάλουν αυτά τα μυαλά; Τρέμω. Θα θελα να μη ζω.  Θα ρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες, με βουνά γύρω του τις βαλίτσες ...και πίσω τάφους γονιών αφημένοι στο έλεος του Θεού...κι όλο το μόχθο, τις γιορτές… εκατό χρόνων θαρρείτε πως τις παίρνετε μαζί σας..τίποτα δε σώσατε...μόνο άψυχα πράματα...μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού...κι όλα αυτά θα μένουν πίσω σου και θα τα αναζητάς».


Και υπενθυμίζει στον άντρα της τη νύχτα που ο Γιούνες έτρεξε με αυταπάρνηση κι έσωσε το κοριτσάκι της από ακατάσχετη αιμορραγία.


Και στην παρατήρηση του άντρα της «κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;» αυτή απαντά « τη λεκάνη, τα εικονίσματα μπορείτε να τα πάρετε μαζί σας (όταν σας διώξουν από δω), ακόμα και το τραπέζι και την Ουρανίτσα την ίδια. Μα τη νύχτα μέσα στο γαϊδουροκαλόικαιρο, το φως της ασετυλίνης, τους δρόμους και το βουητό του μαχαλά, το λαχάνιασμα του Γιούνες, το χαμόγελο του γιατρού, όλα αυτά θα μείνουν πίσω, δεν κλείνονται σε βαγόνια, και δίχως αυτά τί παίρνετε μαζί σας; Τίποτα!»

Αυτή τη μορφή γυναίκας, πρότυπο ανθρωπισμού σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία που εκφράζει τη «λαϊκή σοφία», έπλασε ο Τσίρκας ως κεντρική ηρωίδα του έργου του.


 Και το όνομα της το ανύψωσε σε σύμβολο του ανθρωπισμού θέτοντας το ως τίτλο του δεύτερου βιβλίου της τριλογίας του! Η Αριάγνη λοιπόν θαρραλέα αψηφεί τα σχόλια του κόσμου και τις αντιρρήσεις του άντρα της για να επισκεφθεί τον άρρωστο Γιούνες μετά το έθιμο ζικρ, στο οποίο έλαβε μέρος και πέφτοντας σε έκσταση αρρώστησε, γιατί φαίνεται μια "βουβή αγάπη" χρόνων τον βασάνιζε για την Αριάγνη.

Η Αριάγνη είχε αντιληφθεί το αισθημά του αυτό, το σεβόταν, βαθιά εκτίμηση αισθανόταν για τα χαρίσματα του Γιούνες αλλά η αξιοπρέπεια της δεν της επέτρεπε τίποτα παραπάνω. Αν υπήρχε ερωτικό συναίσθημα εκ μέρους της δεν φαίνεται. Και στην κηδεία του μικρού γιού του, αν και χριστιανή, συμπαραστάθηκε σε αυτό και στη γυναίκα του στο βαρύ πένθος τους και τόλμησε να ακολουθήσει την εκφορά κατά τα μουσουλμανικά έθιμα. 

 Μια ιδιαίτερη σχέση εκτίμησης, φιλίας και σεβασμού επίσης την έδεσε με το Μάνο Σιμωνίδη που φιλοξένησε σπίτι της τα δύσκολα εκείνα χρόνια, που με χίλιες προφυλάξεις ο Μάνος έγραφε στο «Μαχητή» και ερχόταν σε επαφή με άλλους συντρόφους κομμουνιστές το Φάνη, το Γαρέλα κι ενίοτε το Ανθρωπάκι για να συζητούν τις ελληνικές υποθέσεις πχ για την τύχη Ταξιαρχιών, για τα νέα πρόσωπα στους  ανασχηματισμούς κυβέρνησης, για το «Μαχητή» και το περιεχόμενο του ή να καταστρώνουν σχέδια συνάντησης με προσωπικότητες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σαν το Ριμπώ του ΚΚΓ ή για να κάνουν την κριτική τους πάνω στις αποτυχίες και στα λάθη τους.



Η Αριστερά τότε τον Β! Παγκόσμιο πόλεμο τον είδε ως πόλεμο κατά του φασισμού που απειλούσε την Ευρώπη κι όχι μόνο κι αγωνιζόταν εναντίον του.



Η εκκαθάριση λοιπόν των ελληνικών Ταξιαρχιών από τους βασιλομεταξικούς αποτελούσε βασικό στόχο της δράσης της στη Μέση Ανατολή. Ο άλλος στόχος της ήταν η ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων  της Ελλάδας, όσων βρίσκονταν μέσα κι έξω από την Ελλάδα: ενότητα λαού για να αποτραπεί ο εμφύλιος σπαραγμός που φοβόντουσαν ότι μπορεί να έλθει,  ενότητα στρατού κι αγώνων  και τελικά εθνικής ενότητας κυβέρνηση!

Ο συγγραφέας υιοθετεί κριτική στάση όχι μόνο απέναντι στις πρακτικές της εξόριστης κυβέρνησης αλλά και στο κομματικό κατεστημένο της Αριστεράς.

Όταν εκδόθηκαν οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» στη δεκαετία του 1960 συνέπεσαν με την περίοδο αποσταλινοποίησης και τις ιδεολογικές εντάσεις αλλά και τις ανανεωτικές τάσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς.

Ο Τσίρκας δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορος μπροστά στα προβλήματα της Αριστεράς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη παίρνει θέση... και διαγράφεται απ’ την οργάνωση των Ελλήνων κομμουνιστών της Αιγύπτου!

Αυτή η κριτική του στάση  φαίνεται εξάλλου, όταν ξεχωρίζει τους αγνούς ιδεολόγους της Αριστεράς που αγωνίζονται με ανιδιοτέλεια κατά των φασιστικών δυνάμεων του Αξονα και υπέρ μιας ελεύθερης και δημοκρατικής πατρίδας (Φάνης, Γαρέλας...)  από κάποια υψηλόβαθμα στελέχη που κινούνται με άξονα το στενό κομματικό ή προσωπικό τους συμφέρον και τα οποία εκπροσωπούνται συλλήβδην από το Ανθρωπάκι.

Κι όταν πια αποκαλύπτεται όλη η πλεκτάνη και η συναλλαγή του Ανθρωπάκι με τη Ντόρα Μερτάκη και τους Εγγλέζους για το διορισμό του άντρα της, του πράκτορα της Ιντέλλιτζενς Σέρβις, ως υπουργού της κυβέρνησης καθώς και η μυστική συνάντηση του με τον Ριμπώ του ΚΚΓαλλίας και η απόκρυψη από τους συντρόφους του στο τι διεμείφθη μεταξύ τους αλλά και οι ψεύτικες δικαιολογίες που πρόβαλε με μια ξύλινη γλώσσα που αναμασούσε τα κομματικά τσιτάτα, στερεότυπα, τότε πια δεν χωρούσε καμμιά αμφιβολία για την ενοχή του!


Στη συνέχεια καταγγέλονται τα πραγματικά αίτια της συμπεριφοράς του Ανθρωπάκι. «η φιλοδοξία να διαπρέψει οπωσδήποτε είναι ο σατραπισμός και ο εγωκεντρισμός του. 

Μέσα βαθιά στην ψυχή του, πιστεύει πως εκείνος είναι που θα σώσει τον κόσμο, φτάνει να πάρει στα χέρια του τα γκέμια του κινήματος.
Οι αποφάσεις, η πειθαρχία,η δημοκρατία είναι καλές΄θαυμάσιες μα για τους άλλους.
Ο παραγοντισμός,η μπλόφα, ο φραξιονισμός είναι καρκινώματα και θέλουν ξεπάτωμα μα όχι για την αφεντιά του. 

Για κείνον επιτρέπονται μα να γίνονται στα κρυφά για να μη δίνει πιάσιμο. 

Πιστεύει πως τα κάνει όλα για το καλό του λαού, οι παραβιάσεις της κομματικής ηθικής είναι ψιλοπράγματα που θα δικαιωθούν από τις επιτυχίες του. 

Θέλησε να δώσει τέλος με κάθε τρόπο στο αδιέξοδο για να εισπράξει τα συχαρίκια.

Ήξερε πως οι Άγγλοι μόνο μια λύση δέχονταν: να μπει ο Μερτάκης στην κυβέρνηση. Κι ο σύντροφος έφτασε στη συναλλαγή. Για να γυρίσει αύριο στην Ελλάδα και να διεκδικήσει θέση ηγετική μέσα στο κόμμα της εργατικής τάξης. Αυτή είναι η αλήθεια»

Ο συγγραφέας ως προοικονομία σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου υπόσχεται δια στόματος Σιμωνίδη στο Ανθρωπάκι «θα γράψω ένα βιβλίο και θα σε βάλω μέσα με τις λίγες χάρες σου και τα πολλά ελαττώματα σου για να σε βγάλω από πάνω μου, για να λευτερωθώ».

Κι αλλού κάνοντας την αυτοκριτική του σημειώνει «ο αγώνας μάς πέρασε τις χειροπέδες, και πώς να ξεκολλήσουμε; Άδικα πάσχιζα να ξεκόψω από δίπλα σου, πάντα ερχόταν κάτι και με γύριζε πίσω. Μα πάνω στο ίδιο καράβι ταξιδεύαμε κι έπρεπε ν’ αγωνιστούμε μαζί για να γλιτώσουμε από τη φουρτούνα που το χτυπούσε λυσσασμένα».

Ανάμεσα στον αριστερό διανοούμενο και το Ανθρωπάκι εξαίρεται ο τύπος του Φάνη, γραμματέας της οργάνωσης του κομμουνιστικού κόμματος στην Αίγυπτο.


Σεμνός άνθρωπος, αληθινός ηγέτης που υπηρετεί με ανιδιοτέλεια κι αυταπάρνηση το αριστερό κίνημα, διορατικός, οσμίζεται τις πονηριές των αντιπάλων και προσπαθεί να εξομαλύνει τις αντιθέσεις μεταξύ μελών του κινήματος, όταν εμφανίζονται.


Πολλά θα μπορούσαν ακόμα να ειπωθούν για τον σύντροφο Φάνη που παρόλα τα προβλήματα υγείας του συνόδευσε τις Ταξιαρχίες εμψυχώνοντας τες σε κείνη την «πορεία θανάτου» αλλά και για την αναβολή της διαγραφής του Ανθρωπάκι από το κόμμα για να μη καμφθεί το ηθικό των συντρόφων που αγωνίζονταν σε τόσες δύσκολες συνθήκες φροντίζοντας όμως να του δέσει τα χέρια τοποθετώντας τον σε άλλο πόστο.
 Ο Τσίρκας ως πρότυπο για τη μυθιστορηματική μορφή του Φάνη είχε το Γιάννη Σαλά από την Ίκαρία, ο οποίος ίδρυσε την ΑΣΟ (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση) στον ελληνικό στρατό της Μέσης Ανατολής, όπως φαίνεται από το Ημερολόγιο της τριλογίας που κρατούσε.

Διαφορετική είναι η περίπτωση του Ρούμπυ Ρίτσαρντς, του Άγγλου καθηγητή της φιλολογίας, ένας τύπος εστέτ, διανούμενος κι ομοφυλόφιλος που συγχρωτίζεται με τα μέλη της Αγγλικής πρεσβείας και λειτουργεί συχνά ως πληροφοριοδότης τους πιστεύοντας ότι υπηρετεί το συμφέρον της πατρίδας του αλλά συγχρόνως θέλει να διατηρεί και την αυτονομία και τον ανθρωπισμό του. Ήθελε να είναι μέσα στο σύστημα κι εκτός συστήματος.


Υπάρχουν λέει «αυτοί που δέχονται το Καθεστώς. Τι σημασία έχει αν το πολεμάς ή  αν το υπερασπίζεσαι...έτσι κι αλλιώς, περιστρέφεσαι μέσα στον κολασμένο κύκλο του» κι αυτοί σαν το φίλο του τον Κουρτ που αγνόησαν το Καθεστώς και είπαν «ναι» στη ζωή πληρώνοντας με τη ζωή του τελικά αυτή την επιλογή, πεθαίνοντας όμως ευχαριστημένος.  
 Ο Ρούμπυ όμως είναι μια διαφορετική περίπτωση δεν «εξήλθε» μόνος του από το Καθεστώς αλλά τον διώξανε ξυλοκοπώντας τον άγρια, όταν θέλησε να υπερασπιστεί τις αξίες του.

Στην τελευταία αναφορά του που ταχυδρόμησε σε μέλη της Αγγλικής πρεσβείας του και σε φίλους με τίτλο «Υποκρισία της Αλβιόνας» γράφει «χτίσαμε μια μεγάλη αυτοκρατορία κρατώντας στο ένα χέρι τη Γραφή και στ’ άλλο το πιστόλι.

Και τις τσέπες γεμάτες με οικονομικές εκχωρήσεις...».

Στη συζήτηση του με τον Σιμωνίδη αναφέρει «η μοίρα του ανθρώπου είναι τραγική. Όποιος δεν θέλει να απαρνηθεί την ανθρωπιά του έχει δυο δρόμους να διαλέξει
ή να παραδοθεί στους μακελάρηδες σαν εξιλαστήριος αμνός ή είναι ο δρόμος που διατυπώνει επιγραμματικά ο Καβάφης «όσα μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά» για να διαφωνήσει όμως ο Σιμωνίδης μαζί του και με αυτό το κράμα «τολμηρού ερωτισμού και πνευματικής πειθαρχίας».

Ο Ρίτσαρντς φιλοσοφούσε πάνω στην πολιτική, δεν εξασκούσε πολιτική «μακριά, φίλε μου, από τους βάλτους της πολιτικής.

Αδύνατο να φανταστείς τις ραδιουργίες και τους μακιαβελισμούς, τι προδοσίες μαγειρεύουν» και πιο κάτω προειδοποιεί σχετικά με το ελληνικό ζήτημα μετά την απελευθέρωση «η Μόσχα τώρα και οι Αμερικανοί φοβάμαι πως σας ετοιμάζουν ένα τεράστιο λουτρό αίματος», όπως δυστυχώς κι έγινε!
Στο Κάϊρο λοιπόν του 1943 λίγο πολύ γνωρίζονται όλοι αυτοί μεταξύ τους και συναντιούνται τυχαία ή σκόπιμα για τις δουλειές τους.

Ο Αιγυπτιώτης Τσίρκας μετά τον διωγμό των Ελλήνων από κει δεν μπορεί να ξεχάσει την πόλη που αγάπησε κι  έζησε τόσα χρόνια κι αναπλάθει με τη γραφή του όμορφα στέκια δίπλα στο Νείλο. «το κέντρο ήταν χωμένο μέσα σε ευκάλυπτους και φοινικιές` πέργολες με κισσούς κι αγιοκλήματα, ροδοδάφνες και θάμνοι σχηματίζανε φωλιές, αλλού μικρές για ζευγαράκια κι αλλού πιο ευρύχωρες για παρέες [...] απ’ το μαγειριό ακούγονταν οι παραγγελίες των γκαρσονιών, η γκρίνια του διευθυντή, ο κρότος των πιάτων και των ποτηριών, η τσίκνα των περιστεριών που ψήνονταν.


Οι ευκάλυπτοι ευωδιάζανε πυρωμένοι όλη μέρα από τον ήλιο. κάθε τόσο ανέβαινε μεσ’ από τα σκοτεινά φυλλώματα το γαργαριστό χάχανο μιας Αραπίνας αρτίστας που διασκέδαζε με συντροφιά, το γέλιο της έτρεχε (!) πάνω στο ποτάμι, φαρδιές μαούνες κατεβαίνανε αργά μέσα στο φεγγαρόφωτο, φορτωμένες με βαμβακόσπορο. Μακριά στην άλλη όχθη, φαίνονταν φωτιές` θα τανε τίποτα νυχτοφύλακες που ψήνανε τσάι για τη βεγγέρα». ή αλλού «τράβηξα ανατολικά για κάτι επαύλεις πάνω στο ποτάμι.

Η νύχτα ήταν χλιαρή, ένα δρομάκι ανέβαινε παράλληλα στην όχθη. Χουρμαδιές, λάμπαχ (αραβικές ακακίες) και γαζίες...Αγαπημένα τοπία της Αιγύπτου που αποπνέουν μεσογειακό χρώμα κι Ανατολή μαζί, ηρεμία και ζεστασιά, κι ευτυχισμένες στιγμές γι όσους τα γεύτηκαν!
Εκεί όμως που ο συγγραφέας μας μεταφέρει όλο το κλίμα της «λαγγεμένης Ανατολής» είναι το παζάρι του Χαν Χαλίλ στο κέντρο του Καϊρου. Ένας παραμυθένιος κόσμος χρωμάτων κι αισθήσεων συνεπαίρνουν τον επισκέπτη και τον ταξιδεύουν σε άλλους χρόνους και τόπους.

Μύθοι παλιοί  και συνειρμοί κάθε λογής ξυπνούν, κάνοντας τη φαντασία να καλπάζει. «τα πλουμιστά τουλουπάνια, τα γενοβέζικα βελούδα, τα τουρμπάνια της Μεδίνας, τα ροδίτικα κεντήματα ν΄ανεμίζονται προς τιμή της (της επισκέπτριας που μαγεύτηκε απ’ αυτά), όλα τ’ αρώματα της Αραβίας να τη ραίνουν κι όλα τα ρουμπίνια της Κεϋλάνης να την πετροβολούν...μα το εσνάφι των εμποράκων οι πονηροί Σαμλήδες, Αιγύπτιοι, Τουνεζιάνοι, Πέρσες, Οβριοί δεν θα στρωναν τα εξαίσια Ταμπρίζ και τα βασιλικά Χουρασάν (χαλιά) για τα τακούνια μιας ξένης.

Τα έχουν μάθει (τα τέτοιας ποιότητας χαλιά) στην αρωματισμένη αφή (!) των τρυφερότερων πελμάτων». Τι να πει κανείς για τον τρόπο που χρησιμοποιεί συγκινησιακά τη γλώσσα ο συγγραφέας, για τα ποικίλα σχήματα λόγου που απογειώνουν το κείμενο!

Κοσμητικά επίθετα, μεταφορές, προσωποποιήσεις, σχήμα συναισθησίας όπου η όσφρηση και η αφή αποδίδουν την ποιότητα των χαλιών, εικόνες οπτικές, εικόνες που αποδίδουν την κίνηση, την αφή την όσφρηση...(οι παρενθέσεις δικές μου για να σχολιάζω).

Οι περιγραφές του Τσίρκα είναι πολύ δυνατές, άλλοτε περισσότερο ρεαλιστικές κι άλλοτε πιο λυρικές.  Η πένα του μνημονεύει και το Καφενείο με τους Καθρέπτες που εντυπωσίαζε όποιον το επισκεπτόταν «ένοιωθες πως μπήκες άξαφνα σε διαφορετική γειτονιά, ίσως και σ’ άλλο κόσμο, ίσως και σ’ άλλη εποχή [...] ο χρόνος εδώ κυλούσε αλλιώς, η ταραχή του κόσμου εκόπαζε, όλα παίρνανε τη δική τους αξία: ο στοχασμός, η νοσταλγία, η ρέμβη [...] πολλοί και μεγάλοι καθρέπτες κρεμασμένοι μόνιμα έξω και μέσα στο καφενείο σκεπάζοντας τους λεπρούς τοίχους των χαμόσπιτων μέσα στο δρόμο.

Καθρέπτες με νερά καθαρά κι αστραφτερά σαν όνειρο, με σκαλιστές κορνίζες φερμένοι από τη Βενετιά, τα Γιάννενα, τη Λόντρα, το Παρίσι, τη Βιέννη τον καιρό του Ισμαήλ και της (αυτοκράτειρας της Γαλλίας) Ευγενίας και πιο παλιά στα χρόνια του Ναπολέοντα και των χαρεμιών των Μαμελούκων.
Κι ήτανε κι άλλοι με χαλασμένα νερά και κορνίζες ξεφτισμένες που σε μαγνητίζανε περισσότερο γιατί από τις χαρακιές τους έβλεπες πίσω από το σήμερα και το χτές, πίσω από το χρόνο, τη λάσπη που σουβάντιζε τους τοίχους, τη ματαιότητα...»

Η διακειμενικότητα επίσης αποτελεί  ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα και των τριών έργων της τριλογίας «Ακυβέρνητες Πολιτείες».

 Ήρωες του, όπως ο Μάνος Σιμωνίδης, ο Ρούμπυ Ρίτσαρντς, ο Πήτερ μεταφέρουν ένα πλούσιο πολιτισμικό φορτίο από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα, την κλασσική παιδεία και τη μοντέρνα τέχνη.
Αναφορές στους μεγάλους ποιητές του 20ου αιώνα τον Άγγλο Έλιοτ που η ποίηση του είναι γεμάτη στοχασμό, τον Έλληνα Καβάφη, Αιγυπτιώτη κι αυτόν, το έργο του οποίου έχει μελετήσει ο Τσίρκας, στίχοι από ποιήματα του Μπωντλαίρ, τα οποία εμπνεύστηκε από το μεγάλο έρωτα του για την Απολλωνία Σαμπατιέ, που η ομορφιά της και η ζωή της προκαλούσαν τα ήθη της εποχής και της οποίας η προτομή με τον ξεγυμνωμένο μαστό από το γλύπτη Κλεζενζέ βρίσκεται συο Λούβρο. 

Ολόκληρος μύθος έχει δημιουργηθεί γύρω απ’ τον έρωτα αυτόν, τον οποίο είχε εξιδανικεύσει ο Μπωντλαίρ παρόλο που η Σαμπατιέ είχε άλλον εραστή που την συντηρούσε πληρώνοντας ακόμα και το ζωγράφο Μεσενιέ για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της.

Τελικά η «Αριάγνη» είναι ένα μυθιστόρημα που κινείται σε πολλά επίπεδα, καθώς σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης Χρύσα Προκοπάκη. Κατάφερε να δέσει σε μια ενότητα ιστορικά γεγονότα, στοχαστική σκέψη, μύθο και σύμβολα, λυρισμό και ρεαλισμό, ποιητικές ενατενίσεις, που όλα μαζί απογειώνουν το κείμενο.                                                                                                              
[--->]